Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Η καθαρή αδιέξοδος

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 88

Θα επιχειρήσουμε να φωτίσουμε την εικόνα, όσον αφορά τις υποχρεώσεις της χώρας τα πρώτα μεταμνημονιακά χρόνια (εάν υποθέσουμε πως τελικά θα αποφοιτήσουμε με κάποιον τρόπο από το Μηχανισμό Στήριξης τον Αύγουστο 2018). Η εικόνα προσδιορίζει κάποια από τα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν κατά την τελική διαπραγμάτευση, την ανάγκη για «μαξιλάρι εξόδου» και το μέγεθός του ή, εναλλακτικά, την καταφυγή σε άλλη λύση, όπως η προληπτική γραμμή στήριξης. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τεύχος 88, Ιούνιος 2018. 

Η πολιτική υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος

Η υποχρέωση απόδοσης πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ ώς το 2022 σημαίνει ότι η χώρα μας θα πληρώνει η ίδια τους τόκους των δανείων και όχι με ευρωπαϊκά χρήματα, όπως γινόταν κατά τα μνημονιακά χρόνια. Έτσι ευελπιστούν οι δανειστές ότι αν βγάζουμε κάθε χρόνο περισσότερα από αυτά που χρειαζόμαστε για τους τόκους, θα μπορούμε να χτίσουμε σταδιακά ένα μικρό αποθεματικό, έως ότου αποκτήσουμε πλήρη πρόσβαση στις αγορές χρέους. Ανεξάρτητα από τις ρητορείες, τα μνημόνια τελειώνουν με την πλήρη και αυτόνομη πρόσβαση στις αγορές. Έως τότε, η χώρα θα χρειάζεται στήριξη. Μετά το 2022, η αύξηση του ΑΕΠ και η απόδοση των μεταρρυθμίσεων ελπίζεται ότι θα υπερκαλύπτει τις ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους (τόκοι) με χαμηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα. Υπολογίζουμε δηλαδή στην ανάπτυξη και στις μεταρρυθμίσεις για να μπορούμε να βγάζουμε περισσότερα από όσα χρειαζόμαστε, να πείσουμε αγορές και δανειστές για την ανάκαμψη της χώρας και να καταφέρουμε να μειώσουμε το πρωτογενές πλεόνασμα, άρα να σταματήσουν οι συνεχείς μειώσεις μισθών και συντάξεων. Επομένως, για τα πρώτα χρόνια πρέπει να διασφαλισθεί η αναχρηματοδότηση του χρέους (χρεολύσια), η οποία μακροπρόθεσμα θα καλύπτεται από τις αγορές χρέους. Αν δεν βρίσκεται κάποιος να δανείζει για την αναχρηματοδότηση του χρέους, η επιλογή έναντι χρεοκοπίας είναι περισσότερα μέτρα και περικοπές για περισσότερα πλεονάσματα.

 

Οι ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους

Στον πίνακα παρουσιάζονται οι υποχρεώσεις της χώρας για την αναχρηματοδότηση του χρέους, σωρευτικά από τον Αύγουστο 2018 μέχρι τέλους κάθε έτους, έως και το 2021.

Η εικόνα όπως έχει σήμερα, παρουσιάζεται στο μέρος του πίνακα μέχρι και τη γραμμή Σύνολο. Εάν υπήρχε εμπιστοσύνη στην πολιτική των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, ένα μαξιλάρι 16 δισ. ευρώ θα επαρκούσε μέχρι και το 2020 – το συχνά αναφερόμενο μαξιλάρι των 20 δισ. ευρώ θα επαρκούσε μέχρι και το 2021. Όμως, ακόμη και η ιδιαίτερα «φιλική» Κομισιόν θεωρεί πως ένα μαξιλάρι 18-20 δισ. ευρώ επαρκεί για 12 έως 18 μήνες, δηλαδή μέχρι και το 2019. Οι Bank of America και Goldman Sachs επίσης βρίσκουν μικρό το μαξιλάρι των 20 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει πως αφ’ ενός η πολιτική υψηλών πλεονασμάτων δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, αφ΄ετέρου η πλήρης και αυτόνομη πρόσβαση στις αγορές εκτιμάται πως δεν μπορεί να επιτευχθεί σε διάστημα ενός έτους. Έτσι εξηγούνται και οι προτάσεις για αγορά από τον ESMτου χρέους προς ΔΝΤ και προς κυβερνήσεις της Ευρωζώνης (GLFστον πίνακα). Στις γραμμές Σύνολο-ΔΝΤπορτοκαλί γραμμή) και Σύνολο-ΔΝΤ-GLFπράσινη γραμμή), φαίνονται οι υποχρεώσεις μετά την αγορά του χρέους ΔΝΤ μόνο και του χρέους ΔΝΤ και προς χώρες της ευρωζώνης, αντιστοίχως. Το βαρίδι, ως ύψος υποχρέωσης, είναι το ΔΝΤ – με τις δύο παρεμβάσεις, οι ανάγκες αναχρηματοδότησης μειώνονται στο μισό μέχρι το 2021. Δεν είναι το υψηλό επιτόκιο των δανείων του ΔΝΤ (τα reposτου δημοσίου είναι πιο ακριβά) ούτε ο κατευνασμός της κοινής γνώμης ευρωπαϊκών χωρών με τη μερική εξόφληση διακρατικών δανείων που αναδεικνύουν τις δύο παρεμβάσεις ως επιθυμητές. Αυτές «κερδίζουν χρόνο» για το μαξιλάρι και αμβλύνουν τις επιπτώσεις της έλλειψης εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Παραμένει όμως το πρόβλημα του «κρίσιμου 2019». Ακόμη και με τις δύο εξαγορές χρέους, το 86% των αναγκών αναχρηματοδότησης είναι συγκεντρωμένο στο 2019. Εάν το μαξιλάρι των 20 δισ. ευρώ θεωρείται μικρό, πόσο επαρκές γίνεται με την ανάληψη μακροχρόνιου χρέους έναντι των βραχυχρόνιων υποχρεώσεων προς το ΔΝΤ;

 

Ο ρόλος του μαξιλαριού

Το ελληνικό μαξιλάρι, όπως συζητείται σήμερα, παρά τις αναφορές τύπου «όλες οι άλλες χώρες είχαν χτίσει μαξιλάρι κατά την έξοδο», είναι διαφορετικό από άλλων μνημονιακών χωρών. Με την έξοδο, οι άλλες χώρες είχαν ήδη αποκαταστήσει την πρόσβαση στις αγορές και το μαξιλάρι τους ήταν το πρόσθετο ασφαλιστήριο έναντι πρόσκαιρης δυσμενούς διεθνούς οικονομικής συγκυρίας ή κερδοσκοπικής επίθεσης. Αντίθετα, το ελληνικό μαξιλάρι είναι το «ταμείο» για να τα βγάλει πέρα η χώρα μέχρις ότου καταφέρει να αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές. Δεν ασφαλίζει, αγοράζει χρόνο! Τι θα γίνει εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν κατορθώσει η χώρα να βγει στις αγορές; Μπορεί να ελπίζει σε νέα στήριξη από τους εταίρους-δανειστές;

Το μαξιλάρι είναι αποτελεσματικό εργαλείο όσο δεν χρησιμοποιείται. Όσο αναλώνεται, μειώνεται η αξία του ως «ασφαλιστήριο». Ερχόμαστε στο «γιατί το 2019 είναι κρίσιμο»: εάν ώς τότε δεν έχει αποκατασταθεί ο δανεισμός από τις αγορές, το μαξιλάρι των €20 δις θα έχει χάσει τη μισή «ασφαλιστική δυνατότητα». Δηλαδή, η πρόσβαση στις αγορές, χωρίς άλλο δίχτυ ασφάλειας, θα είναι ακόμη πιο δύσκολη. Εάν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψη πως το 2019 θα είναι εκλογική χρονιά και, αναλόγως του αποτελέσματος, προεκλογική εν όψει της προεδρικής εκλογής και των επαπειλούμενων εκλογών με απλή αναλογική, το μαξιλάρι απλώς θα αδειάσει μέχρι τελευταίου ευρώ.

 

Η ποιότητα των πλεονασμάτων

Τη διετία των θηριωδών πλεονασμάτων, 2016-17, ενώ υπήρξε σωρευτικό πλεόνασμα του προϋπολογισμού 2,5 δισ. ευρώ, αντί για ισόποση μείωση του χρέους είχαμε αύξησή του κατά 12 δισ. ευρώ. Περίπου όσα καταβλήθηκαν για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου. Τα δισεκατομμύρια μπορεί να έπαιζαν τις μουσικές καρέκλες και να καλλωπίζονταν οι δείκτες, αλλά κάποτε έρχεται και ο λογαριασμός. Η κατάσταση συνεχίζεται και το 2018. Το πρώτο τρίμηνο, πάλι, είχαμε καταγραφή υπερπλεονάσματος, πλην όμως δεν πείθεται κανείς. Το πρωτογενές πλεόνασμα προέκυψε από περικοπή χορηγήσεων σε νοσοκομεία (300 εκατ. ευρώ), περικοπή δημοσίων επενδύσεων (550 εκατ. ευρώ), αύξηση ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων και μη επιστροφής φόρων (300 εκατ. ευρώ), «προκαταβολή» κοινοτικών πόρων (500 εκατ. ευρώ) και «έκτακτο» έσοδο από την Τράπεζα της Ελλάδος (600 εκατ. ευρώ) – σύνολο 2,25 δισ. ευρώ, σχεδόν το σύνολο του πλεονάσματος. Η μαγική εικόνα των πλεονασμάτων που αυξάνουν το χρέος και η επαναληψιμότητά τους η οποία εξαρτάται από τη συνέχιση υποεκτέλεσης του προϋπολογισμού και την αφαίρεση ρευστότητας από την οικονομία, κάθε άλλο παρά πείθει τις αγορές. Γι’ αυτό και το μαξιλάρι χαρακτηρίζεται «μικρό», δηλαδή επιλογή αβέβαιης αποτελεσματικότητας.

 

Η ποιότητα του μαξιλαριού

Η Markitχαρακτήρισε προβληματική τη σύσταση του μαξιλαριού – και είναι. Τον Μάρτιο, η κυβέρνηση δημοσιοποίησε σύνολο διαθεσίμων 12,3 δισ. ευρώ – αύξηση 11,4 δισ. ευρώ από το 2017, το οποίο έκλεισε με διαθέσιμα λιγότερα από τα έσοδα του ομολόγου Ιουλίου 2017. Το πρώτο τρίμηνο 2018 η κυβέρνηση προχώρησε σε πρόσθετο δανεισμό σε reposαπό φορείς του δημοσίου ύψους 7,6 δισ. ευρώ. Το μαξιλάρι φαίνεται να διαμορφώνεται με τα μισά κεφάλαια να προέρχονται από ανακυκλούμενο εσωτερικό δανεισμό μερικών εβδομάδων, ο οποίος στραγγαλίζει τη ρευστότητα στην οικονομία και διαλύει το κοινωνικό κράτος. Παρά το υπερπλεόνασμα του τριμήνου, ο υπουργός Οικονομικών χρειάσθηκε να δανεισθεί σε repos –πέραν του μαξιλαριού– για να καλύψει τους τόκους. Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι πως, ενώ στον προϋπολογισμό προβλεπόταν η μείωση των reposσε 9 δισ. ευρώ (από 15 δισ. ευρώ του 2017), αυτά έχουν ήδη εκτιναχθεί στα 23,5 δισ. ευρώ, χωρίς να υπάρχει προοπτική μείωσής τους, δεδομένου ότι η πρόσβαση στις αγορές έχει απομακρυνθεί, εάν δεν έχει αποκλεισθεί. Τι θα γίνει όταν δάνεια δύο εβδομάδων από τα νοσοκομεία αρχίσουν να εξοφλούν χρέος; Στο ύψος αυτό του βραχυπρόθεσμου δανεισμού, κοντά στο όριο των δυνατοτήτων του συνόλου των δημόσιων οργανισμών, από πού θα βρεθούν πρόσθετα κεφάλαια για να ενισχυθεί το μαξιλάρι κατά το «κρίσιμο 2019»; Πόσο μακριά μπορεί να πάει αυτή η αφαίμαξη ρευστότητας από μια οικονομία που προσπαθεί να ανακάμψει;

 

Υπάρχουν λύσεις;

Η πολιτική για την έξοδο από τα μνημόνια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ υπό την διαχείριση Τσακαλώτου βασίστηκε σε δύο «πυλώνες»: (α) τα θηριώδη πλεονάσματα και (β) την αποκατάσταση της πλήρους πρόσβασης στις αγορές μέχρι τον Αύγουστο. Διπλή η αστοχία: τα πλεονάσματα έχουν στραγγαλίσει την οικονομία και οι αγορές έχουν στρέψει την πλάτη. Η εμμονή στην ίδια πολιτική της «καθαρής εξόδου» με μαξιλάρι που δεν πείθει κανέναν στραγγαλίζει ακόμη περισσότερο την οικονομία και εισάγει τεράστια αβεβαιότητα εντός δώδεκα μηνών από την αποφοίτηση του Αυγούστου. Είναι πολιτική ανακύκλωσης της κρίσης και διαγραφής όλων των θυσιών που έκαναν οι Έλληνες επί οκτώ χρόνια.

Το αδιέξοδο γίνεται εμφανές. Ήδη το σενάριο της προληπτικής πιστωτικής γραμμής, το οποίο δεν ήθελαν οι χώρες της Ευρωζώνης περισσότερο από τον Τσίπρα, επανέρχεται. Δειλά δειλά δεν το αποκλείει ούτε ο πρωθυπουργός. Η ιταλική κρίση, με τη σημαία του λαϊκισμού, εκτός από την ταφόπλακα στους ευσεβείς πόθους εξόδου στις αγορές κάνει εξαιρετικά απίθανη μια γενναία ελάφρυνση του χρέους στην σημερινή συγκυρία – όχι πριν την κωλοτούμπα α λα Τσίπρας 2015 των ιταλών ευρωσκεπτικιστών.

Εθνικού συμφέροντος είναι η χρονική μετάθεση των τελικών αποφάσεων για το χρέος και η εξασφάλιση κοινοτικού διχτυού ασφάλειας μέχρις ότου προκύψει σταθερή κυβέρνηση με ορίζοντα τετραετίας. Είναι άξιο απορίας γιατί ενώ όλες οι μνημονιακές υποχρεώσεις παρατείνονται πολύ πέραν του Αυγούστου 2018 –όπως συνομολογήθηκε με το Συμπληρωματικό Μνημόνιο μόλις πριν από λίγες μέρες– δεν ζητάμε παράταση ώστε αφ’ ενός η χώρα να είναι προστατευμένη από τις διεθνείς αναταράξεις, αφ’ ετέρου να αναπροσαρμόσει την πολιτική εξόδου στις αγορές. Ακόμη και εάν η κατάληξη είναι το μαξιλάρι του σημερινού σχεδιασμού, οι πιέσεις θα είναι μικρότερες – στον πίνακα που παραθέσαμε είναι εμφανές πως, με τις δύο κινήσεις αγοράς χρέους, η ανάγκη για κάλυψη υποχρεώσεων της χώρας πέφτει σε μόλις 1,4 δισ. ευρώ για τη διετία 2020-21. Το «κρίσιμο 2019» είναι το πρόβλημα!

Λύσεις υπάρχουν. Μία, θα ήταν το αίτημα παράτασης του μνημονίου, ιδανικά ώς το τέλος του 2019. Ίσως ξενίζει ως εναλλακτική δυνατότητα. Όμως, ως χώρα, μόλις προ ημερών αναλάβαμε σκληρές μνημονιακές υποχρεώσεις – απολύτως φυσιολογικό το αίτημα να συνοδεύονται από μνημονιακή ασφάλεια, που παρέχεται από το «μεγάλο πορτοφόλι» της Ευρωζώνης, η οποία συνεχίζει να παρέχει στήριξη στον αδύναμο εταίρο.

Η προληπτική γραμμή στήριξης είναι μια άλλη εύλογη επιλογή. Δυστυχώς, ο δημόσιος διάλογος, επειδή η κυβέρνηση θεωρούσε την επιλογή αντίθετη προς την υποτιθέμενη καθαρή έξοδο, περιορίσθηκε σε λίγες από τις δυνατότητες που παρέχει η πιστοληπτική γραμμή. Όπως γνωρίζει κάθε επιχειρηματίας, η προληπτική γραμμή μπορεί να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο για άντληση ρευστού σε ώρα ανάγκης, αλλά και ως εχέγγυο για πολλαπλάσιου ύψους χρηματοδότηση. Με κατάλληλο σχεδιασμό από κοινού με τον ESMμπορεί να γίνει εγγυοδοτικό εργαλείο, πολλαπλασιάζοντας την ισχύ του δεσμευμένου κεφαλαίου και επιταχύνοντας την πρόσβαση στις αγορές. Εκτός της καταλυτικής επίδρασης στην συμμετοχή της Ελλάδας στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ, απελευθερώνονται κεφάλαια από τα περισσεύματα του Μνημονίου Τσίπρα προς επιστροφή στην οικονομία, για να τονωθεί η ανάπτυξη και να σταθεί στα πόδια του το κοινωνικό κράτος. Αντί να πληρώνουν το χρέος οι γάζες και τα σεντόνια των νοσοκομείων ή οι προμηθευτές του Δημοσίου, ας το πληρώσουν τα υπόλοιπα του μνημονίου.

 

Επίλογος

Η πολιτική της καθαρής εξόδου έχει φθάσει σε αδιέξοδο και πρέπει να εγκαταλειφθεί, μαζί με το μαξιλάρι. Είναι παραλογισμός η επιμονή σε πολιτική που οδηγεί σε ασφυξία και ανακύκλωση της κρίσης, με αναιμική ανάπτυξη, μόνο και μόνο για τα επικοινωνιακά οφέλη ενός ύστερου αντιμνημονιασμού. Η ιστορική ευθύνη της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού είναι τεράστια. Η αλλαγή της πολιτικής είναι επιβεβλημένη. Εάν ο κ. Τσίπρας, με τους καλύτερους που μπορεί να έχει ως συνεργάτες, μπορεί να υπηρετήσει μια νέα πολιτική, ας το επιχειρήσει. Διαφορετικά, ας καταθέσει όλες τις παραμέτρους του προβλήματος και ας αφήσει το λαό να αποφασίσει. Το συντομότερο δυνατόν.

Γιώργος Προκοπάκης

Σπούδασε μηχανικός, δίδαξε οκτώ χρόνια στο Columbia, διετέλεσε πρόεδρος της ΝΕΡΙΤ, σήμερα είναι σύμβουλος επιχειρήσεων. 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά