Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Η «καθαρή έξοδος από το μνημόνιο» ως λαϊκιστική υπόσχεση

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 85
Ο νυν υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος με τον Τζέρι Άνταμς, τον προσφάτως αποχωρήσαντα ηγέτη του αριστερού εθνικιστικού κόμματος της Ιρλανδίας Σιν Φέιν, τον Μάρτιο του 2015. Μύχιος πόθος της ελληνικής κυβέρνησης, η επιστροφή στα στενά όρια του κράτους-έθνους, που θα επέτρεπαν την επαναφορά του χρεοκοπημένου πελατειακού κράτους.  Ο νυν υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος με τον Τζέρι Άνταμς, τον προσφάτως αποχωρήσαντα ηγέτη του αριστερού εθνικιστικού κόμματος της Ιρλανδίας Σιν Φέιν, τον Μάρτιο του 2015. Μύχιος πόθος της ελληνικής κυβέρνησης, η επιστροφή στα στενά όρια του κράτους-έθνους, που θα επέτρεπαν την επαναφορά του χρεοκοπημένου πελατειακού κράτους. Sinn Féin

Η χώρα πέρασε στην τελική φάση εφαρμογής του (τρίτου) μνημονίου που λήγει τον Αύγουστο του 2018 σύροντας αρκετές εκκρεμότητες.[1] Υπάρχουν πολλές αβεβαιότητες για την τελική έκβαση των τρεχουσών διεργασιών. Όμως, καθώς τώρα έχουμε το ορόσημο του Αυγούστου 2018, ευλόγως συζητούμε τι θα συμβεί ύστερα απ’ αυτό.

Ο διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης, όπως είχε αρχικά διατυπωθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό ήταν να πετύχει «καθαρή έξοδο στις αγορές». Αυτό σήμαινε ή υπονοούσε ότι τότε η κυβέρνηση

  • θα απαλλαγεί από κάθε εποπτεία ή επιτήρηση
  • θα δανείζεται από τις αγορές χωρίς όρους (=μνημόνια) και, συναφώς,
  • θα μπορέσει να ασκήσει οικονομική πολιτική εν πολλοίς αντίθετη προς όσα επέβαλε το μνημόνιο και, ενδεχομένως, να άρει μέτρα και μεταρρυθμίσεις των χρόνων της κρίσης – συνοπτικά, να δώσει τέλος στη «λιτότητα» και στις αντιδημοφιλείς μεταρρυθμίσεις της τρόικας.

 

Η έξοδος στις αγορές δεν σημαίνει το τέλος της επιτήρησης

Βέβαια, με το τέλος του μνημονίου λήγει και η θητεία της τρόικας, δηλαδή της εποπτείας από Ευρωπαϊκή Ένωση/Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ΕΕ/ΕΜΣ), Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), όπως τη γνωρίσαμε μέχρι σήμερα, με τα προαπαιτούμενα για κάθε εκταμίευση δόσης και τριμηνιαίες αξιολογήσεις της προόδου σε δημοσιονομικά και μεταρρυθμίσεις. Ήταν, αναμφίβολα, μια ταπεινωτική διαδικασία που δεν συγκάλυπτε ο πέπλος της «σκληρής» διαπραγμάτευσης, ιδίως αν λάβει κανείς υπ’ όψη ότι εξέταζε εξονυχιστικά τα γρανάζια της εξουσίας ερεθίζοντας τα αμυντικά ανακλαστικά σε πολιτική, διοίκηση και οργανώσεις συμφερόντων.

Αλλά πόση πραγματική ελευθερία κινήσεων ανακτά η κυβέρνηση μετά το 2018; Εκτιμώ ότι στις σχετικές αρχικές προσδοκίες αντικατοπτρίζονταν αντιλήψεις για την εθνική κυριαρχία που ουδεμία σχέση έχουν με τα σημερινά δεδομένα στην Ευρώπη και στον κόσμο και, ειδικότερα, παραβλέπουν ότι η ΕΕ εξελίχθηκε σε ένα «μεταμοντέρνο» μόρφωμα».[2] Τα κράτη έχουν στην πράξη επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της εθνικής κυριαρχίας υπακούοντας σε από κοινού συμφωνημένους κανόνες. Η EE επιτρέπει να αναλαμβάνονται αξιόπιστες δεσμεύσεις από αυτοπεριοριζόμενα εθνικά κράτη και να λειτουργούν θεσμοί όπως η «ανοιχτή μέθοδος συντονισμού», η στενή «αμοιβαία εποπτεία» στη δημοσιονομική πολιτική και η ΕΚΤ, χωρίς να ενεργοποιούνται υπέρμετρα εθνικά ανακλαστικά. Ίσως για το λόγο αυτό η ΕΕ είναι ξένη σε όσους έχουν γαλουχηθεί με αντιλήψεις περί εθνικής κυριαρχίας άλλων εποχών!

Αυτά σε ένα, ας πούμε, φιλοσοφικό επίπεδο. Όμως μπορούμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι:

Στην ΕΕ προβλέπονται παρακολούθηση των εξελίξεων μετά τα μνημόνια (post-programmemonitoring) αλλά και ενισχυμένη εποπτεία όσον καιρό ο λόγος χρέους υπερβαίνει το 75% (σήμερα είναι περίπου 330%!).[3] Με τα σημερινά δεδομένα αυτό δεν πρόκειται να επιτευχθεί πριν από το 2060!

Επίσης, ακόμα και υπό ομαλές συνθήκες ισχύουν για όλους οι κανόνες της νέας οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ και την ευρωζώνη (ΕΖ)[4] – δημοσιονομικό σύμφωνο, ευρωπαϊκό εξάμηνο, όροι για την εκταμίευση πόρων από τα διαρθρωτικά ταμεία (π.χ. επίτευξη συμφωνημένων μεσοπρόθεσμων στόχων) και, φυσικά, οι κανόνες ανταγωνισμού της εσωτερικής αγοράς που διαμορφώνουν το πλαίσιο εντός του οποίου οφείλει να παρεμβαίνει το κράτος στην οικονομία και να λειτουργούν οι επιχειρήσεις.[5] Αυτό, μεταξύ άλλων, θέτει όρια στη διασπορά επιχορηγήσεων σε κρατικές και ιδιωτικές επιχειρήσεις που ελέγχονται μέσω της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού.

Το πλέγμα θεσμών και κανόνων οριοθετεί το πεδίο άσκησης εθνικής πολιτικής. Δεν το καταργεί βεβαίως. Η «καθαρή έξοδος» κατά το βαθμό που γίνεται αντιληπτή ως ολική απαλλαγή από κάθε ευρωπαϊκή και διεθνή εποπτεία είναι αδύνατη όσο η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, με τις αμοιβαίες υποχρεώσεις και τους κανόνες διακυβέρνησής της.

Επιπλέον, την εποπτεία της όντως δυσλειτουργικής διακρατικής τρόικας (ΕΕ, ΕΚΤ/ΕΜΣ, ΔΝΤ) θα αντικαταστήσει ένα πολυπλοκότερο και δυσκολότερα αντιμετωπίσιμο σύστημα εποπτείας – κατ’ αρχάς από τις ίδιες τις αγορές και συμπληρωματικά από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το ΔΝΤ! Οι αγορές θα παρακολουθούν και θα αξιολογούν ευθέως την πολιτική της και θα επηρεάζουν τους όρους τυχόν νέων δανείων στην Ελλάδα. Θα είναι μια νέα κατάσταση χωρίς δυνατότητες άμεσης «πολιτικής διαπραγμάτευσης», σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι σήμερα. Η «καθαρή έξοδος» υποτιμά την εποπτεία που ασκούν οι αγορές σε μοναχικούς καβαλάρηδες. Για το λόγο αυτό μπορεί η έξοδος στις αγορές να αφαιρέσει μάλλον παρά να προσθέσει βαθμούς ελευθερίας από την ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή να συμβεί το ακριβώς αντίθετο από αυτό που η ίδια προσδοκά!

Εκτός τούτου: τι ακριβώς έχουν κατά νου ως ουσιαστική πολιτική όσοι δέονται υπέρ της νέας αυτονομίας;

 

Η ενεργοποίηση της λαϊκιστικής υπόσχεσης[6]

Οι επίσημες δηλώσεις είναι, ως προς αυτό, στην καλύτερη περίπτωση, διφορούμενες και υπαινικτικές. Υποκρύπτουν ένα είδος ασαφούς ιδεολογικής νοσταλγίας για μια εποχή που μπορούσαν να υπόσχονται τα πάντα στους πάντες, να παραβλέπουν υπεροπτικά «τεχνοκρατικούς» περιορισμούς και να αντιδρούν σε κάθε απόπειρα εκλογίκευσης του συστήματος.[7]

Όπως δήλωνε ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος, στη Βουλή, κατά τη συζήτηση του τελευταίου πολυνομοσχεδίου τον Ιανουάριο 2018: «Έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει η ισορροπία στο τι κάνουμε γιατί είμαστε υποχρεωμένοι και το τι κάνουμε για τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας». Η λογική ερμηνεία: αυτό που κάνουν γιατί είναι υποχρεωμένοι δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας! Άλλοι το διατυπώνουν άκομψα: Δεν συμφωνούμε αλλά τι να κάνουμε; Υπομονή ώς τον Αύγουστο.

Βέβαια, ουδέν μεμπτό θα υπήρχε αν η «αλλαγή ισορροπίας» ή το ταξικό πρόσημο ήταν απλώς κωδικοί για μια διαφανή και οικονομικά αιτιολογημένη αναδιανομή εισοδημάτων, πολιτική που προστατεύει πραγματικά φτωχούς και άνεργους, στηρίζει «περιεκτικούς» (inclusive) θεσμούς κλπ. Αλλά δεν είναι μόνον ούτε κυρίως αυτό που εξέπεμψαν αρχικά με το σύνθημα της «καθαρής εξόδου».

Δεν αμφιβάλλω λοιπόν ότι ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης και μερικοί ακόμα ρεαλιστές γνωρίζουν πλέον τι δεν θα μπορούν να κάνουν μετά το 2018 και έχουν στο γραφείο τους τις σχετικές «τεχνοκρατικές» πληροφορίες. Με πιο πρόσφατες δηλώσεις τους οριοθετούν τις δυνατότητες.[8] Άλλωστε, έχουν δεσμεύσει τη χώρα να συνεχίσει την περιοριστική δημοσιονομική πολιτική δημιουργώντας πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% ώς το 2021 και, για να πετύχει τον στόχο αυτό, να εφαρμόσει μέτρα περικοπής των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού το 2019 και τη μείωση του αφορολόγητου το 2020.[9] Τέλος, οι τράπεζες έχουν δεσμευθεί έναντι του ευρωπαϊκού εποπτικού μηχανισμού (SSM) για 40.000 πλειστηριασμούς κατοικιών κάθε χρόνο την τριετία 2019-2021.[10]

Αυτά συγκροτούν ήδη από μόνα τους τον σκληρό σκελετό ενός προγράμματος μετά το τρέχον πρόγραμμα. Θα εμπλουτισθεί κατά πάσα πιθανότητα με περαιτέρω στοιχεία τους επόμενους μήνες, καθώς η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί να ετοιμάσει, σε συνεργασία φυσικά με την Επιτροπή, μια «φιλόδοξη και ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική» πριν από το τέλος του τρέχοντος προγράμματος.[11] Αυτή η στρατηγική (= νέο πρόγραμμα μαζί με όσα προαναφέρθηκαν) θα περιλαμβάνει φυσικά και κυρίως μεταρρυθμίσεις – όσες δεν θα ολοκληρωθούν ώς τον Αύγουστο και όσες δεν έγιναν ώς τώρα.

Γιατί λοιπόν, αφού ξέρουν και εφαρμόζουν, έστω δυσανασχετώντας, το τρίτο μνημόνιο ενώ ουσιαστικά έχουν δεχθεί τον σκληρό σκελετό ενός τέταρτου για την τριετία 2019-21, εξέπεμψαν το μήνυμα της «καθαρής εξόδου» αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θα συνεχίσουν τις μεταρρυθμίσεις που απαιτεί μια σύγχρονη κοινωνία, αλλά θα επιλέξουν μια εναλλακτική πολιτική; Η απάντηση είναι ότι με την «καθαρή έξοδο» επιχείρησαν να κλείσουν ένα διπλό χάσμα που χωρίζει την πολιτική οικονομικής προσαρμογής σε όρους μνημονίου, πρώτον, από τη λαϊκιστική υπόσχεση του παρελθόντος όπως είχε αποτυπωθεί στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης το 2014 και ανανεώθηκε με το δημοψήφισμα του 2015 και, δεύτερον, από τις προσδοκίες και τις ιδεολογικές προτιμήσεις μεγάλου τμήματος του στελεχιακού πυρήνα και της κοινωνικής βάσης. Το σύνθημα της «καθαρής εξόδου» με όσα κυρίως υπονοεί αποτέλεσε παραχώρηση στο αγροίκο αντιμνημονιακό πνεύμα που οι ίδιοι εξέθρεψαν και απειλεί να απεγκλωβίσει πλήρως το τζίνι του λαϊκισμού.

 

Από την αυταπάτη του 2015 στην αυταπάτη του 2018;

Με βάση τις ώς τώρα εμπειρίες από το σχεδιασμό και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και τις εκδηλώσεις δυσανεξίας κατά την ψήφιση μνημονιακών μέτρων, μπορούμε να εκμαιεύσουμε και να περιγράψουμε πιο συγκεκριμένα τις προσδοκίες της κομματικής βάσης (και μερικών ηγετικών στελεχών), συνδικαλιστικών στελεχών με τους δικούς τους ορισμούς συμφερόντων, αυτοδιοικητικών παραγόντων, ιδεολόγων της ανυπακοής σε κάθε μέτρο εκλογίκευσης, πανεπιστημιακών με κομματικές περγαμηνές κ.ά. Αυτές οι προσδοκίες βρίσκονται εκτός του πλαισίου το οποίο διαπραγματεύεται σήμερα ο οικονομικός πόλος της κυβέρνησης.[12]

Όσοι λοιπόν υιοθετούν την προοπτική της «καθαρής εξόδου» ελπίζοντας ότι έτσι θα ασκηθεί πολιτική με πλήρη αυτονομία ελπίζουν ή υπονοούν ποικιλοτρόπως ότι θα μπορούν, αναστρέφοντας όσα ψήφισαν ίσαμε σήμερα, να χορηγούν πάσης φύσης επιδόματα με λιγότερους εξωτερικούς περιορισμούς και αυθαίρετα κριτήρια, να αποδυναμώσουν ανεξάρτητες αρχές (συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος και της δικαιοσύνης) μεταξύ άλλων με την τοποθέτηση ημετέρων όπως συνέβη στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ),[13] να ιδρύουν νέους κρατικούς «φορείς» χωρίς εξωτερικές οχλήσεις, να αποτρέπουν ιδιωτικοποιήσεις, να επιχορηγούν ελλειμματικές κρατικές επιχειρήσεις.

Η «καθαρή έξοδος» θα τους επιτρέψει, φαντάζονται, να εξουδετερώσουν με νομοθετικά τεχνάσματα τη μακροχρόνια δέσμευση της δημόσιας περιουσίας στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, να ελέγξουν την εφαρμογή νέων τεχνολογιών στις ιδιωτικές υπηρεσίες (βλ. Τaxibeat) και, γενικά, να εισάγουν κανονιστικές ρυθμίσεις προς όφελος ευνοούμενων ομάδων, να αναστείλουν πλειστηριασμούς για ληξιπρόθεσμες οφειλές σε τράπεζες, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, να αποκαταστήσουν τον κομματικό-πολιτικό έλεγχο των φορολογικών μηχανισμών, πράγμα που έκαναν ήδη με το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο, ιδρύοντας νέο φορολογικό σώμα υπό τον έλεγχο του υπουργού Οικονομίας.[14] Έτσι ανατρέπουν εν μέρει αυτό ακριβώς που επέβαλαν τυπικά και παρά τις αντιστάσεις τα μνημόνια, δηλαδή την απομάκρυνση της «πολιτικής» από τον φορολογικό μηχανισμό.

Μπορούμε να διευρύνουμε και άλλο τον κατάλογο με βάση πάντοτε δικές τους δηλώσεις, αλλά και του τρόπου αντίληψης των πραγμάτων που αυτές αποκαλύπτουν: υπαινίσσονται ή προαναγγέλλουν ρητά και απροϋπόθετα αύξηση των συντάξεων (αργότερα, γιατί προς το παρόν τις περικόπτουν) και επαναφορά των εργασιακών σχέσεων στο πρότερο καθεστώς (κλαδικές συμβάσεις κ.λπ.), ενώ κωλυσιεργούν ήδη σε ζητήματα μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το συνονθύλευμα σκόρπιων, υπονοούμενων ή μη και ανεπεξέργαστων στοιχείων που υποκρύπτει ο όρος «καθαρή έξοδος» δεν είναι ρεαλιστικό ούτε εντός του θεσμικού συστήματος της Ευρώπης ούτε εκτός. Υπόσχεται επιστροφή στην εύκολη ευημερία με δάνεια, παροχές και λοιπές κομματικές εύνοιες της περιόδου πριν από την κρίση, με τους όρους του πελατειακού κρατισμού, αγνοώντας ότι ουδείς θα την χρηματοδοτεί και ότι η παραγωγική οικονομία δεν την αντέχει. Δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα του διεθνούς περιβάλλοντος ούτε της τεχνολογικής εξέλιξης, ούτε είναι προϊόν μάθησης από την ιστορική μας εμπειρία. Το σπουδαιότερο, ίσως: δεν λύνει τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας, αντίθετα καλλιεργεί προσδοκίες για την παλινόρθωση θεσμών και πολιτικών που μας οδήγησαν στην κρίση.

Ωστόσο, δεν λείπουν ρεαλιστικές φωνές. Ξεχωρίζουμε τον Γιώργο Χουλιαράκη. Κατά τη γνώμη του, μετά το τέλος του μνημονίου είναι ορατός ο κίνδυνος «να ξανακυλήσουμε στις παλιές μας συνήθειες», ο κίνδυνος «ενός νέου δημοσιονομικού παραστρατήματος, ιδιαίτερα καθώς το 2019 είναι εκλογικό έτος».Επίσης και συναφώς, επεσήμανε πως «πρέπει να συνεχίσουμε τις μεταρρυθμίσεις για να επιστρέψουμε σε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης».[15]Όμως το μεταρρυθμιστικό έργο που εννοούν οι ρεαλιστές δεν είναι αυτό ακριβώς που προσδοκά μεγάλο μέρος του στελεχιακού δυναμικού, των οργανώσεων συμφερόντων και της ευρύτερης κοινής γνώμης. Έρχεται επίσης σε αντίθεση με τρέχουσες πρακτικές που υπονομεύουν βασικές αρχές του κράτους δικαίου και προσθέτουν εμπόδια στο δρόμο για επιστροφή στην κανονικότητα.

Ναι, η χώρα κινδυνεύει να περάσει από την αυταπάτη του 2015 στην αυταπάτη του 2018.

 

 

 


[1] Βλ. συνολική παρουσίαση και ανάλυση των εξελίξεων στο European Commission Comliance Report.  ESM Stability Support Programme for Greece. Third Review, January 2018. Σειρά προαπαιτούμενων ψηφίσθηκαν με το «πολυνομοσχέδιο» στις 15/1/2018. Βλ. νόμο 4512/2018.

[2] Robert Cooper, The post-modern state and the world order, Demos, London 1996.

[3] Βλ. κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 472/2013 για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ, άρθρο 14.

[4]Βλ. Panos Κazakos, “Ursachen der europäischen Krise und Auswirkungen auf Griechenland und Deutschland“, in Armin Hatje et al (Hgbr), Verantwortung und Solidarität in der Europäischen Union, Nomos Verlag, Baden-Baden, 2015, S. 33-59.

[5] Βλ. ενδεικτικά και μεταξύ άλλων άρθρα 101, 102 και 107 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ).

[6] Δανείζομαι τον όρο από τον Cas Mudde και το βιβλίο του, ΣΥΡΙΖΑ: Η διάψευση της λαϊκιστικής υπόσχεσης, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2015. Βλ. επίσης για το θέμα του λαϊκισμού, μεταξύ πολλών άλλων, Τάκης Παππάς, Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα, Ίκαρος, Αθήνα 2015.

[7] Βλ. ενδιαφέρουσα κριτική αυτής της αντίληψης για «επιστροφή της πολιτικής» στο: Νικόλας Σεβαστάκης, Φαντάσματα του καιρού μας. Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία, Πόλις, Αθήνα 2016, σελ. 21 και μετά.

[8] Βλ. δηλώσεις του Ευκλείδη Τσακαλώτου στην εφημερίδα Τα Νέα, 1/2/2018 και στην εφημερίδα Η Καθημερινή 10/2/2018.

[9]Βλ. Supplemental Memorandum of Understanding: Greece, Third review of the ESM programme, 18/1/2018.

[10] European Commission, Compliance Report. ESM Stability Support Programme for Greece. Third Review, όπωςαλλού, σελ. 17.

[11]Βλ. Eurogroup Statement on Greece, 22/1/2018.

[12] Βλ. δηλώσεις του Πιέρ Μοσκοβισί στις εφημερίδες Η Καθημερινή και Εφημερίδα των Συντακτών, 9/2/2018 και του Ευκλείδη Τσακαλώτου στην εφημερίδα Η Καθημερινή 10/2/2018.

[13] Βλ. αποκαλυπτική ανάλυση στο www.liberal.gr, 30/1/2018.

[14] Βλ. νόμο 4512/2018.

[15] Βλ. iefimerida.gr, 19/1/2018.

Πάνος Καζάκος

Oμότιμος καθηγητής διεθνών οικονομικών και ευρωπαϊκών σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών. Βιβλία του: Θεσμικές μεταρρυθμίσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (1996), Η Ελλάδα και το ευρωπαϊκό μέλλον της Τουρκίας (2001), Πολιτική και ιδεολογία (2003), Εξηγώντας την κοινωνία (2006), Αναθεώρηση του συντάγματος και οικονομία (2007), Έτοιμη για το μέλλον; (2008), Από τον ατελή εκσυγχρονισμό στην κρίση (2019), Μετά το “Μνημόνιο” (επιμ., 2011).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά