Παρασκευή, 06 Απριλίου 2018

Φεστιβάλ Επιδαύρου ή Φεστιβάλ Γιώργου Μπλάνα;

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 86
O Γιώργος Μπλάνας. O Γιώργος Μπλάνας. Φωτογραφία Αρχείου

Στο τεύχος του Books' Journal που κυκλοφορεί καταχωρίζεται η πληροφορία ότι ο μεταφραστής Γιώργος Μπλάνας υπογράφει τις τέσσερις μεταφράσεις ισάριθμων έργων που θα παιχτούν στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Εκτός από την απάντηση σε αυτή την ολίγον σκανδαλώδη επιλογή, την οποία πρέπει να δώσει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, υπάρχει ακόμα μια σοβαρή έντσταση: οι μεταφράσεις του συγκεκριμένου μεταφραστή πόρρω απέχουν από τα πραγματικά κείμενα... Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 86, Απρίλιος 2018.                 

 

                                Ο Θεός να σε φυλάει απ’ τ’ άδικο,

                                           απ’ την κακιά γυναίκα,

                                           απ’ του μουλαριού τα πισινά,

                                           απ’ του καλόγερου τα μπροστινά,

                                           απ'... [1]

 

Όταν πριν από λίγο καιρό ανακοινώθηκε το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Επιδαύρου για το επόμενο καλοκαίρι (2018), ο καλλιτεχνικός διευθυντής κ. Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, με αφορμή διαξιφισμό του με γνωστό σκηνοθέτη και ηθοποιό, πρόταση του οποίου για συμμετοχή στο Φεστιβάλ είχε εγκριθεί για την προηγούμενη σαιζόν, όχι όμως και για την τρέχουσα, δήλωσε επικαλούμενος την «πρόσκληση ενδιαφέροντος» ότι «δεν γίνονται δεκτές προτάσεις από σκηνοθέτες που συμμετείχαν στο Φεστιβάλ την προηγούμενη χρονιά», με άλλα λόγια ότι δεν εγκρίνονται προτάσεις του ίδιου σκηνοθέτη δύο διαδοχικές χρονιές.

Αν οι έχοντες την ευθύνη του Φεστιβάλ ακολούθησαν αυτή την αρχή για τους σκηνοθέτες, αναρωτιέται κανείς γιατί δεν ακολούθησαν ανάλογη τακτική και για τους μεταφραστές (και τις μεταφράστριες, εννοείται) δραματικών έργων της αρχαιότητας. Για ποιο λόγο όσον αφορά τους μεταφραστές είναι θεμιτό, χωρίς κανένα κριτήριο, όπως θα φανεί στη συνέχεια, να παίζονται στην Επίδαυρο τέσσερις(!) μεταφράσεις του ίδιου προσώπου την ίδια χρονιά; Τα γράφω αυτά γιατί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που ανακοινώθηκε, το καλοκαίρι του 2018 θα παιχθούν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου τέσσερα αρχαία έργα σε μετάφραση του κ. Γιώργου Μπλάνα, συγκεκριμένα ο Αγαμέμνων του Αισχύλου, η Αντιγόνη του Σοφοκλή, ο Ορέστης του Ευριπίδη και οι Βάτραχοι του Αριστοφάνη.

Παρ’ ότι εδώ και δεκαετίες παρακολουθώ (ως μελετητής και μεταφραστής) τα σχετικά με τις ενδογλωσσικές μεταφράσεις δραματικών έργων της αρχαιότητας, δεν είχε τύχει ώς τώρα να δω κάποια μετάφραση αρχαίου δράματος από τον κ. Μπλάνα, μετά το φεστιβαλικό «τρίποντο» ωστόσο με την τετραλογία Μπλάνα μού γεννήθηκε η περιέργεια να δω πώς στο καλό μεταφράζει ο ‒ξαφνικά‒ εκλεκτός μεταφραστής τεσσάρων διαφορετικών σκηνοθετών. Έτσι υποχρεώθηκα να πάω στο πλησιέστερο βιβλιοπωλείο και να αγοράσω τη μετάφραση του Μπλάνα που υπήρχε εκείνη τη στιγμή στο ράφι (Σοφοκλής, Ηλέκτρα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015). Προσπάθησα φιλότιμα να διαβάσω από την αρχή ώς το τέλος τη φερόμενη ως μετάφραση, ομολογώ όμως ότι το μόνο που κατάφερα είναι να φυλλομετρήσω απλώς το πόνημα και δεν δεσμεύομαι ότι μελλοντικά θα αντέξω να το διατρέξω αναγνωστικά ολόκληρο. Με παρηγορεί πάντως το γεγονός ότι για να σχηματίσει κάποιος γνώμη για το πώς «μεταφράζει» ο κ. Μπλάνας αρκεί να ανοίξει στην τύχη μία σελίδατου πονήματός του – δεν πρόκειται για λεκτική υπερβολή!

Αντί άλλων δικών μου εισαγωγικών σχολίων, παραθέτω, εκ πολλώ πλειόνων, ευάριθμα αποσπάσματα από αυτή την, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, ψευδεπίγραφη μετάφραση της σοφόκλειας Ηλέκτρας. Για να μπορεί ο αναγνώστης να διαπιστώσει την έκταση της παραχάραξης του σοφόκλειου κειμένου, χωρίς να χρειάζεται να ανατρέχει στο –συχνά δυσπαρακολούθητο– πρωτότυπο, τυπώνεται, παράλληλα με τη «μετάφραση» του κ. Μπλάνα, και μετάφραση των ίδιων στίχων από τον γράφοντα ή άλλον μεταφραστή. Το αρχαίο κείμενο πάντως, και για τα έξι αποσπάσματα, τυπώνεται στο τέλος του κειμένου μου.

(α) Στ. 1-5 Μιλάει ο Παιδαγωγός και απευθύνεται στον Ορέστη.

Μετάφραση Θ.Κ. Σ.:

         Γιε του Αγαμέμνονα, του ανδρός που οδήγησε άλλοτε

         τη στρατιά στην Τροία, τώρα μπορείς να δεις

         μπροστά σου εκείνα που πάντα λαχταρούσες.

         Να το αρχαίο Άργος των πόθων σου,

         το ιερό της οιστρήλατης κόρης του Ινάχου.

Μπλάνας (σελ. 11):

         Γύρισες, πρίγκιπα! Αυτή είναι η γη σου, γιε

         του Αγαμέμνονα: το Άργος των ονείρων σου. Εδώ

         ονειρεύτηκε ο πατέρας σου ερείπια την Τροία.

         Σ’ αυτά τα δέντρα ανάμεσα τρέλανε το κεντρί

         του πάθους την Ιώ.

Δύο παρατηρήσεις: 1. Τα τυπογραφικά υπογραμμισμένα τμήματα της μετάφρασης δεν έχουν κανένα έρεισμα στο κείμενο του Σοφοκλή, είναι δηλαδή purus Μπλάνας. 2. Οι δύο τελευταίοι στίχοι αποκαλύπτουν ότι ο «μεταφραστής» ούτε αρχαία ελληνικά γνωρίζει ούτε όμως κάνει και τον κόπο να ενημερωθεί στοιχειωδώς για το κείμενο που μεταφράζει. Ειδικότερα, όταν ο κ. Μπλάνας, εξαλείφοντας την αναφορά στην ιερότητα του χώρου, αποδίδει την αρχαία λέξη «λσος» με το «σ’ αυτά τα δέντρα ανάμεσα», προδήλως αγνοεί –δεν είναι δα το μόνο! αυτό που γνωρίζουμε όσοι διαβάζουμε πριν μεταφράσουμε, ότι δηλαδή οι αρχαίοι αποκαλούσαν λσος, όπως λέει ένας αρχαίος σχολιαστής, πν χωρίον φιερωμένον θε, κν ψιλν φυτν (κάθε χώρο αφιερωμένο σε θεό, ακόμα και αν είναι γυμνός από δένδρα). Όσον αφορά πάλι στην (πολλαπλώς ατυχήσασα) Ιώ, το «κεντρί του πάθους» αποτελεί αποκύημα της φαντασίας του κ. Μπλάνα. Την (μεταμορφωμένη από τον Δία σε αγελάδα) Ιώ δεν την τρέλανε κανένα (ερωτικό;) πάθος, την «τρέλανε» η βοϊδόμυγα (οστρος) που έστειλε η ζηλότυπη Ήρα για να τιμωρήσει την εκλεκτή του Δία, Ιώ. Αυτά τα διαβάζει κανείς σε οποιοδήποτε εγχειρίδιο μυθολογίας, φτάνει βέβαια να το ανοίξει.

(β) Στ. 25-28 Μιλάει ο Ορέστης και απευθύνεται στον γέρο-Παιδαγωγό.

Μετάφραση Γιώργου Χειμωνά:

        Σαν ένα άλογο ευγενικό

        που ακόμα κι αν γεράσει δεν χάνει την ορμή του.

        Κι ορμά, μέσα από συμφορές.

        Όρθιο στήνει το αυτί του και αφουγκράζεται.

        Έτσι κι Εσύ, πρώτος, τρέχεις κοντά μας

        Μας δίνεις θάρρος.

Μπλάνας (σελ. 11):

        Ναι, φίλε μου καλέ. Έτσι ερχόσουν πάντα

        στα παιδικά όνειρά μου:

        ένα άλογο περήφανο, που όσο γερνούσε τόσο

        πιο δυνατό γινόταν. κι εγώ κρατιόμουν πάνω σου

       και συ ορμούσες σε μια μάχη τρομερή.

       κι άνοιγες δρόμο κι ήξερα πως ήταν η μάχη της ζωής ...

Εκτός από τη λέξη «άλογο», δεν υπάρχει κατ’ ουσίαν τίποτα άλλο που να συνδέει το μπλάνειον ανάπτυγμα με το (ανυπεράσπιστο) κείμενο του Σοφοκλή, στον οποίο, ελέω Μπλάνα, χρεώνεται, μεταξύ άλλων, ο παραλογισμός ότι το άλογο «όσο γερνούσε τόσο / πιο δυνατό γινόταν»! Μετά τον εκτροχιασμό από την καίρια παρομοίωση του Σοφοκλή, προκαλείται, όπως πάμπολλες άλλες φορές στην ανά χείρας «μετάφραση», τέτοια ρηγμάτωση στον νοηματικό ιστό του κειμένου, ώστε όχι μόνο ο θεατής, που καλείται να προσλάβει ακαριαία τα εκφερόμενα την ώρα της παράστασης, δεν μπορεί να παρακολουθήσει τον ειρμό του κειμένου,  αλλά ούτε και ο αναγνώστης, που διαβάζει και ξαναδιαβάζει τη «μετάφραση».

(γ) Στ. 236 Μιλάει η Ηλέκτρα και απευθύνεται στον Χορό.

      Μετάφραση Θ.Κ.Σ.:

         Και ποιο είναι το όριο της δυστυχίας [κατ’ άλλους: της αθλιότητας];

Μπλάνας (σελ. 25):

         Αν ξέρεις πότε γίνεται η μνήμη μαχαιριά

         και πότε κλείνει της απώλειας η πληγή,

         να μου το πεις.

Παρέλκει, φαντάζομαι, οποιοσδήποτε σχολιασμός. Σημειώνω απλώς ότι, παρότι ο συγκεκριμένος στίχος δεν είναι δυσμετάφραστος, ο μεταφραστής έχει πάρει οριστικά διαζύγιο από το κείμενο του Σοφοκλή. Προσθέτω ότι για τέτοιου τύπου «μεταφράσεις» δεν χρειάζεται κανείς το πρωτότυπο, αρκεί η πρώτη μεταφρασούλα της σειράς, την οποία ο μεταφραστής μπορεί άλλοτε να φτιασιδώνει και άλλοτε να ‘αναπλάθει’ ασυστόλως.

(δ) Στ. 850 -852 Μιλάει η Ηλέκτρα απευθυνόμενη στον Χορό.

Μετάφραση Θ.Κ.Σ.:

          Το ξέρω κι εγώ, το ξέρω καλά.

          Η ζωή μου ένας χείμαρρος τρόμου και φρίκης

          που ρέει ολοχρονίς.

Μπλάνας (σελ. 71):

         Ξέρω καλά τι είναι η ζωή μου: ένα κουρέλι –

         κι εγώ ένα δουλικό δυστυχισμένο

         να προσπαθώ με το κουρέλι της ζωής μου

         να διώξω απ’ την αγρύπνια μου τη φρίκη

         των ημερών μου κι απ’ τις μέρες μου

        τον τρόμο της αγρύπνιας.

Και εδώ, αν εξαιρέσουμε τον πρώτο στίχο, έχουμε να κάνουμε με (ως συνήθως, πλατειαστικότατο) ατόφιο Μπλάνα. Οι τρεις (μικρής έκτασης) λυρικοί στίχοι του πρωτοτύπου αποδίδονται από τον κ. Μπλάνα με 6, από τους οποίους οι 5,5 είναι Μπλάνας με δυσδιάκριτα ίχνη Σοφοκλή. Ο «μεταφραστής», αντί να προσπαθήσει να αποδώσει τους (μερικώς δυσμετάφραστους) στίχους, καταφεύγει στην τακτική της αυθαίρετης ανάπλασης «εμπλουτίζοντας» το κείμενο του Σοφοκλή με δικά του «κουρέλια» και «δουλικά».

(ε) Στ. 854-859 Διαλέγεται η Ηλέκτρα με τον Χορό.

       Μετάφραση Ι. Γρυπάρη, ο οποίος αποδίδει τους δυσμετάφραστους στίχους με σχετική ακρίβεια και ομοιοκαταληξία:

          ΗΛΕΚΤΡΑ: Τότε λοιπόν μην προσπαθείς

          να με ξεσύρεις εκεί που [...]  ΧΟΡΟΣ: Τι θες να πεις;

          ΗΛΕΚΤΡΑ: [...] κάθε βοήθειας χάθηκαν ελπίδες

          από αδερφούς μας ευπατρίδες. 

Μπλάνας (σελ. 71):

         ΗΛΕΚΤΡΑ: Τότε μη μου ζητάς να κλείσω τα μάτια.

         ΧΟΡΟΣ: Τι λες; Τι σου ζητώ;

         ΗΛΕΚΤΡΑ: Να κάνω πως δεν βλέπω την αλήθεια του θανάτου.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης, και εδώ ο «μεταφραστής» έχει αποχαιρετήσει το κείμενο του Σοφοκλή, ιδίως στον τελευταίο, δυσμετάφραστο στίχο, με άλλα λόγια, και εδώ σερβίρεται Μπλάνας ως Σοφοκλής.

(ζ) Στ. 1126-1135 Μιλάει η Ηλέκτρα κρατώντας στα χέρια της την τεφροδόχο που περιέχει, υποτίθεται, την τέφρα του Ορέστη.

Μετάφραση Θ.Κ.Σ.:

         Μνήμη του Ορέστη, απομεινάρι της ζωής

         του πιο αγαπημένου μου ανθρώπου,

         με ποιες και ποιες ελπίδες σ’ έστελνα μακριά

         και πώς σε παίρνω πίσω! Τώρα κρατάω στα χέρια μου το τίποτα,

        όταν σε έδιωχνα από το σπίτι, έλαμπες, αγόρι μου.

        Ας ήτανε να είχα φύγει απ’ τη ζωή,

        προτού με αυτά τα χέρια σε ξεκλέψω

        και σε στείλω σε ξένη γη, προτού σε σώσω από το φόνο,

        για νά ’πεφτες νεκρός τη μέρα εκείνη  

        και να μοιραζόσουνα τον τάφο του πατέρα σου.

Μπλάνας (σελ. 95):  

        Σιγά, σιγά!

        Αφήστε τον εδώ, στην αγκαλιά μου.

        Κοιμήθηκες, Ορέστη μου; Κοιμήσου, σε κρατάω.

        Τρέμω λιγάκι, ε;

         Δεν είναι τίποτα. Αυτοί [...] αυτοί εδώ οι ψεύτες,

         ήρθανε και μου φέρανε ένα παλιοκανάτι,

         πως έχει μέσα άκου να δεις

         τη στάχτη σου. πως έσβησε –λέει– το αστέρι της αυγής

         κι έγινε δίψα σκοτεινή η δροσιά σου [...]

         Ανάθεμα τη μέρα που σ’ έστειλα σε ξένη γη.

        Δεν πέθαινα την ώρα που σ’ άρπαζα απ’ το θάνατο,

        για να σε ρίξω, αγόρι μου, στα νύχια του θανάτου;

        Τώρα θα ήμαστε μαζί, πλάι στον πατέρα.

Εδώ έχουμε το άκρον άωτον της μεταφραστικής τέχνης του κ. Μπλάνα. Από τους παρατιθέμενους συνολικά 13 στίχους της «μετάφρασής» του οι (τυπογραφικά υπογραμμισμένοι) 9 πρώτοι είναι εμβόλιμοι, ατόφιος Μπλάνας δηλαδή, δίχως ίχνος Σοφοκλή! Η πρωτογενής συγγραφική συμβολή του εν προκειμένω είναι τέτοια, ώστε εδώ ειδικά μάλλον έπρεπε να διεκδικήσει συγγραφικά, όχι μεταφραστικά δικαιώματα.

Νομίζω πως δεν έχει νόημα να συνεχίσω αυτή την άχαρη περιδιάβαση ούτε να σχολιάσω τα ακκίσματα του «μεταφραστή» στο τελευταίο παράθεμα, το οποίο αποτελεί, πιστεύω, θαυμάσιο δείγμα για το πώς δεν πρέπει να μεταφράζει κάποιος τραγωδία. Για να μη θεωρηθεί ωστόσο, καλόπιστα, ότι αυτά επιτρέπονται «ποιητική αδεία», υπενθυμίζω ποια ήταν η άποψη του Γιώργου Σεφέρη για την ενδογλωσσική μετάφραση, για την οποία ο ίδιος είχε εισαγάγει τον όρο «μεταγραφή», που από μόνος του δηλώνει ταπείνωση και μέγιστη προσήλωση στο αρχαίο κείμενο. Αντιγράφω κατ’ αρχάς από το ιδιαίτερα διαφωτιστικό Επίμετρο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη στην έκδοση των σεφερικών Μεταγραφών (Λέσχη, 1980) κάποιες προτάσεις για το περιεχόμενο του όρου «μεταγραφή» και την εφαρμογή της μεταγραφικής διαδικασίας, και στη συνέχεια θα παραθέσω (σε μετάφραση και πρωτότυπο) απόσπασμα από τον Ίωνα του Ευριπίδη που έχει μεταγράψει ο Σεφέρης, για να φανεί απτά η ουρανομήκης διαφορά που χωρίζει προϊόντα τύπου Μπλάνα από τη μετάφραση του μεγάλου ποιητή.

«Το πρωτότυπο», γράφει ο Γιατρομανωλάκης για τη μεταγραφική μέθοδο του Σεφέρη (σελ. 274), «παρακολουθείται με συνέπεια και σεβασμό ενώ το πρώτο μέλημα του μεταφραστή δεν είναι μόνο η ακριβής απόδοση του αρχαίου λόγου αλλά η σμίλευση μιας νεοελληνικής έκφρασης που να είναι αυτοδύναμη». Και παρακάτω, για την εφαρμογή στην πράξη της θεωρίας του Σεφέρη σχετικά με τα αρχαία κείμενα: «διατήρηση της αρχαίας λέξης, όπου τούτο είναι δυνατό και “συγχωρείται” από τη νεοελληνική γλώσσα, προσήλωση στη δομή του αρχαίου λόγου, μεταφορά του πρωτότυπου ρυθμού μέσα στη μεταγραφή, αποφυγή οποιουδήποτε γλωσσικού “κρυσταλλώματος”, φιλολογικής λεξιθηρίας και άσκοπης γλωσσοπλασίας που όχι μόνο θα βάραιναν το κείμενο αλλά θα το καταστούσαν άχρηστο».

Και τώρα το σεφερικό μεταγραφικό δείγμα (Ευριπίδης, Ίων, 82-93):

Σεφέρης, Δοκιμές Β΄, Ίκαρος 21974, 141 (= Μεταγραφές, Αθήνα 1980, σελ. 45)

Να τα τέθριππα άρματα λάμπουν·                                                 ρματα μν τάδε λαμπρ τεθρίππων      

ο ήλιος κιόλας φωτίζει τη γης                                                                 λιος δη λάμπει κατ γν

και τ’ άστρα φεύγουν τούτη τη φωτιά του αιθέρα         στρα δ φεύγει πυρ τδ’ αθέρος

στη νύχτα την ιερή.                                                                     ς νύχθ’ εράν.

Του Παρνασσού οι άβατες κορυφές                                     Παρνησιάδες δ’βατοι κορυφα

δέχουνται για τους βροτούς                                                    καταλαμπόμεναι τν μερίαν

την ημερινήν αψίδα·                                                                                                       ψδα βροτοσι δέχονται.

της στεγνής σμύρνας ο καπνός                                        σμύρνης δ’νύδρου καπνς ες ρόφους

πετάει προς τις οροφές του Φοίβου·                                                      Φοίβου πέταται,

η Δελφίνα κάθεται στο θεϊκό τρίποδα                                  θάσσει δ γυν τρίποδα ζάθεον

τραγουδώντας στους Έλληνες τις βοές,                           Δελφίς, είδουσ’λλησι βοάς,

όποιες κι αν κελαηδήσει ο Απόλλων.                                   ς ν πόλλων κελαδήσ.

Ξαναγυρίζοντας στο πόνημα του κ. Μπλάνα, κάποιες διαπιστώσεις και κάποια ερωτήματα που ανακύπτουν αφ’ εαυτών:

(1) Με όποιο θεμιτό περιεχόμενο και να δώσουμε στον όρο «μετάφραση», αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, φενάκη να χαρακτηρίζεται μετάφραση αυτό το πόνημα όπου το αρχαίο κείμενο χρησιμοποιείται απλώς ως αφορμή, αν όχι ως πρόσχημα, για το κείμενο του κ. Μπλάνα, που πλειστάκις παράγεται ερήμην του πρωτοτύπου και διαλαλεί σε κάθε σελίδα του την άγνοια της αρχαίας γλώσσας. Η απόκλιση από το πρωτότυπο είναι τέτοιας έκτασης, ώστε μόνο ως εφιάλτη θα μπορούσα να φανταστώ το ενδεχόμενο μεταφράσεις τύπου Μπλάνα, μετά το λούστρο της Επιδαύρου, να εισαχθούν μια μέρα στην εκπαίδευση και να κληθούν οι (δύσμοιροι) δάσκαλοι και οι (ακόμα δυσμοιρότεροι) μαθητές να ερμηνεύσουν τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη ή τον Αριστοφάνη με βάση τέτοιες «μεταφράσεις»!

(2) Αν οι μεταφραστικές «περγαμηνές» του κ. Μπλάνα είναι αυτές που ανέδειξα με την παράθεση αποσπασμάτων από τη «μετάφρασή» του, το (ανελέητο) ερώτημα που αβίαστα ανακύπτει είναι: ποια μεταφραστικά εχέγγυα παρείχε ο εν λόγω μεταφραστής, ώστε να του ανατίθεται η μετάφραση κειμένων συντριπτικής μεταφραστικής δυσκολίας, όπως είναι οι αρχαίες ελληνικές τραγωδίες και κωμωδίες, και ξαφνικά να επιλέγονται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου τέσσερις (!) μεταφράσεις του την ίδια χρονιά, κάτι που, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει ξανασυμβεί από καταβολής Φεστιβάλ εν έτει 1954;

(3) Το συνήθως προβαλλόμενο ή υποβαλλόμενο σε ανάλογες συζητήσεις επιχείρημα ότι οι επιλογές είναι των σκηνοθετών και δεν επιτρέπεται, λέει, να παρεμβαίνει κανείς στην καλλιτεχνική ελευθερία και τα όμοια, προσωπικά, κρίνοντας από το, με σπάνιες φωτεινές εξαιρέσεις, όλο και πιο χαμηλό επίπεδο των φεστιβαλικών μεταφράσεων που παράγονται εν ονόματι αυτής της ελευθερίας, ες δωρ γράφω, όπως θα έλεγε και ο Σοφοκλής, του οποίου η καλλιτεχνική ελευθερία ουδόλως επηρεάστηκε από το γεγονός ότι κάποτε ο υπεύθυνος για τους θεατρικούς αγώνες άρχων αρνήθηκε να του διαθέσει χορό, αρνήθηκε δηλαδή να του επιτρέψει να υπάρχει θεατρικά! Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ (και όσοι «επισκέπτονται» τη Διαύγεια) γνωρίζουν ότι οι φεστιβαλικοί μεταφραστές Επιδαύρου και πάσης Ελλάδος αμείβονται αδρά με το 10% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων, οπότε όποιος διαθέτει κοινό νου αντιλαμβάνεται ότι το συγκεκριμένο (αμαρτωλό) επιχείρημα αποτελεί απλώς άλλοθι για να παίζονται ακόμα και τέσσερις (αργυριοφόρες) μεταφράσεις του ίδιου προσώπου την ίδια χρονιά, χωρίς κανένας από τους εμπλεκόμενους να ενοχλείται ούτε από τις κραυγαλέα ολιγοπωλιακές καταστάσεις που διαμορφώνονται ούτε από τον ποιοτικό εκτροχιασμό των μεταφράσεων με τη βούλα του Φεστιβάλ.     

 

-----------------------------------------------------                                                ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

 κατά την έκδοση του H.Lloyd-Jones στη σειρά Loeb (1997)

(α) Στ. 1-5 ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ το στρατηγήσαντος ν Τροί ποτ /γαμέμνονος πα, νν κεν’ ξεστί σοι /παρόντι λεύσσειν, ν πρόθυμος σθ’ εί. /τ γρ παλαιν ργος οπόθεις τόδε /τς οστροπλγος λσος νάχου κόρης.

(β) Στ. 25-28 ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ σπερ γρ ππος εγενής, κν γέρων, /ν τοσι δεινος θυμν οκ πώλεσεν, /λλ’ ρθν ος στησιν, σαύτως δ σ /μς τ’τρύνεις κατς ν πρώτοις π.

(γ) Στ. 236 ΗΛΕΚΤΡΑ κα τί μέτρον κακότατος φυ;

(δ) Στ. 850-852 ΗΛΕΚΤΡΑ κγ τοδ’ στωρ, περίστωρ, /πανσύρτ παμμήν πολλν /δεινν στυγνν τ’ αἰῶνι.

(ε) Στ. 854-859 ΗΛΕΚΤΡΑ μή μέ νυν μηκέτι /παραγάγς, ν’ ο - / ΧΟΡΟΣ τί φς; ΗΛΕΚΤΡΑ  πάρεισιν λπίδων τι κοινοτόκων / επατριδν ρωγαί.

(ζ) Στ. 1126-1135 ΗΛΕΚΤΡΑ φιλτάτου μνημεον νθρώπων μο /ψυχς ρέστου λοιπόν, ς σ’π’λπίδων /οχ νπερ ξέπεμπον εσεδεξάμην. /νν μν γρ οδν ντα βαστάζω χερον, /δόμων δ σ’, πα, λαμπρν ξέπεμψ’ γώ. /ς φελον πάροιθεν κλιπεν βίον,  /πρν ς ξένην σε γααν κπέμψαι χερον / κλέψασα τανδε κνασώσασθαι φόνου, / πως θανν κεισο τ τόθ’ μέρ, /τύμβου πατρώου κοινν εληχς  μέρος.


[1] Το εξορκιστικό αυτό κρεσέντο το είχα ακούσει, πριν από αρκετά χρόνια, σε αποκριάτικο δρώμενο σ’ένα ορεινό χωριό της Αχαΐας. Στην απόληξή του ο αυτοσχεδιάζων πρωταγωνιστής, ανάλογα με την έμπνευσή του και τις δηκτικές αιχμές που επιθυμούσε να αφήσει για μέλη της μικρής κοινωνίας που είχαν «παρεκτραπεί», μπορούσε να προσθέσει εξορκιστικά και οποιοδήποτε άλλο «κακό».

 

 

 

                                                                stephano@upatras.gr

 

Θ.Κ. Στεφανόπουλος

Καθηγητής του Αρχαίου θεάτρου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών και μεταφραστής αρχαίων ελληνικών κειμένων. Πρόσφατη μετάφρασή του: Ευριπίδη Μήδεια (2012).

1 σχολιο

  • Σας παραθέτω δύο δείγματα μεταφραστικής αθλιότητας του εν λόγω κυρίου:
    1.Αρχίλοχος,Ίαμβοι,[Ed59]: Επτά γαρ νεκρών πεσόντων, ους εμάρψαμεν ποσίν,/χίλιοι φονήες εσμέν. (Πέσαμε πάνω τους και τους λιανίσαμε:/χίλιοι άντρες ολομόναχοι/ενάντια σε επτά ολόκληρα κουφάρια.)
    2.Ιλ,Ι,325-6: ως και εγώ πολλάς μεν αύπνους νύκτας ίαυον,/ήματα δ' αιματόεντα διέπρησσον...
    (πείνασαν οι νύχτες μου τον ύπνο και λαχάνιασαν αίμα οι μέρες μου,...)
    Και τα δύο δείγματα από το "Αρχίλοχος ποιήματα και θρύψαλα", Εισαγ.- μετάφρ. Γ. Μπλάνας,
    εκδόσεις Γαβριηλίδης,2001.

    Συνδεσμος σχολιου
    Ν. Αντωνάτος Ν. Αντωνάτος Τρίτη, 10 Απριλίου 2018 07:12

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά