Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Περιορίζει ο νόμος την ελευθερία ή η ελευθερία τον νόμο;

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 78
Η Σώτη Τριανταφύλλου. Η Σώτη Τριανταφύλλου. wikipedia

Η δίωξη της Σώτης Τριανταφύλλου, ο αντιρατσιστικός νόμος και η προσέγγιση του Ronald Dworkin για τα όρια της ελευθερίας του λόγου. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 78, με αφορμή την αναμενόμενη έναρξη της δίκης κατά της συγγραφέως.

Κάθε φορά που αναδύεται στον δημόσιο διάλογο ένα θέμα που άπτεται της ελευθερίας του λόγου, η συχνή και εύκολη απάντηση αρθρογράφων και σχολιαστών στην επίκληση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση είναι ότι τα δικαιώματα δεν μπορούν να είναι απόλυτα και ότι είναι εύλογο να τίθενται από τον Νόμο όρια στην άσκησή τους. Όπως όμως συμβαίνει συχνά με την κοινή λογική στον δημόσιο διάλογο, η απάντηση αυτή, με την προφανή και «αυταπόδεικτη» αλήθεια της, βιάζεται να κλείσει το θέμα πριν προλάβουν να αναδυθούν τα ερωτήματα που η ίδια δημιουργεί. Γιατί αν ο περιορισμός –και άρα ο ορισμός– των δικαιωμάτων είναι απλά θέμα απόφασης μιας κοινωνίας και των νόμων που θεσμοθετεί σύμφωνα μάλιστα με το zeitgeist, το «πνεύμα των καιρών», όπως πρόσφατα διάβασα, τότε η ίδια η έννοια του δικαιώματος αναιρείται, αδειάζει από κάθε περιεχόμενο και καταντάει μια κενή νοήματος ταυτολογία: δικαίωμα καταντάει τότε, απλά, αυτό που σου επιτρέπεται να κάνεις.

Αν όμως θέλουμε τα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα να έχουν περισσότερο νόημα από αυτό μιας κενής ταυτολογίας, αν δηλαδή πρέπει να σου επιτρέπεται να κάνεις αυτό που είναι δικαίωμά σου, και όχι αντίστροφα, τότε τα δικαιώματα είναι κατά λογική αναγκαιότητα κάτι περισσότερο από αυτό που ορίζει μια κοινωνική συμφωνία και είναι λογικά πρότερα του Νόμου που την θεσμοθετεί. Αλλιώς δεν θα χρειαζόταν καν να έχουμε επινοήσει (ή μήπως ανακαλύψει;) την έννοια «δικαίωμα». Θα αρκούσε ο όρος «κανόνας», και μάλιστα, όπως επισημαίνει o Αϊζάια Μπερλίν, μέχρι σχετικά πρόσφατα στην ιστορία οι κοινωνίες λειτουργούσαν χωρίς καμιά νομική ή ακόμα και συνειδητή ιδέα «δικαιώματος», ενώ νομοθετούσαν όρια με τις κοινωνικές συμφωνίες τους βάσει της ηθικής τους[i]. Τι καινούργιο έφερε τότε η έννοια του δικαιώματος στην ιστορία των ιδεών αν τα δικαιώματα δεν είναι παρά αυτά που συμφωνούμε και νομοθετούμε στο πνεύμα των καιρών, όπως κάναμε πάντα; Και προφανώς ούτε η αναγωγή του ορισμού των δικαιωμάτων σε συντάγματα, διεθνείς συμβάσεις και διακηρύξεις διεθνών οργανισμών απαντάει στην πρόκληση αυτή. Αυτά είναι απλώς θεμελιώδεις νόμοι που αλλάζουν πιο δύσκολα. Τα δικαιώματα, συνεπώς, δεν μπορούν να είναι αυτό που αποφασίζει, οριοθετεί και νομοθετεί το zeitgeist των κοινωνιών. Και όχι μόνο γιατί η ιστορική εμπειρία και η πολιτική πράξη έχουν αποδείξει πόσο επικίνδυνο είναι αυτό. Αλλά και γιατί η ίδια η λογική αυτή είναι κυκλική και άρα σαθρή.

Αν θέλουμε «να πάρουμε τα δικαιώματα σοβαρά», όπως μας προκαλεί ο Ρόναλντ Ντουόρκιν[ii], τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν θα μπορούσαν να είναι παρά ακριβώς το αντίθετο: αυτά που οφείλουμε να σεβαστούμε ενάντια στο zeitgeist, ενάντια στην κοινωνική συμφωνία και τη βούληση της εξουσίας που την εκφράζει, ενάντια ακόμα και στο συλλογικό ή γενικό καλό[iii]. Αλλιώς δεν θα είχαν καν νόημα. Η θεμελίωσή τους δεν μπορεί να είναι ούτε μόνο εργαλειακή ή ωφελιμιστική, δηλαδή ότι ο σεβασμός τους κάνει τις κοινωνίες μας καλύτερες, όπως π.χ. κατά τον Τζον Στιούαρτ Μιλ που θεωρεί την ελεύθερη έκφραση πηγή γνώσης. Γιατί τότε θα μπορούσαμε να τα αγνοήσουμε όταν και όποτε κρίνουμε ότι κάποια απ’ αυτά κάνουν τις κοινωνίες μας (κατά την προσωρινή κρίση μιας κοινωνικής πλειοψηφίας) χειρότερες, ή να επιλέξουμε αυτά μόνο που θεωρούμε ότι εξυπηρετούν το γενικό καλό. Θα οφείλαμε να τα σεβαστούμε ακόμη κι αν έκαναν τις κοινωνίες μας χειρότερες, αυτό που ο Ντουόρκιν αποκαλεί «αβάσταχτο κόστος της ελευθερίας»[iv]. Και συνεπώς, ούτε ο περιορισμός τους, όπως ο περιορισμός της ελεύθερης έκφρασης που συζητάμε αυτές τις μέρες, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γενικό καλό ή την προστασία των αξιών τις οποίες θεωρούμε πολύτιμες. Μπορεί η απαγόρευση του απεχθούς λόγου μίσους να κάνει όντως τις κοινωνίες μας καλύτερες και πιο αρμονικές (μπορεί και όχι). Αλλά αν θέλουμε να είμαστε λογικά συνεπείς δεν μπορούμε να το επικαλεστούμε. Ή μάλλον, αν θέλουμε να το επικαλεστούμε και να παραμείνουμε λογικά συνεπείς τότε πρέπει να πάψουμε να μιλάμε για δικαιώματα, αφού αυτό που θα εννοούμε είναι απλά οι κανόνες.

Ο συλλογισμός όμως αυτός έχει όμως δύο επιπλοκές που «κόβουν» σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στο ποια είναι τα δικαιώματα αυτά, ποιες ελευθερίες δηλαδή είναι τόσο θεμελιώδεις ώστε να είμαστε υποχρεωμένοι να τις δεχτούμε ακόμα και ενάντια στο κοινό καλό ή στις συλλογικές μας αξίες. Δικαίωμα δεν είναι, φυσικά, ό,τι θέλουμε να κάνουμε με την ελεύθερη βούλησή μας ή ό,τι θα επιθυμούσαμε να έχουμε. Το ξεχείλωμα της έννοιας με τον χαρακτηρισμό ως «δικαιώματος» οποιουδήποτε αιτήματος εξευτελίζει την έννοια του δικαιώματος και την καθιστά πάλι μια κενή νοήματος ταυτολογία, διαφορετική από αυτήν που συζητήσαμε προηγουμένως, αλλά το ίδιο ανόητη. Το δικαίωμα δεν αποκτά την υπόστασή του ως κοινωνικό αίτημα αλλά ακριβώς ως χαράκωμα, ως τελευταία γραμμή άμυνας της ατομικότητας απέναντι στη συλλογικότητα, του κάθε ξεχωριστού ατόμου απέναντι στην κοινωνία, του κάθε μεμονωμένου πολίτη απέναντι στην κάθε εξουσία, ακόμα και στη δημοκρατική εξουσία. Είναι πράγμα μοναχικό και ατομιστικό. Είναι το «εγώ» απέναντι στο «εμείς», γιατί δεν θα είχε καν νόημα αλλιώς. Μπορεί να θεμελιώνεται μόνο σε κάτι λογικά πρότερο από τη συλλογικότητα, που είναι όμως ταυτόχρονα και βασική προϋπόθεση μιας συλλογικότητας η οποία βασίζεται στην ισότητα: στην αξιοπρέπεια του να τυγχάνω του ίδιου σεβασμού με όλους τους άλλους, στην ισότητα π.χ. του να ακούγεται και η δική μου γνώμη για αυτά που με αφορούν, όπως όλων των άλλων. Εδώ, η ελευθερία γίνεται προϋπόθεση της ισότητας[v].

Εδώ ακριβώς θεμελιώνεται το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, πέρα και πάνω από οποιεσδήποτε ωφελιμιστικές θεωρίες για το πώς η ελεύθερη δημόσια συζήτηση, διαβούλευση και αντιπαράθεση κάνουν τις κοινωνίες μας καλύτερες και λειτουργούν ως μηχανισμοί αναζήτησης της αλήθειας. Το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση προϋποθέτει ότι είναι θεμελιώδης προσβολή στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια να εμποδίσεις οποιονδήποτε να εκφράσει αυτά που ειλικρινά πιστεύει, με τον τρόπο που θέλει να τα εκφράσει, ειδικά όταν αφορούν το πώς κυβερνάται.

Η δεύτερη είναι αυτή που μας ενδιαφέρει εδώ: το μόνο που απομένει για να δικαιολογήσει τον όποιο περιορισμό τους, όπως προσπαθεί να κάνει ο αντιρατσιστικός νόμος για τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, είναι η σύγκρουσή τους με άλλα δικαιώματα. Και εδώ πάλι, όπως και στην αρχή, οι εύκολες απαντήσεις βιάζονται να κλείσουν το θέμα πριν προλάβουν να αναδυθούν τα ερωτήματα που οι ίδιες δημιουργούν. Μα όταν η ελεύθερη έκφραση προσβάλει την προσωπικότητα κάποιου δεν πλήττει δικό του δικαίωμα; Όταν η ελεύθερη έκφραση βάζει σε κίνδυνο την ασφάλεια ή και τη ζωή άλλων δεν απειλεί δικά τους, ακόμη πιο θεμελιώδη δικαιώματα; Γι’ αυτό χρειαζόμαστε έναν αντιρατσιστικό νόμο, όταν οι νόμοι που συνήθως ρυθμίζουν τα θέματα αυτά δεν επαρκούν πρακτικά.

Γι’ αυτό όμως χρειαζόμαστε και λεπτές διακρίσεις, και ένας νόμος είναι αναγκαστικά ένα πολύ αμβλύ όργανο για να κάνει τις διακρίσεις αυτές με ασφάλεια. Αν κάποιος με συκοφαντήσει, πλήττει την προσωπικότητα και την αξιοπρέπειά μου. Το δικαίωμά μου αυτό είναι υπέρτερο από την ελευθερία της έκφρασής του, και μπορώ να ζητήσω την προστασία του νόμου. Δεν είναι όμως καθόλου προφανές ότι η προσωπικότητα και η αξιοπρέπειά μου θίγονται τόσο άμεσα και αναντίρρητα αν κάποιος απαξιώσει μία από τις συλλογικές μου «ταυτότητες», ακόμη και αυτήν που εγώ, με δική μου επιλογή, θεωρώ καθοριστική. Ήδη, η χρήση του όρου «ταυτότητα» για ένα από τα αναρίθμητα χαρακτηριστικά που περιγράφουν την ταυτότητά μας είναι καταχρηστικός: η ταυτότητά μου δεν μπορεί παρά να είναι μόνο εγώ, όχι κάτι μερικό που μοιράζομαι με άλλους.  Ενώ ο όλο και μεγαλύτερος καθορισμός των ανθρώπων μέσα από αυτές τις «ταυτότητες» στην εποχή μας σημαίνει επιστροφή στον προσδιορισμό μας μέσα από κοινότητες που είχαμε ξεπεράσει ιστορικά, ανακαλύπτοντας την ατομικότητά μας.

Έτσι, ακόμα και όταν κάποιος επιλέγει ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά του για να το θεωρήσει ως κυρίαρχη δική του «ταυτότητα», αυτή δεν μπορεί κατ’ αρχήν να έχει το ίδιο βάρος με την προσωπικότητά του, ούτε την ίδια ανάγκη προστασίας μέσω του προληπτικού μάλιστα περιορισμού του δικαιώματος αυτού που την αξιολογεί ή την πλήττει. Αυτό θα ήταν κατ’ αρχάς άτοπο: αφ’ ενός οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από γενικεύσεις για να κατανοούν τον κόσμο και αναγκαστικά κάνουν αξιολογικές και ηθικές κρίσεις με τις γενικεύσεις αυτές, ακόμα κι όταν συνειδητοποιούν ότι αυτές έχουν στατιστική μόνο αξία. Δεν μπορούμε να τις ποινικοποιήσουμε, ακόμα κι όταν γίνονται απεχθή στερεότυπα, μόνο επειδή υπάρχει η πιθανότητα κάποιος να θεωρεί ταυτότητά του μια τέτοια γενίκευση. Αφ’ ετέρου, οτιδήποτε στην εποχή μας μπορεί να αναχθεί σε «ταυτότητα», από τη θρησκεία και την καταγωγή έως τις διατροφικές συνήθειες ή την αφοσίωση σε έναν μοναδικό υπέρτατο και ιερό σκοπό. Η προληπτική ποινική προστασία όλων αυτών των συλλογικών ταυτοτήτων, η αναγωγή τους σε αξίες υπέρτερες του δικαιώματος στην αξιοπρέπεια του ελεύθερου λόγου, δεν θα ήταν μόνο λογικά αστήριχτη αλλά  θα οδηγούσε σε κατάργηση της δημόσιας συζήτησης, καθώς για κάθε αξιολογική κρίση θα βρισκόταν και κάποιος που θα θεωρούσε ότι θίγεται η ταυτότητά του. 

 

Το δικαίωμα που βαραίνει

Για να το πούμε και πρακτικά: η πιθανή έμμεση προσβολή της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας ενός συγκεκριμένου τυχαίου πιστού του Ισλάμ από μια γενική κρίση της κας Σώτης Τριανταφύλλου για το Ισλάμ και τους πιστούς του σε ένα άρθρο, όσο πιθανή και πραγματική και αν είναι, δεν μπορεί να έχει το ίδιο βάρος με την ευθεία και άμεση προσβολή της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας της κας Τριανταφύλλου – της κάθε κας Τριανταφύλλου– που θα παρεμποδιστεί να λέει την άποψή της για αυτά που την αφορούν ή θα διασυρθεί και θα τιμωρηθεί για αυτό. Η μία είναι έμμεση, ασαφής και μερική. Η άλλη είναι άμεση, σαφής και καθολική. Όταν ζυγίζουμε αυτά τα αλληλοσυγκρουόμενα δικαιώματα, το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια της ελευθερίας του λόγου βαραίνει συντριπτικά.

Ακόμα κι αν θέλουμε να προστατέψουμε προληπτικά ανθρώπους σε αδύναμες κοινωνικές ομάδες εξισορροπώντας την ασυμμετρία ισχύος μέσα στην κοινωνία, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί, αν θέλουμε να παίρνουμε τα δικαιώματα στα σοβαρά. Οφείλουμε να κάνουμε κατά περίπτωση τη δύσκολη διάκριση ανάμεσα στο λόγο που εκφράζει ειλικρινείς πεποιθήσεις, όποιες κι αν είναι αυτές, και στο λόγο που είναι συνειδητά ψευδής για να εξαπατήσει. Η δυνατότητα κατάχρησης των δικαιωμάτων τα ακολουθεί πάντα, αναπόδραστα, σαν σκιά. Αλλά αυτό ποτέ δεν ήταν λόγος για τον a priori προληπτικό περιορισμό τους. Άλλωστε, όπως θα φανεί παρακάτω, δεν δικαιούμαστε να περιορίζουμε ένα δικαίωμα ακόμη και για καλό σκοπό, όταν μάλιστα αυτός ο καλός σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με άλλον τρόπο, ακόμη κι αν αυτό έχει μεγαλύτερο κόστος. Αν θέλουμε να προστατέψουμε αδύναμες ομάδες που δεν έχουν την ισχύ να ακουστούν στον δημόσιο διάλογο, οφείλουμε να τους παράσχουμε τα μέσα να ακουστούν ισότιμα και τη στήριξη να το κάνουν. Αλλά δεν μπορεί η αστυνόμευση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση να είναι η πρώτη και εύκολη λύση για την εξισορρόπηση της κοινωνικής ασυμμετρίας, ακριβώς γιατί η υπεροχή του δικαιώματος απέναντι στο κοινό καλό είναι συστατικό του ορισμού του.

Απομένει το τελευταίο και πιο ουσιαστικό επιχείρημα για τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης. Ότι ο λόγος μπορεί να προκαλέσει πράξεις και μάλιστα πράξεις βίας, και άρα απειλεί πιο θεμελιώδη δικαιώματα, όπως της ασφάλειας και της ζωής. Όμως και εδώ υπονοείται μια προϋπόθεση, η εκπλήρωση της οποίας δεν είναι πάντα δεδομένη: ότι υπάρχει μια σαφής και άμεση σχέση ανάμεσα στα δύο γεγονότα, όπως στην περίπτωση της ευθείας προτροπής. Όταν όμως ο νόμος επεκτείνεται πέραν της προτροπής ή έστω της υποκίνησης, στην «πρόκληση» και στη «διέγερση», όπως ο δικός μας αντιρατσιστικός νόμος, είναι αδύνατο να ζυγίσουμε τα αντικρουόμενα δικαιώματα, όπως οφείλουμε να κάνουμε αν θέλουμε να μιλάμε για τα δικαιώματα στα σοβαρά. Και καθώς εδώ μιλάμε για προληπτικό περιορισμό δικαιώματος και όχι για εκ των υστέρων απόδοση ευθυνών, ποιος μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια πόση και τι είδους βία θα αποτρέψει αυτός ο καθολικός προληπτικός περιορισμός ώστε να ζυγίσουμε το κόστος και να αποφασίσουμε; Έχουμε μια σαφή κατανόηση του μηχανισμού με τον οποίο ο λόγος οδηγεί σε πράξεις βίας η οποία θα μας επιτρέψει να διακρίνουμε έναν σαφή μηχανισμό αιτιότητας (πέραν των περιπτώσεων άμεσης προτροπής) ώστε να δικαιούμαστε να περιορίσουμε ένα δικαίωμα;[vi]

Και καθώς μιλάμε για δικαίωμα, η πιθανολόγηση δεν αρκεί. Γιατί εδώ υπάρχει κάτι ακόμα που επισημαίνει ο Ντουόρκιν. Το να παίρνουμε τα δικαιώματα στα σοβαρά σημαίνει ότι δεν είναι στη διακριτική μας ευχέρεια να τα περιορίζουμε, αν υπάρχουν άλλοι τρόποι αντιμετώπισης του κινδύνου που αυτά μπορεί να επιφέρουν, όσο κι αν αυτοί κοστίζουν. Το να εμποδίσεις κάποιον να εκφραστεί αποτελεί μια βέβαιη και βαθιά προσβολή της προσωπικότητάς του, σε αντάλλαγμα ενός αβέβαιου κέρδους, το οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί και με άλλους τρόπους, έστω και με μεγαλύτερο κόστος. Κάτι το οποίο πρακτικά σημαίνει ότι δεν δικαιούται ο «νομοθέτης» να περιορίσει με βέβαιο και άμεσο τρόπο το δικαίωμα της κας Σώτης Τριανταφύλλου στην αξιοπρέπεια της ελεύθερης έκφρασής της, όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει βέβαιη και άμεση αιτιακή σχέση ανάμεσα στην έκφραση αυτή και μια πράξη βίας (τι σημαίνουν άραγε το «προκαλεί» ή το «διεγείρει» του Νόμου; πώς αποδεικνύονται a priori; η πιθανολόγηση δεν αρκεί), αλλά και γιατί το ίδιο αβέβαιο κέρδος μπορεί ουσιαστικά να επιτευχθεί με άλλα μέσα, π.χ. την πιο αποτελεσματική προστασία των πολιτών από πιθανές πράξεις βίας, ακόμα κι αν αυτά κοστίζουν περισσότερο.

Το σημείο κλειδί εδώ είναι ο όρος «δικαίωμα» και η κατανόησή του ως σκληρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο άτομο από τη μία και την κοινωνία ή την εξουσία από την άλλη, γιατί μόνο έτσι έχει νόημα να μιλάμε σοβαρά για δικαιώματα. Η ελεύθερη έκφραση δεν είναι σαν την υπερβολική ταχύτητα, την οποία μπορούμε να απαγορεύουμε πιθανολογώντας τη μείωση των ατυχημάτων, γιατί δεν είναι θεμελιώδες δικαίωμά μου (δηλαδή που απορρέει από την αξιοπρέπειά μου και το αίτημα της ισότητάς μου έναντι των συμπολιτών μου) το να κινούμαι με όση ταχύτητα θέλω.

 

Ο κακός αντιρατσιστικός

Έτσι ο δικός μας αντιρατσιστικός νόμος είναι ένας διπλά κακός νόμος. Από τη μια γιατί ακριβώς με την ίδια τη διατύπωσή του, με αυτό το «προκαλεί ή διεγείρει μίσος», αποζητά σχεδόν τη διασταλτική και αυθαίρετη εφαρμογή του πέραν της άμεσης και βεβαίας προτροπής σε πράξεις βίας ή διακρίσεις. Συμπεριλαμβάνει δυνητικά στο πεδίο εφαρμογής του οποιαδήποτε αξιολογική ή ηθική κρίση για θέματα θρησκειών ή πολιτισμών, ζυγίζοντας ελαφρότερη τη βέβαιη και σίγουρη προσβολή της προσωπικότητας κάποιων από την αβέβαιη, ασαφώς ορισμένη, αυθαίρετα πιθανολογούμενη μελλοντική προσβολή των δικαιωμάτων κάποιων άλλων, οι οποίοι θα μπορούσαν να προστατευτούν διαφορετικά.

Από την άλλη, γιατί αυτή η εγγενής διασταλτικότητα δεν είναι τυχαία. Η επίκληση της πιθανότητας πρόκλησης πράξεων βίας από τη «διέγερση μίσους» που μπορεί να προκαλέσει ένα άρθρο που το ίδιο δεν προτρέπει σε βία ή διακρίσεις (γιατί τότε θα αρκούσε η άλλη πρόβλεψη του νόμου για την προτροπή ή, έστω, την υποκίνηση), δεν είναι παρά η αναγκαία δικαιολογία για να τηρηθούν τα προσχήματα, ενώ ο προφανής αλλά ο υπόρρητος σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν παρά ο συνολικός προληπτικός περιορισμός της ελευθερίας του λόγου στα θέματα αυτά. Το ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας έκρινε ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του μια απομονωμένη από όλα τα συμφραζόμενα γενίκευση είναι πολύ πιο ανησυχητικό και από το ότι βρέθηκε κάποιος να του υποβάλει μήνυση γι’ αυτήν. 

 

 

 



[i]Berlin, Isaiah, 1958, “Two concepts of liberty”, στο Berlin, Isaiah, The Proper Study of Mankind, Vintage Books, London, 2013, p.201

[ii]Dworkin, Ronald, 1977: Taking rights seriously, Bloomsbury, London and New York, 1997, pp. 240-242

[iii]Dworkin, Ronald, 2011, Justice for Hedgehogs, Harvard University Press, Cambridge MA and London, 2011,pp.329-331. OΝτουόρκιν αποκαλεί τα πολιτικά δικαιώματα με τον χαρτοπαικτικό όρο «ατού» (trumps).

[iv] Dworkin, Ronald, 1993, “The Unbearable Cost of Liberty”, Index on Censorship, 1 May 1993, pp. 43–46

[v] Dworkin, Ronald, 1977, op.cit., p.242

[vi] Οp.cit., pp.243-244

Γρηγόρης Φαρμάκης

Επιχειρηματίας, διευθύνων σύμβουλος εταιρείας στατιστικής και τεχνολογίας δεδομένων. Συμμετέχει ενεργά στον δημόσιο διάλογο με άρθρα στον Τύπο και ομιλίες.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά