Δευτέρα, 03 Ιουλίου 2017

Μάρτιν Χάιντεγκερ: Φιλόσοφος του ναζισμού και άλλων κολλεκτιβιστικών δογμάτων

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Πρόσωπα Φιλοσοφία Ιστορία Τεύχος 77
O Μάρτιν Χάιντεγκερ, όπως τον σχεδίασε ο περίφημος ιταλός εικονογράφος Τούλλιο Περικόλι. O Μάρτιν Χάιντεγκερ, όπως τον σχεδίασε ο περίφημος ιταλός εικονογράφος Τούλλιο Περικόλι. Tullio Pericoli

Η ιδέα της αυθεντικότητας που προήγαγε ο Χάιντεγκερ είναι ακόμη μια κομβική ιδέα που αξιοποιήθηκε από αντιφιλελεύθερα κινήματα, στα οποία ένας αυθεντικός συλλογικός εαυτός υποτίθεται ότι είναι απελευθερωμένος από την προσέγγιση των αφηρημένων κανόνων του φιλελευθερισμού. Κάθε σύγχρονο εθνικό φασιστικό κίνημα, κάθε σύγχρονο λαϊκιστικό κίνημα των καιρών μας έχει βαθιές ρίζες στο χώμα που προετοίμασε ο Χάιντεγκερ, που έβρισκε αυθεντική ύπαρξη σε μια ιστορική συλλογικότητα η οποία μπορεί να είναι μια εθνική-γλωσσική-φυλετική συλλογικότητα όπως η Γερμανικότητα, ή η Ισλαμική Ούμμα. Η σκέψη του Χάιντεγκερ είναι κεντρική στα νεοναζιστικά κινήματα Jobbik και Χρυσή Αυγή στην Ουγγαρία και στην Ελλάδα, στο νεο-ευρασιανιστικό ναζιστικό κίνημα στην Ρωσία και στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, καθώς και στον ριζοσπαστικό ισλαμισμό γενικότερα. 

Η φιλοσοφία έχει σημασία. Όλοι «φιλοσοφούμε» κάθε φορά που αναλογιζόμαστε τι πρέπει να κάνουμε, ή αν μια πρόταση είναι αληθής ή ψευδής, καθώς και πώς το ξέρουμε αυτό. Για να φιλοσοφήσει κανείς, το μόνο που χρειάζεται είναι να αφιερώσει χρόνο για να σκεφτεί τέτοια σημαντικά ερωτήματα καθώς και εκείνα που ανακύπτουν στην πορεία της σκέψης για τα πρώτα. Αυτό κάνει κάποιον φιλόσοφο. Το λέω αυτό συνειδητά και όχι απαραίτητα συστηματικά, αλλά, κατά κανόνα, οι άνθρωποι που αυτοχαρακτηρίζονται φιλόσοφοι προσπαθούν να είναι συστηματικοί στην σκέψη τους, να δημιουργούν «φιλοσοφίες» οι οποίες εκφράζουν τις ιδέες τους για τη ζωή, την αλήθεια και τη δράση και μπορούν να χρησιμεύσουν ως μέσο νομιμοποίησης των πράξεών τους ή των πράξεων των οπαδών τους.

Πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι δημιουργήματα φιλοσόφων. Μάλιστα, ένα από τα πιο επικίνδυνα πράγματα στον κόσμο είναι ένας φιλόσοφος με εξουσία. Το να σκέφτεται κανείς συστηματικά για τα πράγματα και να καταλήγει με τις λάθος απαντήσεις μπορεί να οδηγήσει σε συστηματικά κακές ιδέες: ο κομμουνισμός, ο φασισμός, ο πολιτικός ισλαμισμός και πολλές άλλες ιδεολογίες έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στον ανθρώπινο πόνο και, επειδή είναι φιλοσοφίες, το κάνουν αυτό πολύ πιο συστηματικά απ’ ό,τι απλώς τυχαίες πράξεις κακίας ή ηλιθιότητας.

Και οι τρεις αυτοί φιλόσοφοι έγραψαν στα γερμανικά, αν και ο τελευταίος έγραψε πολλά από τα σημαντικότερα ύστερα βιβλία του στα αγγλικά. Θεωρώ τους δύο πρώτους σημαντικούς γιατί πιστεύω ότι μπορούμε να διακρίνουμε την επιρροή τους σε κάθε μεγάλη οργανωμένη και πολιτική αμφισβήτηση των φιλελεύθερων αξιών και αρχών στον κόσμο – στον σύγχρονο πολιτικό κοινοτισμό, στον εθνικισμό, τον λαϊκισμό, στις επιθέσεις της αριστερής πολιτικής ορθότητας εναντίον της ελευθερίας του λόγου, στον ριζοσπαστικό ισλαμισμό και στην επανεμφάνιση του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού στην Ευρώπη. Θα μιλήσω για κάποια τεχνικά, σε πρώτη ανάγνωση, ζητήματα στη φιλοσοφία, κάποια απ' αυτά σε περίεργη γλώσσα, αλλά θα βρούμε ίντριγκα, πολέμους και – εφόσον βρισκόμαστε στο PlanetHollywood – και διαβόητους Ναζί.

Ο πρώτος φιλόσοφος είναι ένας από τους δυσκολότερους να διαβάσει και να κατανοήσει κανείς, καθώς έγραφε σε ένα ύφος που κατά τη γνώμη μου ήταν σκοπίμως σκοτεινό. Το όνομά του ήταν Μάρτιν Χάιντεγκερ και θεωρείται ευρέως ένας από τους πιο επιδραστικούς στοχαστές του εικοστού αιώνα. Έγινε διάσημος στη φιλοσοφία το 1927 με τη δημοσίευση του βιβλίου του Είναι και Χρόνος, το οποίο θα ήταν το πρώτο μέρος ενός εκτενέστερου έργου που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε.

Στο βιβλίο αυτό, φαίνεται να ακολουθεί το πρόγραμμα του ανθρώπου που ευρέως πιστευόταν ότι είναι ο μέντοράς του, αλλά που έκτοτε έχουμε μάθει ότι ο Χάιντεγκερ μισούσε και εγκατέλειψε γρήγορα αφού τον χρησιμοποίησε για να διασφαλίσει μια ισχυρή θέση ως διάδοχός του στο πανεπιστήμιο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Έντμουντ Χούσερλ, που θεωρείται ο ιδρυτής του φαινομενολογικού κινήματος στη φιλοσοφία, μιας επιστημονικής μεθόδου για την αντικειμενική μελέτη ζητημάτων που διαφορετικά θα θεωρούνταν υποκειμενικά, όπως η συνείδηση και οι συνειδητές πράξεις όπως η πρόσληψη, η κρίση, η σύγκριση και ούτω καθεξής.

 

Η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ

Ο Χάιντεγκερ εξετάζει το νόημα της ύπαρξης, που είναι ένας όρος ο οποίος θεωρείται είτε υπερβολικά γενικός είτε υπερβολικά κενός ώστε να μην μπορεί να περιγραφεί. Όμως, ξεκινώντας από μια σε πρώτη ανάγνωση φαινομενολογική μέθοδο, ο Χάιντεγκερ εξετάζει το είδος της ύπαρξης που εξετάζει την ύπαρξη, δηλαδή εμάς, το οποίο ονομάζει στα γερμανικά Dasein. Υποστηρίζει με τόλμη ότι μπορούμε να δούμε το νόημα της ύπαρξης εξετάζοντας την ίδια την εξέτασή μας αυτού του ζητήματος.

Στην πορεία, εισάγει την προσέγγιση που στη συνέχεια ονομάστηκε υπαρξισμός, καθώς υποστηρίζει ότι ενώ χρησιμοποιούμε κατηγορίες όπως η ουσία, η ποσότητα, η ποιότητα, η σχέση, ο τόπος, ο χρόνος, για να ονομάσουμε τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να μιλήσουμε για ένα πράγμα, το Daseinαντίθετα δομείται από κατηγορίες ύπαρξης. Ο Χάιντεγκερ αρνείται ότι το Daseinέχει μια ουσία ή ένα «τι», «γιατί η ουσία του έγκειται στο γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση έχει το Είναι του να υπάρχει, και το έχει ως δικό του». Το Dasein, έγραψε, «πάντα κατανοεί τον εαυτό του με όρους της ύπαρξής του –με όρους μιας πιθανότητας του εαυτoύ του– να είναι ο εαυτός του ή κάτι άλλο».

Αυτού του είδους η γλώσσα ήταν τότε πολύ εντυπωσιακή και φαινόταν να μας επιτρέπει να ξεκινήσουμε με τα ανθρώπινα όντα όπως στην πραγματικότητα είμαστε στον κόσμο, πριν φτάσουμε να μελετήσουμε τους εαυτούς μας χρησιμοποιώντας επιστημονικές μεθόδους. Έτσι, ζούμε σε έναν κόσμο όπου σχετιζόμαστε όχι με αντικείμενα που περιγράφονται επιστημονικώς, αλλά με πράγματα όπως αυτά είναι έτοιμα να τα χρησιμοποιήσουμε. Όταν σχετίζομαι με μια εξέδρα ομιλίας, δεν σχετίζομαι με αυτήν με τον τρόπο που θα μπορούσε να περιγράψει η νευτώνεια ή η κβαντική φυσική, αλλά με ένα χρήσιμο πράγμα πάνω στο οποίο μπορώ να ακουμπήσω όταν μιλώ. Μόνο χτίζοντας πάνω σ' αυτή την πρωταρχική σχέση της οικειότητας με τον κόσμο μπορούμε να φτάσουμε στην κατανόηση καλύτερων πραγμάτων όπως η επιστημονική κατανόηση, καθώς κι αυτή είναι ριζωμένη σε κάτι βασικότερο.

Σε αντίθεση προς τον Ιμμάνουελ Καντ, που ξεκινά αποδεχόμενος την αλήθεια των ευκλείδειων μαθηματικών και της νευτώνειας φυσικής και στη συνέχεια προσπαθεί να αποκαλύψει τι χρειάζεται να είναι μεταφυσικώς αληθές ώστε αυτές οι επιστήμες να είναι ορθές, ο Χάιντεγκερ προτείνει να ξεκινήσουμε από τις δομές της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς προηγούμενες υποθέσεις για τα πράγματα όπως αυτά γίνονται επιστημονικώς κατανοητά, και στη συνέχεια να οικοδομήσουμε μια φιλοσοφία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Έτσι, οι κατηγορίες δομούν για μας τις προσλήψεις των πραγμάτων, αλλά οι υπαρξιακές κατηγορίες δομούν την ύπαρξή μας. Είναι όμως αξιοσημείωτο το πώς τόσες πολλές από τις υποτιθέμενες υπαρξιακές κατηγορίες και τις υποκείμενες δομές τους αντλούνται από τη λογοτεχνία που γεννήθηκε από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και την εμπειρία της μάχης και του θανάτου, όπως η αυθεντικότητα, η αποφασιστικότητα, η σταθερότητα και το είναι μπροστά στο θάνατο. Ο Χάιντεγκερ προσέφερε μια μεταφυσική επένδυση θεμάτων του πολιτισμού που ανέκυψαν από τον πόλεμο όπως η βία, η μοχθηρότητα και η κυριαρχία, ιδίως όπως αυτά υμνήθηκαν από τον μυθιστοριογράφο και δοκιμιογράφο Eρνστ Γιούνγκερ, ο οποίος επηρέασε σημαντικά τον Χάιντεγκερ.

 

Η Ιστορία του Χάιντεγκερ

Ο Χάιντεγκερ είναι πασίγνωστο ότι εντάχθηκε δημόσια στο Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα το 1933, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ. Οργάνωσε και επέβλεψε μιλιταριστικές οργανώσεις φοιτητών και διδασκόντων, επέμενε στη δημόσια έκφραση υποταγής στην Αρχή του Ηγέτη (Führerprinzip) και πολλά ακόμη. Μετά τον πόλεμο αρνήθηκε πως ήταν ναζιστής, παρουσίασε τον εαυτό του ως αφελή και σαστισμένο φιλόσοφο που απομαγεύθηκε από το κόμμα μετά από μόλις ένα χρόνο και αποσύρθηκε σε μια ιδιωτική αντιπολίτευση, υποστήριξε ότι οι ιδέες του δεν συνδέονταν με τον εθνικοσοσιαλισμό και θα έπρεπε να κριθούν ανεξάρτητα, και ούτω καθεξής. Όλα αυτά ήταν ψέματα. Όλα.

Μετά τον πόλεμο, όταν κινδύνευσε όλη η καριέρα του, ο Χάιντεγκερ αρνήθηκε ότι υπήρξε ναζιστής ή έστω συμπαθών, λέγοντας ότι δεν είχε διαβάσει το βιβλίο του Χίτλερ  Ο Αγών μου, λόγω του ότι έβρισκε  αποκρουστικές τις ιδέες του, ένας ισχυρισμός που ξεκάθαρα ήταν ψέμα. Όπως ανακάλυψε ο ιστορικός του πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ, Hugo Ott, εξετάζοντας άρθρα εφημερίδων, ιδιωτικά ημερολόγια, κομματικά αρχεία, προσωπική αλληλογραφία και πολλά άλλα τεκμήρια από την εποχή εκείνη, σχεδόν όλα όσα είπε δημοσίως ο Χάιντεγκερ μεταπολεμικά ήταν ψέματα. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν απλώς ένας αφελής καθηγητής που επελέγη από το υπουργείο Παιδείας να έρθει και να αναλάβει το βάρος της διοίκησης μετά την απομάκρυνση των προκατόχων του από τις αρχές. Τα αρχεία του κόμματος αποκαλύπτουν ότι ήταν ένας ενεργός συνεργάτης και πράκτορας του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος πριν οριστεί πρύτανης και συνωμότησε ενεργά με το κόμμα για να αναλάβει τη διοίκηση του πανεπιστημίου. Ένας εθνικοσοσιαλιστής καθηγητής ανέφερε στο σύνδεσμό του με το κόμμα σε γραπτό υπόμνημα της 9ης Απριλίου 1933 ότι:

Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα της πρόσφατης συζήτησής μας, ως προς τις πεποιθήσεις των εθνικοσοσιαλιστών πανεπιστημιακών καθηγητών, έχουμε εξακριβώσει ότι ο καθηγητής Χάιντεγκερ έχει ήδη ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με το Πρωσικό Υπουργείο Παιδείας. Απολαμβάνει την πλήρη εμπιστοσύνη μας και συνεπώς θα σας ζητούσαμε να τον θεωρείτε προς το παρόν τον εκπρόσωπό μας εδώ στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Ο καθηγητής Χάιντεγκερ δεν είναι μέλος του Κόμματος, και πιστεύει ότι θα ήταν πιο χρήσιμο να παραμένει έτσι προς το παρόν, προκειμένου να διατηρήσει μια μεγαλύτερή ελευθερία κίνησης ως προς τους άλλους συναδέλφους του, των οποίων η θέση είναι είτε ασαφής ακόμη είτε ανοιχτά εχθρική. Είναι όμως έτοιμος να ενταχθεί στο Κόμμα όταν και αν αυτό κριθεί για άλλους λόγους σκόπιμο. Αλλά θα έβλεπα με ιδιαίτερα ικανοποίηση την από πλευράς σας έναρξη άμεσων επαφών με τον καθηγητή Χάιντεγκερ ο οποίος γνωρίζει πλήρως όλα τα σημεία που μας ενδιαφέρουν. Είναι στη διάθεσή σας τις επόμενες μέρες, αλλά θα έλεγα ότι υπάρχει μια συνάντηση στην Φρανκφούρτη στις 25 του μηνός την οποία θα ήταν χρήσιμο να παρακολουθήσει ως ο εκπρόσωπος του πανεπιστημίου μας. (Ott, σελ. 144)

Τα ψέματα που είπε ο Χάιντεγκερ για να σώσει την άθλια ζωή του διαδόθηκαν από ένα μεγάλο κίνημα διανοητών που εχθρεύονται την ελευθερία, οι οποίοι συνασπίστηκαν για να τον διασώσουν τις τελευταίες μέρες του πολέμου και για δεκαετίες μέχρι το θάνατό του, το 1976, καθώς και μετά από αυτόν. Μεταξύ των υπερασπιστών του διακρίνεται ο γάλλος αποδομιστής Ζακ Ντερριντά, οποίος τον υπερασπίστηκε σθεναρά μέχρι τον δικό του θάνατο, το 2004.

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ ήταν ένας από τους λιγότερο κατανοητούς φιλοσόφους γιατί από τη μια πλευρά ήταν τόσο αποτελεσματικός στο να υποκρύπτει τις ιδέες του πίσω από σύννεφα αδιαπέραστης διατύπωσης, από την άλλη μπόρεσε να πλαστογραφήσει τον φάκελό του που αφορά την περίοδο των ναζί.[1] Ταυτόχρονα, ήταν ένας από τους επιδραστικότερους τέτοιους φιλοσόφους. Οι αντι-ατομικιστικές ιδέες του  έχουν εμποτίσει και εμπνέουν την άκρα Δεξιά, την άκρα Αριστερά, τον ριζοσπαστικό και βίαιο «ισλαμισμό»[2], το ριζοσπαστικό περιβαλλοντικό κίνημα –το οποίο ενισχύθηκε από το επιδραστικό του δοκίμιο Το ζήτημα της τεχνολογίας–, τους «Μαχητές της Κοινωνικής Δικαιοσύνης» που λογοκρίνουν άλλους στο όνομα της πολιτικής ορθότητας, και άλλα κολλεκτιβιστικά κινήματα.

Για δεκαετίες μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αναγνώστες που προσπαθούσαν να κατανοήσουν τα γραπτά του για την «ύπαρξη» (Daseinστα γερμανικά) πίστευαν ότι ο Χάιντεγκερ έγραφε για το τι σημαίνει να «είναι» κανείς ένα ανθρώπινο ον ατομικά, ή για τη δική μου και τη δική σας ύπαρξη ως ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, όπως ξεκαθάρισε κατά την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού, όταν μπορούσε να μιλά πιο ανοιχτά για τις ιδέες του, το Daseinείναι κάτι για το οποίο μπορεί κανείς να μιλήσει μόνο υπό το συλλογικό «εμείς», και συγκεκριμένα το Daseinενός ιδιαίτερου λαού, του γερμανικού Volk. Όπως διακήρυττε στις διαλέξεις του μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους εθνικοσοσιαλιστές:

Ο γερμανικός λαός διέρχεται τώρα μια στιγμή ιστορικού μεγαλείου: η νεολαία των πανεπιστημίων γνωρίζει αυτό το μεγαλείο. Τι συμβαίνει λοιπόν; Ο γερμανικός λαός ως σύνολο συνέρχεται, δηλαδή βρίσκει την ηγεσία του. Σ' αυτή την ηγεσία ο λαός που συνέρχεται δημιουργεί ένα κράτος.[3]

Δηλαδή, «βρίσκοντας την ηγεσία του», ο ηγέτης (der Führer) θα αποφασίζει για όλο το λαό. Και πράγματι, αυτό το συλλογικό Dasein, βρίσκοντας την ηγεσία του, θα εμποτιστεί με ισχύ: «Μόνο όταν είμαστε αυτό που προοριζόμαστε από το μεγαλείο της απαρχής του Dasein του πνεύματος και του λαού μας, μόνο τότε παραμένουμε ικανοί για την ισχύ του στόχου για τον οποίο πασχίζει η Ιστορία μας».[4] Ο Χάιντεγκερ απέρριπτε τον Καρτέσιο, διάσημο για την διατύπωση “Cogito ergo sum” («Σκέπτομαι άρα υπάρχω»), καθώς, έτσι, για τον Καρτέσιο, «το εγώ του σκεπτόμενου ανθρώπινου όντος μετακινείται στο κέντρο αυτού που μπορεί πραγματικά να γίνει ανθρωπίνως γνωστό».[5] Ο Χάιντεγκερ ήθελε να αντικαταστήσει το «Εγώ» με το «Εμείς» μιας συλλογικότητας.

Όπως υπογράμμισε σε μια πολύ περίεργη διάλεξη με θέμα τη λογική, που δόθηκε υπό το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς, η οποία είχε πολύ λίγο να κάνει με αυτό που κανονικά γίνεται κατανοητό ως λογική, και αφορούσε πολύ περισσότερο τον ενθουσιώδη ρατσισμό και εθνικοσοσιαλισμό του Χάιντεγκερ «έχουμε [...] το πλεονέκτημα ότι το ερώτημα “ποιοι είμαστε” είναι επίκαιρο, αντίθετα προς τον χρόνο του φιλελευθερισμού, τον Χρόνο-του-Εγώ. Τώρα είναι ο Χρόνος-του-Εμείς»[6]. Το «Εμείς» δεν είναι απλώς αυτό του «ανώνυμου πλήθους» ή της «εξεγερμένης μάζας», αλλά του Volk.

Όπως και για τον Μαρξ, για τον Χάιντεγκερ το Dasein δεν ήταν η ύπαρξη ενός «απομονωμένου» και απεγνωσμένου στον εαυτό του ατόμου, ούτε του αθροίσματος αυτών των ατόμων, αλλά μιας συλλογικότητας με αυτοσυνείδηση. Στην περίπτωση του Μαρξ, αυτή η συλλογικότητα ήταν η κοινωνική τάξη και το κράτος. Και στην περίπτωση του Χάιντεγκερ ήταν ο Volk και το κράτος: «καθίσταται σαφές ο λόγος που ο χαρακτήρας του εαυτού δεν συνίσταται στην αντανάκλαση του Εγώ, του υποκειμένου – διότι είναι ακριβώς η ανατίναξη της Εγώ-τητας και της υποκειμενικότητας από τη χρονικότητα, που αποδίδει, ούτως ειπείν, το Dasein μακριά από τον εαυτό του στην ύπαρξη και το εξωθεί έτσι στην αυθυπαρξία».[7] Η όλη αυτή παράσταση είναι γεμάτη ασυναρτησίες, σε σκοτεινή γλώσσα, με αδικαιολόγητα άλματα σκέψης (που συχνά δικαιολογούνται από το ότι οι λέξεις ακούγονται παρόμοιες), και άλλες κινήσεις, αλλά ο Χάιντεγκερ το θεωρεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του, αν και δεν δημοσιεύθηκε παρά μόνο πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, όταν τα ρητώς ναζιστικά του έργα άρχισαν να εμφανίζονται μέσα από τα αρχεία.

 

Ιδρύοντας την πολιτική ορθότητα

Ο Χάιντεγκερ προετοίμασε την απόρριψη της ατομικής ελευθερίας και της υπευθυνότητας που εκδηλώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, επιμένοντας ότι στο επίκεντρο πρέπει να βρίσκεται το Εμείς –στη δική του περίπτωση το Εμείς του γερμανικού λαού (Volk)–, τον οποίο αντιλαμβανόταν ως ιστορικό λαό με ιστορική αποστολή. Η εξύψωση από τον Χάιντεγκερ της έννοιας της «αυθεντικότητας» ως το κριτήριο της πραγματικής ύπαρξης προετοίμασε ένα μεγάλο εύρος αντι-ατομικιστικών κινημάτων: τον εθνικισμό, το ρατσισμό, το σοσιαλισμό, ακόμη και το πρόσφατο κύμα των «πολιτικώς ορθών» ταυτοτήτων. Άλλοι, απλώς, αντικατέστησαν τον γερμανικό Volk με άλλες συλλογικότητες, αντικατάσταση συνεπής προς τον πολυλογισμό του Χάιντεγκερ (της ιδέας ότι υπάρχουν διαφορετικές αλήθειες για διαφορετικές ομάδες) και την απόρριψη των καθολικών αληθειών.[8] Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζεται ότι η αυθεντική ύπαρξη είναι συλλογική, σε αντίθεση προς το απλό «Εγώ» ανάμεσα σε άλλα άτομα που χαρακτηρίζει τον κλασικό φιλελευθερισμό.

Ο μεταφυσικός κολλεκτιβισμός, ο ισχυρισμός ότι η ίδια η ύπαρξη είναι εγγενώς συλλογική, υιοθετήθηκε με προθυμία από τους επιθετικούς αντι-ατομικιστές εξτρεμιστές της Αριστεράς και της Δεξιάς, οι οποίοι όλοι υποστηρίζουν ότι η από πλευράς τους ιδεολογική καταβύθιση του ατόμου στο ευρύτερο σύνολο αντιπροσωπεύει την υιοθέτηση του «αυθεντικού» Dasein, και όλοι απορρίπτουν την ιδέα της ατομικής ελευθερίας και υπευθυνότητας. Βέβαια, μια τέτοια αφομοίωση του ατόμου από το «Εμείς» σημαίνει πάντα την υποταγή κάποιων ατόμων, συνήθως της πλειονότητας, σε άλλα άτομα, συνήθως σε μια μικρή και καλά οργανωμένη κλίκα ανθρώπων που έχουν καταλάβει την εξουσία προς το δικό τους όφελος στο όνομα της συλλογικότητας.

Θα πρέπει να προσθέσω, για να το εντάξω στο αμερικανικό πλαίσιο, ότι το κύμα της πολιτικής ορθότητας πηγάζει επίσης από έναν από τους διασημότερους μαθητές του Χάιντεγκερ, τον μαρξιστή θεωρητικό Χέρμπερτ Μαρκούζε, ο οποίος είδε στον Χάιντεγκερ τη μεταφυσική θεμελίωση του μαρξιστικού κολλεκτιβισμού. Όπως έγραψε με ενθουσιασμό το 1928 για το Είναι και Χρόνος, «αυτό το βιβλίο φαίνεται να συνιστά ένα σημείο καμπής στην ιστορία της φιλοσοφίας: το σημείο όπου η αστική φιλοσοφία διαλύεται εκ των έσω και ανοίγει τον δρόμο για μια νέα και “συγκεκριμένη” επιστήμη».

Αυτό που ενθουσίαζε τον Μαρκούζε ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι τυπικοί κανόνες θα διαλύονταν στη συγκεκριμένη ζωή, η οποία αναπόφευκτα θα ήταν μια συλλογικότητα, και έτσι η νομοκρατία που χαρακτηρίζει τον φιλελευθερισμό θα μπορούσε να παραμεριστεί. Όπως σημείωνε με ενθουσιασμό το 1928 για το έργο του Χάιντεγκερ:

Αναγνωρίζοντας την ιστορική ερριμενότητα του Daseinκαι την ιστορική προσδιοριστικότητα και το ρίζωμά του στο «πεπρωμένο» της κοινότητας, ο Χάιντεγκερ εξώθησε τη ριζοσπαστική του έρευνα στο πιο προηγμένο σημείο που έχει μέχρι σήμερα φτάσει –και μπορεί να φτάσει– η αστική φιλοσοφία. Βρήκε ότι οι θεωρητικοί τρόποι συμπεριφοράς του ανθρώπου είναι «παράγωγοι» και θεμελιώνονται στην πρακτική πρόνοια, και συνεπώς κατέδειξε ότι η πράξη είναι το πεδίο των αποφάσεων. Προσδιόρισε τη στιγμή της απόφασης –την αποφασιστικότητα– ως μια ιστορική κατάσταση, και την ίδια αποφασιστικότητα ως την ανάληψη ενός ιστορικού πεπρωμένου. Αντίθετα προς τις αστικές έννοιες της ελευθερίας και του καθορισμού, διατύπωσε έναν νέο ορισμό της ελευθερίας ως τη δυνατότητα της επιλογής της αναγκαιότητας, ως την αυθεντική ικανότητα να συλλαμβάνουμε τις πιθανότητες που έχουν εγγραφεί και δοθεί εκ των προτέρων – ακόμη προσδιόρισε την ιστορία ως τον μοναδικό αυθεντικό κριτή ως προς την «πίστη προς την ύπαρξη» του καθενός.

Αργότερα, στις ΗΠΑ, ο Μαρκούζε έγινε ένας από τους ηγέτες της άκρας Αριστεράς και υποστήριξε ότι ο καπιταλισμός και ο φιλελευθερισμός έχουν εμποτίσει σε τόσο μεγάλο βαθμό κάθε πτυχή της ζωής, ώστε ο μόνος τρόπος να απελευθερωθεί κανείς απ' αυτό και να κατακτήσει την πραγματική ελευθερία, είναι να καταργήσει την ανεκτικότητα. Στο έργο του Καταπιεστική Ανοχή του 1965, που πρόκειται για τη βαθύτερη πηγή της πολιτικής ορθότητας και των μαχητών της κοινωνικής δικαιοσύνης, υποστήριξε ότι η κατάκτηση της απελευθέρωσης θα απαιτούσε

την απόσυρση της ανοχής στον λόγο και τη συνάθροιση ομάδων και κινημάτων που προάγουν καταπιεστικές πολιτικές, τον εξοπλισμό, τον σωβινισμό, τη διάκριση βάσει φυλής και θρησκείας, ή που αντιτάσσονται στην επέκταση των δημόσιων υπηρεσιών, της δημόσιας ασφάλισης, της ιατρικής φροντίδας κ.λπ. Επίσης, η αποκατάσταση της ελευθερίας της σκέψης μπορεί να απαιτήσει νέους και αυστηρούς περιορισμούς στις διδασκαλίες και τις πρακτικές στα εκπαιδευτικά ιδρύματα τα οποία, με τις μεθόδους και τις ιδέες τους, φυλακίζουν το πνεύμα στο καθιερωμένο σύμπαν του διαλόγου και της συμπεριφοράς, αποκλείοντας έτσι εκ των προτέρων μια ορθολογική αποτίμηση των εναλλακτικών. Και στο βαθμό που η ελευθερία της σκέψης περιλαμβάνει τον αγώνα ενάντια στην απανθρωπιά, η αποκατάσταση αυτής της ελευθερίας συνεπάγεται ακόμη την μη ανοχή προς την επιστημονική έρευνα που εξυπηρετεί τα συμφέροντα θανατηφόρων «αποτρεπτικών μέσων», ανώμαλης ανθρώπινης αντοχής υπό απάνθρωπες συνθήκες κ.λπ.

Η ιδέα της αυθεντικότητας που προήγαγε ο Χάιντεγκερ είναι ακόμη μια κομβική ιδέα που αξιοποιήθηκε από αντιφιλελεύθερα κινήματα, στα οποία ένας αυθεντικός συλλογικός εαυτός υποτίθεται ότι είναι απελευθερωμένος από την προσέγγιση των αφηρημένων κανόνων του φιλελευθερισμού. Κάθε σύγχρονο εθνικό φασιστικό κίνημα, κάθε σύγχρονο λαϊκιστικό κίνημα των καιρών μας έχει βαθιές ρίζες στο χώμα που προετοίμασε ο Χάιντεγκερ, που έβρισκε αυθεντική ύπαρξη σε μια ιστορική συλλογικότητα η οποία μπορεί να είναι μια εθνική-γλωσσική-φυλετική συλλογικότητα όπως η Γερμανικότητα, ή η Ισλαμική Ούμμα. Η σκέψη του Χάιντεγκερ είναι κεντρική στα νεοναζιστικά κινήματα Jobbik και Χρυσή Αυγή στην Ουγγαρία και στην Ελλάδα, στο νεο-ευρασιανιστικό ναζιστικό κίνημα στην Ρωσία και στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, καθώς και στον ριζοσπαστικό ισλαμισμό γενικότερα. Η Ισλαμική Δημοκρατία είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση, καθώς οι πνευματικοί ηγέτες πίσω από την εγκαθίδρυσή της ήταν πολύ αφοσιωμένοι οπαδοί του Χάιντεγκερ.

 

Απόσπασμα από μια ομιλία που δόθηκε στο FreedomFest του 2016, που δημοσιεύεται αποκλειστικά στο BooksJournal. Τα μέρη 2 και 3 μπορούν να βρεθούν εδώ [https://fee.org/articles/carl-schmitt-the-philosopher-of-conflict-who-inspired-both-the-left-and-the-right/] κι εδώ [https://fee.org/articles/hayek-the-dangerous/]. Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στα αγγλικά [https://fee.org/articles/martin-heidegger-philosopher-of-nazism-and-other-collectivist-cults/] στις 5 Νοεμβρίου 2016 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Foundation for Economic Education και με τη συνεργασία του ΚΕΦΙΜ Μάρκος Δραγούμης.

 


[1] Βλέπε Emmanuel Faye, Heidegger: The Introduction of Nazism into Philosophy (New Haven: Yale University Press, 2009) και Hugo Ott, Martin Heidegger: A Political Life (New York: Basic Books, 1993).

[2] Για την επιρροή που είχε ο Χάιντεγκερ στην ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν βλέπε Ali Mirsepassi, “Religious Intellectuals and Western Critiques of Secular Modernity,” Comparative Studies of South Asia, Africa, and the Middle East, Vol. 26, No. 3 (2006), σελ. 416-433.

[3] Martin Heidegger, Being and Truth, trans. In English by Gregory Fried and Richard Polt (Bloomington, In.: Indiana University Press, 2010), σελ. 3. Οι διαλέξεις στο βιβλίο δόθηκαν κατά το διάστημα 1933-34, αφού το ναζιστικό κόμμα που υποστήριζε ο Χάιντεγκερ είχε ανέλθει στην εξουσία.

[4] Στο ίδιο, σελ. 6. Όπως ξεκαθαρίζει «το δυτικό μας, γερμανικό Dasein» αναφέρεται στην «ιστορική μας συνύπαρξη με άλλους στην ιδιότητα του μέλους του λαού». Το αν «η παραγόμενη ψευδής κουλτούρα τελικά καταρρεύσει» «εξαρτάται αποκλειστικά από το αν εμείς ως λαός ακόμη διαθέτουμε βούληση για τον εαυτό μας ή όχι».

[5] Στο ίδιο, σελ. 33.

[6] Martin Heidegger, Logic as the Question Concerning the Essence of Language, Wanda Torres Gregory and Yvonne Unna, μετ. (Albany: State University Press of New York, 2009), σελ. 45. 

[7] Στο ίδιο, σελ. 139.

[8] Ο πολυλογισμός, και στις δύο επιφανειακά διακριτές εκδοχές του –τη μαρξιστική και τη ναζιστική– υπέστη δριμεία κριτική από τον Λούντβιχ φον Μίζες στα έργα του όπως το Omnipotent Government: The Rise of the Total State and Total War (1944), Theory and History (1957), and Human Action: A Treatise on Economics (1966), τα οποία μπορούν να ανακτηθούν διαδικτυακά ή να αγοραστούν στο http://oll.libertyfund.org/people/ludwig-von-mises.

Tom G. Palmer

Eκτελεστικός αντιπρόεδρος για τα διεθνή προγράμματα στο Atlas Network και senior fellow στο Cato Institute καθώς και διευθυντής του εκπαιδευτικού προγράμματος του Ινστιτούτου Cato University. Κυκλοφορούν στα ελληνικά τα βιβλία του: Η ηθική του καπιταλισμού (επιμ., 2014), Ελευθερία. Γιατί; (επιμ., 2015), Ειρήνη, αγάπη και ελευθερία (επιμ., 2015).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά