Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Αντώνης Δροσόπουλος: ευρωπαϊστής και σοσιαλδημοκράτης

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Πρόσωπα τεύχος 74
O Aντώνης Δροσόπουλος. O Aντώνης Δροσόπουλος. Αρχείο οικογένειας Α. Δροσόπουλου

Τέλειωνε το 2016, συγκεκριμένα το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν η ελληνική σοσιαλδημοκρατία έχασε έναν από τους σταθερότερους πιστούς της: τον Αντώνη Δροσόπουλο.

Ο Αντώνης Δροσόπουλος γεννήθηκε το 1928 στην Αθήνα. Ήταν γιος του Γιώργου Δροσόπουλου από τη Μήλο και της Σοφίας Κολιαλέξη από την Αθήνα. Ο Γ. Δροσόπουλος ασχολήθηκε με επιχειρήσεις, εξελέγη βουλευτής Κυκλάδων και διετέλεσε υπηρεσιακός υπουργός Βιομηχανίας. Αγαπούσε πολύ το νησί της καταγωγής του, το οποίο αγάπησε και η γυναίκα του, και διατήρησε στενές σχέσεις με αυτό σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, όπως και ο γιος του Αντώνης αργότερα.

Ο Α. Δροσόπουλος αποφοίτησε από το Γυμνάσιο του Πειραματικού Σχολείου του Ε.Κ. Πανεπιστημίου Αθηνών στη διάρκεια της Κατοχής. Στη συνέχεια τέλειωσε τη Νομική Σχολή, ενώ τη στρατιωτική του θητεία την έκανε σε μία δύσκολη περίοδο στους Λόχους Ορεινών Καταδρομών, όχι απλά αγόγγυστα αλλά απολαμβάνοντάς τη! Μετά τη θητεία του εργάστηκε τρία χρόνια ως δικηγόρος και, στη συνέχεια, πήγε στη Βιέννη για το διδακτορικό του στην Κοινωνιολογία. Εκεί ήρθε σε πρώτη άμεση επαφή με την αυστριακή σοσιαλδημοκρατία, η οποία –έπειτα από δύο χρόνια σοβιετική κατοχή της χώρας– τον δίδαξε την απειλή για τη δημοκρατία που συνιστούσε το σοβιετικό καθεστώς. Από τότε συνειδητοποίησε ότι η διαφύλαξη της δημοκρατίας προέχει κάθε άλλης επιδίωξης.

Επαγγελματικά ασχολήθηκε με τη δικηγορία την οποία υπηρέτησε σχεδόν αδιάλειπτα μέχρι τον Μάρτιο του 2016, οπότε αποφάσισε να συνταξιοδοτηθεί σε ηλικία 88 ετών. Τότε έκλεισε το γραφείο του στο πατρικό του της οδού Γ. Πρασσά.

Παντρεύτηκε το 1953 την Αθηνά Κακούρη. Από το γάμο του απέκτησε μία κόρη, τη Σοφία Δροσοπούλου-Γουλιμή, δύο εγγονές και ευτύχησε να δει και δύο δισέγγονα. Μετά το διαζύγιό τους το 1958, ο Α. Δροσόπουλος συνδέθηκε από το 1962 με τη Μίτσα Βουδούρη, που παρέμεινε σύντροφός του μέχρι τον θάνατό του, ενώ η Α. Κακούρη παντρεύτηκε τον Σπύρο Ιακωβίδη. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ των τεσσάρων υπήρξαν πολύ καλές.

Από τα εφηβικά του χρόνια ευαισθητοποιήθηκε πολιτικά και στη διάρκεια της Κατοχής ανέπτυξε αντιστασιακή δράση μέσα από την οργάνωση της Εθνικής Δράσης, μοιράζοντας έντυπα, γράφοντας συνθήματα στους τοίχους κ.λπ. Το πέρασμά του από τη Βιέννη τον έφερε σε επαφή με την σοσιαλδημοκρατία, στην οποία πίστεψε και της αφιέρωσε ουσιαστικά όλο τον ελεύθερο χρόνο που του άφηναν οι οικογενειακές και οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του. Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες η πολιτική του δραστηριότητα έβαλε σε δεύτερη μοίρα την επαγγελματική.

Πριν από την επταετή δικτατορία είχε αναπτύξει πολιτική δράση σε διάφορες ελληνικές σοσιαλδημοκρατικές ομάδες. Έτσι, τα τέλη της δεκαετίας του 1950 τον βρίσκουν στην Ένωση Ελλήνων Σοσιαλιστών (με τους Σ. Σωμερίτη, Χ. Πρωτοπαπά, Δ. Μπενετάτο, Α. Ρουσοπούλου και άλλους), η οποία εξέδιδε το έντυπο Σοσιαλιστική Φωνή, με τις απόψεις της. Η Ένωση Ελλήνων Σοσιαλιστών συγχωνεύτηκε τον Οκτώβριο του 1961, μαζί με τη Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ένωση και το Σοσιαλιστικό Ελληνικό Κίνημα, στη Σοσιαλιστική Ένωση, η οποία μετονομάστηκε αργότερα σε Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και, στο πλαίσιο μιας ακόμα διεύρυνσης, με τον Σοσιαλιστικό Σύνδεσμο και τη Σοσιαλιστική Λέσχη, το 1964, πήρε τη μορφή της Σοσιαλιστικής Δημοκρατικής Ένωσης (ΣΔΕ), η οποία, ωστόσο, δεν απέφυγε την μοίρα των περισσοτέρων αριστερών σχηματισμών και υπέστη πολύ νωρίς τις πρώτες αποχωρήσεις. Ο Α. Δροσόπουλος δεν την εγκατέλειψε.

Η δράση της, όμως, ανακόπηκε από την δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967. Στη διάρκειά της ο Α. Δροσόπουλος, γενικός γραμματέας πλέον της ΣΔΕ (με πρόεδρο τον Χ. Πρωτοπαπά), επέστρεψε στην αγαπημένη του Βιέννη, όπου αφιερώθηκε στον αγώνα εναντίον της χούντας που δυνάστευε τη χώρα. Στη διάρκεια της αυτοεξορίας του η φωνή του ακούστηκε πολλές φορές από τη δημοφιλή στους αντιχουντικούς κύκλους ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle. Η παραμονή του εκεί τον βοήθησε αφ’ ενός μεν να αποκτήσει στενούς δεσμούς με την αυστριακή κυρίως σοσιαλδημοκρατία, η οποία τον υποστήριξε στην έκδοση μιας μηνιαίας πολυγραφημένης εφημερίδας (της Griechenland Nachrichten, με αναφορές και στους κρατούμενους στις φυλακές της χούντας), αφ’ ετέρου δε να ενισχύσει την πίστη του στο ευρωπαϊκό όραμα.

Έτσι, κατά τη δεύτερη μακρόχρονη παραμονή του σε ευρωπαϊκή χώρα εκτός Ελλάδος, ο Α. Δροσόπουλος καταστάλαξε ιδεολογικά. Από τη μία πλευρά κατέληξε ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι μονόδρομος για την επιβίωση της Ευρώπης και ότι η θέση της Ελλάδας είναι μέσα σε αυτή την ένωση και, ει δυνατόν, στον σκληρό πυρήνα της. Από την άλλη, έχοντας μια διαφορετική ματιά προς το τι συνέβαινε στο σοβιετικό στρατόπεδο, πείσθηκε ότι οι έννοιες δημοκρατία και σοσιαλισμός είναι αλληλένδετες και είναι αδύνατον να υπάρξει πραγματικός σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία. Συνακόλουθα, αν σε κάποια συγκυρία προκληθεί σύγκρουση προτεραιοτήτων μεταξύ των δύο θα έπρεπε, κατά τον Α. Δροσόπουλο, και ορθά, να προταχθεί η προτεραιότητα της δημοκρατίας. Ο σοσιαλισμός μπορούσε να περιμένει. Η δημοκρατία όχι, γιατί τυχόν έστω και μερική θυσία της μπορούσε να αποδειχθεί μοιραία με κατάληξη να μην υπάρχει ούτε δημοκρατία ούτε σοσιαλισμός. Μια τρίτη συνέπεια της αυτοεξορίας του και της αντιδικτατορικής του δράσης στο εξωτερικό ήταν η ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης ευαισθησίας προς τους πολιτικούς πρόσφυγες. Και τα τρία στοιχεία που προαναφέρθηκαν επηρέασαν σημαντικά τη μετέπειτα πορεία του.

Με την πτώση της δικτατορίας υπήρξε από τους πρώτους που επιστρέψανε στην Ελλάδα στις 24 Ιουλίου 1974 και δεν άφησε να περάσει στιγμή χωρίς να επανέλθει στην πολιτική δράση. Καθώς ο Χ. Πρωτοπαπάς είχε αποδεχθεί την υπουργοποίησή του στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή με σχεδόν ομόφωνη σύμφωνη γνώμη των μελών της ΣΔΕ με τους οποίους υπήρξε επαφή, ο Α. Δροσόπουλος ανέλαβε επί της ουσίας την ηγεσία της ΣΔΕ στο πλαίσιο της προσπάθειας επαναδραστηριοποίησής της. Στις γραμμές της βρέθηκαν αρκετές άλλες προσωπικότητες του χώρου (Γ. Βουκελάτος, Κ. Παπούλιας, Χ. Μπικάκης κ.λπ.). Σύντομα, ωστόσο, αντιμετώπισαν το πρόβλημα της συμμετοχής της ΣΔΕ στις εκλογές του Νοεμβρίου 1974. Ο Α. Δροσόπουλος συντάχθηκε με τη μειοψηφία που υποστήριζε τη σύμπραξη με τη Νέα Δημοκρατία με στόχο την ενίσχυση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Υπερίσχυσε, όμως, η άποψη της συνεργασίας με την ομάδα που σχημάτισαν κυρίως (αλλ’ όχι αποκλειστικά) πρόσωπα χωρίς ενεργό συμμετοχή στην πολιτική πριν από τη δικτατορία (Γιάγκος Πεσμαζόγλου, Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, Δημήτριος Τσάτσος, Γεώργιος Μυλωνάς, Βιργινία Τσουδερού, Αναστάσης Πεπονής κ.ά.), δηλαδή το Κίνημα Νέων Πολιτικών Δυνάμεων (ΚΝΠΔ), το οποίο συνεργάστηκε με την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Μαύρου στο σχήμα ΕΚ–ΚΝΠΔ στις εκλογές του 1974. Το σχήμα αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση. Μέχρι τις εκλογές του 1977 και ενώ το σχήμα έχει πάρει τη μορφή ενιαίου κόμματος –Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου/ΕΔΗΚ– ο Α. Δροσόπουλος είχε αναλάβει την ευθύνη της έκδοσης του 16σέλιδου μηνιαίου δελτίου Ενημέρωση της Κεντρικής Οργανωτικής Επιτροπής του κόμματος, στο οποίο παρουσιάζονταν και αναλύονταν οι δράσεις και οι πολιτικές επιλογές του κόμματος.

Μετά τις εκλογές του 1977, κατά τις οποίες η ΕΔΗΚ έχασε περίπου τα δύο πέμπτα της εκλογικής του δύναμης και τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και την πόλωση ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το δυναμικό ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, φάνηκαν οι αδυναμίες της κομματικής συνοχής. Υπήρξαν διαρροές προς τα δύο μεγάλα κόμματα, ενώ ο πυρήνας του ΚΝΠΔ –ανάμεσά τους και ο Α. Δροσόπουλος– αποσχίσθηκε και με διάφορες νέες συνεργασίες προχώρησε το Μάρτιο του 1979 στην ιδρυτική συνδιάσκεψη του Κόμματος του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (ΚΟΔΗΣΟ). Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Κέντρου Σοσιαλιστικών Μελετών (ΚΣΜ) [http://ksm-hellas.blogspot.gr/], το οποίο προοριζόταν να δρα ως μετωπική οργάνωση του κόμματος και ως εργαλείο παραγωγής ιδεών. Στην αρχή η δράση του ΚΣΜ περιοριζόταν σε εβδομαδιαίες συζητήσεις κάθε Δευτέρα, παράλληλα με τις συζητήσεις που διοργάνωνε τις Πέμπτες το ίδιο το ΚΟΔΗΣΟ. Σιγά σιγά, ωστόσο, το ΚΣΜ απέκτησε τη δική του δυναμική.

Το 1984, ο τότε πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου ανήγγειλε σε μια ομιλία του την ίδρυση ενός δικού του Κέντρου Σοσιαλιστικών Μελετών. Φυσικά, όπως τόσες άλλες εξαγγελίες, και αυτή δεν υλοποιήθηκε και το ανταγωνιστικό ΚΣΜ δεν ιδρύθηκε ποτέ. Όμως, τα μέλη του ΚΣΜ, το οποίο, σημειωτέον, είχε ήδη αποκτήσει ένα κύρος στην κοινή γνώμη, φοβήθηκαν κάποιον σφετερισμό της επωνυμίας του και με πρωτοβουλία του Α. Δροσόπουλου συγκέντρωσαν άρον άρον έναν ικανό αριθμό υπογραφών για να αποκτήσουν επίσημη υπόσταση στο Πρωτοδικείο.

Παράλληλα, η πόλωση ανάμεσα στη ΝΔ και στο ΠΑΣΟΚ άρχισε να συνθλίβει τον ενδιάμεσο χώρο. Όπως φάνηκε στις ευρωεκλογές του 1984, η επιρροή του ΚΟΔΗΣΟ έφθινε εκλογικά επικίνδυνα, παρά την ευνοϊκή αποδοχή του από μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης. Σε αυτό είχε συντελέσει και η μονόπλευρη καθαρά εχθρική στάση του ΠΑΣΟΚ καθώς, όπως ήταν φανερό, ο Αντρέας ενδιαφερόταν πρωτίστως να μην υπάρχει ισχυρός κομματικός πόλος στα δεξιά του, ανάμεσα στο κόμμα του και τη ΝΔ.

Ο Γ. Πεσμαζόγλου ανέλαβε την ευθύνη του φυλλορροήματος, παραιτήθηκε, και την ηγεσία ανέλαβε ο Χ. Πρωτοπαπάς. Το πρόβλημα που απασχόλησε κατά προτεραιότητα το κόμμα τότε ήταν η στάση του στις εκλογές του 1985. Για το ΚΣΜ, τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Το παιχνίδι του Αντρέα με τον Σαρτζετάκη και η αμφιθυμία του ΠΑΣΟΚ σχετικά με την Ευρώπη δεν του άφηναν πολλά περιθώρια· η επιλογή ήταν μία: η συνεργασία με τη ΝΔ. Η πρώιμη απόφασή του προκάλεσε τη ρήξη με το ΚΟΔΗΣΟ, παρ’ ότι, τελικά, και αυτό επέλεξε τον ίδιο δρόμο.

Η επιλογή της υποστήριξης της ΝΔ δεν υπήρξε εύκολη για τον Α. Δροσόπουλο, ούτε για πολλά άλλα μέλη του ΚΣΜ. Την πλάστιγγα επηρέασε τελικά η πρόταξη της δημοκρατίας και το όραμα της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας –αξίες συνυφασμένες για τους κύκλους του ΚΣΜ– και το ότι το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ δεν έπειθε ότι ήταν αταλάντευτα πιστό σε αμφότερες τις θεμελιώδεις επιλογές του ΚΣΜ και της πλειοψηφίας των μελών του με κύριο εκφραστή τον Α. Δροσόπουλο. Άλλωστε, το ΚΣΜ, στο πλαίσιο των αξιών που εκπροσωπούσε, είχε πρωτοστατήσει το 1982 στην υλοποίηση μιας ιδέας του Α. Δροσόπουλου: την οργάνωση του συνεδρίου «Ευρώπη Τώρα!» στους χώρους του ΕΒΕΑ.

Το πολιτικό διαζύγιο των δύο οργανώσεων υπήρξε οριστικό. Μάλιστα, λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησε και η προσωρινή ψυχρότητα στις σχέσεις του Α. Δροσόπουλου με τον Χ. Πρωτοπαπά, παρά την πολύχρονη συνεργασία τους και την προσωπική φιλία τους. Αφορμή η επιλογή του Χ. Πρωτοπαπά, εκλεγμένου προέδρου του ΚΟΔΗΣΟ από τον Ιούλιο του 1988, να εντάξει το κόμμα τον Απρίλιο του 1989 στον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου.

Από το 1985 το ΚΣΜ ακολούθησε την μοναχική του πορεία. Με την ουσιαστική καθοδήγηση του Α. Δροσόπουλου, ακραιφνούς ευρωπαϊστή και σοσιαλδημοκράτη, δεν παρασύρθηκε από τον συρμό του λαϊκισμού που ταλάνιζε τον πολιτικό κόσμο με ολέθριες συνέπειες στη χώρα και στην κοινωνία, συνέχισε να ορθώνει τη σημαία της κατασυκοφαντημένης, τόσο από την κομμουνιστογενή όσο και από την τριτοκοσμική Αριστερά, σοσιαλδημοκρατίας, και αναδείχθηκε σε χώρο γόνιμου προβληματισμού και επεξεργασίας ιδεών και προτάσεων. Μάλιστα, παραμονές των εκλογών του 1985, αποφασίστηκε η έκδοση ενός δισέλιδου εντύπου με στόχο να εξηγηθεί η απόφαση του ΚΣΜ να υποστηρίξει την υπερψήφιση της ΝΔ. Ήταν η ληξιαρχική πράξη γέννησης της Εφημερίδας του ΚΣΜ, η οποία συνέχισε να εκδίδεται με συχνότητα ενός φύλλου ανά δίμηνο έως και το 2016.

Ας σημειωθεί ότι πριν από τις εκλογές του 1985 ο Κ. Μητσοτάκης πρότεινε στον Α. Δροσόπουλο μία εκλόγιμη θέση στο ψηφοδέλτιο επικρατείας της ΝΔ με την υποχρέωση της σύνταξής του στις εκάστοτε θέσεις του κόμματος, πρόταση που απέρριψε ο Α. Δροσόπουλος, παρά την επιθυμία του να εκλεγεί βουλευτής, γιατί δεν ήθελε να δεσμευτεί να ψηφίζει και θέσεις αντίθετες προς τις απόψεις του.

Το διαζύγιο με το ΚΟΔΗΣΟ αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο και το κύκνειο άσμα του Α. Δροσόπουλου στο πεδίο της κομματικής δράσης. Από τότε αφιέρωσε ουσιαστικά τη ζωή του στη δραστηριότητα του Κ.Σ.Μ., δηλαδή στην έκδοση της Εφημερίδας του ΚΣΜ έξι φορές το χρόνο και στην οργάνωση ομιλιών κάθε Δευτέρα, από τα μέσα Οκτωβρίου έως τα μέσα Μαΐου (εκτός και αν οι πολιτικές εξελίξεις επιβάλλανε είτε πρόωρη έναρξή τους είτε παράτασή τους).

Υπήρξε ο ακούραστος εργάτης του ΚΣΜ, χωρίς τον οποίο θα ήταν ανέφικτο να επιζήσει το σωματείο τόσο πολύ. Βρέξει-χιονίσει ήταν παρών στις εκδηλώσεις του και παρότρυνε τους υπόλοιπους να ακολουθούν το παράδειγμά του. Ακόμα και όταν διετέλεσε γενικός γραμματέας Τύπου και Πληροφοριών το τελευταίο τετράμηνο του 1989 δεν έπαψε να βρίσκεται πίσω από κάθε δράση του σωματείου. Όπως είχε εκμυστηρευθεί μια μέρα, για χάρη του ΚΣΜ είχε παραμελήσει μέχρι και να επιμεληθεί της εκδόσεως της διπλωματικής του εργασίας. Γι’ αυτό και ήταν αυστηρός με όλους μας όποτε δεν ανταποκρινόμασταν στα καθήκοντά μας. Μεθοδικός και ακαταπόνητος έβαζε τη σφραγίδα του σε όλες τις μορφές δραστηριότητας του Σωματείου και δεν άφηνε τίποτε στην τύχη ακόμα και όταν, με το πέρασμα του χρόνου, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Παρέμεινε μέχρι το τέλος στις επάλξεις! Υπήρξε η «ψυχή» του ΚΣΜ κι ας μη θέλησε ποτέ να το εξαργυρώσει αναλαμβάνοντας ανάλογο αξίωμα στο Διοικητικό του Συμβούλιο. Πίστευε ότι η ανάδειξη ή/και η προβολή των υπολοίπων στελεχών του σωματείου θα ήταν ευεργετική ως προς την απήχησή του στην κοινή γνώμη. Πρόσθετα, υποστήριζε ότι με αυτή την τακτική δεν θα μπορούσε κανείς να του προσάψει τη μομφή ότι επρόκειτο για μια οργάνωση που λειτουργεί ως μέσο προώθησης των επιδιώξεών του, καθώς αυτός ήταν το πιο αναγνωρίσιμο στέλεχός της και το μέλος με την πλουσιότερη πολιτική δράση στο παρελθόν. Δεν υπέκυψε ποτέ του στις προτροπές μου να αναλάβει και τυπικά την προεδρία του σωματείου.

Τόσο στην Εφημερίδα του ΚΣΜ όσο και στις συναντήσεις της Δευτέρας γράφτηκαν και ακούστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις, παρουσιάστηκαν έρευνες και μελέτες που προκρίνανε σοβαρές λύσεις για τα χρόνια προβλήματα της χώρας, αναλύθηκαν διεξοδικά κρίσιμα διεθνή θέματα.

Οι σελίδες της Εφημερίδας του ΚΣΜ παρουσίαζαν συχνά άρθρα σημαντικών σχολιαστών. Ο Α. Δροσόπουλος, πάντως, ήταν ο κύριος αρθρογράφος της και φρόντιζε τα πάντα: τη συγκέντρωση των κειμένων, την –όσο ήταν εφικτό– ομογενοποίηση της γλώσσας των, τη σελιδοποίηση, τη συμπλήρωση της ύλης (εάν παρουσιαζόταν κάποιο κενό) ή την επιλογή των κειμένων που έπρεπε να παραλειφθούν εξαιτίας υπερβολικής διαθέσιμης ύλης... Μέχρι και το τελευταίο φύλλο της, που εκτυπώθηκε τον Οκτώβριο του 2016, λίγο πριν η αρρώστια τον καταβάλει πλήρως. Παράλληλα, από τα μέσα του 2012 άρχισε να συντάσσει τα «Γράμματα του ΚΣΜ» (από το χέρι του γράφτηκαν τα 595 από τα συνολικά 683), τα οποία από τη μία αποστέλλονταν με e-mail σε επιλεγμένες ηλεκτρονικές διευθύνσεις φίλων του ΚΣΜ, πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων, και από την άλλη εμπλούτιζαν το αρχείο των αναρτήσεων της ιστοσελίδας του ΚΣΜ.

Όταν ξεκίνησε η κρίση και διείδε αφ’ ενός την αδυναμία των κομμάτων που είχαν κυβερνήσει τη χώρα τα χρόνια της μεταπολίτευσης, αφ’ ετέρου τον κίνδυνο για την (πολιτικά) φιλελεύθερη αστική δημοκρατία που προερχόταν από τα κόμματα των άκρων και, ιδίως, από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Α. Δροσόπουλος τάχθηκε υπέρ της ίδρυσης ενός νέου κόμματος, στο οποίο θα έπρεπε να ενταχθούν όλοι όσοι μετείχαν σε πολιτικές κινήσεις κάθε είδους που χωροθετούνταν πολιτικά ανάμεσα στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ με την προϋπόθεση να είναι άφθαρτα πρόσωπα. Πίστευε, μάλιστα, ότι το ΚΣΜ μπορούσε να παίξει σημαντικό, κομβικό ρόλο στην καθιέρωση του νέου κόμματος, χάρις στην απήχηση που είχε σε ένα μέρος της κοινής γνώμης και την εφημερίδα του. Έθετε, ωστόσο, ως προϋπόθεση την εγκατάλειψη κάθε προϋπάρχουσας δομής και την ατομική ένταξη στο νέο κόμμα. Καλώς ή κακώς, τα πολιτικά σχήματα του ενδιάμεσου χώρου δεν θέλησαν να χάσουν την αυτονομία τους και το εγχείρημα απέτυχε. Την ίδια περίοδο δεν δίστασε να προβάλει μη δημοφιλείς απόψεις κι ας γνώριζε ότι θα επέσυραν την κατακραυγή (όπως την πρόταση για την επιλογή ενός «αισυμνήτη» από τη Βουλή, ο οποίος, έχοντας εκτεταμένες εξουσίες, θα αναλάμβανε να βγάλει τη χώρα από την κρίση χωρίς το φόβο του πολιτικού κόστους)!

Πιστός στην ευρωπαϊκή ιδέα τάχθηκε υπέρ του «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 και δεν έλειψε από καμία συγκέντρωση του «Μένουμε Ευρώπη», παρά τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν.

Ως προς το θέμα της γλώσσας αξίζει μία ιδιαίτερη μνεία. Δεν υπήρξε καθαρευουσιάνος. Αντίθετα, προτιμούσε μία καθομιλουμένη που έρρεπε προς τη δημοτική. Απεχθανόταν, ωστόσο, τις ακρότητες των επεμβάσεων στη γλώσσα της δεκαετίας του 1980 (και των μεταγενεστέρων) και τον ενοχλούσε αφάνταστα το μονοτονικό, το οποίο θεωρούσε περίπου ως «γλωσσική προδοσία».

Όπως αναφέρθηκε, μία άλλη πτυχή της προσωπικότητάς του υπήρξε η ευαισθησία του για τους πολιτικούς πρόσφυγες. Ανέλαβε την υπόθεση πολλών από αυτούς και συνεργάστηκε ως νομικός σύμβουλος με το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Αθήνα. Μάλιστα, συνέβαλε (μαζί με τους Ν. Κουράκη, Β. Δημητριάδου, Ι. Μπαμπασίκα) στην τελική διαμόρφωση της ελληνικής έκδοσης του Εγχειριδίου σχετικά με τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια για τον Καθορισμό του Καθεστώτος των Προσφύγων, ενός Εγχειριδίου που αποτελεί σημείο αναφοράς για όλα τα Γραφεία της Ύπατης Αρμοστείας στον κόσμο και για τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Πρόσθετα, στο πλαίσιο της ίδιας συνεργασίας παρουσίασε την εργασία του«Το νομικό πλαίσιο για την προστασία των προσφύγων στην Ελλάδα», στο σεμινάριο «Μετακινήσεις Πληθυσμών και Μετανάστευση στην Ευρώπη» το 1991.

Ας σημειωθεί ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 διετέλεσε και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Λίλιαν Βουδούρη.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε στρέψει το ενδιαφέρον του σε ιστορικά γεγονότα και σε προσωπικές αναμνήσεις. Οι τελευταίες έκαναν αισθητή την παρουσία τους στα κείμενά του, ενώ τα πρώτα αποτέλεσαν το αντικείμενο των κυριότερων ομιλιών και δημοσιεύσεών του το τελευταίο διάστημα. Ενδεικτικά είναι η εισήγησή του «Η πορεία προς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», η οποία μπορεί να αναζητηθεί εμπλουτισμένη στο διαδίκτυο, και το βιβλίο του –μετεξέλιξη μιας άλλης εισήγησής του– 1914-1918. Γιατί έγινε ο πόλεμος – πώς εξελίχθηκε – τα αποτελέσματα. Η ελληνική συμμετοχή που εκδόθηκε από το ΚΣΜ. Κείμενά του είχαν περιληφθεί και σε συλλογικές εκδόσεις (όπως στην έκδοση Μνήμη Κωνσταντίνου Καλλιγά).

 

*Μια συντετμημένη εκδοχή του ίδιου κειμένου δημοσιεύεται στη χάρτινη έκδοση του Books' Journal, τχ. 74, που κυκλοφορεί.

 

Λέανδρος Σλάβης

Πολιτικός μηχανικός. Σταδιοδρόμησε επαγγελματικά στο χώρο των δημοσίων έργων, ιδιαίτερα με την Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, με την οποία ασχολείται ανελλιπώς από το 1987, και για της οποίας την ιστορία έχει γράψει βιβλίο. Από το 1979 δημοσιεύει άρθρα σε διάφορα έντυπα (Οικονομικός Ταχυδρόμος, Αντί, Προσανατολισμοί, Εποπτεία, Επιλογή κ.ά.). Πρόεδρος του Κέντρου Σοσιαλιστικών Μελετών για πολλά χρόνια.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά