Δευτέρα, 06 Φεβρουαρίου 2017

Κυβέρνηση εναντίον ΔΟΛ

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις τεύχος 73
 Δεκαετία του 1960. Εφημεριδοπώλες με τα φύλλα του Βήματος και των Νέων υπό μάλης, τα οποία μόλις έχουν παραλάβει από το τυπογραφείο που λειτουργούσε στο υπόγειο του κτιρίου της οδού Χρήστου Λαδά, όπου και τα γραφεία του «Συγκροτήματος» ώς το 2004, τρέχουν διαλαλώντας την πραμάτεια τους. Ήταν εποχή κατά την οποία ο γραπτός Τύπος ήταν ο μοναδικός τρόπος ελεύθερης διάδοσης της πληροφορίας. (Το ραδιόφωνο και, αργότερα, η τηλεόραση, ήταν κρατικό μονοπώλιο, και οι ειδήσεις τους συνήθως χειραγωγούνταν από τις κυβερνητικές επιλογές.) Δεκαετία του 1960. Εφημεριδοπώλες με τα φύλλα του Βήματος και των Νέων υπό μάλης, τα οποία μόλις έχουν παραλάβει από το τυπογραφείο που λειτουργούσε στο υπόγειο του κτιρίου της οδού Χρήστου Λαδά, όπου και τα γραφεία του «Συγκροτήματος» ώς το 2004, τρέχουν διαλαλώντας την πραμάτεια τους. Ήταν εποχή κατά την οποία ο γραπτός Τύπος ήταν ο μοναδικός τρόπος ελεύθερης διάδοσης της πληροφορίας. (Το ραδιόφωνο και, αργότερα, η τηλεόραση, ήταν κρατικό μονοπώλιο, και οι ειδήσεις τους συνήθως χειραγωγούνταν από τις κυβερνητικές επιλογές.) Αρχείο ΔΟΛ

Οι εφημερίδες θεσμοί πάνω από την πολιτική της φίμωσης αντιπάλων. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 73, Iανουάριος 2017.

«Καλά εσύ φεύγεις νωρίς, είσαι τυχερός». Με τα λόγια αυτά του οικονομικού διευθυντή έκλεισε η σεμνή τελετή του διαζυγίου μου από τον ΔΟΛ τον Σεπτέμβριο του 2011. Τα έφερα στο νου μου πολλές φορές τα τελευταία χρόνια, παρακολουθώντας αυτή την αργή πορεία φθοράς του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, τις αγωνιώδεις προσπάθειες να αντιμετωπιστούν τα οικονομικά του προβλήματα και, βέβαια, τις δοκιμασίες που υφίστανται οι εργαζόμενοι με τις περικοπές μισθών, τις απολύσεις και τους μήνες που μένουν απλήρωτοι.

Θα μπορούσε κανείς να μιλά για ώρες αναζητώντας ευθύνες, ενόχους ή χαμένες ευκαιρίες. Και είναι αλήθεια ότι κάτω από μια πιο αποφασιστική διοίκηση που θα εφάρμοζε εγκαίρως ένα δρακόντειο πρόγραμμα εξυγίανσης η πορεία αυτή ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε αναστραφεί. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί τους δύο βασικούς παράγοντες που οδήγησαν τον ΔΟΛ στα πρόθυρα χρεοκοπίας.

Ο πρώτος έχει να κάνει με το παρελθόν. Σαν επιχείρηση γιγαντώθηκε την περίοδο των παχιών αγελάδων. Η προσαρμογή στις επιταγές της κρίσης είχε ως προϋπόθεση περικοπές και απολύσεις που δεν ήταν πολιτικά και συνδικαλιστικά εφικτές. Το αποτέλεσμα ήταν κάθε προσπάθεια να είναι κατώτερη των αναγκών.  Ακόμα και έτσι, θα μπορούσε να είχε ορθοποδήσει αν δεν είχε μεσολαβήσει η διπλή κρίση που είχε αποτέλεσμα την κατάρρευση των εσόδων από τη διαφήμιση και την κυκλοφορία: η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, δηλαδή, σε συνδυασμό με την παγκόσμια κρίση του Τύπου που προκλήθηκε από την άνοδο του Ίντερνετ. Ο συνδυασμός αυτός είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Οι κυκλοφορίες των εφημερίδων, π.χ., έχουν πέσει κάτω από το μισό ενώ έχουν προκύψει ακόμα μεγαλύτερες μειώσεις στα διαφημιστικά έσοδα. Δεν μπορώ να φανταστώ κλάδους με αντίστοιχες μειώσεις που δεν θα είχαν οδηγήσει σε αθρόες χρεοκοπίες.

Έχει υποστηριχθεί, και το επανέλαβε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, σε μια σπάνια έκρηξη εκδικητικότητας, ότι ο ΔΟΛ ήταν μια «φούσκα», αποτέλεσμα της τραπεζικής δανειοδότησης. Αλλά, βέβαια, πριν ξεσπάσει η κρίση, το σύνολο των δανείων ήταν χαμηλότερο από τον ετήσιο τζίρο του ΔΟΛ, ενώ ξένη εταιρεία συμβούλων που είχε μελετήσει τα οικονομικά του θεωρούσε απόλυτα εφικτό ένα υγιές διψήφιο ποσοστό κέρδους. Με άλλα λόγια, προ κρίσης το χρέος ήταν δυνατόν να εξυπηρετηθεί, έστω και με μια λογική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. 

Στην ελληνική ιδιαιτερότητα της κρίσης, βέβαια, πρέπει να προστεθούν και οι ευρύτερες αλλαγές στη βιομηχανία του Τύπου, που έχουν αποτέλεσμα ακόμα και οι μεγάλες παραδοσιακές εφημερίδες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ να αιμορραγούν ακατάσχετα. Οι αλλαγές αυτές δεν αφορούν απλώς το επιχειρηματικό μοντέλο που έχει ξεπεραστεί. Συνδέονται και με μια κρίση αξιοπιστίας των παραδοσιακών μέσων, καθώς όλο και περισσότερο κερδίζει έδαφος ένα «εναλλακτικό» μοντέλο ενημέρωσης που στηρίζεται στη συνωμοσιολογία, στο ψέμα και στην υποταγή της πραγματικότητας σε πολιτικές και ιδεολογικές προκαταλήψεις.

Το ελληνικό παράδοξο είναι ότι αυτή την εχθρότητα προς τον Τύπο τη διακινούν όχι μόνο ακροδεξιοί λαϊκιστές αλλά και μια μεγάλη μερίδα της προοδευτικής διανόησης – απ’ όπου κανονικά θα περίμενε κανείς μεγάλη υπεράσπιση. Αν αναζητήσει κανείς τις αιτίες θα χρειαστεί να ανατρέξει στις πολιτικές αλλά και στις επιχειρηματικές αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του 1990 και του 2000, καθώς και στο ρόλο που έπαιξαν συγκεκριμένα πρόσωπα όπως ο τότε πρόεδρος του Συνασπισμού, Νίκος Κωνσταντόπουλος, που υπήρξε ο κύριος πολιτικός εκφραστής της θεωρίας της διαπλοκής στο χώρο της Αριστεράς – φυσικά πριν αναλάβει πρόεδρος του Παναθηναϊκού. Σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο κινήθηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ, συμβάλλοντας καθοριστικά στο να θεωρεί πλέον μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης ότι τα μέσα ενημέρωσης όχι μόνο ευθύνονται αλλά και αποτελούν κυρίαρχο μέρος της κρίσης. Μάλιστα στο σύνολό τους, χωρίς διακρίσεις ανάμεσα στα ταμπλόιντ της σκανδαλοθηρίας και στην «ποιοτική , ελέγξιμη και λογοδοτούσα δημοσιογραφία», όπως εύστοχα τη χαρακτηρίζει ο Παύλος Τσίμας. Το αποτέλεσμα ήταν να θεωρείται για πολλούς νίκη της Δημοκρατίας το κλείσιμο συγκεκριμένων μέσων ενημέρωσης.

Βέβαια με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση αυτό πήρε συγκεκριμένη μορφή. Εκεί που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αναζητιούνται τρόποι στήριξης του Τύπου, στην Ελλάδα ακόμα και η χρηματοδότησή του από τις τράπεζες (με τη μορφή δανείων) έγινε ύποπτη και ποινικά ελέγξιμη. Δημιουργήθηκε έτσι ένα ασφυκτικό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο. Κι ενώ για τα κόκκινα δάνεια στην οικονομία αναζητιούνται τρόποι να μην κλείσουν οι επιχειρήσεις και να μην περάσει ο έλεγχος στα «κοράκια», ειδικά για τον Τύπο ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Κι αυτό παρ’ ότι το ποσοστό των κόκκινων δανείων είναι σημαντικά μικρότερο στον Τύπο από ό,τι σε άλλους κλάδους.

Δεν είναι τυχαίο τέλος ότι τόσο στο Μega όσο και στον ΔΟΛ η κρίση πυροδοτήθηκε από την απόφαση των τραπεζών να παγώσουν λογαριασμούς τους, καθιστώντας αδύνατη την πληρωμή των εργαζομένων! Απόφαση η οποία, όπως καταγγέλθηκε, ελήφθη έπειτα από κυβερνητική παρέμβαση.  Μόνο κάτω από την κατακραυγή της κοινής γνώμης άλλαξαν στάση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον ΔΟΛ, επιτρέποντας την καταβολή του δώρου και, κατά συνέπεια, την άρση της (πριν από τα Χριστούγεννα) απεργίας.

Σε αυτή την κυβερνητική εκστρατεία κατά των μέσων ενημέρωσης, Το Βήμα και Τα Νέα αποτελούν το ιδανικό εξιλαστήριο θύμα. Οικονομικά είναι ο αδύναμος κρίκος, καθώς δεν έχουν από πίσω τους έναν ισχυρό επιχειρηματία να τις στηρίξει. Το αντίθετο: ο εκδότης τους βρίσκεται αντιμέτωπος με βαρύτατες κατηγορίες που πολλοί πιστεύουν ότι υποκρύπτουν πολιτικές σκοπιμότητες. Πολιτικά και ιδεολογικά, εξ άλλου, συμβολίζουν κατ’ εξοχήν το «σύστημα» που υποτίθεται ότι πολεμά ο ΣΥΡΙΖΑ.

Έχουν γραφεί πολλά για το πόση σημασία έχει για τη Δημοκρατία η προστασία του πλουραλισμού στην ενημέρωση και η ανάγκη να αποκρουστούν οι πρωτοφανείς προσπάθειες της κυβέρνησης της Αριστεράς να ποδηγετήσει τον Τύπο και την τηλεόραση. Είναι ακριβώς έτσι. Εξ ίσου σημαντική, ωστόσο, είναι η προστασία μιας δημοσιογραφικής παράδοσης ενός αιώνα που συνδιαμορφώθηκε με την πολιτική ιστορία του τόπου και ιδιαίτερα της δημοκρατικής παράταξης. Μιας παράδοσης που αποτυπώνεται στο επαγγελματικό ήθος των δύο εφημερίδων, η οποία αποτελεί και την «άυλη υπεραξία» τους, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Πρόκειται για μια παράδοση που ξεπερνά κατά πολύ επιλογές οι οποίες ενδεχομένως έχουν γίνει κατά καιρούς και μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής. Μια παράδοση που σφυρηλατήθηκε όχι μόνο από τους δημοσιογράφους αλλά και από κορυφαίες προσωπικότητες της χώρας, πολιτικούς, διανοούμενους, καλλιτέχνες. Είναι αυτό που ξεχωρίζει τις εφημερίδες θεσμούς σε ολόκληρο τον κόσμο. Η συνεισφορά τους και ο ρόλος τους ξεπερνούν κατά πολύ επί μέρους επιλογές ακόμα και του εκδότη τους.

Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη συνεισφορά του Χρήστου Λαμπράκη. Δεν αντιμετώπισε ποτέ τις εφημερίδες ως μια επιχειρηματική υπόθεση. Γι’ αυτόν, τόσο Τα Νέα όσο και Το Βήμα, πριν από κάθε άλλο, ήταν ένα πολιτικό και ιδεολογικό εγχείρημα, δημοκρατική και εκσυγχρονιστική πλατφόρμα διαλόγου, άσκηση ενημέρωσης σε μια κοινωνία που προσπαθεί ακόμα και σήμερα να ξεπεράσει τραύματα και παθογένειες δεκαετιών.

Με δυο λόγια, ήταν εφημερίδες που επιτελούσαν αποστολή. Πάνω σε αυτήν ακριβώς τη συνέχεια, άλλωστε, χτίστηκε και ο μύθος της δήθεν παντοδυναμίας του «Συγκροτήματος». Ήταν η σταθερά ενός πολιτικού συστήματος και ενός πολιτικού χώρου, του φιλελεύθερου, προοδευτικού Κέντρου, που, με εξαίρεση ίσως την περίοδο της παντοδυναμίας  του ΠΑΣΟΚ, βρισκόταν σε διαρκή ρευστότητα. Κι είναι αυτός ένας από τους λόγους που πολεμήθηκε τόσο σκληρά και από την Αριστερά. Πίστεψαν και πιστεύουν ότι χωρίς τον ΔΟΛ θα μπορέσουν πολύ πιο εύκολα να αλώσουν το χώρο.

Δεν ξέρω πόσο νόημα έχουν όλα αυτά στην εποχή του Ίντερνετ. Τα παραδοσιακά μέσα υποκαθίστανται γοργά από τα ανώνυμα μπλογκ. Ίσως γι’ αυτό, όμως, η ανάγκη για τη σοβαρή, παραδοσιακή δημοσιογραφία είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ. Και οι εφημερίδες του ΔΟΛ, με όλα τα προβλήματά τους, διατηρούν ζωντανό το νήμα που τις συνδέει με τη μεγάλη δημοσιογραφική σχολή του παρελθόντος τους. Οι συντάκτες τους και οι συνεργάτες τους αποτελούν τους φορείς αυτής της πολύτιμης παράδοσης. Η παράδοση αυτή δεν πρέπει να σβήσει. Και δεν θα σβήσει όσο το κατανοούν οι ίδιοι και όσο είναι αποφασισμένοι να την υπερασπιστούν.

Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, ένα μέσο ενημέρωσης είναι τα πρόσωπα που το στελεχώνουν. Όλα τα άλλα έπονται.

 

 

Παντελής Καψής

Δημοσιογράφος, σχολιαστής στον τηλεοπτικό ΣΚΑΪ, πρώην διευθυντής στις εφημερίδες Τα Νέα και Το Βήμα. Πρώην υπουργός Επικρατείας στην κυβέρνηση Παπαδήμου και υφυπουργός αρμόδιος για τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση στην κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά