Παρασκευή, 04 Νοεμβρίου 2016

Μάρη Θεοδοσοπούλου: κριτικός λογοτεχνίας, μόνη

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 70 Νεκρολογία
Ουδέποτε συναίνεσε να δημοσιευθεί φωτογραφία της. Το Books’ Journal θα σεβαστεί την επιλογή-στάση ζωής της. Αντί της εικόνας της δημοσιεύεται εδώ ένα Ex Libris (εις ανάμνησιν της στήλης στης στην εφημερίδα Εποχή). Ουδέποτε συναίνεσε να δημοσιευθεί φωτογραφία της. Το Books’ Journal θα σεβαστεί την επιλογή-στάση ζωής της. Αντί της εικόνας της δημοσιεύεται εδώ ένα Ex Libris (εις ανάμνησιν της στήλης στης στην εφημερίδα Εποχή).

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου πέθανε αιφνιδίως στις 9 Αυγούστου 2016. Ήταν η βασική λογοτεχνική κριτικός στην εφημερίδα Η εποχή, από το 1990, με την προσωπική εβδομαδιαία στήλη "Ex Libris". Είχε εργαστεί στο Αντί, εργάστηκε ακόμα στο Βήμα και στην Ελευθεροτυπία. Αναδημοσίευση από το τεύχος 70 του Books' Journal, Οκτώβριος 2016.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980-αρχές του 1990, τα Εξάρχεια δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα, κι έτσι υπήρχε χώρος για τους ανθρώπους σαν τη Μάρη Θεοδοσοπούλου και μερικούς άλλους να βρίσκονται τακτικά στη Ροζαλία, μέσα ή έξω στον κήπο, να τρώνε, να πίνουν, να συζητάνε με πάθος για τη λογοτεχνία. Οι συζητητές πολλοί και πρόθυμοι, η παρέα μεγάλη και ποικίλη. Ανάμεσά τους, η Μάρη, πάντα λιγομίλητη μα πάντα ενημερωμένη, πράγμα που μας προκαλούσε έκπληξη, καθώς ξέραμε ότι ήταν φυσικός, με μεταπτυχιακό στο Βέλγιο – ή κάτι τέτοιο. Κι η αρχική έκπληξη μεγάλωνε όταν διαπιστώναμε ότι γνώριζε πράγματα, λεπτομέρειες, που εμείς αγνοούσαμε, αυτάρκεις μέσα στην αλαζονεία της νεότητας. Η Μάρη, αρκετά χρόνια πριν αρχίσει να δημοσιεύει τις κριτικές της, οργάνωνε, οιστρηλατημένη από το πάθος της για τη λογοτεχνία, μια αγνώστου εκβάσεως (τότε) πλην εξαιρετικά γόνιμη δημόσια παρουσία.

Έχει επανειλημμένα συζητηθεί, πιθανότατα έως εξαντλήσεως, η σχέση του προσώπου του συγγραφέα με το έργο του. Η μελέτη του βίου του ως συνιστώσα της μελέτης του έργου του, οι ποικίλες σχέσεις που συνδέουν τον πρώτο με το δεύτερο, πώς εγγράφεται ο κύκλος της ζωής σ’ εκείνον του έργου κ.λπ. Σπανιότατα όμως έχει συζητηθεί η σχέση του βίου του κριτικού με το δικό του έργο, το πλέγμα των σχέσεων που συνδέουν τον κριτικό-πρόσωπο με τον κριτικό-κείμενο, οι βιοτικές προϋποθέσεις διαμόρφωσης του προσωπικού γούστου.

Άραγε η σχέση βίου-έργου παραμένει η ίδια και στην περίπτωση του κριτικού; Ή, μήπως, η διαφορά στο είδος της γραφής απαιτεί μια διαφορετική προσέγγιση –και, ίσως, πιο ριζικά, μια εντελώς άλλη ερμηνευτική−  της σχέσης αυτής; Έχει ο συγγραφέας το αποκλειστικό προνόμιο να σχηματίζει τη δεξαμενή αφήγησης που του είναι απαραίτητη μέσα από τον βίο του (ο οποίος έχει διαφορετικό, πολύ ευρύτερο, περιεχόμενο από το βίωμα) ή, μήπως, ο κριτικός εγγράφει, και αυτός, στο κείμενό του τη ζωή του σε μια αντίστοιχη διαδικασίας κειμενικής πραγμάτωσης του προσώπου του;

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου, κατά γενική ομολογία, ήταν ένας αποτραβηγμένος άνθρωπος. Οι επαφές της ελάχιστες, οι τηλεφωνικές συνομιλίες, παλιότερα, προϋπέθεταν μια προηγούμενη κωδική κλήση. Δεν μπορώ να ξέρω από πού πήγαζε αυτή η τάση της για απόσυρση, αν είχε ένα ιδιωτικό υπόβαθρο ή μια δημόσια, επί του λογοτεχνικού πεδίου, στόχευση. Πάντως είχε ένα ποθητό, για κάθε άνθρωπο που γράφει, αποτέλεσμα: τη δημιουργία ενός στεγανού προσωπικού χώρου, απαραίτητου για την απροϋπόθετη πραγμάτωση της γραφής, ενός χώρου απαλλαγμένου από εσωτερικές και εξωτερικές δουλείες, στον οποίο η γραφή υψώνεται σε κορυφαία πράξη ελευθερίας.

Η δημιουργία αυτού του προσωπικού χώρου του συγγραφέα, που περιέχει αλλά δεν περιέχεται στο προσωπικό σύστημα αναφοράς του, είναι κρίσιμης σημασίας: εκτός από μια καινούρια δυνατότητα ελευθερίας που του δίνει, του παρέχει τη δυνατότητα να δει το είδωλο του εαυτού του πιο καθαρά: στο εσωτερικό αυτού του χώρου, ο συγγραφέας (και ο κριτικός), απομακρυσμένος από τη διαδικασία πρόσληψης του έργου του, ουδέτερος απέναντι στις κυμάνσεις του συλλογικού, σχεδόν καθαρμένος, προβαίνει στην πράξη της γραφής. Κι αυτός ο χώρος μόνο με μια σχετική απόσυρση μπορεί να δημιουργηθεί.

Νομίζω ότι η διαδικασία δημιουργίας αυτού του χώρου βρίσκεται πίσω και από τη –σχετική− άρνηση της Μάρης Θεοδοσοπούλου να αποτιμήσει, στανικώς, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, τα προς κρίση βιβλία. Η κριτική δεν λειτουργεί σαν ελλανόδικος επιτροπή. Βέβαια, η βαθμολόγηση του κειμένου ενισχύει τον ρόλο του γράφοντος ως λογοτεχνικού θεσμοθέτη, αλλά η Μάρη Θεοδοσοπούλου ήταν άλλης λογικής κριτικός. Προκρίνοντας την ουσιώδη ανάγνωση από τη βαθμολόγηση, επιχειρούσε πάντα, με βαθιά και στέρεη γνώση της γραμματολογίας, να εντάξει το κείμενο στα συμφραζόμενά του, ανιχνεύοντας ταυτόχρονα την καταγωγή του.

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου αγαπούσε ιδιαιτέρως να γράφει για βιβλία και συγγραφείς που βρίσκονταν, κάπως, στο περιθώριο του εγχώριου λογοτεχνικού starsystem. Η άρνησή της να πειθαρχήσει στις εντολές της αγοράς μπορεί να της είχε κοστίσει μια πιο δεσπόζουσα θέση στο λογοτεχνικό μάρκετινγκ, την είχε όμως βοηθήσει να οχυρώσει αυτόν τον προσωπικό χώρο με τρόπο που της χάριζε ελευθερία και απόσταση. Μακριά από κάθε είδους συναλλαγή, ανέτεμνε το κείμενο με μαθηματική μέθοδο και διεισδυτικότητα.

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου αποτέλεσε ασφαλώς μια ιδιότυπη περίπτωση στα γράμματά μας. Με σπάνια γραμματολογική επάρκεια, στο κέντρο αλλά και στην περιφέρεια του λογοτεχνικού συστήματος, κοντινή και απόμακρη, ορατή και αόρατη, τρυφερή και σκληρή με τα κείμενα, με μαθηματική αυστηρότητα αλλά και αναγνωστική ευαισθησία, θύμιζε περισσότερο βυζαντινό γραμματικό παρά κριτικό στην καρδιά της μεταμοντέρνας συνθήκης. Το πέρασμά της σημάδεψε με πολύ συγκεκριμένο τρόπο μια περίοδο της ελληνικής λογοτεχνίας όπου η έφοδος της ευτελούς γραφής και του λαϊφστάιλ μυθιστορήματος ανέτρεψε προσωρινά την ισορροπία του συστήματος. Η Μάρη Θεοδοσοπούλου αντιστάθηκε με πάθος στην προχειρογραφία και στην εκ των άνω επιβολή μιας καταστροφικής, όσο και ακαλαίσθητης νόρμας, που προέκρινε ως αποκλειστική λογοτεχνική αρετή τη μονότονη επανάληψη ρεαλιστικών μοτίβων, τα οποία παρείχε στον συγγραφέα η άμεση εμπειρία και παρατήρηση και η ανεπεξέργαστη αναπαραγωγή του βιώματος.

Τα κατάφερε; Δεν ξέρω. Το βέβαιο πάντως είναι, όπως σωστά γράφτηκε, πως με την απώλειά της χάθηκε μια κριτική φωνή που στόχευε αποκλειστικά στο κείμενο και όχι στην ικανοποίηση διαφόρων προσδοκιών.

 

Γιώργος Ξενάριος

Συγγραφέας. Βιβλία του: Η πτώση του Κωνσταντίνου (1990), Οι δίδυμοι (1994), Σμιλεύοντας το φως (2001), Στην άκρη του κόσμου (2011).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά