Πέμπτη, 07 Ιανουαρίου 2016

Η επιθυμία να είσαι ένοχος

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 61
Γελοιογραφία του Αλέκου Παπαδάτου, ο οποίος έτσι σχολίασε τη δολοφονική επίθεση εξτρεμιστών ισλαμιστών κατά του Charlie Hebdo, στις 7 Ιανουαρίου 2015. Γελοιογραφία του Αλέκου Παπαδάτου, ο οποίος έτσι σχολίασε τη δολοφονική επίθεση εξτρεμιστών ισλαμιστών κατά του Charlie Hebdo, στις 7 Ιανουαρίου 2015. Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal

ηγεμονική φιγούρα μιας νεο-χριστιανικής ιδεολογίας εν δράσει. Σημειώσεις με αφορμή την ισλαμιστική τρομοκρατική επίθεση της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι. Αναδημοσίευση ολόκληρου του κειμένου από το Books' Journal, 61, Δεκεμβρίου 2015.

Κλέβω τον τίτλο πολύ πρόσφατου άρθρου («η επιθυμία να είσαι ένοχος»), που σχολιάζει επικριτικά τις «συμπονετικές» αντιδράσεις μέρους αριστερών κυρίως διανοουμένων, στη Γαλλία και σε άλλες δυτικές χώρες, σχετικά με την «κατανόηση» που αυτοί δείχνουν για τις τρομοκρατικές επιθέσεις τμήματος του ριζοσπαστικού Ισλάμ στο Παρίσι. Καταδικάζουν προφανώς, αλλά ταυτόχρονα κατανοούν αυτές τις αιματηρές επιθέσεις ως «αντεπίθεση», ως απάντηση εκ μέρους των «λαών» που έχουν υποστεί κατά τα παρελθόν τα μύρια όσα, αλλά και στο παρόν τον μιλιταρισμό της ιμπεριαλιστικής Δύσης, χθες των ΗΠΑ, σήμερα της Γαλλίας. Ακόμα και ο Χάμπερμας (για να μην πούμε: ειδικά και κυρίως ο Χάμπερμας), αν και αναφέρεται σε πολυπαραγοντικά αίτια που βρίσκονται στην βάση του τρομοκρατικού φαινομένου, τελικά, αναπαράγει την ίδια λογική, εντοπίζοντας την κατ’ αυτόν δεσπόζουσα πλευρά του σε ό,τι αφορά τις δυτικές κοινωνίες: την αρνητική απάντηση εκ μέρους της Δύσης στους αλυσιτελείς «αγώνες αναγνώρισης» που διεξάγουν οι μη ενσωματωμένοι στις ευρωπαϊκές κοινωνίες μετανάστες[1]. Η ριζοσπαστικοποίηση, συνεπώς, περιθωριοποιημένων μουσουλμάνων προκύπτει ως αποτέλεσμα κυρίως οικονομικών αιτιών, κοινωνικών αδικιών, καταπίεσης και άδικων πολέμων εναντίον πληθυσμών (αλλά και χωρών), που τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα υπέστησαν και συνεχίζουν να υφίστανται το βάρος της αποικιοκρατίας, παλιάς και «νέας». Το κακό βρίσκεται κυρίως ή πάντα στη Δύση, αυτή η τελευταία συνεπαγωγή μπορεί να μην προκύπτει ευθέως από το σκεπτικό του Χάμπερμας, ωστόσο δεν του είναι απολύτως ξένη. Στην απορία γιατί το τρομοκρατικό φαινόμενο παίρνει τη μορφή του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, η χαμπερμασιανή λογική και οι υποστηρικτές της στην Aριστερά, ακόμα θα έλεγε κανείς και στην φιλελεύθερη Δεξιά, έχουν έτοιμη μία μαρξοειδή απάντηση: διότι αυτός είναι ο κυρίαρχος σημερινός «κώδικας», η «γλώσσα», μέσω των οποίων εκφράζεται ένα αίτημα ισοτιμίας από τους νέους «της Γης τους κολασμένους» η βάση είναι η οικονομία, το εποικοδόμημα η θρησκεία. Επ’ αυτού θα συμφωνήσει απολύτως και ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, επικυρώνοντας, από καθαρά αυτή τη φορά μαρξιστική αφετηρία, το επιχείρημα, το οποίο κολυμπάει στη θυματοποιητική ψευδο-κοινωνιολογία[2]. Συνεπώς, μία ηθικιστική «κατανόηση» για τα «θύματα».

 

Θρησκευτικός φονταμενταλισμός

Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη προσέγγιση, η οποία αναδεικνύει το μάλλον προφανές, τόσο προφανές, που για πολλούς περνά απαρατήρητο, αρκετές φορές σκοπίμως απαρατήρητο: η ισλαμιστική (και όχι η ισλαμική) τρομοκρατία είναι αυτό που λέει: ισλαμιστική. Δηλαδή σχετίζεται με το «ισλάμ», δεν μπορεί να ιδωθεί εκτός ισλάμ, χωρίς το «ισλάμ» στο σύνολό του να είναι ένοχο, όπως υποστηρίζει η Ακροδεξιά, για ό,τι συμβαίνει. Μια ορισμένη ερμηνεία του ισλάμ είναι αυτή που βρίσκεται στη βάση του σημερινού τρομοκρατικού φαινομένου, αρθρώνοντας γύρω από αυτόν τον θρησκευτικό άξονα κοινωνικο-πολιτικά αιτήματα. Με άλλα λόγια, ο «κώδικας», η «γλώσσα» είναι σήμερα η «Συρία», χθες η εισβολή του Μπους στο Ιράκ, κ.λπ. Η δεσπόζουσα δεν είναι η οικονομική εκμετάλλευση, οι στρατιωτικές εισβολές της Δύσης δεν είναι αυτές που δημιουργούν τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό (ο οποίος άλλωστε προϋπήρχε των δυτικών στρατιωτικών επιχειρήσεων της τελευταίας εικοσιπενταετίας), αλλά κάποιες άλλες «εισβολές», λιγότερο ορατές αλλά πολύ πιο ισχυρές: οι εισβολές των «δυτικών» αξιών, των νεωτερικών αξιών στις μεσανατολικές για παράδειγμα κοινωνίες, που προκαλούν εκ μέρους τους ημι-ταυτοτικές, ημι-θρησκευτικές αντιδράσεις μας λέει ο Μαρσέλ Γκωσσέ[3]. Είναι δηλαδή εσωτερικοί σε αυτές τις κοινωνίες λόγοι, και όχι εξωτερικές στρατιωτικές επεμβάσεις, που βρίσκονται στη ρίζα του τρομοκρατικού ισλαμιστικού φαινομένου. Και, άρα, ένα διαρκές αυτομαστίγωμα της Δύσης, «η επιθυμία του να είσαι ένοχος», μία ανεξάλειπτη και διαρκής δυτική ενοχή, αποκρύπτει τον «επαναστατικό» χαρακτήρα, σύμφωνα με τον Μ. Γκωσσέ, του εν λόγω φονταμενταλισμού, το «επαναστατικής έμπνευσης πολιτικό του πρόταγμα». Ένα πρόταγμα που σχετίζεται με το φαινόμενο της ριζοσπαστικοποίησης μερίδας νεαρών μουσουλμάνων σε υποβαθμισμένα προάστια των δυτικών μητροπόλεων. Τόσο εκεί, στις μουσουλμανικές κοινωνίες, όσο και εδώ, στις δυτικές μητροπόλεις, οι οικονομικο-κοινωνικοί λόγοι, παίζουν το ρόλο «καταλύτη», δεν συνιστούν την «αιτία».

Αν τεθεί με αυτούς τους όρους, πώς αντιμετωπίζεται ο ισλαμιστικός (και όχι ο ισλαμικός) εχθρός; Ο αριστερός φιλόσοφος Μάϊκλ Ουώλτζερ είναι επ’ αυτού κατηγορηματικός, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το χρέος των δυτικών διανοουμένων: χρέος τους είναι ένας ιδεολογικός πόλεμος εναντίον του ισλαμιστικού φονταμενταλισμού, υπηρετώντας «την υπόθεση ενός κράτους χωρίς Θεούς, μοναδικό εφικτό τόπο όπου οι πιστοί και οι άλλοι μπορούν να ζουν ειρηνικά»[4]. Η κοσμικότητα, με άλλα λόγια, η ουδετερότητα του δημόσιου χώρου ως sinequanonσυνθήκη για την ενσωμάτωση των μουσουλμανικών πληθυσμών. Ενώ από την πλευρά του, ο Μ. Γκωσσέ θα κάνει τη δική του προσθήκη, εμμένοντας σε μία αναγκαία προσπάθεια εξήγησης στους μουσουλμάνους συμπολίτες του αυτονόητου, αλλά όχι πάντα φανερού: να τους εξηγήσουμε «ποιοι είμαστε» και να τους πούμε ότι «έρχεσθε εδώ», στη Δύση, ακριβώς «γι’ αυτό που εμείς είμαστε», γι’ αυτό που εκπροσωπούμε.

 

Ισλαμοφοβία

Η τρομοκρατική επίθεση της 13ης Νοεμβρίου απογύμνωσε, φωτίζοντάς την, αν υποτεθεί ότι υπήρχε τέτοια ανάγκη, αυτήν κατά του Charlie Hebdo και του εβραϊκού παντοπωλείου. Το απορητικό, στην καλύτερη περίπτωση, σχόλιο  δημοσιογράφου στο γαλλικό ραδιόφωνο είναι εύγλωττο: «Αλλά την 13η Νοεμβρίου […], δεν υπήρχε βλασφημία […], ο κόσμος που σκοτώθηκε, σκοτώθηκε στην τύχη». Εννοώντας ότι τα σκίτσα του Charlie Hebdo μπορεί να ήταν και «βλάσφημα» («ρατσιστικά», όπως δημοσίως υποστήριξε τότε ένα μέρος τουλάχιστον της φιλο-ισλαμιστικής άκρας Αριστεράς, και όχι μόνο στην Ελλάδα, άρα, ας αναρωτηθούμε: «δικαιολογούσαν» την τρομοκρατική επίθεση εναντίον του; ή, έστω, την καθιστούσαν «κατανοητή»;), η δημοσιογραφική αμηχανία αναδεικνύει το πραγματικό διακύβευμα του εχθρού, τη βίαιη απέχθεια της Δύσης. Με την έννοια αυτή, η επίκληση της ισλαμοφοβίας, δηλαδή του αντι-μουσουλμανικού ρατσισμού, ως βασικής αιτίας της τρομοκρατίας των «βαρβάρων», όταν δεν συγκεκριμενοποιείται, και όταν δεν παραπέμπει στο ιδεολογικό οπλοστάσιο μιας ιδεολογικοποιημένης Ακροδεξιάς, μπορεί να λειτουργεί μυστικοποιητικά, δηλαδή ιδεολογικά: ως ψευδής συνείδηση που αποκρύπτει την πραγματικότητα μιας καθ’ όλα υπαρκτής απειλής, αποτρέποντας την κατανόηση και καταπολέμηση μιας τρομοκρατικής εκδοχής του ριζοσπαστικού ισλάμ. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο άρνησης της πραγματικότητας της απειλής, η απόδοση των δήθεν πραγματικών αιτιών, που ωθούν κάποιους στην τρομοκρατία, σε μια «ισλαμοφοβία» που υφίστανται, η εξήγηση δηλαδή της τρομοκρατίας μέσω της ισλαμοφοβίας, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Πιέρ-Αντρέ Ταγκυέφ σε πρόσφατο βιβλίο του, συνιστά τη χρονολογικά τελευταία μετενσάρκωση της «διαβολικής αιτιότητας», δηλαδή την παραπομπή σε μία και μοναδική, διαβολική, αιτία που μόνη της κρίνεται επαρκής για την εξήγηση του φαινομένου. Η «εξήγηση» αυτή δεν εξηγεί μόνο το κακό που υπάρχει στον κόσμο, αλλά και ταυτοχρόνως υποστηρίζει ότι «το ισλάμ είναι η φιγούρα του καλού»[5].

 

Νεο-χριστιανική ιδεολογία

Ειδικά όταν προέρχεται από μερίδες της Αριστεράς, στην όποια εκδοχή της, και κυρίως από το μωσαϊκό της άκρας Αριστεράς, η «κατανόηση», η «εκλογίκευση» μιας τρομοκρατικής πράξης, η σχετικοποίησή της ως ανταπάντησης εκ μέρους των αδικημένων και των καταπιεσμένων, υπαγορεύεται από έναν υπο-χριστιανικής φύσεως ιδεολογικό αστερισμό, από μια κουλτούρα «συμπόνιας», από έναν λαϊκιστικό μιζεραμπιλισμό, όπου η ηθική και η προσομοίωση της οδύνης επέχουν, γι’ αυτή την Αριστερά, θέση «πολιτικής», και μάλιστα χειραφετητικής πολιτικής. Το γενικότερο ιδεολογικο-πολιτικό κλίμα της περιόδου το έχει περιγράψει πρόσφατα, με άλλη αφορμή, ο Π.-Α. Ταγκυέφ:

 

η συμπονετική ρητορική συνδέεται με έναν θρηνητικό πατερναλισμό με θυματοποιητική και μιζεραμπιλιστική δεσπόζουσα. Μια βουλγκάτα προερχόμενη από έναν κυρίαρχο νεο-χριστιανισμό, που τον θεωρώ υπο-χριστιανισμό, εγκαταστάθηκε σε όλους τους πολιτικούς κύκλους. Διατείνεται ότι είναι στο πλευρό των «πιο αδύνατων», των «πιο φτωχών», των «πιο αποστερημένων», όσων «υποφέρουν περισσότερο», των «πιο αποκλεισμένων», «στιγματισμένων», κ.λπ. Όταν οι υποτιθέμενοι «αδύναμοι» ή «αποκλεισμένοι» μεταμορφώνονται σε παραβάτες ή τρομοκράτες, βρίσκονται ευαίσθητες ψυχές για να τους λυπηθούν ή να τους συγχωρήσουν. Αυτή η μιζεραμπιλιστική δημοφιλία είναι δημαγωγία, αηδιαστική και γκροτέσκα[6].

 

Συνωμοσιολογίες

Τις μέρες που ακολούθησαν την τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι, ένα σκίτσο που κυκλοφόρησε ευρύτατα στο Διαδίκτυο «αποκαλύπτει» τους πραγματικούς αυτουργούς της επίθεσης. Ένας μαυροφορεμένος τύπος, με τα αρχικά ISISστο μπράτσο, κραδαίνει στο δεξί του χέρι και κινεί απειλητικά ένα μαχαίρι πάνω από το κεφάλι, που συμβολίζεται από μια υδρόγειο σφαίρα, ενός γονατισμένου και χειροπόδαρα δεμένου άνδρα, ενώ με το αριστερό του χέρι τεταμένο προς τα πίσω αναμένει να πάρει ένα πουγκί με δολάρια που ετοιμάζεται να του δώσει κάποιος του οποίου φαίνεται μόνο το μακρύ χέρι. Μικρή αποκαλυπτική λεπτομέρεια: στο μανίκι αυτού του τελευταίου χεριού απεικονίζονται η ισραηλινή και αμερικανική σημαία… Ο μικρός και ο μεγάλος Σατανάς εν δράσει, ο αμερικανο-σιωνιστικός άξονας βρίσκεται παντού. Δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε: πόσο αυτή η γελοιογραφική αναπαράσταση απέχει, επί της ουσίας, από «επιστημονικές» αναλύσεις που θεωρούν ότι η Δύση (και πιο συγκεκριμένα: η CIAκαι η Μοσάντ, και στην περίπτωσή μας και οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες) βρίσκεται «πίσω από» την απειλητική γιγάντωση της τρομοκρατίας του ISISκαι γενικότερα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας; «Πίσω από», ποιος κρύβεται «πίσω από», αυτό δεν είναι το κωδικοποιημένο σύνθημα της συνωμοσιολογικής σκέψης εν γένει, μανιχαϊστικής στην ιδιοσυστασία της, εχθροπαθούς στις συνοπτικές της καταδίκες και, τελικά, αντισημιτικής στις ακραίες της εκφορές;

Χωρίς να είναι και η μοναδική, η περίπτωση της φιλοσόφου Τζούντιθ Μπάτλερ, η οποία, δύο φορές στο παρελθόν (το 2006 και το 2012), έχει χαρακτηρίσει τη Χαμάς και την Χεζμπολάχ «προοδευτικές δυνάμεις», εντάσσοντάς τες στην Aριστερά (καταγγέλλοντας ωστόσο την εκ μέρους τους ασκούμενη βία), είναι ενδεικτική[7] μιας φιλοσοφίας της υποψίας που θέλει να έχει πρακτική, ανατρεπτική χρησιμότητα. Την επομένη της τρομοκρατικής επίθεσης στο Παρίσι, η Μπάτλερ θα κατηγορήσει, αδίκως, τη δημόσια γαλλική τηλεόραση ότι κατασκευάζει το «ισλάμ» ως τον προς καταπολέμηση ενιαίο και μοναδικό εχθρό και θα αναρωτηθεί, αφήνοντας συνωμοσιολογικούς υπαινιγμούς: πώς γνώριζαν οι ισλαμιστές συντάκτες της ανακοίνωσης του ISIS, με την οποία ανέλαβαν την ευθύνη της μαζικής σφαγής, τη λέξη «διαστροφικότητα» («perversité»), που περιεχόταν στην εν λόγω ανακοίνωση (και με την οποία καταδικαζόταν ηθικά η νεολαία που διασκέδαζε στο Μπατακλάν), αφού αυτή η λέξη είναι εκτός της ειδικότητάς τους; Αγνοώντας ή αποσιωπώντας η μεταμοντέρνα φιλόσοφος, ωστόσο, το γεγονός ότι η εν λόγω λέξη χρησιμοποιείται αρκετές φορές από το ίδιο το Κοράνι. Αλλά και το γεγονός ότι αρκετοί δυτικοί μάχονται στο πλευρό του ISIS.

 

Αγγελισμός αντί πολιτικής

Η τολμηρή, για τη μέχρι τώρα πορεία του, αλλά τόσο φυσιολογική, απόφαση του gάλλου προέδρου και της κυβέρνησής του να «σκληρύνει» την πολιτική της τρόμαξε αρκετούς τόσο στην Aριστερά όσο και στη φιλελεύθερη Δεξιά. Προσχώρηση σε μια «πολιτική ασφάλειας» θεωρούμενη εξ ορισμού μη φιλελεύθερη και μη αριστερή; Περιστολή ελευθεριών, υποχώρηση από το πολυπολιτισμικό μοντέλο, άτυπη, τελικά, αποδοχή του πνεύματος του λεπενισμού; Δύο μόνον παρατηρήσεις. Η πρώτη: αν το πολυπολιτισμικό μοντέλο, εργαλειοποιώντας την ντε φάκτο πολυπολιτισμικότητα, εξαντλείται στη λεγόμενη κανονιστική πολυπολιτισμικότητα, δηλαδή στην κοινοτιστική συγκρότηση μιας κοινωνίας, όπου το άτομο υπάρχει διαμέσου της κοινότητάς του, μπορούμε ακόμα να μιλάμε για «πολυπολιτισμικότητα» (ως το ισοδύναμο μιας «ανοιχτής κοινωνίας») ή για πολυκοινοτισμό; Με τα λόγια του Τζιοβάνι Σαρτόρι, η πολυπολιτισμικότητα «προωθεί τις ξεχωριστές ταυτότητες της κάθε ομάδας, συχνά τις δημιουργεί, τις αναδεικνύει, τις υποδαυλίζει. Το αποτέλεσμα της πολυπολιτισμικότητας είναι μια κατατεμαχισμένη κοινωνία με στεγανά, ακόμα και εχθρικά τμήματα μεταξύ τους, τα οποία έχουν ισχυρή ταυτότητα “διαφορετικότητας” και στερούνται επιθυμίας να ενσωματωθούν. Όπως είπα, η πολυπολιτισμικότητα δεν υπερβαίνει τον πλουραλισμό, τον καταστρέφει»[8]. Η δεύτερη παρατήρηση: ορισμένοι τρόμαξαν τόσο πολύ από τα μέτρα της γαλλικής κυβέρνησης, που απεικόνισαν, ευκαιρίας δοθείσης, την ιδεολογική τους απογοήτευση –κάτι σαν θεολογική αποσταθεροποίηση– με αλληγορικές απεικονίσεις στο Διαδίκτυο, π.χ. του τύπου: δυσμορφικό πορτρέτο του Φράνσις Μπαίηκον, υπονοώντας την αλλοίωση της φυσιογνωμίας, του «προσώπου» (άλλη χριστιανική μεταφορά) της ηθικολαγνικής, εξειρηνευμένης, «θεϊκής Αριστεράς» τους, για να θυμηθούμε το ομότιτλο βιβλίο του Μπωντριγιάρ. Οι ίδιοι, πάντα μέσα σε έναν μετωνυμικό ημι-θεολογικό πανικό, θα σπεύσουν να θυμίσουν ότι οι απόπειρες «κλοπής» της ακροδεξιάς ατζέντας από δημοκρατικά κόμματα πολύ συχνά καταλήγουν στη νομιμοποίηση της Ακροδεξιάς. Θεμιτοί φόβοι, όταν προέρχονται από ανιδιοτελείς ανησυχίες, και όχι από ιδεολογικές αγκυλώσεις μακιγιαρισμένες με τα χρώματα μιας αμήχανης και ευάλωτης ενώπιον της τρομοκρατικής απειλής συγκατάβασης, αφού τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν κερδίζεται εκ των προτέρων. Με μία επιπλέον επισήμανση: ότι η ώς τώρα ακάθεκτη άνοδος της ακροδεξιάς, ειδικά στη Γαλλία, δεν οφείλεται τόσο στον εκδεξιισμό (στη δεξιοποίηση) σε θέματα δικαιωμάτων, ελευθεριών και αξιών της Αριστεράς, όσο στον αγγελισμό της τελευταίας, στην εκ μέρους της επίδειξη συμπόνιας για τα «θύματα». Η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν είναι κάτι που αφορά μόνον τη Δεξιά, αλλά κάτι που αφορά και την Αριστερά. Καλό είναι να το θυμούνται αυτό όλοι οι νεο-χριστιανοί και να μη βρίσκουν αποκούμπι σε μια ξαναζεσταμένη χαμπερμασιανή λογική (στην όποια εκδοχή της, ενίοτε πασπαλισμένη με μια «θεολογία της απελευθέρωσης») που έχει ήδη συναντήσει τα όριά της, μιλώντας διαρκώς για την «αποτυχία της ενσωμάτωσης» ως αιτίας του κακού, παραβλέποντας έτσι τον προσδιορισμό του εχθρού, την αναγκαία ριζοσπαστική καταδίκη του ριζοσπαστικού ισλάμ, που μισεί τη Δύση.

 

Οι πρώτες ρωγμές

Υπάρχουν, ωστόσο, ρωγμές σε αυτή την αγγελική αριστερή συναίνεση, μία από αυτές είχαμε την ευκαιρία να την παρουσιάσουμε μέσα από το Βήμα (22/11/2015). Η ιστορικός, ψυχαναλύτρια και συγγραφέας Ελιζαμπέτ Ρουντινεσκό, συνομιλήτρια του Ντεριντά, θα δηλώσει στην κομμουνιστική Humanité (16/11/2015):

 

Είμαι υπέρ μιας σκληρής αντίδρασης. Πρέπει να υπερασπισθούμε με σαφή τρόπο τις γαλλικές αξίες της κοσμικότητας. Η υπεράσπιση των αρχών επιτρέπει στη συνέχεια μία ευελιξία στην εφαρμογή και μία συζήτηση των ατομικών περιπτώσεων. Δεν πρέπει να έχουμε καμία συγκατάβαση έναντι λόγων που χρησιμοποιούν τον όρο ισλαμοφοβία. Αν θέλουμε πραγματικά να αγωνισθούμε κατά του ρατσισμού, πρέπει να είμαστε πολύ σαφείς έναντι του ριζοσπαστικού ισλάμ. Ναι, πρέπει να αγωνισθούμε εναντίον του στο όνομα των αξιών της κοσμικότητας και με αποφασιστικό τρόπο. Το να παρουσιάζεται το ισλάμ ως «η θρησκεία των φτωχών» δεν ισοδυναμεί με απαγόρευση της κριτικής σε αυτό. Θα προτιμούσα να καταπολεμήσω πολιτικά τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό, χωρίς να χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο. Δεν χρησιμοποιούμε πλέον τις λέξεις χριστιανοφοβία ή εβραιοφοβία. Το να παλεύουμε κατά του ρατσισμού, σημαίνει να ενσωματώσουμε τους μουσουλμάνους στην κοσμικότητα. Πράγμα το οποίο γίνεται μαζικά. Οι μουσουλμανικές οικογένειες ενσωματώνονται πολύ περισσότερο από ό,τι λέγεται. Δεν έχουμε ανάγκη τη λέξη ισλαμοφοβία για να πολεμήσουμε τον θρησκευτικό ριζοσπαστισμό. Συνεπώς, υπερασπίζομαι όλους τους γελοιογράφους του CharlieHebdo – και σήμερα αποδεικνύεται ότι έπρεπε να είμαστε Σαρλί: σε αυτή τη χώρα έχουμε το δικαίωμα να ασκούμε κριτική στη θρησκεία. Οι αρχές της κοσμικότητας πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά, είναι ο καλύτερος τρόπος ώστε να γίνονται ανεκτές όλες οι θρησκείες που ανήκουν στον ιδιωτικό χώρο. Η γαλλική κοσμικότητα έχει δώσει τις αποδείξεις της, πρέπει να την υπερασπιζόμαστε όσο μπορούμε. Οι ριζοσπάστες ισλαμιστές δεν είναι ένα νέο προλεταριάτο που αντικατέστησε της Γης τους κολασμένους, όχι! Το να τους καταπολεμούμε, είναι ο καλύτερος τρόπος να καταπολεμούμε και την άκρα Δεξιά, η οποία είναι κοινοτιστική, ρατσιστική. Η έννοια «Γάλλοι εκ καταγωγής», η κλήτευση των ριζών, η αγκύρωση στο έδαφος, είναι ατίμωση: η Γαλλία είναι μία χώρα στην οποία είμαστε όλοι απόγονοι μεταναστών.

 

Αυτή βέβαια η αλλαγή προσανατολισμού εκ μέρους της συγγραφέως, για όποιον λόγο και αν έγινε, αφού το ενδεχόμενο οπορτουνισμού σε διανοούμενους κύκλους δεν συναντάται σπανιότερα από ό,τι σε άλλους κύκλους, θα μπορούσε να ιδωθεί ως τραγική επιβεβαίωση όλων όσα, κατά την τελευταία δεκαπενταετία τουλάχιστον, ένας μικρός αριθμός στοχαστών, του βεληνεκούς ενός Αλαίν Φινκελκρώτ και ενός Πιέρ-Αντρέ Ταγκυέφ, δεν έπαυαν να ερευνούν και να αναλύουν με διανοητική ακεραιότητα, αλλά και προσωπικό κόστος, μέσα από τα βιβλία τους. Δικαίως το περιοδικό Figaro-Magazine (27/11/2015) ασχολείται με τις περιπτώσεις τους, θυμίζοντας μερικές από τις επιθέσεις που δέχθηκαν κατά το παρελθόν, ο πρώτος ότι «δεν έχει έργο» και ότι είναι ένα καθαρό μιντιακό δημιούργημα, ο δεύτερος ότι είναι «ρεπουμπλικανός» και «σιωνιστής». Ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση του Μισέλ Ουελμπέκ, ο οποίος, τις μέρες που ακολούθησαν την επίθεση, προτίμησε να εκφράσει την αποδοκιμασία του για την πολιτική ελίτ της χώρας του μέσα από τις στήλες ιταλικής, και όχι γαλλικής, εφημερίδας… Ο διεθνούς φήμης κορυφαίος γάλλος ισλαμολόγος Ζυλ Κεπέλ θα δηλώσει χαρακτηριστικά ότι συνάδελφοί του του ζητούσαν τον προηγούμενο Ιανουάριο, συμπτωματικά την ημέρα της ισλαμιστικής επίθεσης στο CharlieHebdo, να «αποκηρύξει» τον Ουελμπέκ ως ισλαμόφοβο, πράγμα που φυσικά δεν έκανε. Πηγαίνοντας στο γραφείο του εκείνη την ημέρα και μαθαίνοντας για τις επιθέσεις, ο Κεπέλ θα πει στους συναδέλφους του: «τώρα θα χτυπήσουν “αποστάτες” και Εβραίους». Για τον Κεπέλ, το βιβλίο του Ουελμπέκ Υποταγή δεν έχει τίποτα το ισλαμοφοβικό. Η τρομοκρατία, θα επισημάνει ο Κεπέλ, δεν ανάγεται στη γενετική: είναι η κατάληξη μιας διαδικασίας στην οποία η ακροαριστερή και η ακροδεξιά ουτοπία βρίσκονται στο στάδιο της αποσύνθεσης, της σήψης[9].

Μια δεύτερη ρωγμή; Το απελπιστικά φτωχό, ως προς το περιεχόμενο, αριθμό υπογραφών και «κύρος» της πλειοψηφίας των υπογραφόντων, συλλογικό κείμενο «κατά του πολέμου» που δημοσίευσαν στη Liberationγάλλοι πανεπιστημιακοί[10], και το οποίο μεταφράσθηκε και αναρτήθηκε ταχύτατα (αυθημερόν!) σε αριστερές ιστοσελίδες στην Ελλάδα. Η ρηξικέλευθη πρότασή τους; «Ο μόνος τρόπος να καταπολεμήσουμε αποτελεσματικά, εδώ, τους εχθρούς μας, στη χώρα που έγινε ο δεύτερος πωλητής όπλων στον κόσμο, είναι να αρνηθούμε ένα σύστημα το οποίο, στο όνομα του βραχυπρόθεσμου κέρδους, παράγει παντού περισσότερο αδικία». Ας μη σπεύσουμε να υποκλιθούμε στο εκλαϊκευμένο αγλάισμα της μαχητικής νέας κριτικής θεωρίας, πριν διαβάσουμε και ό,τι ακολουθεί: «Γιατί η βία ενός κόσμου που ο υιός Μπους μας υποσχόταν, πριν δεκατέσσερα χρόνια, ότι θα ήταν επανασυμφιλιωμένος, γαλήνιος, σε τάξη, δεν γεννήθηκε από το κεφάλι του Μπιν Λάντεν ή του Daech»[11]. Αμίμητο; Ανήκουστο; Θλιβερό και ανυπόφορο ως επαναλαμβανόμενο μότο που, ευτυχώς, αυτές τις ώρες, φαίνεται ότι το ακροατήριό του μοιάζει να αρχίζει να συρρικνώνεται. Έστω και αν ένας μείζων διανοούμενος του «ελευσόμενου κομμουνισμού», ο Αλαίν Μπαντιού, θα εξισώσει τα δύο στρατόπεδα θέτοντας το πρόβλημα με τους ακόλουθους όρους: «το πολεμικό ζεύγος των κυρίαρχων κρατών και των φασιστικοποιημένων Ληστών, που έχουν κοινό συμφέρον να διαδίδουν σε όλον τον κόσμο μια πολεμική υποκειμενικότητα»[12]. Ο τρίτος δρόμος, ένας κάποιος τρίτος δρόμος πάντα συγκινεί, ακραίους και λιγότερο ακραίους που αποσιωπούν ή υποτιμούν τον ιδεολογικό παράγοντα, δηλαδή μία ορισμένη μορφή θρησκευτικού φανατισμού ως πρωτογενές πλαίσιο για το τρομοκρατικό φαινόμενο. Ούτε λίγο ούτε πολύ, με βάση τις ανωτέρω προσεγγίσεις, οι ισλαμιστές τρομοκράτες δεν ήταν παρά παραστρατημένοι νεαροί, «ληστές», «χαμένα» παιδιά χωρίς ιδεολογία, όπως θα γραφεί σε ένα παραληρηματικό άρθρο στη Liberation, που με πρόσχημα μια φανταστική κινηματογραφική ιστορία (Lacombe Lucien)[13] αυτή θα αναχθεί σε «ιστορικό παράδειγμα» και, από εκεί, σε ερμηνευτικό μοντέλο για τους λόγους που ωθούν στην ένταξη στην τρομοκρατία.  

 

Μανιφέστα

Είναι μάλλον μάταιο να αναζητήσει κάποιος επανιδρυτικά μανιφέστα ατόφιου ιδεολογικού μίσους που, με τη συνοδοιπορία του νεο-χριστιανικού μιζεραμπιλισμού που τους προσιδιάζει, αναθεμελιώνουν αυτή τη διαρκή υποτροπή, ανακαινίζοντας την κατεστημένη εξεγερσιακή κουλτούρα «κατανόησης» μιας πολύ προσδιορισμένης τρομοκρατικής παράνοιας. Είναι αρκετά. Πάντως, αν θα έπρεπε να επιλεχθεί κάποιο τέτοιο μανιφέστο, ασφαλώς δεν θα μπορούσε εύκολα να παρακαμφθεί το ακόλουθο, που επανεισάγει, επικαιροποιώντας τη, την επαναστατική προοπτική, μείγμα τριτοκοσμισμού, ψευδο-αντιρατσισμού, πολιτισμικού διαφορισμού και αντισημιτισμού. Έτσι, το Σεπτέμβριο του 2014, το Ίδρυμα Φραντς Φανόν στη Γαλλία θα δημοσιεύσει στην ιστοσελίδα του κείμενο στο οποίο τα κλασικά αντιδυτικά και αντισημιτικά κλισέ επανενεργοποιούνται μεταφραζόμενα στη συγκαιρινή θυματική ιδεολογία, «όπου “οι μουσουλμάνοι” (ή οι “Άραβες”) αντικαθιστούν τους “λαούς του Τρίτου Κόσμου” στη θέση του μείζονος θύματος»[14]:

 

Ο αενάως επαναλαμβανόμενος προσδιορισμός περί «βαρβαροτήτων», που διαπράττονται από «βαρβάρους», απαντά στη θέληση απανθρωπισμού των αυτουργών αυτών των ωμοτήτων. Ωθούμενοι εκτός των ορίων του Πολιτισμού, δεν αποτελούν πλέον υποκείμενα του κοινού δικαίου και δεν υπάγονται πλέον στους κοινούς νόμους. Ο στόχος της λευκής προπαγάνδας, σύμφωνα με τις κατεστημένες χρήσεις της και τις δοκιμασμένες παραδόσεις της, συνίσταται στο να καταγγέλλει τη μοναδική βαρβαρότητα του «άλλου» που παρουσιάζεται ως αδιαφοροποίητη ολότητα ώστε να υποταχθεί με καλύτερους όρους ή να εξοντωθεί, εκτός από τους εγκληματίες, μια ολόκληρη κοινωνία. Ή, όπως στην περίπτωση του Ιράκ και της Συρίας, να καταστραφούν κράτη. Αυτές οι μιντιακές δολοφονίες παρουσιάζονται από τα όργανα της προπαγάνδας ως ανορθολογικές πράξεις μιας ριζικής ετερότητας, σχεδόν εκτός του ανθρώπινου ορίου. Αλλά και πολύ περισσότερο […][, αυτές οι ωμότητες [παρουσιάζονται] ως συστατικές μιας εθνοτικο-θρησκευτικής σφαίρας, του ισλάμ, που παρά τις γλωσσικές αποχρώσεις, παραμένει ουσιωδώς επικίνδυνο, σχεδόν ακατανόητο και συστηματικά αντιτιθέμενο σε μία Δύση της οποίας, εξ υποστάσεως και εξ ορισμού, οι ουμανιστικές αξίες ορίζονται ανώτερες από όλες τις άλλες […]. Αυτά τα επιχειρήματα μιας ουσιοκρατικής προπαγάνδας, που αποσκοπούν να διαβολοποιήσουν ολόκληρες κοινότητες, είναι απαίσια και ηλίθια […] Ο θάνατος, από τηλεκατευθυνόμενους πυραύλους και «έξυπνες» βόμβες, πέντε παιδιών της Γάζας δεν είναι «βαρβαρότητα»; Όπως και ο βομβαρδισμός σχολείων που τελούν υπό την διαχείριση του ΟΗΕ δεν είναι τίποτα άλλο από παράπλευρες απώλειες χειρουργικών χτυπημάτων[15].

 

Λάιτ παραλλαγές μέρους αυτής της λογικής τις συναντάμε σε έναν διάχυτο αξιακό σχετικισμό στο εσωτερικό τμημάτων της ευρωπαϊκής πληθυντικής Αριστεράς, που αναζητεί τα κοινωνικά της ερείσματα στο κοινωνιολογικό κέντρο. Στη σκληρή του εκδοχή, αυτό το μανιφέστο ταυτοποιείται, σε ό,τι αφορά τη Γαλλία, και στο Κόμμα των Ιθαγενών της Δημοκρατίας (PIR), το οποίο αντιπαλεύει «όλες τις μορφές επεκτατικής, αποικιοκρατικής και σιωνιστικής κυριαρχίας που θεμελιώνουν τη λευκή πρωτοκαθεδρία σε διεθνή κλίμακα»[16]. Η κουλτούρα της άκρας Αριστεράς, καθώς και αυτή της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αν δεν ταυτίζεται απολύτως, δεν μένει ανεπηρέαστη, το αντίθετο, από μία τέτοια εθνοτικοποίηση του κοινωνικο-πολιτικού δεσμού. Μάλιστα, όπως είδαμε, η τήρηση ίσων αποστάσεων ανάμεσα στην ισλαμιστική τρομοκρατία και τη Δύση, αρκετά συχνά, γέρνει προς την καταδίκη της δεύτερης ως μοναδικής «αιτίας» του κακού, παίρνοντας έτσι διαζύγιο αυτή η Αριστερά από όλους εκείνους που υποτίθεται ότι θέλει να εκπροσωπεί, δηλαδή το λαό. Τον σημερινό λαό, τους «κομμουνάρους» που διασκέδαζαν στο Μπατακλάν, για να παραφράσουμε ελαφρώς σχετική δημοσιογραφική διατύπωση, και οι οποίοι δεν μπορούν να καταλάβουν τη «διαλεκτική» λογική των νεο-κομμουνιστών. Σημεία των καιρών, που προδρομικά τα είχε επισημάνει ο Πασκάλ Μπρυκνέρ:

 

παλιότερα, ο εξεγερμένος ήταν ένας άνθρωπος του λαού που ήθελε να μπει στο μάτι του αστού∙ τώρα, είναι ένας αστός που θέλει να μπει στο μάτι του λαού[17]

 

Η σημαία και τα σύνορα

Είναι πολύ δύσκολο να προβλέψει κάποιος αν αυτή η αναγκαστική στροφή στα πάθη και στις ιδέες, προς μία ριζική, πολεμική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας από την πλευρά φιλελεύθερων, δημοκρατικών και αριστερών κυβερνητικών ελίτ θα έχει επιτυχία, ούτε μπορεί να αναμετρήσει κανείς εύκολα το κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Πολύ δύσκολο είναι επίσης να προβλεφθούν ενδεχόμενες εκτροπές (κάποιοι σχολιαστές, μέσα από στήλες δεξιών μάλιστα περιοδικών, εκφράζοντας την έκπληξή τους για τη στροφή 180μοιρών της κυβερνητικής πολιτικής σε θέματα «ασφάλειας», έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν λόγο για «μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης»)[18], τις κληρονομιές που αυτή θα αφήσει, όχι μόνο στο πεδίο της λειτουργίας των κρατικών μηχανισμών, αλλά και, κυρίως, των μαζικών συμπεριφορών. Όπως κι αν έχει, οι ελίτ έχουν να κάνουν στο εξής με μια παράδοξη επιστροφή, αυτή του έθνους ως κοινότητας πολιτών, της Δημοκρατικής Πολιτείας, του αισθήματος του συνανήκειν σε ένα δημοκρατικό έθνος, με σημαία και σύνορα. Προνομιακό πεδίο ώς τώρα της άκρας δεξιάς. Για τον ιστορικό Πιέρ Νορά, πρόκειται για μια καλοδεχούμενη επιστροφή, ώστε «τα εθνικά σύμβολα να ξεφύγουν από τη Δεξιά και την άκρα Δεξιά και να επανέλθουν σε ολόκληρο το έθνος»[19]. Μαζί με τον πατριωτισμό ως συναίσθημα, το έθνος επέστρεψε με τη σημαία του και τα σύνορά του, αλλά και τις αυξημένες, έκτακτες, εξουσίες του κράτους. Ο πολιτολόγος Λωράν Μπουβέ θα αποδώσει νομίζουμε το μέτρο της ιδεολογικής και πολιτικής πρόκλησης που εξ αντικειμένου απευθύνεται προς όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις: ενώπιον της ευρωπαϊκής αποτυχίας, θα γράψει ο Μπουβέ, το δημοκρατικό έθνος θα μπορούσε να ξαναγίνει πεδίο (δημοκρατικής) διαβούλευσης και αποφάσεων και τα σύνορα να επαναθέσουν με τρόπο ουσιώδη, και διφορούμενο ταυτόχρονα, το ζήτημα του «πολιτικού»[20]. Τα σύνορα, θα επισημάνει ο Μπουβέ,

 

είναι ό,τι συνδέει ταυτότητα και κυριαρχία, που επιτρέπουν να διασυνδέονται οι τρεις διαστάσεις του λαού με τη σύγχρονη έννοια, αυτού που είναι δρων του πεπρωμένου του μετά τη Γαλλική Επανάσταση: η δημοκρατία, το έθνος και το κοινωνικό. Έτσι, μόνον ένας ελεύθερος λαός, ανεξάρτητος και κυρίαρχος, μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας αλληλεγγύης μεταξύ των μελών του. Είναι ένα αδιαίρετο όλον. Το σφάλμα της ευρωπαϊκής οικοδόμησης όπως αυτή εκτυλίχθηκε ώς τώρα ήταν ότι πίστεψε το αντίθετο. Αυτό το αδιαίρετο όλον δεν είναι εφικτό παρά στο εσωτερικό ενός χώρου οριζόμενου από σύνορα, δηλαδή ενός τόπου ο οποίος διαφοροποιεί το εσωτερικό από το εξωτερικό, με όρους δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, κ.λπ. Πράγμα το οποίο συνεργεί ώστε ένα σύνορο να μην είναι ούτε τοίχος ούτε μη-τόπος. Ένα σύνορο έχει μία πυκνότητα, μία πύκνωση, δεν μπορεί κάποιος να το διαβεί ανώδυνα όπως πηγαίνει για παράδειγμα στην αγορά. Αλλά ένα σύνορο πρέπει να είναι ταυτόχρονα και ένας χώρος που να μπορούμε να τον διαβαίνουμε και προς τις δύο κατευθύνσεις.     

 

 


[1] Le Monde, 22-23/11/2015.

[2] Libération, 16/11/2015.

[3] Le Monde, ό.π.

[4] ό.π.

[5] Pierre-André Taguieff, Une France antijuive? Regards sur la nouvelle configuration judéophobe. Antisionisme, propalestinisme, islamisme,, Παρίσι, CNRS Editions, 2015, σ. 175, 179.

[6] Pierre-André Taguieff, “Le soupcon et la dénonciation remplacent la volonté d’ expliquer et de comprendre”, 25/5/2015, http://philitt.fr/2015/05/25/pierre-andre-taguieff-le-soupcon-et-la-denonciation-remplacent-la-volonte-dexpliquer-et-de-comprendre/

[7] Libération, 19/11/2015. Για μια καταλυτική κριτική στις εν λόγω απόψεις της Μπάτλερ, βλ.  https://lmsti.wordpress.com/2015/11/24/judith-butler-a-paris-ou-limpasse-du-bataclan-2/

[8] GiovanniSartori, Η δημοκρατία σε 30 μαθήματα, mετάφραση (από τα ιταλικά): Σώτη Τριανταφύλλου, Μελάνι, Αθήνα 2015, σ. 93.

[9] Συνέντευξη στην ελβετική εφημερίδα LeTemps, 26/11/2015,  http://www.letemps.ch/monde/2015/11/26/gilles-kepel-13-novembre-resultat-une-faillite-elites-politiques-francaises

[10] Libération, 24/11/2015.

[11] Η υπογράμμιση δική μου.

[12]http://la-bas.org/la-bas-magazine/entretiens/alain-badiou-penser-les-meurtres-de-masse

[14] Pierre-André Taguieff, Une France antijuive?..., ό.π., σ. 187.

[15] Παρατίθεταιστο Pierre-André Taguieff, Une France antijuive?..., ό.π.

[16] Παρατίθεται ό.π., σ. 195.

[17] Pascal Bruckner, La tyrannie de la pénitence. Essai sur le masochisme occidental, Παρίσι, Grasset, 2006, σ. 206.

[18] «Είναι επίσημο, δεν υπάρχει πλέον Αριστερά στην Γαλλία», είναι ένας από τους τίτλους άρθρου που φιλοξενείται στο δεξιό περιοδικό LePoint (28/11/2015), με το οποίο σχολιάζεται η στροφή της γαλλικής κυβέρνησης, http://www.lepoint.fr/politique/c-est-officiel-il-n-y-a-plus-de-gauche-en-france-28-11-2015-1985505_20.php#xtor=CS1-31.

[19] Le Figaro, 27/11/2015.

[20] ό.π.

Ανδρέας Πανταζόπουλος

Επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Βιβλία του: Για το λαό και το έθνος (2001), Η δημοκρατία της συγκίνησης (2002), Η Γαλλία φλέγεται; (2005), Με τους πολίτες κατά του λαού (2006), Ο μαρασμός της σοσιαλδημοκρατίας (2009), Λαϊκισμός και εκσυγχρονισμός 1965-2005 (2011), Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013 (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά