Σάββατο, 02 Ιουνίου 2018

Ο Πολάνσκι ξαναχτυπά

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κινηματογράφος web only
H Εύα Γκριν (αριστερά) και η Εμανουέλ Σενιέρ στη νέα ταινία του Ρομάν Πολάνσκι, Μια αληθινή ιστορία. H Εύα Γκριν (αριστερά) και η Εμανουέλ Σενιέρ στη νέα ταινία του Ρομάν Πολάνσκι, Μια αληθινή ιστορία. Wy Productions

Μια Αληθινή Ιστορία (D'Après Une Histoire Vraie). Έγχρωμο ψυχολογικό θρίλερ γαλλοπολωνικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Ρομάν Πολάνσκι. Σενάριο: Ρομάν Πολάνσκι – Ολιβιέ Ασαγιάς. Πρωταγωνιστούν: Έμανουέλ Σενιέ, Εύα Γκριν, Βενσάν Περέζ. Παραγωγή: Wy Productions, R.P. Productions, Mars Films, France 2 Cinéma, Monolith Films, Belga Productions. Διάρκεια: 100’

Η Ντελφίν Ντεριέ (Εμανουέλ Σενιέ), συγγραφέας σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο, γνωρίζει στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου της την Ελ (Εύα Γκριν), μια μυστηριώδη νέα κοπέλα, βιογράφο διασήμων, που σταδιακά διεισδύει στη ζωή της και καταλαμβάνει την προσωπικότητά της. Πηγαίνει σε εκδηλώσεις στη θέση της Ντελφίν, στέλνει μέιλ σε εκδότες και γνωστούς, δίνει ιδέες ή ακόμα και γράφει η ίδια στη θέση της συγγραφέως. Η Ντελφίν αρχικά βλέπει με θετικό μάτι την Ελ, αλλά στη συνέχεια ξεκινά να νιώθει ασφυκτικά πιεσμένη από αυτήν. Τα πράγματα σύντομα ξεφεύγουν από τον έλεγχο.

Διασκευάζοντας ένα μπεστ-σέλερ μυθιστόρημα της Ντελφίν Ντε Βιγκάν, εν μέρει αυτοβιογραφικό, ο σπουδαίος Ρομάν Πολάνσκι (Chinatown, Ο πιανίστας) παραμένει πιστός σε θεματικά μοτίβα που τον έχουν απασχολήσει στη διάρκεια της φιλμογραφίας του. Από τον εγκλεισμό, που εξέτασε στην Αποστροφή ή τον Ένοικο, έως τα δημιουργικά αδιέξοδα του καλλιτέχνη, ο 85χρονος σήμερα πολωνός σκηνοθέτης επανέρχεται σε μοτίβα που έχει χρησιμοποιήσει, χωρίς ωστόσο να επαναλαμβάνεται ή να αναμασά κλισέ. Δεν αποζητά την πρωτοτυπία, όμως κάνει ένα ψυχολογικό θρίλερ με τον δεξιοτεχνικό τρόπο που μόνο ο ίδιος γνωρίζει.

Το σενάριο, που ο Πολάνσκι έγραψε μαζί με τον γάλλο σκηνοθέτη Ολιβιέ Ασαγιάς (Η Βοηθός), είναι ελαφρώς φλύαρο και ίσως πλατιάζει. Όμως, οι διάλογοι είναι καλογραμμένοι και βοηθούν η ταινία να μη γίνει ποτέ βαρετή. Βέβαια, η μεγαλύτερη αρετή της ταινίας είναι η σκηνοθεσία του Πολάνσκι, ο οποίος, παρά την ηλικία του, βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα. Κινηματογραφεί με δεξιοτεχνία τις σκηνές των διαλόγων, που είναι και οι περισσότερες της ταινίας, κρατώντας τα γκρο πλάνα για τα σημεία εκείνα όπου πρέπει να δοθεί έμφαση στην ψυχολογία των δύο κεντρικών χαρακτήρων. Η πρώτη σκηνή, από τις καλύτερες της ταινίας, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολανσκικής μαεστρίας: με την κάμερα δίπλα στην Εμανουέλ Σενιέ, βλέπουμε τους θαυμαστές που ζητούν υπογραφή από την ηρωίδα, με το πλήθος σε δεύτερο πλάνο να υποδηλώνει ότι η Ντελφίν είναι μια προσωπικότητα βεληνεκούς. Η εμφάνιση της Ελ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αφού ο σκηνοθέτης φροντίζει να τη φιλμάρει σε κοντινά πλάνα και σε κοντρ-πλονζέ, υποδηλώνοντας την κυριαρχία της νεαρής κοπέλας πάνω στη συγγραφέα. Ήδη έχουν μπει τα θεμέλια του μύθου, και έχουν σκιαγραφηθεί οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων. Πολύ καλές είναι, τόσο σε αυτήν όσο και σε όλες τις άλλες σκηνές, οι ερμηνείες της Σενιέ και της Γκριν, με την τελευταία να κλέβει άνετα την παράσταση.

Το θέμα της ταινίας, που κατά βάση είναι το αδιέξοδο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο και έχει εξεταστεί σε πολλές ταινίες, όμως αυτό δεν σημαίνει πως παύει να είναι ενδιαφέρον. Καλοδεχούμενη λοιπόν κάθε προσπάθεια για μια νέα προσέγγιση, με τον Πολάνσκι να το προσεγγίζει μέσα από μια κλασικότροπη, αλλά άκρως προσωπική ματιά. Η ταινία δεν πρέπει όμως να διαβαστεί μόνο σε αυτό το επίπεδο, καθώς θέτει και άλλα ζητήματα στο μικροσκόπιο, όπως τον εγκλεισμό, την αυτοκαταστροφική φύση του καλλιτέχνη, τα όρια ανάμεσα στο θαυμασμό και τη σεξουαλική έλξη. Είναι ομολογουμένως μια ταινία που δεν προορίζεται για εύκολη κατανάλωση και απαιτεί από το κοινό της υπομονή και απόλυτη υποταγή στη ροή της αφήγησης προτού ξεδιπλώσει όλα τα χαρτιά της. Σε όποιον όμως επιλέξει να ακολουθήσει τον Πολάνσκι στη διαδρομή αυτήν, ο σκηνοθέτης επιφυλάσσει μια συναισθηματική ανταμοιβή στο ανατριχιαστικό φινάλε.

Αξιοποιώντας στο έπακρο τις ερμηνευτικές δυνατότητες των ηθοποιών του, ο πολωνός δημιουργός μπαίνει βαθιά στην ουσία των χαρακτήρων του. Και οι δύο ηρωίδες είναι πλάσματα με σάρκα και οστά, με τις θετικές και τις αρνητικές πτυχές τους. Ο Πολάνσκι γνωρίζει πώς να αποδίδει στην οθόνη τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ηρώων του με τρόπο καθαρά κινηματογραφικό (ας μην ξεχνάμε τι έκανε στην Αποστροφή). Έτσι, ακόμα κι οι σκηνές όπου η Εμανουέλ Σενιέ είναι μόνη της και σκέφτεται αποκτούν ενδιαφέρον, χάρη στην ευρηματικότητα της σκηνοθεσίας. Για παράδειγμα, στη σκηνή όπου η Σενιέ κάθεται μόνη σε ένα παγκάκι, το συναίσθημα που ο σκηνοθέτης επιδιώκει να απεικονίσει είναι η μονοτονία και η πλήξη της ηρωίδας. Τοποθετεί, λοιπόν, στο βάθος του κάδρου ένα παιδάκι να κάνει γκελάκια με μια μπάλα ποδοσφαίρου, μια κίνηση επαναλαμβανόμενη μέχρι αηδίας. Έτσι, ό,τι κι αν γίνει ή αν ειπωθεί στο εξής, ο Πολάνσκι έχει αποδώσει τον ψυχισμό της ηρωίδας του.

Σε αντίθεση με τα περισσότερα σύγχρονα γαλλικά ψυχολογικά θρίλερ, που εκκινούν από μια καλή ιδέα αλλά την εξαντλούν σύντομα και μετά δεν ξέρουν πού να βάλουν τελεία, η ταινία του Πολάνσκι δεν μένει ποτέ από καύσιμα. Όπως όλες οι ταινίες του σκηνοθέτη, η σοβαρότητα των καταστάσεων υπονομεύεται διαρκώς από πινελιές κυνισμού. Οι εκπλήξεις κλιμακώνονται, για να καταλήξουν σε ένα ευρηματικό τέλος, που ολοκληρώνει υπέροχα τον στοχασμό της ταινίας. Δε θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, για να μη χαλάσω την απόλαυση της ταινίας σε όποιον δεν την έχει δει ακόμα. Όμως πρέπει να πω πως όσο πλησιάζουμε προς το τέλος τόσο διαπιστώνουμε πως αυτό που έχει κατά νου ο Πολάνσκι είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο από αυτό που αρχικά υποψιαζόμασταν. Ο δαιμόνιος Πολωνός μας αφήνει να πιστέψουμε πως έχουμε καταλάβει τι συμβαίνει, για να ανατρέψει τα πάντα λίγο πριν από το τέλος.

Σίγουρα δεν είναι η καλύτερη ταινία του Πολάνσκι και δεν αποτελεί ό,τι πιο πρωτότυπο έχει υπογράψει ο σκηνοθέτης. Οι σφόδρα αρνητικές κριτικές που έχει δεχτεί, όμως, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με τίποτα. Ο Ρομάν Πολάνσκι παραμένει μάστορας της κινηματογραφικής αφήγησης, που ξέρει να αφηγηθεί μια συναρπαστική ιστορία. Η νέα του ταινία το αποδεικνύει περίτρανα, διαψεύδοντας όσους τον θεωρούσαν τελειωμένο. Ο μυθικός γερόλυκος του σινεμά είναι ακόμα εδώ!

Βαγγέλης Βίτσικας

Φοιτητής στο τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά