Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Κάθε γενιά έχει τον δικό της πόλεμο

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κινηματογράφος web only
Τιμώντας έναν νεκρό του πολέμου. O Λόρενς Φίσμπερν, ο Στιβ Καρέλ και ο Μπράιαν Κράνστον, σε μια σκηνή της ταινίας "Η τελευταία σημαία". Τιμώντας έναν νεκρό του πολέμου. O Λόρενς Φίσμπερν, ο Στιβ Καρέλ και ο Μπράιαν Κράνστον, σε μια σκηνή της ταινίας "Η τελευταία σημαία". Wilson Webb

Η τελευταία σημαία (Last flag flying). Έγχρωμη κοινωνική ταινία, αμερικανικής παραγωγής 2017, σε σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ. Πρωταγωνιστούν: Μπράιαν Κράνστον, Λόρενς Φίσμπερν, Στιβ Καρέλ. Παραγωγή: Amazon Studios, Big Indie Pictures, Cinetic Media. Διάρκεια: 125’.

Δεκέμβριος 2003. Ο Λάρι "Ντοκ" Σέπαρντ  (Στιβ Καρέλ), βετεράνος πεζοναύτης του Βιετνάμ, βρίσκει δύο παλιούς του συμπολεμιστές, τον Σαλ (Μπράιαν Κράνστον), που έχει γίνει μπάρμαν, και τον Μίλερ (Λόρενς Φίσμπερν), ιερέα πλέον μιας τοπικής ενορίας, και τους ενημερώνει πως ο 21χρονος γιος του σκοτώθηκε στο Ιράκ. Ζητά από τους παλιούς του φίλους να τον συνοδεύσουν στην παραλαβή του πτώματος του γιου του και ακολούθως στην κηδεία του. Το ταξίδι τους θα δώσει αφορμές για μια ανασκόπηση, αναπολήσεις στα περασμένα και τη συνειδητοποίηση πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται.

Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, έχοντας αποδείξει ότι είναι ικανός για μεγάλες ταινίες (το Μεγαλώνοντας του 2014 ήταν απλά το αποκορύφωμα μιας σοφής φιλμογραφίας), ήδη θεωρείται ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου και ένας από τους ελάχιστους που δεν λιβανίζουν αυτή την ταμπέλα σαν διαπιστευτήριο ποιότητας για τις ταινίες τους. Με βασικές θεματικές το πέρασμα του χρόνου, την ενηλικίωση, την ομορφιά της απλότητας και της στιγμής, τα ερωτικά συναισθήματα που ποτέ δεν εκφράζονται και τον αντίκτυπο του παρελθόντος στις ζωές των ανθρώπων, ο 58χρονος αμερικανός σκηνοθέτης έχει παραδώσει ταινίες πολλών διαφορετικών ειδών, κάποιες πολύ καλές, κάποιες όχι και τόσο και κάποιες αριστουργηματικές. Στο νέο του φιλμ, το 18ο προσωπικό του, διασκευάζει ένα μυθιστόρημα του Ντάριλ Πόνισκαν – το Τελευταίο Απόσπασμα, ένα παλιότερο μυθιστορημά του, έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο από τον Χαλ Άσμπι, σε μια από τις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας του 1970. Λειτουργώντας σαν άτυπο σίκουελ, το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε η νέα δημιουργία του Λινκλέιτερ αφηγείται και πάλι την πορεία τριών (πρώην αυτή τη φορά) στρατιωτικών. Πάνω στη λογική ενός roadmovie, ο Λινκλέιτερ παραδίδει άλλη μια ταινία όπου οι κεντρικοί χαρακτήρες επιδίδονται σε μακρές συνομιλίες που μπαίνουν στην ουσία της ύπαρξής τους και αποκαλύπτουν κρυμμένες πτυχές του εαυτού τους.

Το σενάριο, υπογεγραμμένο από τον Λινκλέιτερ και τον ίδιο τον Ντάριλ Πόνισκαν είναι λαλίστατο, πολύ κοντά στην τριλογία Πριν... του Λινκλέιτερ. Οι διάλογοι ξεκινούν από το ασήμαντο, το πιο ελαφρύ, για να φτάσουν κλιμακωτά στην ψυχανάλυση και την εξομολόγηση. Χωρίς ανατροπές και εξάρσεις, οι δύο σεναριογράφοι χτίζουν ένα ήσυχο δράμα χαρακτήρων που βασίζεται κατά κύριο λόγο στο διάλογο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς αρέσκεται να δομεί μια σκηνή ο Λινκλέιτερ είναι η πρώτη σκηνή του φιλμ, όπου ο Ντοκ φτάνει στο μπαρ του Σαλ και γίνεται η πρώτη αναγνώριση της ταινίας. Σκηνοθετημένη λιτά και με στιβαρότητα, η σκηνή θέτει από νωρίς σε λειτουργία σχεδόν όλα τα δεδομένα του μύθου: η σχέση των δύο πρωταγωνιστών, το παρελθόν τους και η ατμόσφαιρα γύρω τους. Σκηνοθετικά, ο Λινκλέιτερ δεν επιδιώκει να πρωτοτυπήσει (ποτέ δεν έκανε εξεζητημένες ταινίες, άλλωστε), αλλά επιδιώκει να υπηρετήσει με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο τις μεγάλες διαλογικές σκηνές του. Η αλήθεια είναι πως στο παρελθόν τα έχει καταφέρει καλύτερα, καθώς μπορούμε να διακρίνουμε μια αίσθηση μονοτονίας, που καθιστά κάποιες σκηνές φλύαρες και κουραστικές. Ωστόσο, υπάρχουν στον αντίποδα αυτών των σκηνών άλλες, όπου τα πρόσωπα των ηθοποιών αρκούν για να μαγνητίσουν το βλέμμα. Σε αυτό αποφασιστικής σημασίας είναι οι εξαιρετικές ερμηνείες των τριών πρωταγωνιστών: του υποτιμημένου Στιβ Καρέλ, σε έναν από τους λίγους δραματικούς ρόλους του (αλλά και στον καλύτερο, ίσως, ρόλο της καριέρας του), του Μπράιαν Κράνστον και του Λόρενς Φίσμπερν. Ειδικά ο Καρέλ είναι σπαρακτικός, παραδίδοντας μια ερμηνεία που θα έπρεπε να προσεχθεί περισσότερο.

Η ταινία έχει ξεκάθαρη πολιτική στόχευση και υπάρχουν σημεία στα οποία νιώθεις πως μπορεί ο Λινκλέιτερ να χάσει τον έλεγχο και να κυλήσει στο διδακτισμό. Καταφέρνει, εν τούτοις, να συγκρατηθεί και να προτάξει την αληθινή συγκίνηση έναντι των «μηνυμάτων». Σαφώς αυτό που ο Λινκλέιτερ δηλώνει απερίφραστα είναι η αποστροφή του απέναντι σε μια Ιστορία που ανακυκλώνεται, καταδικάζοντας γενεές νέων ανθρώπων σε θάνατο χωρίς λόγο και χωρίς σκοπό. Όπως ξεκάθαρα λέει ο Σαλ σε μια σημαντική σκηνή της ταινίας, «κάθε γενιά έχει τον δικό της πόλεμο». Ο Λινκλέιτερ, όμως, θέτει το ερώτημα της σκοπιμότητας αυτών των πολέμων, φέρνοντας την Αμερική αντιμέτωπη με την ιστορία της. Θέμα όχι πρωτότυπο, βέβαια, μια και ουκ ολίγες ταινίες το έχουν θίξει, αλλά οπωσδήποτε επίκαιρο και σημαντικό. Ο ήρωας που ενσαρκώνει ο Καρέλ έρχεται αντιμέτωπος με το νόημα της ζωής του, όταν ο γιος του πέφτει νεκρός σε μια έρημο που ποτέ του δεν είχε ξανακούσει, ακριβώς όπως θα μπορούσε να το είχε πάθει κι ο ίδιος όταν πολεμούσε στο Βιετνάμ, σε μια ζούγκλα άγνωστη, εχθρική και επικίνδυνη. Ποιος ήταν ο λόγος που κάθε γενιά θυσιάζεται χωρίς αιτία;

Η ταινία του Λινκλέιτερ δυστυχώς δεν εμβαθύνει τόσο όσο θα μπορούσε. Οι διάλογοι είναι μεν καλογραμμένοι, μερικές φορές όμως δεν λειτουργούν αρμονικά με το σύνολο και μοιάζουν κάπως ξεκρέμαστοι. Αν δεν είχε τις ερμηνείες τριών εξαίρετων ηθοποιών, ίσως ο Λινκλέιτερ να είχε κάνει μια από τις λιγότερο καλές ταινίες του. Θεματολογικά, πάλι, μπορεί ο αμερικανός σκηνοθέτης να έχει καλές προθέσεις και να ασχολείται με ένα ζήτημα που δυστυχώς δεν θα πάψει ποτέ να είναι επίκαιρο, αδυνατεί όμως να πάει τόσο βαθιά στην ουσία του προβλήματος όσο αντίστοιχες ταινίες της δεκαετίας του 1970.

Όλα αυτά, όμως, αποτελούν αντιρρήσεις που κάμπτονται μπροστά στην εντιμότητα της ταινίας. Ακόμα κι αν υπάρχουν απλοϊκά σημεία, αδύναμες σκηνές και κατά τόπους φλυαρία, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πως ο Λινκλέιτερ έχει σκοπό να προβληματίσει και να δώσει τροφή για σκέψη. Η Τελευταία Σημαία είναι μια ταινία ειλικρινής απέναντι στον εαυτό της και το κοινό της.

Συνολικά, θα λέγαμε ότι η νέα ταινία του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ ικανοποιεί αλλά δεν συναρπάζει. Είναι μια καλή ταινία, που υστερεί απέναντι σε προηγούμενες δουλειές του δημιουργού της. Θα θέλαμε μετά το Μεγαλώνοντας και το Όλοι θέλουν από λίγο κάτι καλύτερο. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, το φιλμ έχει την ικανότητα να προσελκύσει και να βάλει το θεατή στον κόσμο του. Αποφεύγοντας μελοδραματισμούς και οποιονδήποτε στόμφο, ο Λινκλέιτερ παραδίδει ένα έργο που φέρνει γνήσια συγκίνηση. Δεν την εκβιάζει, δεν την πιέζει, δεν ικετεύει γι’ αυτήν. Είναι μια ταινία γενναία και λιτά σπαρακτική.

Βαγγέλης Βίτσικας

Φοιτητής στο τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Μια φορά ήταν ένας μόνος του Ένα νουάρ στο μέλλον

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά