Τετάρτη, 02 Μαΐου 2018

Μια χαμένη ευκαιρία

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κινηματογράφος
Η Eili Harboe και η Kaya Wilkins στη Θέλμα (2017) Η Eili Harboe και η Kaya Wilkins στη Θέλμα (2017) SF Studios

Θέλμα (Thelma). Έγχρωμη γαλλο-νορβηγο-δανέζικη ταινία μυστηρίου, παραγωγής 2017, του Γιόακιμ Τρίερ. Διανομή: Seven Films. Διάρκεια: 116΄.

Η Θέλμα, πρωτοετής φοιτήτρια Βιολογίας και κόρη θρησκόληπτου επαρχιακού γιατρού, γνωρίζει στη σχολή της την Άνια, ελκυστική φοιτήτρια Χημείας, που της ξυπνά ερωτικό πάθος και διάθεση για αμαρτία, θέτοντας υπό αμφισβήτηση όσα της έχουν επιβάλλει οι γονείς της. Συγχρόνως, αρχίζει να παρουσιάζει περίεργες κρίσεις, που δε φαίνονται να είναι επιληψία ούτε όγκος. Σύντομα θα μάθουμε ότι η Θέλμα κρύβει κάποια μυστικά που σχετίζονται με το παρελθόν της οικογένειάς της.

Το τέταρτο φιλμ του Νορβηγού σκηνοθέτη Γιόακιμ Τρίερ (καμία συγγένεια με τον Δανό Λαρς φον Τρίερ) , που ακολουθεί το αγγλόφωνο "Ο Ήχος της Σιωπής" (2015), είναι ένα ερωτικό θρίλερ με έντονο υπερφυσικό στοιχείο. Η αλήθεια είναι ότι τέτοιου είδους ιστορίες ο κινηματογράφος έχει αφηγηθεί πολλές, όπως επίσης και η τηλεόραση. Εντούτοις, η "Θέλμα" έχει μια δική της προσέγγιση στα θέματα με τα οποία ασχολείται, και κατορθώνει να επιβάλλει δικούς της ρυθμούς στο θεατή από το πρώτο κιόλας πλάνο. Η εικαστική αξία των κάδρων της είναι αδιαμφισβήτητη, όπως και το ταλέντο του Τρίερ, που αποτελεί ένα από τα πλέον ελπιδοφόρα ονόματα του σύγχρονου σκανδιναβικού σινεμά. Οπωσδήποτε, η "Θέλμα" δεν θέλει να είναι ένα ακόμα θρίλερ κακής τηλεοπτικής αισθητικής (τέτοια μας έχει δώσει πολλά τόσο το Χόλιγουντ όσο και η Σκανδιναβία), αλλά μια πρωτότυπη προσθήκη στο είδος. Ως προς αυτό, μάλλον τα καταφέρνει.

Παρ' όλα αυτά, καμιά πρωτοτυπία δεν είναι εξ ορισμού καλοδεχούμενη, τουλάχιστον όχι αν δεν συνοδεύεται από μια σωστή εκτέλεση. Και στη "Θέλμα" τίποτα δε φαίνεται να έχει πάει καλά, πέρα από την κεντρική, ενδιαφέρουσα ιδέα. Τα προβλήματα ξεκινούν από το σενάριο, που ο Τρίερ έγραψε σε συνεργασία με τον συμπατριώτη του σεναριογράφο και σκηνοθέτη Έσκιλ Βογκτ. Πλατειάζοντας σε ουκ ολίγα σημεία και σχεδόν αδιαφορώντας να καταστήσει σαφές, έστω και μέσω υπονοουμένων, στο κοινό το είναι και το ποιόν της ηρωίδας, το κείμενο των Βογκτ και Τρίερ θα μπορούσε να διασώσει τις τρύπες του μόνο μέσα από μια στιβαρή σκηνοθετική προσέγγιση. Ούτε εδώ, όμως, τα καταφέρνει ο Τρίερ, καθώς υποκύπτει στο σύμπτωμα πολλών παραγωγών του σκανδιναβικού κινηματογράφου. Τραβώντας στα άκρα το στιλιζάρισμα, καταλήγει σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "υπερσκηνοθεσία". Σκηνοθετεί τόσο φανερά που είναι αδύνατον το κοινό να εμπλακεί συναισθηματικά, εφόσον ο ίδιος ο αφηγητής της ιστορίας φαίνεται πιο αποστασιοποιημένος από κάθε άλλον. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις αμήχανες και επαναλαμβανόμενες ερμηνείες των ηθοποιών και μια τάση προς τον εντυπωσιασμό (οι περίτεχνες κινήσεις της κάμερας, οι ονειρικές σεκάνς, τα εφέ), καθιστούν την ταινία κουραστική, κενή από συναισθηματικές ανταμοιβές.

Αποκλείοντας το ευρύ κοινό από το σύμπαν της ταινίας του, ο Τρίερ φαίνεται να επιδιώκει το εξεζητημένο, προκειμένου να δείξει την καλλιτεχνική του αξία. Δεν αμφισβητούμε ότι έχει να πει πράγματα και ότι υπάρχουν σκέψεις πίσω από το σενάριο. Ωστόσο, η ουσία της ταινίας του έρχεται δεύτερη μπροστά στην αγωνία να εντυπωσιάσει και σε τελική ανάλυση χάνει το ενδιαφέρον της. Η σεξουαλική αφύπνιση, η ενηλικίωση και θρησκευτική καταπίεση είναι θέματα που ποτέ δεν παύουν να κινούν τον ενδιαφέρον, όμως έχουν εξεταστεί πολλάκις από το σινεμά και αν δεν έχεις κάτι καινούργιο να πεις, καλύτερα να μην ασχοληθείς καθόλου. Ο Τρίερ δεν πετυχαίνει να μπει βαθιά στην ουσία των πραγμάτων και αυτά που λέει φαντάζουν απλοϊκά και επιπόλαια. Χώρια που, όταν έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης, τίποτα δεν είναι τόσο συγκλονιστικό όσο πιστεύαμε βλέποντας το φιλμ. Το φινάλε βασίζεται σε μια ιδέα μάλλον υπερβολική, τραβηγμένη από τα μαλλιά.

Οφείλουμε, φυσικά, να αναγνωρίσουμε στον Τρίερ ότι έχει φτιάξει χαρακτήρες με σάρκα και οστά και ότι δεν κάνει διακρίσεις σε καλούς και κακούς. Ωστόσο, αυτοί οι χαρακτήρες δε συνοδεύονται από μια εξίσου ενδιαφέρουσα κατάσταση, που θα έκανε την ταινία δραματουργικά δυναμικότερη. Δε θέλουμε να αποκαλύψουμε πράγματα που ο σκηνοθέτης επιφυλάσσει για το τέλος, αλλά θα ήταν καλό να μην περιμένετε πολλά. Η αίσθηση του "πολύ κακό για το τίποτα" θα σας συνοδεύει στην έξοδό σας από την αίθουσα και σύντομα θα διαπιστώσετε ότι ελάχιστα πράγματα αξίζει κανείς να θυμάται από τη "Θέλμα". Και σε αυτά σίγουρα δεν ανήκουν η έως και ενοχλητική ηχητική μπάντα της ή τα εκνευριστικά φωτιστικά εφέ της.

Εκεί, όμως, που η ταινία χάνει ολοκληρωτικά το παιχνίδι είναι όταν επιλέγει να υιοθετήσει μια βαριά, σοβαροφανή επικάλυψη. Χωρίς ίχνος χιούμορ, η "Θέλμα" χάνει την ευκαιρία της να μετατραπεί έστω σε μια ένοχη απόλαυση, σε μια καλτ προσθήκη στο είδος του ερωτικού θρίλερ ή, γιατί όχι, σε μια θαυμάσια, ψυχαγωγική αλλά και σκεπτόμενη, ταινία όπως αυτές που γυρίζονταν στη σαφώς πιο πολιτικά ανορθόδοξη δεκαετία του 1970. Αντίθετα, ο Τρίερ προτιμά να πάρει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά, να καμωθεί τον ψυχαναλυτή και να επιχειρήσει να υποβάλλει το κοινό σε έναν υπνωτιστικό ρυθμό. Βεβαίως, αποτυγχάνει παταγωδώς.

Τελικά, η "Θέλμα" είναι η έως τώρα λιγότερο αξιομνημόνευτη προσφορά του Γιόακιμ Τρίερ στην Έβδομη Τέχνη. Ο Νορβηγός δημιουργός έχει δεξιότητες και κατέχει την τεχνική, μπορεί όμως να γίνει καλύτερος αφηγητής και να δώσει στο εξής μεγαλύτερη σημασία στην ουσία των ταινιών του. Γιατί αν για κάτι μένει η "Θέλμα" στο νου, αυτό είναι οι ευκαιρίες που αφήνει να πάνε χαμένες.

Βαγγέλης Βίτσικας

Φοιτητής στο τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά