Τρίτη, 01 Μαΐου 2018

Γιαπωνέζικη ραψωδία

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κινηματογράφος web only
Σκηνή από το Νησί των Σκύλων, με έντονη την ιαπωνική επιρροή. Σκηνή από το Νησί των Σκύλων, με έντονη την ιαπωνική επιρροή. Fox Searchlight

Το Νησί των Σκύλων (Isle of Dogs). Έγχρωμη ταινία animationαμερικανογερμανικής παραγωγής 2018, σε σκηνοθεσία Γουές Άντερσον. Διανομή: Odeon. Διάρκεια: 101'

Βρισκόμαστε στην ιαπωνική μεγαλούπολη Μεγκασάκι, είκοσι χρόνια στο μέλλον. Μια αρρώστια έχει πλήξει τα σκυλιά και ο διεφθαρμένος δήμαρχος Κομπαγιάσι διατάζει να απελαθούν όλα σε ένα σκουπιδονήσι, το λεγόμενο Νησί των Σκύλων. Ο ανηψιός του Κομπαγιάσι, Ατάρι, αρνούμενος να αποχωριστεί τον πιστό του σκύλο Σποτς, πηγαίνει μόνος του ώς το νησί για να τον πάρει πίσω. Μαζί με μια παρέα πέντε σκύλων θα ξεκινήσει την αναζήτηση του κατοικιδίου του, ενώ στο Μεγκασάκι οι σκυλόφιλοι προσπαθούν να αποδείξουν ότι η σκυλογρίπη είναι ψέμα, ότι θεραπεία υπάρχει κι ότι ο λόγος που οι αρχές δεν τη δημοσιεύουν είναι ύπουλα συμφέροντα, σχετικά με τη Γιακούζα (η ιαπωνική μαφία).

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από τότε που ο Γουές Άντερσον, ένας από τους πιο επιδραστικούς και ιδιαίτερους σκηνοθέτες της εποχής μας, παρέδωσε με το Ξενοδοχείο Grand Budapest ίσως την καλύτερη ταινία της μέχρι τώρα φιλμογραφίας του, που κοσμείται μεταξύ άλλων από διαμάντια όπως το Ράσμορ, η Οικογένεια Τενενμπάουμ και ο Έρωτας του Φεγγαριού. Όλα τους φιλμ με μια ιδιαίτερη γραφή, αποκλειστικά του Άντερσον, αναγνωρίσιμη από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό κάθε ταινίας. Με τη νέα του ταινία, το Νησί των Σκύλων, η οποία έκανε πρεμιέρα στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου όπου απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας, επανέρχεται στην τεχνική του stop-motionanimation, την οποία είχε χρησιμοποιήσει με επιτυχία στον Απίθανο Κύριο Φοξ (2009). Ωστόσο, η ταινία του δεν είναι απλώς μια ταινία για παιδιά (άλλωστε δεν προβάλλεται μεταγλωττισμένη, αλλά με υπότιτλους) και σίγουρα δεν παύει να είναι μια ταινία του Γουές Άντερσον: από το ιδιόρρυθμο χιούμορ, που θυμίζει Μπάστερ Κήτον, μέχρι τους αξιοπερίεργους χαρακτήρες, τα πάντα στο Νησί των Σκύλων φέρουν την υπογραφή του Άντερσον. Αποτίοντας φόρο τιμής στο κλασικό ιαπωνικό σινεμά, από τον Ακίρα Κουροσάβα και τον Κέντζι Μιζογκούτσι, ώς τον Μασάκι Κομπαγιάσι και τον Σέιτζουν Σουζούκι, ο Άντερσον υπογράφει μια από τις πιο καλοσκηνοθετημένες και συνάμα ώριμες ταινίες της καριέρας του, τελειοποιώντας την τεχνική του στο stop-motion και κορυφώνοντας τις αισθητικές του αναζητήσεις σε μια εικαστικά πανέμορφη, κινηματογραφικά συναρπαστική δουλειά.

Με βάση ένα καλογραμμένο σενάριο (με τη βοήθεια του σταθερού του συνεργάτη Τζέισον Σουόρτζμαν αλλά και του φίλου του Ρομάν Κόπολα, γιου του σκηνοθέτη Φράνσις Φορντ Κόπολα), ο Άντερσον στήνει μια ευφάνταστη ιστορία, μια απολαυστική περιπέτεια που σε βάζει στη θέση των τετράποδων ηρώων της και σε ταξιδεύει στον πολύχρωμο κόσμο της. Η σκηνοθεσία του, από μόνη της μια υπόκλιση στο σινεμά του Κουροσάβα, βασίζεται στην εξαιρετική σύνθεση των κάδρων, που θυμίζει τα σαμουράι έπη του αξεπέραστου δημιουργού, τους Επτά Σαμουράι (1954) ή το Γιοζίμπο (1961). Σε πρώτο πλάνο η κεντρική φιγούρα του κάδρου, σε δεύτερο η ομάδα ή ένα στοιχείο της φύσης σε κίνηση (το νερό, ο   αέρας, η φωτιά), με ένα οπτικά γοητευτικό αποτέλεσμα. Θαυμάσιος είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο Άντερσον κάνει κινηματογραφικό ακόμα και το πλέον πεζό κομμάτι διαλόγων, προσέχοντας επιμελώς την απόσταση της κάμερας από τους χαρακτήρες και τη γωνία λήψης. Οι χαρακτήρες του δανείζονται τις φωνές τους από διάσημους ηθοποιούς, πολλοί από τους οποίους παλιοί συνεργάτες του Άντερσον. Κρατηθείτε: Μπράιαν Κράνστον, Έντουαρντ Νόρτον, Μπομπ Μπάλαμπαν, Μπίλ Μάρεϊ, Τζεφ Γκόλντμπλαμ, Γκρέτα Γκέργουιγκ, Φράνσις Μακ Ντόρμαντ, Σκάρλετ Γιόχανσον, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Φ. Μάρεϊ Έιμπραχαμ, Γιόκο Όνο, Τίλντα Σουίντον, Κεν Γουατάναμπε, Λιβ Σράιμπερ, Αντζέλικα Χιούστον!

Η ταινία, μολονότι είναι φιλική προς το ευρύ κοινό και μπορεί να συγκινήσει και τους μικρούς σε ηλικία θεατές, τολμά να πάρει κάποια ρίσκα που δεν συναντάμε συχνά στο κινούμενο σχέδιο. Πρώτα απ' όλα, δε φοβάται να υιοθετήσει σε κάποιες σκηνές μια όχι και τόσο «παιδική» εικονογραφία, απεικονίζοντας βία. Επίσης, θίγει ζητήματα πολύ βαθιά, που της προσδίδουν ακόμα και πολιτική διάσταση. Πέρα από τα προφανή μηνύματα περί ζωοφιλίας, οικολογίας και ρατσισμού, η ταινία θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια αλληγορία σχετικά με την ξενοφοβία, τη διαφθορά και την παγκοσμιοποίηση (το φινάλε κάνει ξεκάθαρο κάτι τέτοιο).

Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η ψυχολογική εμβάθυνση στους χαρακτήρες της ταινίας, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο στα σύγχρονα κινούμενα σχέδια. Ο χαρακτήρας του σκύλου Τσιφ είναι ίσως ο πιο "ανθρώπινος" σκύλος στην ιστορία του σινεμά. Ποτέ ξανά ένας χαρακτήρας ζώου δεν εξανθρωπίστηκε τόσο πολύ (με την καλή έννοια) και δεν κατέστη τόσο πολύπλευρος και αντιφατικός (όπως οφείλει να είναι κάθε κινηματογραφικός χαρακτήρας). Η πορεία της εξέλιξής του μέσα στο σενάριο χτίζεται προσεκτικά από τον Άντερσον και τους συνεργάτες του, χωρίς να ξεχνάμε βέβαια τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Όλοι τους είναι πιστοί στο πνεύμα της αντερσονικής φιλμογραφίας, περιθωριακοί, γεμάτοι αντιφάσεις και απελπισία, που όμως ποτέ δεν παίρνεται στα σοβαρά, αλλά μάλλον διακωμωδείται με το διακριτικό, κοφτερό χιούμορ του σκηνοθέτη. Ο Άντερσον, μολονότι πλάθει χαρακτήρες με φιλοσοφικό και υπαρξιακό βάθος, ποτέ δεν κάνει ταινίες που, όπως λατρεύουν να λένε οι κριτικοί, "είναι ένας στοχασμός πάνω..." σε κάποιο θέμα. Πάνω απ' όλα, ο Τεξανός δημιουργός αφηγείται συναρπαστικές ιστορίες μα καθημερινούς ήρωες.

Ως εκ τούτου, κι όπως συμβαίνει σε κάθε φιλμ του Άντερσον, η ταινία του δε γίνεται ποτέ σοβαροφανής, μα ούτε και φάρσα. Τα σοβαρά θέματα εξισορροπούνται από το χιούμορ με το οποίο οι ήρωες (και ο σκηνοθέτης) αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις, και αντίστροφα, κάθε αστείο κρύβει μέσα του μια μελαγχολία και έναν κυνισμό. Δημιουργείται, έτσι, μια θαυμάσια ισορρροπία, που καθιστά τις ταινίες του Άντερσον ένα θεσπέσιο κινηματογραφικό κράμα, όπου ο θεατής μπορεί να βιώσει πλήθος συναισθημάτων, να αναγνωρίσει στους ήρωες κομμάτια του εαυτού του και να ταξιδέψει με τον Άντερσον στον κόσμο που εκείνος θέλει να τον πάει.

Η ταινία διαθέτει πανέμορφες σκηνές ανθολογίας, ενώ έχει ένα αμείωτο σασπένς που σε κάποιες σεκάνς κορυφώνεται δεξιοτεχνικά. Το μουσικό θέμα του Ρουίτσι Σουκαμότο από τους Επτά Σαμουράι εναλλάσσεται με τις γνωστές ροκ εν ρολ νότες που κοσμούν τις ταινίες του Άντερσον, ενώ κάθε πλάνο, ακόμα και τα κοντινά των χαρακτήρων που μιλούν, έχει εικαστική αξία από μόνο του. Επί μέρους μικρές αδυναμίες, σε μια - δυο σκηνές του φιλμ, μπορούν και πρέπει να συγχωρηθούν, μπροστά στο σύνολο, που αποτελεί μια από τις πιο στέρεες και δυνατές δουλειές του Γουές Άντερσον. Είναι κρίμα που αυτός ο σκηνοθέτης δεν κάνει ταινίες πιο συχνά (τουλάχιστον κάθε δύο χρόνια γυρίζει ένα φιλμ), γιατί θα μπορούσαμε να βλέπουμε τα έργα του ξανά και ξανά με την ίδια απόλαυση.

Βαγγέλης Βίτσικας

Φοιτητής στο τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Ένα νουάρ στο μέλλον Η ηχώ των λόγων του

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά