Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Η ηχώ των λόγων του

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κινηματογράφος Πρόσωπα Τεύχος 86
Ο Κωστής Παπαγιώργης από τον Αλέκο Παπαδάτο. Ο Κωστής Παπαγιώργης από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal

Κωστής Παπαγιώργης. Ο πιο γλυκός μισάνθρωπος. Έγχρωμο ντοκιμαντέρ ελληνικής παραγωγής σε σκηνοθεσία της Ελένης Αλεξανδράκη. Διάρκεια: 92’. Διανομή: Feelgood. Πρεμιέρα στις 19 Απριλίου 2018

Πριν από λίγες εβδομάδες, πρωτοπροβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το ντοκιμαντέρ της Ελένης Αλεξανδράκη για τον Κωστή Παπαγιώργη. Η ταινία, που τιμήθηκε με το βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, θα αρχίσει να προβάλλεται στις αθηναϊκές αίθουσες στις 19 Απριλίου 2018. Παρακάτω, καταγράφονται μερικές σκέψεις μετά την προβολή της ταινίας. Aναδημοσίευση από το τεύχος 86 του Books' Journal, Απρίλιος 2018 [ΤΒJ][1]

Υπάρχει μια σκηνή στο ντοκιμαντέρ Κωστής Παπαγιώργης. Ο πιο γλυκός μισάνθρωπος της Ελένης Αλεξανδράκη που εμένα, όπως συνειδητοποίησα εκ των υστέρων, μου εντυπώθηκε περισσότερο από τις άλλες πολλές εντυπωσιακές του σκηνές: η εικόνα των τεσσάρων συμμαθητών του από το γυμνάσιο Χαλανδρίου, καθισμένων δίπλα δίπλα σε καρέκλες και μετά ανεβασμένων σε κερκίδες, να μιλούν γι’ αυτόν. Μεγάλοι σε ηλικία άντρες, με δικές τους σημαντικές προσωπικότητες και ιστορίες, μιλούν χαμηλόφωνα με μια διακριτική συγκίνηση στη φωνή τους για το φίλο που έχασαν και θέλουν, όσο μπορούν, μέσα από τη θύμηση, να ξαναζωντανέψουν. Η εικόνα μου θύμισε χορό αρχαίου δράματος και η αίσθηση του «χορού» που κάνει τον απολογισμό ενός βίου είναι κάτι που επαναλαμβάνεται στην ταινία: Στην Κύμη, οι τρεις παλιοί μαθητές του διδάσκαλου πατέρα του, που όρθιοι, σε στάση σεβασμού, θυμούνται το παιδί-Κωστάκη να ξεχωρίζει, ήδη, με την ιδιαίτερη συμπεριφορά του· στου Οικονόμου, τη γνωστή ταβέρνα των Πετραλώνων, οι γελαστοί τακτικοί θαμώνες της «παρέας της Πέμπτης» – οι συγγραφείς, ποιητές, αρχιτέκτονες κ.λπ. δηλαδή, της παρέας που μαζευόταν εκεί στο θρυλικό “ζουρ-φιξ”· σε ένα αθηναϊκό σαλόνι, οι νεότεροι σε ηλικία διανοούμενοι φίλοι του που μιλούν με πάθος για το έργο του. Αλλά και μεμονωμένα, ένας ένας και μία μία, 35 σημαντικοί και ακριβοθώρητοι συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες, εκδότες, συγγενείς και φίλοι, διάσημοι και μη, στέκονται μπροστά στο φακό για να μιλήσουν με τον τρόπο τους (τρόπο ζωντανό, σπινθηροβόλο, χωρίς ίχνος αγιογραφήματος ή οσμή ναφθαλίνης) για εκείνον που σημάδεψε τις ζωές τους.

Ακούγοντάς τους θυμόμαστε αυτό που τόσο συχνά ξεχνούμε: ότι δεν είμαστε «πλοία που διασταυρώνονται μέσα στη νύχτα»· ότι κάποιες ζωές όχι απλώς μας σημαδεύουν αλλά και μας συμπληρώνουν. Και ότι, όταν αποσύρονται, μένει ένα κενό που δεν θα αναπληρωθεί ποτέ. Γι’ αυτό, όπως το λέει ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς του οποίου η απαράμιλλη, απροσδιόριστη και απερίγραπτη συγκίνηση της φωνής μάς διαπερνά,

Ο Παπαγιώργης έχει το χρόνο με το μέρος του, ενώ ο Κωστής έχει με το μέρος του τον πόνο μας για το χαμό του. Και θα τον έχει, όσο ζούμε.

 

Ένας αγαπητός άνθρωπος

Τον αδόκητο και αιφνίδιο θάνατο του Κωστή Παπαγιώργη, το Μάρτιο του 2014, ακολούθησε μια αρκετά αιφνιδιαστική διαπίστωση: σε μια χώρα όπου η “διασημότητα” εκταμιεύεται και με το παραπάνω, ένας συγγραφέας που δεν εμφανιζόταν ποτέ και πουθενά, δεν έκανε παρουσιάσεις των βιβλίων του, δεν έδινε συνεντεύξεις, ένας συγγραφέας που επιπλέον έγραφε ιδιαίτερα απαιτητικά δοκίμια, ήταν πολύ πιο γνωστός και αγαπητός απ’ όσο ήξεραν ακόμα και εκείνοι που τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν.

Κύματα γνήσιας οδύνης για την απώλεια ενός ανθρώπου του πνεύματος εξέπληξαν όσους νόμιζαν ότι η απώλεια αυτή θα έπληττε μόνο τις γνωστές λογοτεχνικές «παρέες» και τον «ανύπαρκτο επαρκή αναγνώστη, το μάρτυρα, μυθικό πρόσωπο, θεολογική μάσκα ή πλάσμα της φαντασίας μας». Και τώρα, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του, το άρτιο αυτό ντοκιμαντέρ αιφνιδιάζει με μιαν άλλη μοναδικότητα: σε μια χώρα όπου η καλλιτεχνική διχόνοια ανθίζει όσο και η καλλιτεχνική παραγωγή, διανοούμενοι κάθε ηλικίας και νοοτροπίας στήνονται πρόθυμα μπροστά σε μια κάμερα όχι για να προβάλλουν το δικό τους έργο, αλλά για να τιμήσουν εκείνον που με τρόπο σεμνό, σχεδόν ντροπαλό, άγγιξε τις ζωές τους. Και το κάνουν με τρόπο σεμνό, σχεδόν ντροπαλό, και άκρως συγκινητικό.

 

Ο αληθινός Παπαγιώργης

Ποιο έργο μπορεί να «δείξει» έναν άνθρωπο; Μάλλον κανένα. Δεν περιγράφονται οι ζωές των ανθρώπων. Ακόμα και ένα ντοκιμαντέρ, που δεν περιέχει δηλαδή τα λιπαντικά και τα καρυκεύματα της μυθοπλασίας, δεν μπορεί να το κάνει. Ακόμα και με τις πολύτιμες μαρτυρίες των πιο κοντινών του ανθρώπων, ξέρουμε ότι πάντα κάτι μένει φευγαλέο, μια σκιά που θα ξεγλιστρά – και πόσο παραπάνω όταν ο συγκεκριμένος ξεγλιστρούσε έτσι κι αλλιώς, πάντα, από τα βλέμματά μας.

Όμως η Ελένη Αλεξανδράκη κατάφερε, αν όχι να “αιχμαλωτίσει”, πάντως να αγγίξει τον αληθινό Παπαγιώργη. Και να μας μεταδώσει τον ηλεκτρικό σπινθήρα αυτής της αφής. Και το έκανε με δυο τρόπους: πρώτον εναποθέτοντας στα πόδια μας την πολύτιμη κιβωτό της μνήμης εκείνων που τον γνώρισαν και τον κατάλαβαν – ανθρώπων ξεχωριστών που σπάνια θα είχαμε την ευκαιρία να δούμε όλους μαζί, ενωμένους από αυτό το υπόγειο νήμα της μνήμης για τον άνθρωπό τους· και δεύτερον, κάνοντας η ίδια απόλυτα δικό της ό,τι θεώρησε (και πολύ σωστά) ότι ήταν το πιο απόλυτα δικό του κομμάτι: τα γραπτά του.

Δεν μιλούσε δημόσια ο Παπαγιώργης, έγραφε. Ευτυχώς. Γιατί έτσι αναγκαζόμαστε να κρατήσουμε ως ύστατο πυρήνα της ύπαρξής του (και γύρω απ’ αυτόν γύρισε την ταινία της η Αλεξανδράκη) τα κείμενά του. Ευτυχώς.

Γιατί προσωπικά δεν συμμερίζομαι την άποψη του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ότι «η γλώσσα των συγγραφέων όλων είναι μια πεποιημένη γλώσσα, μια μάσκα που τη φοράνε για να μιλήσουν, είναι το μυστικό ένδυμα που βγάζουν από την ντουλάπα όταν πάνε να συναντήσουν τη μεγάλη κυρά, την Τέχνη». Πιστεύω ακριβώς το αντίθετο: ότι η πιο αληθινή γλώσσα του αληθινού συγγραφέα είναι η γραπτή του. Και γι’ αυτό το λόγο το ντοκιμαντέρ αυτό, εμποτισμένο με τα γραπτά του Παπαγιώργη, καταφέρνει να «διηγηθεί» τον συγγραφέα, η γραπτή γλώσσα του οποίου δεν “κολλούσε” με την εικόνα που συνήθως παρουσίαζε στις παρέες, ακόμα και τις πιο φιλικές. Αν και το λέω με δισταγμό, γιατί τον γνώρισα ελάχιστα, πιστεύω ότι η κυριότερη ένδειξη της γνήσιας σεμνότητάς του (όχι μετριοφροσύνης!) ήταν αυτή ακριβώς η διαφύλαξη της πραγματικής του γλώσσας μέσα στο θησαυροφυλάκιο των γραπτών του. Ολιγόλογος, αόρατος σχεδόν στον δημόσιο χώρο, δεν είχε ανάγκη ούτε να την εξασκήσει ούτε να την προβάρει ούτε να την προβάλλει, αυτή την κρυφή, αληθινή του φωνή, γιατί ποτέ δεν είχε ανάγκη ν’ αποδείξει τίποτε. Ό,τι ήταν, ήταν. Και αυτό καταφέρνει, με σεβασμό και βαθιά ευαισθησία, να αναδείξει η Αλεξανδράκη – και καταφέρνοντάς το μας βοηθά να σκεφτούμε γιατί αξίζει, πράγματι, να τον γνωρίσουμε τώρα καλύτερα.

Μετά θάνατον; Ναι, μετά θάνατον. Γιατί τα γραπτά είναι εκεί, και θα μείνουν.

 

Οι μαρτυρίες

Ως προς τις μαρτυρίες των ανθρώπων του, χρειάζεται κανείς μολύβι και χαρτί για να σημειώνει την πυκνότητα και το βάθος τους:

«Είχε ανάγκη μιας ευγενικής δικαιώσεως του αρνητικού. Αλλά είχε και το σθένος να το γυρίζει, και όλα αυτά να γίνονται θετικότητα» (Στέλιος Ράμφος, φιλόσοφος).

«Έλεγε ότι “ισόβια ενασχόλησή μου είναι τα ψεύδη και οι δολιότητες της συνείδησης”» (Νίκος Παναγιωτόπουλος, ποιητής).

«Τότε [στα χρόνια του Παρισιού], μάθαμε να μην παίρνουμε τον εαυτό μας τόσο στα σοβαρά, να μην έχουμε καμία σοβαροφάνεια, και ίσως δι’ αυτού να επιδιώκουμε το πιο σοβαρό» (Νίκος Λεβέντης, ποιητής).

«Ζήσαμε σε μια εποχή όπου δεν μπορούσαμε παρά να είμαστε μορφωμένοι. Ήταν υποχρεωτικό» (Τζούλια Τσιακίρη, εκδότρια).

Και, ίσως αυτό που ηχεί πιο μακρόπνοα -τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά: «Ποτέ, μετά απ’ αυτόν, δεν θα είναι ίδια τα πράγματα» (Ν. Παναγιωτόπουλος).

Η κάμερα της Αλεξανδράκη είναι φιλική, ήπια, γλυκιά· και πουθενά περισσότερο απ’ όταν πλανάται πάνω στις σκηνές των δρόμων, στις κυλιόμενες σκάλες, στη μικροπωλήτρια της οδού Αιόλου, στη λαϊκή της Καλλιδρομίου, στα πλήθη που περπατούν. Πάνω στα άγνωστα πρόσωπα, στη βοή και την ανωνυμία μιας χαώδους, αταξινόμητης, «παρακμασμένης ή ακμάζουσας» ανθρωπότητας. Κι εκεί, αισθάνομαι, είναι το καίριο σημείο όπου αληθινά συναντώνται και σμίγουν η σκηνοθέτρια με το αντικείμενό της: στην απόλυτη (όχι άκριτη) αποδοχή αυτής της ανθρωπότητας· στην «εξομοιωτική συμπάθεια, το βαθύτερο ανθρώπινο γνώρισμα» που εμπεριέχει κατανόηση, έναν αναστεναγμό θλίψης κι ένα κρυφό γελάκι παιδικής ευθυμίας, σαν αυτό που φωτίζει τις σπάνιες φωτογραφίες του Παπαγιώργη, αυτό που παίρνουμε μαζί μας, ευγνώμονες, όταν ανοίγουν τα φώτα.

 


[1]«[…]κάνει τους οικείους ν’ αυτιάζονται και να μαντεύουν ένα φάντασμα εν μέσω ζώντων». Αυτή όπως και όλες οι άλλες παραθέσεις σε πλάγια είναι από κείμενα του Κωστή Παπαγιώργη.

Καρολίνα Μέρμηγκα

Συγγραφέας. Βιβλία της: Ερωτευμένες (2005), Σήμερα δεν θα πεθάνω (2010), Συγγενής (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά