Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Μια διακριτική ιστορία ερωτικού πάθους

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κινηματογράφος web only
O Άρμι Χάμερ και o Τίμοθι Σαλαμέ στην ταινία Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου. O Άρμι Χάμερ και o Τίμοθι Σαλαμέ στην ταινία Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου. Feelgood

Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου (Call me by your name). Δραματική ταινία ιταλικής παραγωγής σε σκηνοθεσία Λούκα  Γκουαντανίνο. Σενάριο: Τζέημς Άϊβορι, στηριγμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Αντρέ Ασιμάν. Πρωταγωνιστούν: Άρμι Χάμερ, Τίμοθι Σαλαμέ, Μάικλ Στούλμπαργκ, Αμίρα Κασάρ. Διανομή: Feelgood. Διάρκεια: 132’

Βόρεια  Ιταλία, 1983, καλοκαίρι. Στο  πολυτελές  εξοχικό  σπίτι  όπου  μένει  ο  17χρονος  Έλιο  με  τους  γονείς  του (ο  πατέρας  του  είναι  ακαδημαϊκός) φτάνει  φιλοξενούμενος  ο  Αμερικανός  αρχαιολόγος  Όλιβερ. Ο  Έλιο  και  ο  Όλιβερ  αναπτύσσουν  μεταξύ  τους  φιλία, η  οποία  δεν  αργεί  να  εξελιχθεί  σε  ερωτική  έλξη. Παρ’ ότι  φλερτάρουν  και  με  κορίτσια, οι  δύο  άνδρες  αντιλαμβάνονται  ότι  αυτό  που  νιώθουν  ο  ένας  για  τον  άλλο  είναι  πιο  δυνατό. Ωστόσο, η  διαμονή  του  Όλιβερ  είναι  προγραμματισμένη  να  κρατήσει  μόνο  έξι  εβδομάδες  και  ο  έρωτας  των  δύο  προσώπων  φαίνεται  να  έχει  ημερομηνία  λήξεως.

Δύο  χρόνια  μετά  το  Κάτω  από  τον  ήλιο, ο  σημαντικός  Ιταλός  σκηνοθέτης  Λούκα  Γκουαντανίνο (έγινε  γνωστός  το  2009, χάρη  στην  ταινία  του  Είμαι  ο  έρωτας) εξερευνά  και  πάλι  ζητήματα  καταπιεσμένου  ερωτικού  πόθου  και  ανομολόγητης  έλξης. Στην  προηγούμενη  ταινία  του  είχε  κάνει  ένα  χαλαρό  ριμέικ  της  Πισίνας, που  γύρισε  το  1969  ο  Ζακ  Ντερέ  με  τον  Αλέν  Ντελόν  και  ξανά  ο  Φρανσουά  Οζόν  το  2003. Αυτή  τη  φορά, επιλέγει  να  διασκευάσει  κινηματογραφικά  το  μυθιστόρημα  του  Αντρέ  Ασιμάν, με  τη  σεναριακή  συνδρομή  του  89χρονου  σκηνοθέτη  Τζέημς  Άιβορι (Δωμάτιο  με  Θέα, Επιστροφή  στο  Χάουαρντς  Εντ, Τα  απομεινάρια  μιας  μέρας). Η  ταινία  του  ενθουσίασε  κοινό  και  κριτικούς  στο  περσινό  Φεστιβάλ  Βερολίνου, προβλήθηκε  για  πρώτη  φορά  στην  Ελλάδα  στις  Νύχτες  Πρεμιέρας  και  υπήρξε  υποψήφια  για  τέσσερα  βραβεία  Όσκαρ.

Το  πρώτο  λάθος  που  θα  μπορούσε  να  κάνει  ένας  θεατής  βλέποντας  και  ερμηνεύοντας  την  ταινία  θα  ήταν  να  τη  δει  αποκλειστικά  σαν  μια  γκέι  ερωτική  ιστορία. Το  γεγονός  ότι  ο  ιταλός  σκηνοθέτης  επιλέγει  οι  δύο  εραστές  της  ταινίας  του  να  ανήκουν  στο  ίδιο  φύλο  δεν  σημαίνει  ότι  αυτό  το  οποίο  περιγράφει  δε  θα  μπορούσε  να  συμβεί  ανάμεσα  σε  έναν  άνδρα  και  μια  γυναίκα. Η  ομοφυλοφιλία  λειτουργεί  σαν  πρόφαση  εδώ  προκειμένου  η  ερωτική  σχέση  των  δύο  κεντρικών  χαρακτήρων  να  πάρει  το  χαρακτήρα  του  τολμηρού, του  απαγορευμένου, υπογραμμίζοντας  έτσι  το  πρωτόγνωρο  στοιχείο (κανείς  από  τους  δύο  εραστές  δεν  είχε  ξανά  παρόμοια  εμπειρία). Πέραν  τούτου, όμως, τα  θέματα  που  απασχολούν  το  δημιουργό  δεν  είναι  τόσο  η  ομοφυλοφιλία  και  τα  ταμπού  της  εποχής, όσο  η  συνειδητοποίηση, η  ανακάλυψη  του  εαυτού  και  ο  χρόνος. Στην  ταινία  βλέπουμε  να  συγκρούονται  δύο  εξ ίσου  ισχυρά  μεγέθη: ο  χρόνος  και  ο  έρωτας. Το  ποιος  βγαίνει  νικητής  δε  θα  σας  το  αποκαλύψουμε, αν  και  δεν  είμαστε  σίγουροι  πως  ξέρουμε  κι  εμείς.

Ηλιόλουστα  τοπία, ανέμελη  ατμόσφαιρα, όμορφοι  χαρακτήρες. Τα  πάντα  σε  αυτή  την  ταινία  δίνουν  την  αίσθηση  της  γαλήνης, της  ηρεμίας  και  της  ομορφιάς. Από  τα  έξοχα  στημένα  και  υπολογισμένα  κάδρα  που  περικλείουν  όμως  άφθονο  ερωτισμό  και  πόθο, μέχρι  τους  διαλόγους, που  χρησιμοποιούν  κάθε  πιθανό  θέμα, από  τα  αρχαία  γλυπτά  και  την  ετυμολογία  των  λέξεων  ως  τη  μουσική, το  σινεμά  και  τον  Μπουνιουέλ, ώστε  να  κρύψουν  αυτά  που  δε  λέγονται, τα  οποία, φυσικά, είναι  περισσότερα  και  μάλλον  ουσιαστικότερα. Όμως  ο  Γκουαντανίνο  δεν  είναι  πεσιμιστής, ή  τουλάχιστον  δε  μας  δίνει  αυτή  την  εντύπωση  σε  αυτό  του  το  φιλμ. Πιστεύει  πράγματι  στην  ομορφιά  της  ζωής, αγαπά  τα  μικρά  πράγματα («Αγαπώ  τα  πάντα» λέει  κάποια  στιγμή  ο  Έλιο  στην  ταινία) και  στέκεται  με  δέος  απέναντι  στη  δύναμη  των  ανθρώπινων  συναισθημάτων. Το  φως  του  ήλιου  δε  χρησιμοποιείται  για  να  κρύψει  κάτι  το  τραγικό, αλλά  για  να  αναδείξει  το  τρυφερό, το  θαυμαστό  που  υπάρχει  στο  κάθε  τι.

Είναι  αξιοθαύμαστη  η  διακριτικότητα  και  η  υπαινικτικότητα  με  την  οποία  ο  σκηνοθέτης  κινηματογραφεί  την  ιστορία  του  και  το  πάθος  που  βαθμιαία  διογκώνεται  ανάμεσα  στους  πρωταγωνιστές  του. Χωρίς  συναισθηματικές  εξάρσεις, χωρίς  μελοδραματισμούς  και  χωρίς  σεναριακές  ευκολίες. Αφηγείται  μια  ιστορία  που  στη  βάση  της  είναι  πολύ  απλή: δύο  ερωτευμένοι  άνθρωποι  που  διστάζουν  αρχικά  να  εξομολογηθούν  τα  αισθήματά  τους, το  κάνουν  στη  συνέχεια  και  μετά  αντιμετωπίζουν  το  κώλυμα  του  χρόνου. Ωστόσο, ο  Γκουαντανίνο  κρύβει  μέσα  στην  απλότητα  των  εικόνων  του  μικρά  στοιχεία  που  τις  καθιστούν  πολυεπίπεδες, αμφίσημες  σαν  τα  αγάλματα  που  παρατηρεί  ο  πατέρας  του  Έλιο. Τα  ανθρώπινα  συναισθήματα  είναι  το  πιο  περίπλοκο  πράγμα  στον  κόσμο  και  εφόσον  ο  σκηνοθέτης  θέλει  να  τα  χαρτογραφήσει, δεν  μπορεί  να  αρκεστεί  σε  εύκολες  απαντήσεις.

Το  σενάριο  του  Τζέημς  Άιβορι  κεντά  σαν  προσεκτική  βελόνα  πάνω  στις  διαλογικές, κυρίως, σκηνές. Σχεδόν  τίποτα  δε  λέγεται  ξεκάθαρα  και  κανένα  συναίσθημα  δε  διατυμπανίζεται, αλλά  ο  σεναριογράφος  εμπιστεύεται  τον  σκηνοθέτη  και  τους  ηθοποιούς  να  αποδώσουν  την  ψυχολογία  των  καταστάσεων  και  των  χαρακτήρων. Πράγματι, ο  Γκουαντανίνο  φιλμάρει  αυτό  το  έξοχο  σενάριο  με  θαυμαστό  τρόπο: στηρίζει  τη  σκηνοθεσία  του  στα  βλέμματα  των  ηθοποιών  και  σε  όσα  αφήνουν  αυτά  να  εννοηθούν. Η  κάμερα  είναι  συνέχεια  εκεί  που  πρέπει, για  να  καταγράψει  και  να  αναδείξει  αυτό  που  με  πρώτη  ματιά  δε  θα  βλέπαμε. Είναι  εμφανής  η  αγάπη  του  σκηνοθέτη  για  τους  χαρακτήρες  του, μια  αγάπη  που  μεταδίδεται  στο  θεατή. Τα  σώματα  των  δύο  ηθοποιών, του  Άρμι  Χάμερ  και  του  Τιμοτέ  Σαλαμέ, είναι  κινηματογραφημένα  με  ερωτική  ενέργεια  και  τα  βλέμματά  τους  αρκούν  για  να  εκφράσουν  τα  πάντα. Ο  Χάμερ  είναι  εξαιρετικός  και  ο  Σαλαμέ  βαθιά  εκφραστικός, με  τους  δεύτερους  ρόλους  να  πλαισιώνουν  εξαίσια  αυτούς  τους  δύο  πρωταγωνιστές. Την  παράσταση  κλέβει  ο  για  άλλη  μια  φορά  θαυμάσιος  Μάικλ  Στάλμπαργκ, ένας  καρατερίστας  σφοδρά  υποτιμημένος, που  κάποια  στιγμή  πρέπει  να  του  δοθεί  ένας  πρωταγωνιστικός  ρόλος  ακόμα  πιο  απαιτητικός  από  αυτόν  στο  Ένας  σοβαρός  άνθρωπος (2009) των  αδελφών  Κοέν. Στο  ρόλο  του  πατέρα, ο  Στάλμπαργκ  δίνει  μια  αξιομνημόνευτη  ερμηνεία  που  στέκεται  ισάξια  δίπλα  σε  αυτές  των  πρωταγωνιστών.

Η  ταινία  επιχειρεί  μια  κατάβαση  στον  ψυχισμό  των  ηρώων  της  με  στόχο  να  αναδείξει  το  καθολικό  στοιχείο, δηλαδή  αυτό  που  καθιστά  τη  σχέση  τους  όχι  ιδιαίτερα  ξεχωριστή, αλλά  μάλλον  γνώριμη (και  γι'αυτό  τόσο  υπέροχη). Τα  συναισθήματα  που  φέρνει  στην  επιφάνεια  το  φιλμ  δε  μας  είναι  ξένα, αλλά  όλοι  τα  έχουμε  λίγο-πολύ  βιώσει. Γι' αυτό  και  ο  μονόλογος  ανθολογίας  του  πατέρα  προς  το  τέλος  του  φιλμ  δεν  μπορεί  παρά  να  συγκινήσει  και  να  συναρπάσει  τον  καθένα  από  μας.

Το  Να  με  φωνάζεις  με  τ' όνομά  σου, μια  ταινία  που  ανοίγει  δρόμους  στο  σκηνοθέτη  της (τώρα  ετοιμάζει  το  πολυαναμενόμενο  ριμέικ  της  κλασικής  ταινίας  τρόμου  Σουσπίρια του  Ντάριο  Αρτζέντο), πρέπει  να  ιδωθεί  σαν  εμπειρία  και  μετά  σαν  έργο  τέχνης  προς  ανάλυση  και  εξέταση. Όποιος  επιλέξει  να  την  απωθήσει  επειδή  δεν  του  αρέσει (ή  δε  θέλει  να  του  αρέσει) να  παρακολουθεί  διαφορετικές (αλλά  εξ ίσου  συγκλονιστικές) ιστορίες  αγάπης  στο  σινεμά, μόνο  τον  εαυτό  του  βλάπτει. Ευτυχώς, ο  Γκουαντανίνο  έχει  κοινό  που  θα  τον  ανταμείψει  για  την  πανέμορφη  αυτή  δουλειά  του, που  ελπίζουμε  να  επαναληφθεί  πολλές  φορές  ακόμα  στην  υποσχόμενη  καριέρα  του  δημιουργού  της.

Βαγγέλης Βίτσικας

Φοιτητής στο τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Η πεντάμορφη και το τέρας Νεοναζί στην Ευρώπη

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά