Δευτέρα, 05 Μαρτίου 2018

Γοητευτικό κινηματογραφικό αίνιγμα

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κινηματογράφος web only
Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις και η Βίκι Κριπς στην «Αόρατη Κλωστή». Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις και η Βίκι Κριπς στην «Αόρατη Κλωστή». Annapurna Pictures

Αόρατη Κλωστή (Phantom Thread). Έγχρωμη δραματική ταινία αμερικανικής παραγωγής 2017 σε σκηνοθεσία Πολ Τόμας Άντερσον με τους: Ντάνιελ Ντέι Λιούις, Βίκι Κριπς, Λέσλι Μάνβιλ.  Διανομή: UIP. Διάρκεια: 130’

Ο  Ρέινολντς  Γούντκοκ (Ντάνιελ  Ντέι-Λιούις) είναι  ένας  διάσημος, ιδιαίτερα  ιδιόρρυθμος  μόδιστρος  στο  Λονδίνο  της  δεκαετίας  του  1950. Όταν  γνωρίζει  και  ερωτεύεται  την  Άλμα (Βίκι  Κριπς), μια  νεαρή  σερβιτόρα, η  γεωμετρικά  υπολογισμένη  ζωή  του  διαταράσσεται. Τα  αισθήματά  του  φαίνονται  αντιφατικά: από  τη  μια  ο  σφοδρός  έρωτας  και  η  επιθυμία  κι  από  την  άλλη  η  εμμονή  στην  τελειότητα, που  κάνει  τον  Γούντκοκ  υπερβολικά  απαιτητικό  απέναντι  στην  Άλμα. Ο  μόδιστρος  διακατέχεται  και  από  την  αίσθηση  του  χρόνου  που  περνά, κάτι  που  τον  καθιστά  πιο  ευάλωτο  και  συναισθηματικά  πιο  ευαίσθητο.

Δεν  χρειάζεται  να  μιλήσουμε  με  πολλά  λόγια  για  τη  σκηνοθετική  ιδιοφυΐα  που  ονομάζεται  Πολ  Τόμας  Άντερσον. Γυρίζοντας  ταινίες  από  το  1996, ο  47χρονος  αμερικανός  δημιουργός  είναι  ο  κορυφαίος, με  διαφορά, κινηματογραφιστής  των  τελευταίων  τριών  δεκαετιών. Από  το  Hard  Eight (1996), αυτό  το  διαμαντάκι  που  αποτέλεσε  το, νεονουάρ  αποχρώσεων, ντεμπούτο  του  έως  το  Έμφυτο  Ελάττωμα (2014), τελευταία  δουλειά  του  πριν  την  Αόρατη  Κλωστή, η  φιλμογραφία  του  Άντερσον  χτίστηκε  πάνω  σε  μοναδικές, ξεχωριστές  περιπτώσεις  ταινιών  που  όλες  μαζί  απαρτίζουν  ένα  σύμπαν  το  οποίο  μόνο  ένας  μεγάλος  δημιουργός  θα  μπορούσε  να  χτίσει: Ξέφρενες  νύχτες (1997), Μανόλια (1999), Χτυπημένος  από  έρωτα (2002), Θα  χυθεί  αίμα (2007) και, βέβαια, το  ανυπέρβλητο  The  Master (2012). Ένα  σύμπαν  εμμονών, τραγικά  μεγαλόπρεπων  ηρώων  και  ακαταμάχητης  αισθητικής  τελειότητας  που  θα  ζήλευε  και  ο  Κιούμπρικ.

Η  νέα  του  δημιουργία, Αόρατη  Κλωστή, είναι  όχι  μόνο  ένα  άξιο  συμπλήρωμα  στη  φιλμογραφία  του  αλλά  και, κατά  την  ταπεινή  μου  γνώμη, η  καλύτερη  ταινία  του (πριν  με  δείρετε, διαβάστε  τι  λέω  παρακάτω). Θα  ήταν  φυσικά  άτοπο  να  σπαταλήσω  χρόνο  και  χώρο  αναλύοντας  τις  επιρροές  του  Άντερσον, τις  αναφορές  του  και  τα  σχετικά. Και  μόνο  ότι  μπόρεσα  να  βάλω  σε  μια  σειρά  τις  σκέψεις  μου  και  να  γράψω  για  αυτή  την  ταινία  μερικές  προτάσεις  που  να  βγάζουν  νόημα  χωρίς  να  είναι  ένα  απλό  παραλήρημα  ενθουσιασμού  αποτελεί  μέγιστο  κατόρθωμα. Η  Αόρατη  Κλωστή, λοιπόν, είναι  μια  ταινία  που  δεν  εντάσσεται  σε  κανένα  είδος, δεν  υπακούει  σε  κανέναν  κανόνα  και  δεν  υποτάσσεται  σε  καμία  νόρμα. Δημιουργεί  ένα  δικό  της  σύμπαν, μέσα  στο  οποίο  σε  καλεί  να  βουτήξεις  και  να  πας  ως  τα  βαθιά.

Πίσω  από  τις  εικαστικά  τέλειες  εικόνες  του, ο  Άντερσον  κρατά  καλά  κρυμμένη  μια  καταραμένη  ιστορία  αγάπης, γεμάτη  πάθος, ψυχολογική  βία  και  εμμονή. Μέσα  από  το  πορτρέτο  ενός  δημιουργού  προσκολλημένου  στο  αντικείμενο  τόσο  του  πόθου  όσο  και  της  έμπνευσής  του (μήπως  αυτά  τα  δύο  δε  διαχωρίζονται, όταν  έχουμε  να  κάνουμε  με  ένα  δημιουργικό  πνεύμα;) , ο  σκηνοθέτης  χαρτογραφεί  την  ανεξερεύνητη  ακόμα  περιοχή  της  ανθρώπινης  ύπαρξης  που  γεννά  την  αγάπη, την  κτητικότητα  και, το  επαναλαμβάνω, την  εμμονή. Προσπαθεί  να  φέρει  στην  επιφάνεια  τη  δύναμη  εκείνη  που  κάνει  τον  άνθρωπο  να  διεκδικεί. Ο  έρωτας  του  Γούντκοκ  για  την  Άλμα  έχει  κάτι  το  άρρωστο, το  νοσηρό, αλλά  και  μια  πλευρά  ανείπωτα  τρυφερή  και  συναισθηματική. Ωστόσο, μήπως  κάθε  έκφραση  αγάπης  έχει  και  τις  δύο  αυτές  πτυχές; Ο  ευφυής  δημιουργός  δε  δίνει  εύκολες  απαντήσεις.

Σε  πρώτο  επίπεδο, όλοι  μπορούν  να  καταλάβουν  την  ταινία. Ο  καθένας  μπορεί  να  δει  σε  αυτή  μια  ερωτική  ιστορία  που  φαινομενικά  προσφέρει  και  happy  end. Από  εκεί  και  πέρα, οφείλουμε  να  ρίξουμε  μια  προσεκτικότερη  ματιά. Γιατί  ούτε  με  μια  απλή  ερωτική  ιστορία  έχουμε  να  κάνουμε, ούτε  με  ένα  απλό  happy  end. Για  την  ακρίβεια, θα  έλεγα  πως  το  τέλος  της  ταινίας  είναι  το  πλέον  διφορούμενο  που  έχω  δει  τελευταία. Για  τον  απλούστατο  λόγο  ότι  μόνο  έτσι  μπορεί  να  τελειώσει  μια  ιστορία  αγάπης. Για  να  μπορέσει  κανείς  να  γνωρίσει  στο  σύνολό  της  την  ταινία  και  να  του  αποκαλυφθούν  οι  περισσότερες  πτυχές  της  προβληματικής  της, οφείλει  να  την  προσεγγίσει  περισσότερο  συναισθηματικά.

Ο  Πολ  Τόμας  Άντερσον  υπογράφει  τόσο  τη  σκηνοθεσία  όσο  και  το  σενάριο. Το  τελευταίο  είναι  άριστα  δομημένο, αφηγούμενο  με  υπαινικτικότητα, άψογη  οργάνωση  και  φροντισμένη  κλιμάκωση  την  ιστορία  του. Η  σκηνοθεσία, όμως, είναι  αυτή  που  κυριολεκτικά  απογειώνει  την  ταινία. Ο  Άντερσον  παραδίδει  σεμινάριο  σκηνοθετικού  ρυθμού. Τα  πάντα  δείχνουν  να  είναι  υπολογισμένα  στην  εντέλεια, κάθε  σκηνή  είναι  ένα  μικρό  αυτόνομο  αριστούργημα. Πλήθος  στιγμιοτύπων  από  την  ταινία  αποτελούν  σκηνές  ανθολογίας. Εκεί  που  εγώ  προσωπικά  ανατρίχιασα  περισσότερο  από  κάθε  άλλη  στιγμή  ήταν  στη  σκηνή  του  χορού. Πρέπει  εδώ  να  αναφέρω  ότι  η  αγαπημένη  μου  ταινία  όλων  των  εποχών  είναι  ο  Γατόπαρδος του  Λουκίνο  Βισκόντι, τη  σκηνή  χορού  του  οποίου  μου  θύμισε  έντονα  η  αντίστοιχη  στην  Αόρατη  Κλωστή. Επομένως, ήταν  μοιραίο  να  καρφωθεί  στο  μυαλό  μου. Το  βλέμμα  του  Ντάνιελ  Ντέι-Λιούις  είναι  ό,τι  πιο  σπαρακτικό  έχει  μέσα  της  αυτή  η  ταινία. Και  με  την  ευκαιρία, ήρθε  η  ώρα  να  αναφερθώ  σε  αυτόν  τον  σπουδαίο  ηθοποιό, που  παραδίδει  άλλη  μια  ερμηνεία-ρεσιτάλ  υποκριτικής. Δεν  μπορούμε  να  φανταστούμε  κανέναν  άλλον  σε  αυτόν  το  ρόλο  και  δε  θέλουμε  κιόλας. Ο  Ντέι-Λιούις  είναι  υπέροχος, μοναδικός, αξεπέραστος. Με  ένα  βλέμμα  του  εκφράζει  ό,τι  ένας  μέσος  ηθοποιός (του  θεάτρου  ή  του  κινηματογράφου) εκφράζει  σε  μια  ολόκληρη  καριέρα.

Η  Αόρατη  Κλωστή επιχειρεί  μια  τολμηρή  βουτιά  στην  άβυσσο  του  ανθρώπινου  υποσυνειδήτου. Μέσα  από  το  συναρπαστικό  ταξίδι  της  στον  ατέρμονο  ωκεανό  των  συναισθημάτων, παρατηρεί  την  πορεία  ενός  amour  fou  που  είναι  καταδικασμένο  να  μην  τελειώσει.

Ένα  φιλμικό  αίνιγμα, με  αμέτρητες  ερωτήσεις  που  ζητούν  συνεχώς  νέες  απαντήσεις. Μια  ταινία  που  μπορεί  να  συζητηθεί  και  να  αναλυθεί  χωρίς  ποτέ  να  καλυφθεί  πλήρως  το  μέγεθός  της  και  τα  πολλαπλά  επίπεδά  της. Είτε  τη  δούμε  από  τεχνική  ματιά  είτε  από  αφηγηματική, είναι  μια  αψεγάδιαστη  δημιουργία.

Βλέποντας  την  νέα  ταινία  του  Πολ  Τόμας  Άντερσον, ένιωσα  κάτι  που  δεν  έχω  ξανανιώσει  ποτέ  στη  σκοτεινή  αίθουσα. Ότι  ήμουν  μάρτυρας  σε  μια  ιστορική  στιγμή  για  τον  κινηματογράφο. Βγαίνοντας, ήμουν  σίγουρος: ο  Άντερσον  είναι  ο  καλύτερος  σκηνοθέτης  κάτω  των  60  που  εργάζεται  αυτή  τη  στιγμή  στον  κινηματογραφικό  κόσμο. Τριάμισι χρόνια  πηγαίνω  σινεμά  σε  τακτική  βάση  και  αυτό  που  θα  πω  δεν  το  έχω  ξαναπεί (αμφιβάλλω  κι  αν  θα  το  ξαναπώ  ποτέ). Ο  μεγάλος  αριθμός  ταινιών  που  βλέπω (δύο  φορές  κατά  μέσο  όρο  την  εβδομάδα  στο  σινεμά  και  πέντε  ταινίες  την  ημέρα  στο  σπίτι) μου  έχει  προσφέρει  μια  ψυχραιμία  απέναντι  στα  όσα  βλέπω  και  δεν  μου  επιτρέπει  να  λέω  μεγάλα  λόγια  για  μια  ταινία, ειδικά  αν  την  έχω  δει  αμέσως  πριν. Όμως  για  την  Αόρατη  Κλωστή είμαι  σίγουρος. Είναι  μια  από  τις  10 - 20  καλύτερες  ταινίες  στην  ιστορία  του  κινηματογράφου.

Βαγγέλης Βίτσικας

Φοιτητής στο τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά