Σφάλμα
  • JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 18761
Πέμπτη, 01 Μαρτίου 2018

Ο 88 χρόνων Κλιντ Ήστγουντ ξανάρχεται

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κινηματογράφος web only
Ο  Σπένσερ  Στόουν, ο  Άλεξ  Σκαρλάτος  και  ο  Άντονι  Σάντλερ στην ταινία του Κλιντ Ήστγουντ «Αναχώρηση για Παρίσι 15:17». Ο Σπένσερ Στόουν, ο Άλεξ Σκαρλάτος και ο Άντονι Σάντλερ στην ταινία του Κλιντ Ήστγουντ «Αναχώρηση για Παρίσι 15:17». Warner Bros

Αναχώρηση για Παρίσι 15:17 (The 15:17 to Paris). Aμερικανική δραματική ταινία περιπέτειας σε σκηνοθεσία Κλιντ Ήστγουντ με τους: Άντονι Σάντλερ, Άλεκ Σκαρλάτος, Σπένσερ Στόουν, Τζούντι Γκριρ. Διάρκεια: 94΄. Διανομή: Tanweer

Τρεις  αμερικανοί  στρατιώτες, ο  Σπένσερ  Στόουν, ο  Άλεξ  Σκαρλάτος  και  ο  Άντονι  Σάντλερ, που  είναι  παιδικοί  φίλοι, έχουν  μόλις  ολοκληρώσει  τις  διακοπές  τους  στην  κεντρική  Ευρώπη  και  αναχωρούν  για  το  Παρίσι  με  το  τρένο. Στη  διάρκεια  του  ταξιδιού, ένας  τρομοκράτης  ζωσμένος  με  πυρομαχικά  εισβάλλει  στο  τρένο  και  οι  τρεις  στρατιώτες  επιχειρούν  να  τον  σταματήσουν...

Ο  βετεράνος  σκηνοθέτης (και  ηθοποιός, αλλά  όχι  σε  αυτή  την  ταινία) Κλιντ  Ήστγουντ, τα  τελευταία  χρόνια,  γυρίζει  συνεχώς  παρόμοια  θέματα: αληθινές  ιστορίες  σύγχρονων  Αμερικανών  που  με  μια  πράξη  τους  ξεχώρισαν  και  απέσπασαν  επαίνους. Αρχίζοντας  από  τον  ενδιαφέροντα, αλλά  άνισο  Ελεύθερο  Σκοπευτή (2014) και  συνεχίζοντας  με  την  εξαιρετική  Σάλι (2016), όπου  εξερευνούσε  με  οξυδέρκεια  το  ηθικό  δίλημμα  του  ήρωά  του  αναφορικά  με  το  αν  η  πράξη  του  ήταν  όντως  σπουδαία  ή  αν  απλά  έθεσε  σε  αχρείαστο  κίνδυνο  τις  ζωές  πολλών  ανθρώπων, ο  Ήστγουντ  δείχνει  να  μην  είναι  μεν  τόσο  ουσιαστικός  στις  παρατηρήσεις  του  όσο  σε  ταινίες  όπως  το  Σκοτεινό  Ποτάμι (2003) ή  το  Million  Dollar  Baby (2004), αλλά  δεν  έχει  πάψει  να  είναι  συναρπαστικός  αφηγητής. Στην  καινούργια  του  ταινία, συναντάμε  μια  απ’  τα  ίδια: αληθινή  ιστορία  που  συνέβη  το  2015, αυτή  τη  φορά  όμως  η  αίσθηση  της  ανέμπνευστης  επανάληψης  είναι  ιδιαίτερα  έντονη  σε  κάθε  πτυχή  του έργου.

Επιλέγοντας  τους  αληθινούς  στρατιώτες  ως  πρωταγωνιστές  στην  ταινία  του, όπου  παίζουν  τους  εαυτούς  τους, ο  Ήστγουντ  δίνει  στο  φιλμ  μια  αίσθηση  δραματοποιημένου  ντοκιμαντέρ. Το  συγκεκριμένο  εύρημα  δεν  είναι  αδιάφορο, όμως  μοιραία  ο  σκηνοθέτης  εγκλωβίζεται  στην  προσπάθειά  του  για  απόλυτη  αντικειμενικότητα  και  δεν συμπεριφέρεται  σαν  δημιουργός. Η  παρουσία  των  αληθινών  πρωταγωνιστών  δεν  του  επιτρέπει  να  ξεφύγει  σεναριακά  από  την  πιστή  αναπαράσταση  των  γεγονότων, με  αποτέλεσμα  η  ταινία  του  να  έχει  το  ενδιαφέρον  ενός  ειδησεογραφικού  ρεπορτάζ. Αναμφίβολα  χρήσιμο  για  ενημέρωση, ελάχιστα  όμως  μας  συγκινεί  σαν  καλλιτεχνικό  έργο. Φυσικά  ο  Ήστγουντ  προσπαθεί  να  μας  παρουσιάσει  όσο  πιο  διεξοδικά  μπορεί  την  ανθρώπινη  πλευρά  των  ηρώων, αποτυγχάνει  όμως  να  εμβαθύνει  σε  αυτήν.

Κι  εδώ  αρχίζει  το  μεγαλύτερο  πρόβλημα  της  ταινίας, που  δεν  είναι  άλλο  από  τη  μονοδιάστατη  οπτική  τόσο  του  σεναρίου  όσο  και  του  ίδιου  του  Ήστγουντ. Οι  ήρωες  παρουσιάζονται  σαν  άνθρωποι  προορισμένοι  για  κάτι  μεγάλο  και  η  σχηματοποίηση  είναι  απροκάλυπτη. Υπάρχουν  καλοί  και  κακοί, ηθικοί  και  ανήθικοι, υπερήρωες  και  ρεμάλια. Σε  αντίθεση  με  παλιότερες  δουλειές  του  σκηνοθέτη, όπως  τα  αριστουργηματικά  Γράμματα  από  την  Ιβοτζίμα (2006), οι  ήρωες  δεν  αντιμετωπίζουν  διλήμματα, δεν  έχουν  αμφιβολίες, δεν  διστάζουν. Με  μαγικό θαρρείς τρόπο, ξέρουν  πάντα  το  σωστό  και  το  κάνουν.

Συγχρόνως, η  προσέγγιση  του  Ήστγουντ  στα  θέματα  που  θέλει  να  θίξει  είναι  απλοϊκή  και  επιφανειακή. Το  ζήτημα  της  οπλοκατοχής  δίνεται  με  χιούμορ (η  ντουλάπα  του  μικρού  Σπένσερ  είναι  γεμάτη  κουμπούρια), αλλά  και  με  αμφιλεγόμενη  κριτική  στάση (δεν  ξέρουμε  αν  το  σενάριο  τάσσεται  υπέρ  ή  κατά), η  ανάδειξη  του  καθημερινού  ήρωα  της  διπλανής  πόρτας  αποτελεί  μια  μεγάλη  χαμένη  ευκαιρία, καθώς  δεν  αναπτύσσεται  καθόλου  σεναριακά,  και  ο  μιλιταρισμός  των  ηρώων  παρουσιάζεται  σαν  κάτι  ορθό  και  άμεμπτο. Αυτό  είναι  από  τα  πιο  απογοητευτικά  στοιχεία  μιας  ταινίας, την  οποία  υπογράφει  ένας  δημιουργός  αποδεδειγμένα  πολέμιος  της  πολιτικής  ορθότητας.

Άλλο  ένα  πρόβλημα  του  σεναρίου  είναι  οι  δυσαναλογίες  όσον  αφορά  τους  χρόνους  που  αφιερώνει  στα  διάφορα  μεμονωμένα  περιστατικά. Αναλώνεται  επί  μεγάλο  χρονικό  διάστημα  στην  περιγραφή  των  πολεμικών  παιχνιδιών  των  τριών  ηρώων  όταν  ήταν  μικροί, σε  βαθμό που  δίνει  την  εντύπωση  πως  αποθεώνει  τέτοιου  είδους  παιχνίδια. Από  την  άλλη, περνά  πολύ  γρήγορα  την  ενηλικίωση  των  πρωταγωνιστών, που  ίσως  να  αποτελούσε  και  το  πιο  ενδιαφέρον  σημείο  της  προϊστορίας  τους. Βέβαια, σε  μια  τέτοια  ταινία υπάρχει  πάντα  το  πρόβλημα  πώς  θα  γεμίσεις  το  χρόνο, όταν  όλη  η  ιστορία  έχει  να  κάνει  με  ένα  περιστατικό  που  διάρκεσε  δέκα  λεπτά  κι  εσύ  θέλεις  να  φτιάξεις  ένα  φιλμ  μιάμισης  ώρας. Η  σεναριογράφος  Ντόροθι  Μπλάισκολ  δεν  κατορθώνει  να  γεμίσει  δημιουργικά  αυτό  το  χρόνο  και  ο  Ήστγουντ  δεν  μπορεί  να  καταστήσει  την  αφήγηση  συναρπαστική, παρά  τη  στέρεη  σκηνοθετική  του  δεξιότητα. Υπάρχουν  ενδιαφέρουσες  ιδέες, όπως  η  περιθωριοποίηση  των  παιδιών  από  τους  δασκάλους  και  τους  καθηγητές  τους, μένουν  όμως  ανεκμετάλλευτες. Η  σεκάνς  των  διακοπών, ενδιαφέρουσα  σεναριακά, είναι  γυρισμένη  σαν  καρτ-ποστάλ  - και  μόνη  αξιόλογη  στιγμή  είναι  η  σκηνή  στο  μπούνκερ  του  Χίτλερ. Μένει  μόνο  η  σκηνή  του  ίδιου  του  περιστατικού, που  είναι  γυρισμένη  με  νεύρο  και  ένταση. Δυστυχώς, δεν  βοηθούν  ούτε  οι  πρωταγωνιστές, που  παίζουν  τους  εαυτούς  τους  και  δεν διαθέτουν  επιβλητική  κινηματογραφική  παρουσία.

Εν  ολίγοις, η  νέα (36η) ταινία  του  Κλιντ  Ήστγουντ  αποτυγχάνει  πρωτίστως  να  εμβαθύνει  και  να  καταστήσει  τους  ήρωές  της  ανθρώπινους. Ίσως  να  φταίνε  τα  88  χρόνια  που  έχει  στις  πλάτες  του  ο  σκηνοθέτης, όμως  εδώ  φαίνεται  πιο  βαριεστημένος  από  ποτέ. Δεν δίνει  την  εντύπωση  ότι  πέρασε  καλά  στο  γύρισμα  της  ταινίας  ή  ότι  έχει  καθίσει  να  σκεφτεί  πάνω  στο  σενάριο  που  του  δόθηκε. Είναι, βέβαια, αξιοθαύμαστος  και  μόνο  που  καταφέρνει  να  γυρίζει  ταινίες  επίκαιρες  και  σίγουρα  όχι  αδιάφορες  σε  αυτή  την  ηλικία, όμως  η  συγκεκριμένη  δημιουργία  του  δεν  μπορεί  να  συγκριθεί  ούτε  καν  με  την  αμέσως  προηγούμενή  της, τη Σάλι.

Σε  μια  ταινία  που  κανένα  ερώτημα  δε  θέτει, λίγο  ενδιαφέρον  μπορείς  να  βρεις. Το  φινάλε  είναι  μεγαλόστομο, φλύαρο  και  αχρείαστο. Επισημαίνει  χτυπητά  ποιο  είναι  το  μεγάλο  νόημα  της  πράξης  των  τριών  στρατιωτών, χωρίς  να  σου  αφήνει  περιθώρια  αμφισβήτησης  ή  αντιπαράθεσης. Η  γλυκερή  μελωδία  του  σάουντρακ  είναι  βέβαια  παρούσα, όπως  σε  κάθε  τέτοιου  είδους  ταινία, στερώντας  από  το  φιλμ  την  ελάχιστη  πρωτοτυπία. Δεν  πρόκειται  σε  καμία  περίπτωση  για  κάτι  που  δεν  έχουμε  ξαναδεί  στο  σινεμά.

Παρά  τη  συγκρατημένη  διάρκειά  της (94  λεπτά), η  ταινία  κουράζει. Όσο  ενδιαφέρον  κι  αν  έχουν  οι  σεκάνς  του  σχολείου  ή  της  εκπαίδευσης, δεν  αρκούν  για  να  κάνουν  την  Αναχώρηση  για  Παρίσι συναρπαστική  κινηματογραφική  διαδρομή. Η  clean-cut  ματιά  του  Ήστγουντ  στα  δρώμενα  δεν  φέρνει  στο  νου  το  δημιουργό  σκοτεινών  αντιηρώων  και  κυνικών  ταινιών  που  γνωρίζουμε. Με  την  ελπίδα  να  ξαναδούμε  κάτι  τέτοιο  από  τον  Ήστγουντ, προσπερνάμε  σχετικά  εύκολα  αυτή  την  ενδιαφέρουσα, αλλά  τελικά  ήσσονος  σημασίας  ταινία.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά