Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Ο Τσώρτσιλ και το ρίσκο για την Ευρώπη

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κινηματογράφος web only
O Γκάρι Όλντμαν, κινηματογραφικός Ουίνστον Τσώρτσιλ στα γυρίσματα της "Πιο σκοτεινής ώρας", μαζί με τον σκηνοθέτη Τζο Ράιτ. O Γκάρι Όλντμαν, κινηματογραφικός Ουίνστον Τσώρτσιλ στα γυρίσματα της "Πιο σκοτεινής ώρας", μαζί με τον σκηνοθέτη Τζο Ράιτ. Jack English

Η πιο σκοτεινή ώρα (Darkest Hour). Εγχρωμη δραματική ταινία, αμερικανική παραγωγή 2017, σε σκηνοθεσία Τζο Ράιτ με τους: Γκάρι Όλντμαν, Λίλι Τζέιμς, Κριστίν Σκοτ-Τόμας, Μπεν Μέντελσον. Διάρκεια: 125'. Διανομή: UIP.

 

Την ώρα που οι γερμανοί ναζί εισβάλλουν αιφνιδιαστικά στη Γαλλία, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ αναλαμβάνει επικεφαλής της βρετανικής κυβέρνησης εθνικής ενότητας, αντιμετωπίζοντας τη δυσπιστία του βασιλιά και την επιφυλακτικότητα των βουλευτών του ίδιου του κόμματός του. Έχει όμως έναν υψηλό προρισμό: να σώσει τη Βρετανία και την Ευρώπη, τις ιδέες της ελευθερίας, πάση θυσία. [ΤΒJ]

Τον Μάιο του 1940, η Βρετανία βρέθηκε σε μεγάλη πολιτική και στρατιωτική κρίση. Την ίδια μέρα που τα στρατεύματα του Χίτλερ εισέβαλαν στη Γαλλία και στις Κάτω Χώρες προελαύνοντας ταχύτατα προς το εσωτερικό των συμμαχικών γραμμών, στη Γηραιά Αλβιώνα ο πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλαιν, βλέποντας την Πολιτική του Κατευνασμού να σκάει σαν τσιχλόφουσκα, παραιτήθηκε και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείο Ουίνστον Τσώρτσιλ. Άνθρωπος με ιδιοτροπίες, έντονη αίσθηση του χιούμορ αλλά και επιβαρημένο ιστορικό (πολλοί τον θεωρούσαν υπεύθυνο για στρατιωτικές αποτυχίες του παρελθόντος), ο Τσώρτσιλ προκαλούσε την αντιπάθεια των συναδέλφων του, οι οποίοι τον πολέμησαν με κάθε μέσο. Ο ίδιος είχε να διαχειριστεί το χαμηλό ηθικό του βρετανικού λαού, την ήττα στην Ευρώπη, την ανάγκη απομάκρυνσης του στρατού του από τη Δουνκέρκη και την απειλή που υψωνόταν πάνω από την Αγγλία, η οποία εύλογα ήταν ο επόμενος στόχος του Χίτλερ. 

Η έβδομη ταινία του Τζο Ράιτ (Περηφάνια και Προκατάληψη, Εξιλέωση) είναι μια πολιτική βιογραφία ενός σπουδαίου προσώπου: του πρωθυπουργού που οδήγησε τη Βρετανία στη νίκη κατά των ναζί, πετυχαίνοντας να αντισταθεί στο σφυροκόπημα της Λουφτβάφε, να ορθοποδήσει ξανά και να ανακτήσει τη χαμένη αίγλη της χώρας του. Ο σκηνοθέτης συνειδητά, ωστόσο, αποφεύγει να εξετάσει ολόκληρη τη ζωή του Τσώρτσιλ και εστιάζει σε ένα γεγονός που, σε τελική ανάλυση, αποτέλεσε ήττα των Συμμάχων (ηθική δικαίωση, εν τούτοις, ενός ανθρώπου που έδειξε για πρώτη φορά πόσο σημαντικός ήταν για τη βρετανική ιστορία). Πρωτοτυπεί αποφεύγοντας τα εντυπωσιακά πλάνα και τις σκηνές μαχών που θα μπορούσε να συμπεριλάβει (μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι τα πλάνα από το μέτωπο των μαχών) και επικεντρώνεται στην ανθρώπινη πλευρά του πρωθυπουργού. Το σενάριο είναι εμφανώς χτισμένο γύρω από τον ηθοποιό που θα αναλάβει να ερμηνεύσει τον Τσώρτσιλ, αποτελώντας πρόκληση για κάθε μεγάλο ρολίστα. 

Μπορεί το τέλος της ταινίας να είναι το αναμενόμενο, η εξέλιξη γνωστή σε όσους έχουν επαρκείς γνώσεις της ιστορικής στιγμής στην οποία αναφέρεται η ταινία, αυτό όμως δε μειώνει στο ελάχιστο την αγωνία και το καρδιοχτύπι που προκαλεί. Γυρισμένη ως επί το πλείστον σαν θρίλερ δωματίου, η ταινία επιτυγχάνει το σασπένς μέσα από τα γκρο πλάνα στο πρόσωπο του Γκάρι Όλντμαν (αγνώριστος σαν Ουίνστον Τσώρτσιλ), τα οποία μας βοηθούν να συλλάβουμε τον παλμό των ημερών εκείνων που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, και μάλιστα με τον τρόπο που τα βίωσε ο ίδιος ο Τσώρτσιλ. Ο Τζο Ράιτ υιοθετεί τη φόρμα ενός success story, αλλά την μπολιάζει με στοιχεία θρίλερ και κωμωδίας.

Λέγοντας «κωμωδία», αναφέρομαι φυσικά στο χιούμορ της ταινίας, το οποίο δε θα μπορούσε να λείπει. Εφ’ όσον ο Τσώρτσιλ είχε αίσθηση του χιούμορ, εύλογα αυτό αναπαράγεται σε πολλά σημεία από το σενάριο. Είναι, μάλιστα, ζωτική η σημασία του, καθώς χωρίς αυτό πολύ εύκολα η ταινία θα κατρακυλούσε στο διδακτισμό και την αφέλεια. Ο διαρκής, όμως, αυτοσαρκασμός του ήρωα αντιπαρατίθεται με τη σκοτεινιά του θέματος (πόλεμος, πολιτικοστρατιωτική κρίση) και με την αγωνία της αφήγησης, δημιουργώντας ένα ωραιότατατο κράμα. 

Το φιλμ είναι σχετικά απλό στην αφήγησή του. Οι απαραίτητες λεπτομέρειες για όσους δεν γνωρίζουν τα γεγονότα της εποχής επαρκώς δίνονται στο ξεκίνημα της ταινίας, αν και όσο περισσότερα ξέρει κανείς τόσο ευκολότερα θα μπορέσει να παρακολουθήσει την εξέλιξη και να κατανοήσει τους χαρακτήρες. Με άλλα λόγια, ο καθένας θα καταλάβει πως είμαστε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την εποχή που «οι κακοί νικούσαν» και «οι καλοί είχαν σχεδόν χάσει», αλλά κανείς δεν θα κάτσει να σου πει ποιος ήταν ο λόρδος Χάλιφαξ, ο Άντονυ Ήντεν, ο Νέβιλ Τσάμπερλαιν και άλλοι πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής εκείνης της περιόδου. 

Το σενάριο της ταινίας, υπογεγραμμένο από τον Άντονυ Μακ Κάρτεν (H θεωρία των πάντων, 2014), δομείται στην προσπάθεια του ήρωα (του Τσώρτσιλ) να κάμψει τις αμφιβολίες του αντιπάλου του. Η ρήση που αναφέρεται στο φινάλε («Σημασία έχει να συνεχίσεις την προσπάθεια») είναι η αφετηρία του φιλμ και η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία πλέκεται ο ιστός των δρώμενων. Βεβαίως, ο προβληματισμός του δημιουργού έχει αρκετά επίπεδα ανάγνωσης. Σε πρώτο επίπεδο, βλέπουμε μια ιστορία για τη σημασία της επιμονής, του πείσματος και της πίστης στις αρχές ενός ανθρώπου. Σε δεύτερο, όμως, επίπεδο, μπορούμε να δούμε την ταινία σαν μια υπενθύμιση στον βρετανικό λαό (και όχι μόνο) εκ μέρους των Ράιτ και Μακ Κάρτεν του πόσο συνυφασμένη ιστορικά είναι η πορεία του αγγλικού κράτους με την υπόλοιπη Ευρώπη. Με πρότυπο έναν άνθρωπο που έδωσε τα πάντα και ρίσκαρε ό,τι είχε και δεν είχε προκειμένου να σώσει όχι μόνο την πατρίδα του αλλά και την Ευρώπη ολόκληρη, η ταινία διατυπώνει ένα έμμεσο σχόλιο για το σύγχρονο status quo στη Βρετανία της εποχής του Brexit και του επερχόμενου απομονωτισμού. Ο Ράιτ θυμίζει στους συμπατριώτες του τις θυσίες που έκαναν οι πρόγονοί τους έτσι ώστε να τους παραδώσουν μια Ευρώπη καλύτερη, πιο βιώσιμη, ελεύθερη, απαλλαγμένη από τυράννους και διχόνοιες. Η σκηνοθετική ματιά του Ράιτ, αν και κάποιες φορές φλερτάρει επικίνδυνα με τον στόμφο, υπηρετεί την προβληματική του σεναρίου, κολλώντας ως επί το πλείστον την κάμερα στο συννεφιασμένο μα πάντα ετοιμόλογο πρόσωπο του Γκάρι Όλντμαν. Ενός ηθοποιού που δίνει την ερμηνεία της ζωής του. Είναι ο Τσώρτσιλ και όχι ο Όλντμαν που παίζει τον Τσώρτσιλ. Εάν πάρει το Όσκαρ, τότε θα μιλάμε για τη δικαιότερη βράβευση των τελευταίων ετών.

Σκηνή ανθολογίας είναι εκείνη στο μετρό, όπου ο Τσώρτσιλ αναμειγνύεται με τον κόσμο, με τους απλούς πολίτες: μεσήλικοι, νέοι, λευκοί και μαύροι, γυναίκες και παιδιά. Συνομιλεί μαζί τους και παίρνει τις αποφάσεις του με βάση αυτά που του λένε. Πρόκειται για μια σκηνή ανατριχιαστικής και συγκινητικής υποκριτικής, σκηνοθετικής και σεναριακής ευστοχίας, με σπάνια δυναμική. Το σύνολο της ταινίας είναι πολύ καλό, αλλά η συγκεκριμένη σκηνή νομίζω αξίζει να μπει στο ανθολόγιο με τις κορυφαίες του κινηματογράφου. 

Παρ' ότι είναι μια ταινία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα λίγο-πολύ γνωστά, η Πιο σκοτεινή ώρα δεν παύει να θέτει στο κοινό ερωτήματα. Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει ένα μεγάλο ηγέτη από το σύνολο των πολιτικών; Επίσης, έχει δικαίωμα ένας ηγέτης να ρισκάρει τα πάντα όταν όλοι του οι σύμβουλοι του λένε να μην το κάνει, ενώ εκείνος είναι πεπεισμένος πως θα δικαιωθεί; Και πόσο σίγουρος μπορείς να είσαι για την οποιοδήποτε απόφαση πριν την πάρεις, πόσο μάλλον όταν έχει να κάνει με χιλιάδες ανθρώπινες ζωές που μπορούν να χαθούν η να σωθούν με βάση τις δικές σου ενέργειες; Το βάρος της τεράστιας αυτής ευθύνης, το εκτόπισμα που πρέπει να έχει ένας ηγέτης και η πίστη του στην ορθότητα των αποφάσεών του είναι θέματα που απασχολούν την ταινία και την καθιστούν μια διαχρονική δημιουργία.

Κάθε θεατής θα απολαύσει την ταινία με βάση το τι περιμένει να δει. Μπορεί κανείς να την απολαύσει ως μια συναρπαστική κατάδυση στα παρασκήνια του πολιτικού συστήματος. Άλλος μπορεί να τη δει σαν πολιτική δήλωση ή σαν μάθημα πολιτικής ιστορίας. Κάποιος άλλος, ακόμη, ενδέχεται να την αντιμετωπίσει σαν ευκαιρία που δίνεται σε ένανμεγάλο ηθοποιό να αποδείξει τις απεριόριστες ικανότητές του. Διαλέξτε ό,τι θέλετε. Σε κάθε περίπτωση, έχετε να κάνετε με μια εξαιρετική ταινία. Αυτό και μόνο είναι αρκετό. V for Victory!

Τον Μάιο του 1940, η Βρετανία βρέθηκε σε μεγάλη πολιτική και στρατιωτική κρίση. Την ίδια μέρα που τα στρατεύματα του Χίτλερ εισέβαλαν στη Γαλλία και στις Κάτω Χώρες προελαύνοντας ταχύτατα προς το εσωτερικό των συμμαχικών γραμμών, στη Γηραιά Αλβιώνα ο πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλαιν, βλέποντας την Πολιτική του Κατευνασμού να σκάει σαν τσιχλόφουσκα, παραιτήθηκε και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείο Ουίνστον Τσώρτσιλ. Άνθρωπος με ιδιοτροπίες, έντονη αίσθηση του χιούμορ αλλά και επιβαρημένο ιστορικό (πολλοί τον θεωρούσαν υπεύθυνο για στρατιωτικές αποτυχίες του παρελθόντος), ο Τσώρτσιλ προκαλούσε την αντιπάθεια των συναδέλφων του, οι οποίοι τον πολέμησαν με κάθε μέσο. Ο ίδιος είχε να διαχειριστεί το χαμηλό ηθικό του βρετανικού λαού, την ήττα στην Ευρώπη, την ανάγκη απομάκρυνσης του στρατού του από τη Δουνκέρκη και την απειλή που υψωνόταν πάνω από την Αγγλία, η οποία εύλογα ήταν ο επόμενος στόχος του Χίτλερ. 

Η έβδομη ταινία του Τζο Ράιτ (Περηφάνια και Προκατάληψη, Εξιλέωση, Παν) είναι μια πολιτική βιογραφία ενός σπουδαίου προσώπου: του πρωθυπουργού που οδήγησε τη Βρετανία στη νίκη κατά των Ναζί, πετυχαίνοντας να αντισταθεί στο σφυροκόπημα της Λουφτβάφε, να ορθοποδήσει ξανά και να ανακτήσει τη χαμένη αίγλη της χώρας του. Ο σκηνοθέτης συνειδητά, ωστόσο, αποφεύγει να εξετάσει ολόκληρη τη ζωή του Τσώρτσιλ και εστιάζει σε ένα γεγονός που, σε τελική ανάλυση, αποτέλεσε ήττα των Συμμάχων (ηθική δικαίωση, εν τούτοις, ενός ανθρώπου που έδειξε για πρώτη φορά πόσο σημαντικός ήταν για τη βρετανική ιστορία). Πρωτοτυπεί αποφεύγοντας τα εντυπωσιακά πλάνα και τις σκηνές μαχών που θα μπορούσε να συμπεριλάβει (μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι τα πλάνα από το μέτωπο των μαχών) και επικεντρώνεται στην ανθρώπινη πλευρά του πρωθυπουργού. Το σενάριο είναι εμφανώς χτισμένο γύρω από τον ηθοποιό που θα αναλάβει να ερμηνεύσει τον Τσώρτσιλ, αποτελώντας πρόκληση για κάθε μεγάλο ρολίστα. 

Μπορεί το τέλος της ταινίας να είναι το αναμενόμενο, η εξέλιξη γνωστή σε όσους έχουν επαρκείς γνώσεις της ιστορικής στιγμής στην οποία αναφέρεται η ταινία, αυτό όμως δε μειώνει στο ελάχιστο την αγωνία και το καρδιοχτύπι που προκαλεί. Γυρισμένη ως επί το πλείστον σαν θρίλερ δωματίου, η ταινία επιτυγχάνει το σασπένς μέσα από τα γκρο πλάνα στο πρόσωπο του Γκάρι Όλντμαν (αγνώριστος σαν Ουίνστον Τσώρτσιλ), τα οποία μας βοηθούν να συλλάβουμε τον παλμό των ημερών εκείνων που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, και μάλιστα με τον τρόπο που τα βίωσε ο ίδιος ο Τσώρτσιλ. Ο Τζο Ράιτ υιοθετεί τη φόρμα ενός success story, αλλά την μπολιάζει με στοιχεία θρίλερ και κωμωδίας.
Λέγοντας «κωμωδία», αναφέρομαι φυσικά στο χιούμορ της ταινίας, το οποίο δε θα μπορούσε να λείπει. Εφ’ όσον ο Τσώρτσιλ είχε αίσθηση του χιούμορ, εύλογα αυτό αναπαράγεται σε πολλά σημεία από το σενάριο. Είναι, μάλιστα, ζωτική η σημασία του, καθώς χωρίς αυτό πολύ εύκολα η ταινία θα κατρακυλούσε στο διδακτισμό και την αφέλεια. Ο διαρκής, όμως, αυτοσαρκασμός του ήρωα αντιπαρατίθεται με τη σκοτεινιά του θέματος (πόλεμος, πολιτικοστρατιωτική κρίση) και με την αγωνία της αφήγησης, δημιουργώντας ένα ωραιότατατο κράμα. 

Το φιλμ είναι σχετικά απλό στην αφήγησή του. Οι απαραίτητες λεπτομέρειες για όσους δεν γνωρίζουν τα γεγονότα της εποχής επαρκώς δίνονται στο ξεκίνημα της ταινίας, αν και όσο περισσότερα ξέρει κανείς τόσο ευκολότερα θα μπορέσει να παρακολουθήσει την εξέλιξη και να κατανοήσει τους χαρακτήρες. Με άλλα λόγια, ο καθένας θα καταλάβει πως είμαστε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την εποχή που «οι κακοί νικούσαν» και «οι καλοί είχαν σχεδόν χάσει», αλλά κανείς δεν θα κάτσει να σου πει ποιος ήταν ο λόρδος Χάλιφαξ, ο Άντονυ Ήντεν, ο Νέβιλ Τσάμπερλαιν και άλλοι πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής εκείνης της περιόδου. 

Το σενάριο της ταινίας, υπογεγραμμένο από τον Άντονυ Μακ Κάρτεν (H θεωρία των πάντων, 2014), δομείται στην προσπάθεια του ήρωα (του Τσώρτσιλ) να κάμψει τις αμφιβολίες του αντιπάλου του. Η ρήση που αναφέρεται στο φινάλε («Σημασία έχει να συνεχίσεις την προσπάθεια») είναι η αφετηρία του φιλμ και η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία πλέκεται ο ιστός των δρώμενων. Βεβαίως, ο προβληματισμός του δημιουργού έχει αρκετά επίπεδα ανάγνωσης. Σε πρώτο επίπεδο, βλέπουμε μια ιστορία για τη σημασία της επιμονής, του πείσματος και της πίστης στις αρχές ενός ανθρώπου. Σε δεύτερο, όμως, επίπεδο, μπορούμε να δούμε την ταινία σαν μια υπενθύμιση στον βρετανικό λαό (και όχι μόνο) εκ μέρους των Ράιτ και Μακ Κάρτεν του πόσο συνυφασμένη ιστορικά είναι η πορεία του αγγλικού κράτους με την υπόλοιπη Ευρώπη. Με πρότυπο έναν άνθρωπο που έδωσε τα πάντα και ρίσκαρε ό,τι είχε και δεν είχε προκειμένου να σώσει όχι μόνο την πατρίδα του αλλά και την Ευρώπη ολόκληρη, η ταινία διατυπώνει ένα έμμεσο σχόλιο για το σύγχρονο status quo στη Βρετανία της εποχής του Brexit και του επερχόμενου απομονωτισμού. Ο Ράιτ θυμίζει στους συμπατριώτες του τις θυσίες που έκαναν οι πρόγονοί τους έτσι ώστε να τους παραδώσουν μια Ευρώπη καλύτερη, πιο βιώσιμη, ελεύθερη, απαλλαγμένη από τυράννους και διχόνοιες. Η σκηνοθετική ματιά του Ράιτ, αν και κάποιες φορές φλερτάρει επικίνδυνα με τον στόμφο, υπηρετεί την προβληματική του σεναρίου, κολλώντας ως επί το πλείστον την κάμερα στο συννεφιασμένο μα πάντα ετοιμόλογο πρόσωπο του Γκάρι Όλντμαν. Ενός ηθοποιού που δίνει την ερμηνεία της ζωής του. Είναι ο Τσώρτσιλ και όχι ο Όλντμαν που παίζει τον Τσόρτσιλ. Εάν πάρει το Όσκαρ, τότε θα μιλάμε για τη δικαιότερη βράβευση των τελευταίων ετών.

Σκηνή ανθολογίας είναι εκείνη στο μετρό, όπου ο Τσώρτσιλ αναμειγνύεται με τον κόσμο, με τους απλούς πολίτες: μεσήλικοι, νέοι, λευκοί και μαύροι, γυναίκες και παιδιά. Συνομιλεί μαζί τους και παίρνει τις αποφάσεις του με βάση αυτά που του λένε. Πρόκειται για μια σκηνή ανατριχιαστικής και συγκινητικής υποκριτικής, σκηνοθετικής και σεναριακής ευστοχίας, με σπάνια δυναμική. Το σύνολο της ταινίας είναι πολύ καλό, αλλά η συγκεκριμένη σκηνή νομίζω αξίζει να μπει στο ανθολόγιο με τις κορυφαίες του κινηματογράφου. 

Παρ' ότι είναι μια ταινία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα λίγο-πολύ γνωστά, η Πιο Σκοτεινή Ώρα δεν παύει να θέτει στο κοινό ερωτήματα. Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει ένα μεγάλο ηγέτη από το σύνολο των πολιτικών; Επίσης, έχει δικαίωμα ένας ηγέτης να ρισκάρει τα πάντα όταν όλοι του οι σύμβουλοι του λένε να μην το κάνει, ενώ εκείνος είναι πεπεισμένος πως θα δικαιωθεί; Και πόσο σίγουρος μπορείς να είσαι για την οποιοδήποτε απόφαση πριν την πάρεις, πόσο μάλλον όταν έχει να κάνει με χιλιάδες ανθρώπινες ζωές που μπορούν να χαθούν η να σωθούν με βάση τις δικές σου ενέργειες; Το βάρος της τεράστιας αυτής ευθύνης, το εκτόπισμα που πρέπει να έχει ένας ηγέτης και η πίστη του στην ορθότητα των αποφάσεών του είναι θέματα που απασχολούν την ταινία και την καθιστούν μια διαχρονική δημιουργία.
Κάθε θεατής θα απολαύσει την ταινία με βάση το τι περιμένει να δει. Μπορεί κανείς να την απολαύσει ως μια συναρπαστική κατάδυση στα παρασκήνια του πολιτικού συστήματος. Άλλος μπορεί να τη δει σαν πολιτική δήλωση ή σαν μάθημα πολιτικής ιστορίας. Κάποιος άλλος, ακόμη, ενδέχεται να την αντιμετωπίσει σαν ευκαιρία που δίνεται σε ένανμεγάλο ηθοποιό να αποδείξει τις απεριόριστες ικανότητές του. Διαλέξτε ό,τι θέλετε. Σε κάθε περίπτωση, έχετε να κάνετε με μια εξαιρετική ταινία. Αυτό και μόνο είναι αρκετό. V for Victory!

Βαγγέλης Βίτσικας

Φοιτητής στο τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Ριγκολέτο: της τενορομάνας Κορέας… We shall never surrender

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά