Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Λούκυ Λουκ: 70 χρόνια συντροφιά με έναν μοναχικό ήρωα

Κατηγορία Comics
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κόμικς Τεύχος 72
«Μια έρημος από αλάτι, κάτασπρη σαν άγραφη σελίδα...» Καρέ από την Άμαξα (La Diligence) του 1962, σε σχέδιο του Μορρίς και σενάριο του Ρενέ Γκοσινύ. «Μια έρημος από αλάτι, κάτασπρη σαν άγραφη σελίδα...» Καρέ από την Άμαξα (La Diligence) του 1962, σε σχέδιο του Μορρίς και σενάριο του Ρενέ Γκοσινύ. Lucky Comics

Από τον Μορρίς ώς τον Ασντέ και από τον Ρενέ Γκοσινύ ώς τον Ζυλ, οι περιπέτειες του Λούκυ Λουκ είναι ένα από τα πιο σημαντικά και τα πιο πολυσέλιδα κεφάλαια στην ιστορία της ευρωπαϊκής Ένατης Τέχνης, που άρχισε σε μια από τις πιο καθοριστικές καμπές στην ιστορία του γαλλόφωνου κόμικς. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η Αμερική συναρπάζει περισσότερο από ποτέ. Και όχι άδικα: ο αμερικανός φαντάρος είναι ο ελευθερωτής και φέρνει στις αποσκευές του θεάματα, ακούσματα κι αναγνώσματα που ήταν απαγορευμένα για πέντε χρόνια, από τον χολυγουντιανό κινηματογράφο και την τζαζ ώς τα κόμικς.

Όχι, εμείς, οι δημιουργοί των κόμικς, δεν παίρνουμε πολύ στα σοβαρά όλη αυτή την λίαν πομπώδη φιλολογία. Εντελώς ειλικρινά, φτιάχνουμε κόμικς για να διασκεδάσουμε και ενδεχομένως για να διασκεδάσουμε εκείνους που μας διαβάζουν [...] Κι αυτό είναι πολύ καλό, επειδή αν έπρεπε να πάρουμε υπ’ όψη μας όλες αυτές τις μελέτες, τις έρευνες και τις αναλύσεις των οποίων τα κόμικς αποτελούν το αντικείμενο εδώ και λίγο καιρό, δεν θα τολμούσαμε πια να πάρουμε την ευθύνη να δημοσιεύσουμε ούτε το παραμικρό σχέδιο.

Τα παραπάνω δήλωνε ο Μωρίς ντε Μπεβέρ, γνωστότερος με το αμερικανοπρεπές ψευδώνυμο Μορρίς, σε μια ομιλία του στο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών, η οποία δημοσιεύθηκε στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 1965, στο Giff-Wiff, το φανζίν του Φρανσίς Λακασέν και του Αλαίν Ρεναί. Θα ήταν υπερβολικό να υποθέσουμε ότι η δήλωση αυτή αποθάρρυνε τους μελετητές της Ένατης Τέχνης: άλλωστε, ο Μορρίς επέβαλλε τον όρο αυτό με τον τίτλο της στήλης του στο Spirou από το 1964 ώς το 1967. Από την άλλη, όμως, είναι γεγονός ότι, σε αντίθεση με άλλες φιγούρες, όπως ο Τεντέν ή ο Αστερίξ, ο Λούκυ Λουκ, ο ήρωας στον οποίο αφιέρωσε ολόκληρη την καριέρα του ο Μορρίς, είναι σχετικά παραγνωρισμένος από τους θεράποντες αυτής της πομπώδους φιλολογίας περί εικονογραφημένων αναγνωσμάτων. Κι όμως, η ιστορία του φλεγματικού αλλά ανοιχτόκαρδου μοναχικού καουμπόυ είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια της ιστορίας της καλλιτεχνικής δημιουργίας στην εποχή της μαζικής κουλτούρας.

 

ΑΡΙΖΟΝΑ 1880

Από το Μάρτιο του 1945 ώς τις αρχές της επόμενης χρονιάς, ο ουσιαστικά αυτοδίδακτος Μωρίς ντε Μπεβέρ, που ήταν τότε είκοσι ενός χρονών, δούλευε στο στούντιο κινουμένων σχεδίων CBA στο Βέλγιο, όπου γνώρισε, μεταξύ άλλων, τον Αντρέ Φρανκέν, και τον μελλοντικό δημιουργό των Στρουμφ, Πιερ Κυλιφόρντ, ενώ παράλληλα συνεργαζόταν ως γελοιογράφος με το περιοδικό Moustique των εκδόσεων Dupuis. Εκείνη τη χρονιά έγραψε και σχεδίασε μια ιστορία κόμικς με τίτλο Arizona 1880, η οποία άρχισε να δημοσιεύεται σε συνέχειες στη γαλλική έκδοση του βελγικού Spirou τον Οκτώβριο του 1946· λίγες εβδομάδες αργότερα, συμπεριλήφθηκε ολόκληρη στο Almanach Spirou για το 1947. Ο πρωταγωνιστής της ονομάζεται Λούκυ Λουκ και είναι μια καρτουνίστικη εκδοχή του Τεντέν με καουμπόυκη περιβολή, ένας αεικίνητος μονήρης ήρωας με ελαστική σιλουέτα και τέσσερα δάχτυλα που μοιάζει σαν να βγήκε από κάποια ταινία μικρού μήκους με κινούμενα σχέδια της προηγούμενης δεκαετίας. Τον Ιούνιο της επόμενης χρονιάς, θα επιστρέψει στις σελίδες του Spirou με το Χρυσωρυχείο του Ντικ Ντίγκερ (La Mine d’or de Dick Digger), και στη συνέχεια με τον Σωσία του Λούκυ Λουκ (Le Sosie de Lucky Luke) όπου αποκτά πέντε δάχτυλα, καθώς το σχέδιο αρχίζει να γίνεται ολοένα και λιγότερο καρτουνίστικο. Οι δύο αυτές περιπέτειες συμπεριλήφθηκαν στο πρώτο άλμπουμ της σειράς, που κυκλοφόρησε το 1949: σύμφωνα με τα εκδοτικά ήθη της εποχής, η αναδημοσίευση σε άλμπουμ ήταν η αναγνώριση της άμεσης επιτυχίας της σειράς.

Οι πρώτες αυτές περιπέτειες του «Τυχερού Λουκ» θα μπορούσαν να θεωρηθούν pastiche του κινηματογραφικού ουέστερν· για την ακρίβεια –και επειδή η καθιερωμένη ορολογία της διακειμενικότητας δεν προσφέρεται πάντα για τη μελέτη των κόμικς–, πρόκειται για χιουμοριστικές περιπέτειες ουέστερν θεματολογίας για νεαρούς αναγνώστες. Έχουν ελάχιστο διάλογο και το σενάριό τους είναι ουσιαστικά μια συρραφή των καθιερωμένων τόπων του είδους: κυνηγητά με άμαξες και άλογα, πιστολίδι, καβγάδες στο σαλούν, έφιππες καταδιώξεις... Στα πρώτα του βήματα, ο Μορρίς συνδυάζει τον ρυθμό των καρτούν με τη θεματολογία των γουέστερν της δεκαετίας του 1930 και, κατά προτίμηση, των ταινιών δευτέρας διαλογής, που ήταν παραφορτωμένες με στερεότυπα, τα οποία ο μικρός θεατής αφήνει να σημαδέψουν ανεξίτηλα τη φαντασία του, για να τα ανακαλέσει, ενήλικος πια, με νοσταλγική θυμηδία. Ο Λούκυ Λουκ δεν έχει πάρει ακόμα την οριστική μορφή με την οποία θα μπει στο πάνθεον των μεγάλων χάρτινων ηρώων του 20ού αιώνα, όμως ο πυρήνας της φιγούρας του έχει ήδη συγκροτηθεί σ’ αυτές τις πρώτες σελίδες. Είναι ένας ήρωας που ανήκει στην εποχή των κινηματογραφικών ιππέων με ακροβατικές ικανότητες, όπως ο Τομ Μιξ, και των καλλίφωνων καβαλάρηδων που τραγουδούσαν συνοδεία κιθάρας στη σέλα, όπως ο Τζην Ώτρυ: σύντομα, μόνο οι πιο πληροφορημένοι σινεφίλ θα διατηρήσουν στη μνήμη τους αυτά τα αστέρια του παλιού καιρού, όμως ο Λούκυ Λουκ δεν θα πάψει να ιππεύει τον Τζόλυ Τζάμπερ –το άλογό του είναι γένους αρσενικού και δεν ονομάζεται Ντόλυ– πηδώντας στα καπούλια του, όπως ο πρώτος, και να κλείνει τις περιπέτειές του τραγουδώντας στη σέλα, όπως ο δεύτερος– το ρεφραίν «I’m a poor lonesome cowboy» στο τελευταίο καρέ «ακούγεται» για πρώτη φορά στην ιστορία Λούκυ Λουκ εναντίον Σιγκαρέτ Σεζάρ (Lucky Luke contre Cigarette Cesar) το 1949.

 

ΕΝΑΣ ΒΕΛΓΟΣ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Τον Αύγουστο του 1948, χωρίς να σταματήσει να γράφει και να σχεδιάζει νέες περιπέτειες με τον Λούκυ Λουκ και να συνεργάζεται με το Spirou, ο Μορρίς ακολούθησε τον φίλο του, Αντρέ Φρανκέν, και τον μέντορά του, Ζοζέφ Ζιλαίν –γνωστότερο με το ψευδώνυμο Ζιζέ– στις ΗΠΑ. Ο ψυχρός πόλεμος έχει μόλις αρχίσει και ο Ζιζέ πιστεύει ότι θα είναι πιο ασφαλείς στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού αν η γηραιά ήπειρος γίνει και πάλι, για τρίτη φορά μέσα σε έναν αιώνα, το θέατρο μιας παγκόσμιας σύρραξης· οι δυο μαθητές του ελπίζουν ότι δεν θα δυσκολευτούν να βρουν δουλειά στη χώρα του Ουώλτ Ντίσνεϋ. Η αμερικανική περιπέτειά τους άρχισε με ένα ταξίδι από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ στην Καλιφόρνια· ο σεναριογράφος Γιαν και ο σχεδιαστής Ολιβιέ Σβαρτς αφηγήθηκαν, με ελάχιστη δόση υπερβολής, την επεισοδιακή τους επιστροφή στη Νέα Υόρκη μέσω Μεξικού στο σπαρταριστό Gringos Locos, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Dupuis το 2012.

Για τον Μορρίς, περισσότερο και από την εξοικείωση με το τοπίο στο οποίο διαδραματίζονταν οι ιστορίες του Λούκυ Λουκ και τις περιστασιακές δουλειές χωρίς σοβαρές προοπτικές, καθοριστική σημασία είχε η γνωριμία του, τον Αύγουστο του 1950, με έναν ιδιόρρυθμο Γάλλο πολωνικής καταγωγής ονόματι Ρενέ Γκοσινύ,  που είχε μεγαλώσει στην Αργεντινή και, μετά τη στρατιωτική του θητεία στη Γαλλία, είχε εγκατασταθεί, μαζί με τη μητέρα του, στη Νέα Υόρκη. Ο βέλγος σχεδιαστής συνδέθηκε στενά με τον κατά δυόμισι χρόνια νεότερό του Ρενέ, ο οποίος του σύστησε τον Χάρβεϋ Κούρτζμαν και το επιτελείο της EC Comics, και του ζήτησε μάλιστα να γίνει κουμπάρος του. Λίγο πριν από το γάμο, στις 8 Νοεμβρίου 1952, ο μέλλων γαμπρός θα μάθει ότι ο φίλος του είναι εβραίος και γι’ αυτό, σύμφωνα με τον καθολικό ιερέα, δεν μπορούσε να συμμετάσχει στην τελετή. Το ζευγάρι πάντρεψε ένας άγνωστος και ο Γκοσινύ αντιμετώπισε το περιστατικό με τον χαρακτηριστικό φλεγματικό καθωσπρεπισμό του, δηλώνοντας πως «ο κανόνας είναι ο κανόνας»...

Εκείνη την εποχή, οι πρώτες μεγάλες μεταπολεμικές ταινίες ενός Τζων Φορντ ή ενός Χάουαρντ Χωκς ανανέωναν το κινηματογραφικό γουέστερν και ο Μορρίς, για να δώσει νέα κατεύθυνση στη σειρά του, επέλεξε την κατεύθυνση της γελοιογραφικής παρωδίας, επηρεασμένος από τους συνεργάτες της EC Comics που έστηναν τότε το MAD, αν και χωρίς τη σατιρική διάσταση της δουλειάς τους. Ο βέλγος δημιουργός γράφει ολοένα και πιο σύνθετα σενάρια και εισάγει στις σελίδες του ιστορικά πρόσωπα ή φιγούρες γνώριμες από τη μεγάλη οθόνη. Ο Λούκυ Λουκ αποκτά την ψηλόλιγνη σιλουέτα του Γκάρυ Κούπερ και, το 1952, τη χρονιά που βγήκε στους κινηματογράφους το Τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές, έρχεται αντιμέτωπος με τους πραγματικούς αδελφούς Ντάλτον στους Παράνομους (Hors-la-loi)· το 1954, τα βάζει με τον Φιλ Ντεφέρ τον Θεριστή (Phil Defer Le Faucheux), έναν δεξιοτέχνη του εξάσφαιρου με τα χαρακτηριστικά του Τζακ Πάλανς στο Shane του Τζωρτζ Στήβενς που είχε προβληθεί την προηγούμενη χρονιά και φιλοξενήθηκε, επίσης σε καρικατουρίστικη εκδοχή, εννοείται, στις σελίδες του MAD, σε σχέδιο του Τζων Σέβεριν, ακριβώς την ίδια περίοδο.

 

ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΗΤΑΝ ΥΠΕΡΟΧΟΙ

Το καλοκαίρι του 1954, λίγους μήνες πριν επιστρέψει στην Ευρώπη, ο Μορρίς έγραψε στον παρά λίγο κουμπάρο του και του ζήτησε να αναλάβει το σενάριο της σειράς. Με άκρα μυστικότητα, επειδή, σύμφωνα με το συμβόλαιό του με τις εκδόσεις Dupuis, ήταν υποχρεωμένος να εικονογραφεί ιστορίες που έγραφε ο ίδιος· το όνομα του Ρενέ Γκοσινύ θα αναφερθεί μόλις το 1962, μετά από εννέα άλμπουμ και πολυάριθμες σύντομες ιστορίες που θα κυκλοφορήσουν χωρίς την υπογραφή του.

Για τον μελλοντικό δημιουργό του Αστερίξ, η συνεργασία αυτή σηματοδοτεί την πρώτη του επαγγελματική επιτυχία. Ήταν επίσης μια εξαιρετική ευκαιρία να εξοικειωθεί με τους κώδικες της εικονογραφημένης αφήγησης, μαθητεύοντας στο πλευρό ενός πολύ πιο έμπειρου φίλου. Λόγω ταμπεραμέντου, δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να προσαρμόσει τις περιπέτειες του Λούκυ Λουκ σε ένα ύφος συμβατό με τον κοινωνικό καθολικισμό του Spirou και των εκδόσεων Dupuis, καθώς και με τις δρακόντειες απαιτήσεις της γαλλικής νομοθεσίας για τα έντυπα που απευθύνονταν σε νεανικό κοινό, σε αντίθεση με τον πιο ατίθασο Μορρίς, ο οποίος ωστόσο είχε φοιτήσει σε γυμνάσιο ιησουιτών... Ήδη από το 1948, ο ήρωάς του είχε ξεπαστρέψει τον σωσία του· την ίδια μοίρα είχε και ο Φιλ Ντεφέρ, αλλά και το τελευταίο μέλος της συμμορίας των Ντάλτον, σε μια σκηνή που δημοσιεύθηκε μόνο σε μια ασπρόμαυρη επανέκδοση των Παρανόμων το 1965. Για τον Γκοσινύ, που πάντα δήλωνε ότι απεχθάνεται τη βία, η απάλειψη της σκληρότητας ήταν μια κυρίως δημιουργική πρόκληση. Θα του ήταν εύκολο να κλείσει τις περιπέτειες του ήρωα με μια μονομαχία και μερικά κουφάρια, όμως ένιωθε υποχρεωμένος να επινοεί αστείους τρόπους για να αποτρέπει το μακελειό κι αυτό τον διασκέδαζε αφάνταστα. Ο Ρενέ Γκοσινύ ήταν ένας επαγγελματίας ευθυμογράφος που δεν επέτρεπε στον εαυτό του να θίξει την ηθική διάσταση του ζητήματος με σοβαρό τρόπο και γι’ αυτό πίστευε στη χιουμοριστική αυτολογοκρισία: αυτή ήταν η αντίστασή του στην κτηνωδία. 

Η πρώτη περιπέτεια του Λούκυ Λουκ σε σενάριο του Ρενέ Γκοσινύ, κινείται στην κατεύθυνση που είχε ήδη επιλέξει ο Μορρίς και ταυτόχρονα σηματοδοτεί μια νέα αρχή για τη σειρά. Οι Ράγες στο Λιβάδι (Des Rails sur la prairie) του 1955 διαδραματίζονται στην εποχή της κατασκευής της διηπειρωτικής σιδηροδρομικής γραμμής, αντλώντας έμπνευση από την ταινία Union Pacific του 1939, σε σκηνοθεσία του Σεσίλ ντε Μιλ. Η επιλογή ήταν ίσως τυχαία, αλλά σημαδιακή: ο τυχοδιώκτης και σώουμαν Ουίλλιαμ Κόντυ, που έγινε διάσημος με το παρωνύμιο Μπούφαλο Μπιλ ακριβώς κατά τη διάρκεια της κατασκευής της διηπειρωτικής σιδηροδρομικής γραμμής στο Κάνσας, ανέθεσε στον συγγραφέα Νεντ Μπαντλάιν να αφηγηθεί τις περιπέτειές του σε φθηνά λαϊκά έντυπα που αποτέλεσαν τον πρόγονο της pulp φιλολογίας και, στη συνέχεια, των comic books. Ο Λούκυ Λουκ του Μορρίς και του Γκοσινύ έχει μπει στον κόσμο της μυθολογίας της Άγριας Δύσης, στα χνάρια μιας ιστορικής φιγούρας και μιας ταινίας.

Η περίοδος της συνεργασίας εκείνης, από το 1955 ώς τον πρόωρο θάνατο του Γκοσινύ το 1977, αποτελεί τη χρυσή εποχή της σειράς. Μέσα στο πλαίσιο που έχει στήσει ο Μορρίς, ο Γκοσινύ, που λατρεύει κι εκείνος το κινηματογραφικό γουέστερν και το φολκλόρ του, θα αφηγηθεί περιπέτειες επινοημένες ή εμπνευσμένες από τη μεγάλη και –πιο συχνά– τη μικρή ιστορία της Κατάκτησης της Δύσης· στην επανέκδοσή τους σε άλμπουμ, ένας μονοσέλιδος επίλογος, εικονογραφημένος με γκραβούρες ή φωτογραφίες εποχής, υπενθυμίζει ενίοτε το ιστορικό πλαίσιο. Τον Απρίλιο 1957, στους Εξαδέλφους Ντάλτον (Les Cousins Daltons), θα κάνουν το ντεμπούτο τους οι αδελφοί Τζο, Τζακ, Ουίλλιαμ και Άβερελ Ντάλτον, τα φανταστικά ξαδέλφια των υπαρκτών παρανόμων, που θα αναδειχθούν στους κατ’ εξοχήν κακούς της σειράς, κλέβοντας την παράσταση από τον ήρωα· τρία χρόνια αργότερα, στην περιπέτεια Στα Ίχνη των Ντάλτον (Sur la piste des Daltons), θα κάνει την πρώτη του εμφάνιση ο ηλίθιος σκύλος Ραν Ταν Πλαν, μια χιουμοριστική εκδοχή ενός μεσοπολεμικού τετράποδου αστεριού της μεγάλης οθόνης, του εξοργιστικά πανέξυπνου Ριντιτίν που είχε μεσουρανήσει σε μια σειρά ουέστερν τη δεκαετία του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Γύρω από αυτό το κεντρικό καστ, ο Μορρίς και ο Γκοσινύ προσθέτουν έναν ολόκληρο θίασο από χάρτινους καρατερίστες σε ρόλο κομπάρσων, από τους νεκροθάφτες ώς τις χορεύτριες των σαλούν, καθώς και διάσημες ή γραφικές φιγούρες από το πάνθεον της μυθολογίας του Φαρ Ουέστ, όπως ο Ρόυ Μπην το 1957, ο Μπίλλυ δε Κιντ το 1961, η Καλάμιτυ Τζέιν το 1965, ο Τζέσσε Τζέιμς το 1969 ή ο Τζόσουα Νόρτον, ο οποίος είχε αυτοαναγορευθεί σε Αυτοκράτορα των ΗΠΑ και αποτελεί το πρότυπο για τον πρωταγωνιστή του Αυτοκράτορα Σμιθ (L’Empereur Smith) του 1976. Η σειρά εξελίσσεται παράλληλα, ή μάλλον αντιστικτικά, με το κινηματογραφικό γουέστερν, καθώς οι δυο δημιουργοί δανείζονται ιδέες, κλισέ και εικόνες από ολόκληρη τη φιλμογραφία της Άγριας Δύσης, από τη Stagecoach του 1939 του Τζων Φορντ με τον Τζων Γουαίην για την Άμαξα (La Diligence) του 1962 ώς το γουέστερν σπαγγέτι για τον πρωταγωνιστή του Κυνηγού Επικυρηγμένων (Chasseur de Primes) του 1972 που έχει τα χαρακτηριστικά του Λη Βαν Κλιφ.

Ο Μορρίς είχε αφιερώσει πλέον την καριέρα του στον μοναδικό του ήρωα· χάρη στη συνεργασία του με τον Γκοσινύ, μπορούσε πλέον να αφοσιωθεί αποκλειστικά και μόνο στο σχέδιο και να αναπτύξει έναν εντελώς προσωπικό εικαστικό και αφηγηματικό κώδικα. Ο βέλγος δημιουργός δίνει στον ήρωά του την οριστική του μορφή και στήνει μια δική του εκδοχή του αμερικανικού τοπίου με μια σειρά από παραλλαγές σε επαναλαμβανόμενα στοιχεία και μοτίβα. Με φόντο αυτό το στυλιζαρισμένο και άμεσα αναγνωρίσιμο σκηνικό, σκηνοθετεί τις σελίδες του εναλλάσσοντας με κινηματογραφικό τρόπο τα πλάνα στα καρέ, χτίζοντας εξεζητημένες γεωμετρικές συνθέσεις ή παίζοντας, με ασυνήθιστη τόλμη, με το χρώμα. Το σχέδιό του κινείται από τον ρεαλισμό των γκρο πλαν που θυμίζει, μερικές φορές, τη γραμμή ενός Τζακ Ντέιβις, ώς την αφαιρετική προχειρότητα στα μακρινά πλάνα και την προσποιητή αφέλεια ενός παιδικού σκαριφήματος όταν επιμένει να χρησιμοποιεί διακεκομμένες γραμμές για να απεικονίσει την πορεία μιας σφαίρας. Το στυλ του Μορρίς είναι πολύ πιο σύνθετο και εγκεφαλικό από το ύφος πολλών φίλων και συναδέλφων του· άλλοτε απλό και μινιμαλιστικό, άλλοτε ρεαλιστικό κι άλλοτε στυλιζαρισμένο, είναι πάντα ευανάγνωστο και λειτουργικό.

 

ΝΕΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ

Το 1968, ο Μορρίς διακόπτει τη συνεργασία του με τις εκδόσεις Dupuis και με το Spirou· οι περιπέτειες του Λούκυ Λουκ αρχίζουν να προδημοσιεύονται στο Pilote του Ρενέ Γκοσινύ και να κυκλοφορούν σε σκληρόδετα, πολυτελή άλμπουμ από τις εκδόσεις Dargaud. To 1971, ο μοναχικός καουμπόυ κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη με μια μεγάλου μήκους ταινία με κινούμενα σχέδια που γυρίστηκε στο στούντιο της Belvision, υπό την στενή επίβλεψη των δημιουργών του· το 1983 θα ακολουθήσει η γαλλο-αμερικανική συμπαραγωγή μιας τηλεοπτικής σειράς, σε συνεργασία με το στούντιο Hanna-Barbera, για τις ανάγκες της οποίας ο ήρωας θα υποχρεωθεί να κόψει το κάπνισμα. Μετά την επιτυχία, έχει έρθει η καταξίωση, ακριβώς την εποχή που μια νέα γενιά δημιουργών –η οποία έχει μεγαλώσει με τον Λούκυ Λουκ– αρχίζει να εξερευνά νέους δρόμους για την Ένατη Τέχνη. Όπως ο Αστερίξ, ο μοναχικός καουμπόυ δεν έχει πια θέση στις σελίδες του Pilote, ενός περιοδικού που προτίμησε να ενηλικιωθεί μαζί με τους αναγνώστες του και μετακομίζει σε έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, όπως το L’Express, το Paris-Match και το VSD ή σε περιοδικά που εξακολουθούν να απευθύνονται σε νεανικό κοινό, όπως ο Tintin ή το Pif-Gadget που εκδιδόταν από τη Humanité, αλλά και το Spirou.

Ο θάνατος του Γκοσινύ ενδέχεται να απέτρεψε μια σύγκρουση συμφερόντων με τον δημιουργό του Λούκυ Λουκ, ο οποίος, από τα πρώτα του κιόλας βήματα, υπερασπιζόταν την ανεξαρτησία του με ασυνήθιστο πείσμα για τα δεδομένα της εποχής, όμως δεν διέκοψε την κυκλοφορία της σειράς. Ο Μορρίς συνέχισε να σχεδιάζει νέες ιστορίες με τον ήρωά του, σε συνεργασία με πολλούς, περισσότερο ή λιγότερο έμπειρους σεναριογράφους, όπως ο Μπομπ ντε Γκροοτ, ο Ξαβιέ Φως, ο Ζαν Λετυρζί ή ο Ολλανδός Μάρτιν Λόντεβαϊκ, ενώ λάνσαρε και δύο παράλληλες αν και βραχύβιες σειρές με ήρωες τον Ραν Ταν Πλαν και τον μοναχικό καουμπόυ σε νεαρή ηλικία, σε σχέδιο δικό του σε συνεργασία με τους Γιαν και Ντιντιέ Κονράντ, οι οποίοι υπογράφουν με το ψευδώνυμο Πηρς. Όταν αποδήμησε και εκείνος σε τόπο χλοερό, το 2001, τη σκυτάλη πήρε ο έμπειρος Ασντέ –κατά κόσμον Ερβέ Νταρμαντόν– στο σχέδιο και, στο σενάριο, ο χιουμορίστας και μίμος Λωράν Ζερά, καθώς και το δίδυμο Ντανιέλ Πενάκ και Τονίνο Μπενακίστα, δυο συγγραφείς που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις στους έλληνες φίλους της σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας. Το 2016, η συμπλήρωση των εβδομήντα χρόνων από το ντεμπούτο του ήρωα ήταν η αφορμή για τη διοργάνωση μιας μεγάλης έκθεσης για το έργο του Μορρίς στο Μουσείο των Κόμικς στην Ανγκουλέμ, και για την κυκλοφορία δύο σημαντικών νέων περιπετειών. Στο εκτός σειράς L’Homme qui tua Lucky Luke (Ο Άνθρωπος που σκότωσε τον Λούκυ Λουκ), που κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο, ο Ματιέ Μπονόμ αφηγείται μια σκοτεινή ελεγειακή ιστορία στο κλίμα του Ανθρώπου που σκότωσε τον Λίμπερτυ Βάλανς του Τζων Φορντ, με ήρωα έναν Λούκυ Λουκ πιο κοντά στις περιπέτειες της πρώτης δεκαετίας του. Οι σφαίρες σκοτώνουν, η θηλυκότητα της Λώρα Λεγκς από τον Μεγάλο Δούκα (Le Grand Duc) του 1973 δεν αποσιωπάται και ο ηλίθιος της παρέας, ένας έφηβος με ειδικές ανάγκες όπως ο αδελφός του δημιουργού, δεν βγάζει γέλιο... Κι όσο για τη νέα περιπέτεια της σειράς, που στη Γαλλία κυκλοφόρησε στις αρχές του Νοεμβρίου, πάντα σε σχέδιο του Ασντέ, με τίτλο La Terre Promise (Η Γη της Επαγγελίας), βασίζεται σε σενάριο του Ζυλιέν Μπερζώ, γνωστότερου ως Ζυλ, ο οποίος ήταν η επιλογή της Αν Γκοσινύ για τη διαδοχή του πατέρα της στις νέες περιπέτειες του Αστερίξ. Ο Ζυλ βάζει τον Λούκυ Λουκ να συνοδέψει μια οικογένεια εβραίων που αναζητούν μια καινούργια πατρίδα στον Νέο Κόσμο: το γουέστερν συναντά τον Ραμπί Ζακόμπ σε έναν χιουμοριστικό φόρο τιμής στις ρίζες του Ρενέ Γκοσινύ.

 

WESTERN MOULES-FRITES

Από τον Μορρίς ώς τον Ασντέ και από τον Ρενέ Γκοσινύ ώς τον Ζυλ, οι περιπέτειες του Λούκυ Λουκ είναι ένα από τα πιο σημαντικά και τα πιο πολυσέλιδα κεφάλαια στην ιστορία της ευρωπαϊκής Ένατης Τέχνης, που άρχισε σε μια από τις πιο καθοριστικές καμπές στην ιστορία του γαλλόφωνου κόμικς. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η Αμερική συναρπάζει περισσότερο από ποτέ. Και όχι άδικα: ο αμερικανός φαντάρος είναι ο ελευθερωτής και φέρνει στις αποσκευές του θεάματα, ακούσματα κι αναγνώσματα που ήταν απαγορευμένα για πέντε χρόνια, από τον χολυγουντιανό κινηματογράφο και την τζαζ ώς τα κόμικς. Όμως αν η Γαλλία και το Βέλγιο υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες –σε γενικές γραμμές– την κουλτούρα των ελευθερωτών τους, δεν παραδόθηκαν άνευ όρων στην πολιτιστική ηγεμονία των ΗΠΑ. Στον χώρο των κόμικς, ενώ τα προπολεμικά έντυπα φυτοζωούσαν ή έπνεαν τα λοίσθια, μια νέα εγχώρια παραγωγή φιλοδοξούσε να ανταγωνιστεί το αμερικανικό εικονογραφημένο αφήγημα που είχε κυριαρχήσει κυρίως στο δεύτερο μισό της προηγούμενης δεκαετίας και μάλιστα, αν όχι με τα δικά του όπλα, τουλάχιστον με παραπλήσιους όρους. Οι περιπέτειες του Λούκυ Λουκ δεν ήταν η μοναδική σειρά που είχε αμερικανό ήρωα ευρωπαϊκής κοπής ή ήταν εμπνευσμένη από τα κόμικς υπερατλαντικής προέλευσης. Τον Ιανουάριο του 1947, στις σελίδες του Spirou, άρχισαν να δημοσιεύονται οι περιπέτειες του αειθαλούς αεροπόρου Μπακ Ντάνυ του Ζαν Μισέλ Σαρλιέ και του Βικτόρ Υμπινόν, μια σειρά που εμπνέεται από την ηρωική αύρα των αμερικανών άσων των αιθέρων, αλλά και στριπ όπως ο Scorchy Smith του Τζων Τέρρυ ή ο Terry and the Pirates του Μίλτον Κάνιφ· δυο χρόνια νωρίτερα, στο Vaillant, είχε αρχίσει η δημοσίευση των περιπετειών των Pionniers de l’Espérance του Μπερνάρ Ποϊβέ και του Ροζέ Λεκυρέ, μιας θαυμάσιας σειράς επιστημονικής φαντασίας στο ύφος του Φλας Γκόρντον του Άλεξ Ραίυμοντ, αλλά με σαφώς αριστερό και διεθνιστικό πνεύμα. Η τάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα εικονογραφημένα περιοδικά για παιδιά: το Θα φτύσω στους τάφους σας, που έγραψε ο Μπορίς Βιαν με το ψευδώνυμο Βέρνον Σάλιβαν, κυκλοφόρησε ακριβώς τον ίδιο μήνα με το Almanach Spirou του 1947.

Οι ρίζες του Λούκυ Λουκ και της επιτυχίας του θα πρέπει να αναζητηθούν σ’ αυτή τη δημιουργική αμερικανομανία· ή μάλλον, για την ακρίβεια, σε μια ιδιόμορφη νοσταλγία για τις παιδικές αναμνήσεις από μια προπολεμική λαϊκή κουλτούρα αμερικανικής προέλευσης και την ευφάνταστη ανακύκλωση ξενόφερτων κλισέ και εικόνων. Όμως, καθώς αποκρυσταλλωνόταν η οριστική μορφή της, η σειρά απέκτησε τη δική της ταυτότητα, χωρίς ωστόσο να κόψει τον ομφάλιο λώρο με τις πηγές της, και έβαλε τις βάσεις, πολύ πριν από την εμφάνιση του ιταλικού κινηματογραφικού γουέστερν-σπαγγέτι, για ένα γαλλοβελγικό εικονογραφημένο γουέστερν-moules frites. Το είδος έφτασε στην ακμή του με  τις περιπέτειες του Μπλούμπερυ του Ζαν Μισέλ Σαρλιέ και του Ζαν Ζιρώ, που άρχισαν να δημοσιεύονται στο Pilote το 1963. Η συγγένεια ανάμεσα στις δυο σειρές είναι ίσως πιο μεγάλη απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως, όμως η γενιά που ανανέωσε το γαλλόφωνο κόμικς στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 είχε υπερβολικά πληθωρικό ταμπεραμέντο για να επηρεαστεί από τον μινιμαλισμό και την αυτοπειθαρχία του Μορρίς. Θα χρειαστεί να περιμένουμε τη γενιά που έκανε τα πρώτα της βήματα τη δεκαετία του 1990, για να διακρίνουμε την επίδραση των τολμηρών πειραματισμών του, σε δουλειές όπως ο Gus του Κριστόφ Μπλαιν (2007-2008), όπου, όμως, η θεματολογία του γουέστερν χρησιμοποιείται με μάλλον προσχηματικό τρόπο. Κι αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό, αφού, τουλάχιστον στην Ευρώπη, το έργο του Μορρίς είναι πλέον πολύ πιο γνωστό από το κινηματογραφικό είδος που διακωμωδεί.

Το κόρπους των περιπετειών του Λούκυ Λουκ που κληροδότησε ο Μορρίς στους αναγνώστες του και τους συνεχιστές του έργου του είναι μια τεράστια ανθρώπινη κωμωδία, δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένη από έναν μεγάλο σχεδιαστή, ο οποίος επέλεξε να εστιάσει το ταλέντο του σε μία μόνο σειρά. Ο κόσμος του ήρωά του έχει τον στατικό μανιχαϊσμό ενός κακού γουέστερν· με μια σημαντική διαφορά: οι περιπέτειές του δεν είναι το χρονικό μιας σύγκρουσης ανάμεσα στα στρατόπεδα των «καλών» και των «κακών», είναι η αέναη επανάληψη της αναμέτρησης ενός μοναχικού και μονοδιάστατου ήρωα με ένα τεράστιο καστ από συμπρωταγωνιστές ή κομπάρσους που ενσαρκώνουν, με χίλιους δυο διαφορετικούς τρόπους, αμέτρητες αποχρώσεις της πλάνης ή της μονομανίας, της ματαιοδοξίας ή της γραφικότητας, της μικρότητας ή της ιδιοτέλειας και κυρίως της βλακείας, της οποίας υπέρτατη μορφή είναι, για τον Ρενέ Γκοσινύ, η κακία. Η μονολιθική αλλά γελαστή απάθεια του Λούκυ Λουκ σημειώνει μόνο προσωρινές νίκες απέναντι στο δίπολο που ενσαρκώνουν, με εμβληματικό τρόπο, ο μοχθηρός μέχρι σαδισμού Τζο Ντάλτον και ο ηλίθιος αδελφός του, Άβερελ. Αυτή η αναμέτρηση ανάμεσα στον μοναδικό χαρισματικό καλό –και το εξίσου χαρισματικό άλογό του– και τους κακούς ή τους ηλίθιους ξαναρχίζει πάντα στην επόμενη ιστορία, με φόντο έναν κόσμο που σφύζει από ζωή αλλά δεν αλλάζει.

Αυτή η ανθρώπινη ουέστερν κωμωδία δεν έχει απαραίτητα κάποιο βαθύτερο νόημα ούτε το φλέγμα του πρωταγωνιστή της κρύβει έναν σύνθετο χαρακτήρα. Όταν ο Μορρίς δήλωνε ότι το μόνο που επιδιώκει είναι να διασκεδάσει τον εαυτό του και τον αναγνώστη, δεν ήθελε μόνο να προκαλέσει το ακροατήριό του ή τους νεαρούς λόγιους θαυμαστές του που καλλιεργούσαν τον αντικομφορμισμό τους κάνοντας περισπούδαστες αναλύσεις της μαζικής κουλτούρας σε επιστημονικά συνέδρια. Ήξερε, πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, ότι μάταια θα αναζητήσει κανείς στις σελίδες του κάποιο κρυμμένο νόημα, μια βαθυστόχαστη άποψη για την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών ή κάποιο σχόλιο για τη γένεση της μυθολογίας του Φαρ Ουέστ. Εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του Λούκυ Λουκ, είναι ίσως πιο εύκολο να εκτιμήσει κανείς το έργο του Μορρίς για την αισθητική και την ψυχαγωγική του αξία, όπως ίσως επιθυμούσε ο ίδιος. Και να αναζητήσει εκείνη την ποίηση που τρυπώνει πότε πότε, σχεδόν κατά λάθος, στις σελίδες του, όπως σ’ εκείνο το καρέ όπου μια μικροσκοπική άμαξα διασχίζει μια έρημο από αλάτι, κάτασπρη σαν άγραφη σελίδα.

Δημήτρης Δημακόπουλος

Φιλόλογος και μεταφραστής, θεωρητικός των κόμικς, επί πολλά χρόνια συγγραφέας των κειμένων στο περιοδικό ανθολογίας της Ντίσνεϋ, Κόμιξ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά