Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2015

Περιμένοντας τη "Δημοκρατία". Όταν η αρχαιότητα γίνεται κόμικς

Κατηγορία Comics
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Comics Τεύχος 58
Οι περιπέτειες του El Jabato, του ήρωα που δημιούργησε το 1958 ο ισπανός Βίκτορ Μότα σε συνεργασία με τον σχεδιαστή Φρανθίσκο Νταρνίς, ήταν μια από τις δημοφιλέστερες σειρές ελληνορωμαϊκής περιπέτειας στην Ελλάδα. Οι περιπέτειες του El Jabato, του ήρωα που δημιούργησε το 1958 ο ισπανός Βίκτορ Μότα σε συνεργασία με τον σχεδιαστή Φρανθίσκο Νταρνίς, ήταν μια από τις δημοφιλέστερες σειρές ελληνορωμαϊκής περιπέτειας στην Ελλάδα.

Η Δημοκρατία του Αλέκου Παπαδάτου, του Αβραάμ Κάουα και της Αννί ντι Ντονά μόλι κυκλοφόρησε. Ώσπου να βυθιστούμε στην εικονογραφημένη αφήγηση των απαρχών του δημοκρατικού πολιτεύματος, αξίζει τον κόπο μια μικρή επανάληψη στα κόμικς που φιλοξενούν στα καρέ τους εικόνες και κείμενα εμπνευσμένα από τον κόσμο της αρχαιότητας. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, 58.

Το αγαπημένο βιβλίο της Ελίζαμπεθ Μάρστον Χολογέυ ήταν μια κριτική έκδοση των ποιημάτων της Σαπφώς του 1885, σε μετάφραση και επιμέλεια του Χένρυ Θόρντον Ουώρτον. Το είχε πάντα μαζί της ώς το τέλος της ζωής της και διάβαζε τους στίχους της αρχαίας ποιήτριας στα ελληνικά, που είχε διδαχθεί στο ιστορικό κολέγιο θηλέων Μάουντ Χόλυοουκ. Η συμβολή της στη διαμόρφωση της Γουώντερ Γούμαν, που δημιούργησε ο ιδιόρρυθμος σύζυγός της, Ουίλλιαμ Μούλτον Μάρστον, το 1941, δεν θα πρέπει να ήταν αμελητέα, όμως μάταια θα αναζητήσει κανείς κάποιον σοβαρό απόηχο της παιδείας της στις περιπέτειες της ηρωίδας, πέρα από μάλλον γραφικά επιφωνήματα του τύπου «Suffering Sappho!» Η σύντομη προσωπική ενασχόλησή της με τα κόμικς, όταν επιχείρησε να αναλάβει την επίβλεψη των περιπετειών της ηρωίδας μετά το θάνατο του συζύγου της το 1947, θα μπορούσε να θεωρηθεί η πιο μεγάλη χαμένη ευκαιρία για μια γόνιμη συνάντηση της Ένατης Τέχνης με την κλασική παιδεία.

Πάνω από εβδομήντα χρόνια αργότερα, η προοπτική μιας τέτοιας συνάντησης φαντάζει πιο ουτοπική από ποτέ. Κανείς δεν φαίνεται να περιμένει πια κάτι τόσο εντυπωσιακό σαν τη δημιουργία μιας ηρωίδας του μεγέθους της Γουώντερ Γούμαν, με πρώτη ύλη μια στέρεη φιλολογική παιδεία παλαιάς κοπής. Δύσκολα φτιάχνονται τόσο μεγάλοι ήρωες και οι κλασικές σπουδές έχουν αλλάξει πολύ από εκείνη την εποχή. Και μέσα σ’ αυτές τις εφτά δεκαετίες, τα κόμικς εξερεύνησαν την αρχαιότητα με πολύ διαφορετικούς τρόπους, όχι απαραίτητα λιγότερο ενδιαφέροντες.

 

THE RUINS OF ONE’ A THEM ANCIENT THEATERS…

Οι κανόνες του παιχνιδιού συνοψίζονται εύστοχα σε ένα καρέ μιας περιπέτειας του Λοχία Φιούρυ, με τίτλο The Grandeur that was Greece –δανεισμένο από ένα ποίημα του Ε.Α. Πόε–, η οποία δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 1966. Στην ιστορία αυτή, σε κείμενα του Ρόυ Τόμας και σχέδιο του Ντικ Άγιερς, οι ριψοκίνδυνοι κομάντος έρχονται στην κατεχόμενη Ελλάδα για να δώσουν ένα χεράκι στους ντόπιους αντιστασιακούς. Φτάνοντας στο μέρος όπου θα συναντήσουν τους αντάρτες, ένας από τους άντρες της μονάδας αναφωνεί με έντονα αμερικάνικη προφορά: «Ε, λοχία... Τι σόι μέρος είν’ αυτό; Πού μας πάνε αυτοί οι τύποι; Αυτά τα ερείπια μοιάζουν μ’ εκείνα τα αρχαία θέατρα, για τα οποία διάβαζα στο γυμνάσιο!»

Αν η Έβδομη Τέχνη, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, αναζήτησε έμπνευση στην ιστορία του ελληνορωμαϊκού κόσμου, η Ένατη στάθηκε πολύ πιο επιφυλακτική. Για το σύντροφο του Λοχία Φιούρυ, ο οποίος ανήκει στη γενιά που μεγάλωσε στα χρόνια του μεσοπολέμου, τα αρχαία ερείπια δεν παραπέμπουν στην Καμπίρια, τους άθλους του Μασίστα ή τον Ραμόν Νοβάρο στο ρόλο του Μπεν Χουρ, αλλά σε διαβάσματα από τα μαθητικά του χρόνια· και μάλιστα, όχι τόσο στην αρχαία γραμματεία, αλλά στα σχολικά εγχειρίδια και στους πιο πρόσφατους συγγραφείς και ποιητές που, όπως ο Ε.Α. Πόε, έγραψαν για τη «δόξα» της Ελλάδας και το «μεγαλείο» της Ρώμης. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς, ακόμα και σήμερα, οι δημιουργοί που καταπιάνονται με τα κόμικς ελληνορωμαϊκής θεματολογίας νιώθουν την ανάγκη να αναφερθούν στη διδακτική τους διάσταση, ακόμα και όταν θέλουν, απλά και μόνο, να υπογραμμίσουν την απουσία της.

Η γενιά αυτή, η πρώτη γενιά που μεγάλωσε διαβάζοντας κόμικς, ήταν σχετικά εξοικειωμένη με την κλασική παιδεία, όμως φαίνεται πως προτίμησε να αναζητήσει αλλού τους ήρωες και τους μύθους της. Η περίπτωση του Τεντέν, ενός από τους πιο εμβληματικούς ήρωες του μεσοπολέμου, είναι χαρακτηριστική. Έπειτα από τα πρώτα του ταξίδια στη Χώρα των Σοβιέτ, στην Αμερική των γκάνγκστερ και των καουμπόυδων και στο Κονγκό της αποικιοκρατίας, ο ήρωας του Ερζέ ξεκινά για μια μεγάλη περιπέτεια που θα τον οδηγήσει από την Ευρώπη στην Άπω Ανατολή, στο δίπτυχο που απαρτίζεται από τα Πούρα του Φαραώ και τον Μπλε Λωτό: παρ’ όλο που το πρώτο μέρος περιλαμβάνει ένα πέρασμα από την Αίγυπτο –μια σεκάνς η οποία αποτελεί ίσως την αρχετυπική περιπέτεια αρχαιολογικής φαντασίας στα κόμικς–, ο Τεντέν αγνοεί τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Στην επόμενη περιπέτειά του, Το Σπασμένο Αυτί, που άρχισε να δημοσιεύεται τον Δεκέμβριο του 1935, θα σαλπάρει για τη Νότια Αμερική αναζητώντας ένα είδωλο της –φανταστικής– πρωτόγονης φυλής των Αρουμπάγια, που έχει κλαπεί από το «Εθνογραφικό Μουσείο». Πρόκειται για απλή σύμπτωση, όμως ο Ερζέ και ο ήρωάς του έχουν πολύ ευαίσθητες κεραίες: λίγους μήνες νωρίτερα, ο Κλωντ Λεβί-Στρως είχε σαλπάρει κι εκείνος για τη Βραζιλία. 

Για τη γενιά του Τεντέν, το χτες ήταν αλλού, όμως οι ήρωες της επόμενης γενιάς θα νιώσουν σαφώς πιο άνετα στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Η Γουώντερ Γούμαν, η οποία υποτίθεται ότι είναι κόρη της Βασίλισσας των Αμαζόνων, αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση, αφού, για το δημιουργό της, η αναφορά στην ελληνική μυθολογία ήταν μόνο μια επίφαση λογιοσύνης για τη διάδοση, με δήθεν διδακτικό ύφος, των ιδιότυπων φεμινιστικών απόψεών του: στη δεκαετία του 1970, η Γκλόρια Στάινεμ αναγνώρισε την προσφορά της ηρωίδας, όχι στη διάδοση της αρχαιογνωσίας, αλλά στην ιστορία του φεμινιστικού κινήματος, με ένα αφιέρωμα στο πρώτο τεύχος του Ms. και την έκδοση μιας ανθολογίας από τις κλασικές της περιπέτειες. Λιγότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπέτειες δημοφιλών ηρώων, όπως ο Σούπερμαν ή οι Ντακ του Γουώλτ Ντίσνεϋ, σε αρχαιοπρεπές ντεκόρ, ή κάποιες διασκευές των ομηρικών επών χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις. Αξίζει, πάντως, τον κόπο να επισημάνουμε τη βίαιη και αισθησιακή αρχαιότητα που απεικονίζει, με σχεδιαστικό στυλ το οποίο χρωστάει πολλά στον Άλεξ Ρέυμοντ και τον Μπερν Χόγκαρθ, ο Αλ Γουίλλιαμσον στις ιστορίες που φιλοξένησε στις σελίδες του το βραχύβιο Valor της EC Comics το 1955, αλλά και τις δύο διασκευές του Μπεν Χουρ από τον Τζο Ορλάντο για τη σειρά των Classics Illustrated το 1958 και τον Ρας Μάνινγκ για τον πολυσυλλεκτικό τίτλο FourColorComics το 1959: αν όχι για άλλο λόγο, επειδή η ταινία του Γουίλλιαμ Γουάιλερ είναι ένα σημαντικό σημείο αναφοράς στα ευρωπαϊκά περιπετειώδη κόμικς με φόντο την αρχαιότητα.

 

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΑΤΩΝ

Στην Ευρώπη, τα πράγματα ήταν σαφώς καλύτερα. Το 1948, άρχισαν να δημοσιεύονται στο Tintin οι περιπέτειες του νεαρού Γαλάτη Αλίξ, σε κείμενα και σχέδια του Ζακ Μαρτέν. Η πορεία του έφηβου ήρωα είναι αντίστροφη από την πορεία του Τεντέν: η πρώτη του περιπέτεια είναι μια οδύσσεια που τον οδηγεί από τις εξωτικές ανατολικές παρυφές του αρχαίου κόσμου στη Ρώμη του Καίσαρα, λίγο μετά την κατάκτηση της Γαλατίας. Αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στη ρεαλιστική απεικόνιση του ρωμαϊκού κόσμου, ο Ζακ Μαρτέν καταφέρνει να κάνει την αρχαιότητα των σχολικών εγχειριδίων να φαντάζει τουλάχιστον εξ ίσου εξωτική και συναρπαστική με τον κόσμο του Τεντέν – και σαφώς πιο σκοτεινή. Η διδακτική διάσταση της σειράς αναδείχτηκε κυρίως σε παράλληλες εκδόσεις όπως τα Ταξίδια  του Αλίξ στη δεκαετία του 1990, όμως ο επιφανειακός ακαδημαϊσμός της λεγόμενης καθαρής γραμμής είναι λιγότερο παρωχημένος απ’ όσο φαίνεται: το 2010, η σειρά τουριστικών οδηγών Lonely Planet επέλεξε τον Αλίξ ως ξεναγό των αναγνωστών στη Ρώμη. 

Το 1959, μια δεκαετία μετά το ντεμπούτο του Αλίξ, ο Ρενέ Γκοσινύ και ο Αλμπέρ Υντερζό κινήθηκαν σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση με τις περιπέτειες του Αστερίξ. Η ακρίβεια στην αναπαράσταση της ίδιας ιστορικής περιόδου είναι εντελώς προσχηματική, αφού η σειρά είναι προσανατολισμένη στην παρωδία και τη σάτιρα: οι ιστορίες του Αστερίξ υποτίθεται ότι διαδραματίζονται στην εποχή του Αλίξ, όμως ο κόσμος του είναι ο κόσμος των δημιουργών και των αναγνωστών του.

Κορυφαία στιγμή σ’ αυτό το παιχνίδι δεξιοτεχνικών αναχρονισμών είναι ίσως η Ασπίδα της Αρβέρνης του 1967, μια περιπέτεια στην οποία οι ήρωες αναζητούν την ασπίδα του Βερκιγγετόριγα, η τύχη της οποίας αγνοείται μετά την ήττα του στην Αλεσία και την ολοκλήρωση της ρωμαϊκής κατάκτησης της Γαλατίας. Ένας αγώνας δρόμου ξεκινά για την ανεύρεση ενός κειμηλίου που έχει διαμετρικά αντίθετη σημασία για τους νικητές και για τους ηττημένους: για τους μεν, η ασπίδα συμβολίζει ένα θρίαμβο, για τους δε το πνεύμα της αντίστασης, ενώ τα πράγματα περιπλέκονται επειδή οι Γαλάτες δεν θέλουν ούτε καν να θυμηθούν πού βρίσκεται το μέρος όπου υπέστησαν την οριστική ήττα τους... Η πλοκή παραπέμπει πρωτίστως στην ιστοριογραφική και αρχαιολογική διαμάχη γύρω από τον εντοπισμό της Αλεσίας, η οποία ξεκίνησε από τα μέσα του 19ου αιώνα και τις έντονα ιδεολογικά φορτισμένες ανασκαφές υπό την αιγίδα του Ναπολεοντα Γ’, και συνεχίζει να αναζωπυρώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Δύσκολα, όμως, μπορεί κανείς να αντισταθεί στον πειρασμό να μην αναγνωρίσει μια χιουμοριστική αναφορά στο πρόσφατο παρελθόν και σε μια συμφιλιωτική ανάγνωση της ιστορίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, από τη στιγμή, μάλιστα, που αφετηρία της αφήγησης είναι η επίσκεψη του αρχηγού του γαλατικού χωριού στο Βισύ, μια πόλη που δεν φημίζεται μόνο για τα ιαματικά λουτρά της: οι Γαλάτες του Γκοσινύ προτιμούν να γιορτάζουν τη νίκη τους στη Γκεργκοβία παρά να θυμούνται την ήττα τους στην Αλεσία, όπως ακριβώς οι σύγχρονοί του προτιμούν να γιορτάζουν τη νίκη τους στην πρώτη παγκόσμια σύρραξη παρά να θυμούνται την ήττα τους στη δεύτερη. Οι δημιουργοί δεν φαίνεται πως είχαν την πρόθεση να κάνουν τίποτα περισσότερο από το να σπάσουν πλάκα, όμως το χιούμορ τους είναι πιο καίριο από όσο φαντάζονταν. Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1966, ο αμερικανός ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον είχε εκδώσει στο Πρίνστον τη διδακτορική του διατριβή με θέμα το καθεστώς του Βισύ, η οποία πυροδότησε έντονο δημόσιο διάλογο στη Γαλλία και συνέβαλλε στην ανάπτυξη μιας πιο κριτικής προσέγγισης εκείνης της περιόδου. Η Ασπίδα της Αρβέρνης έχει ελάχιστα να διδάξει στους μαθητές οποιασδήποτε βαθμίδας για την αρχαιότητα, μπορεί, όμως, να αποτελέσει ένα εξαιρετικά χρήσιμο ερέθισμα για προβληματισμό πάνω στον τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία.

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΣΤΟΝ ΠΕΤΡΩΝΙΟ

Τρεις δεκαετίες αργότερα, η αφήγηση της μάχης των Θερμοπυλών στους 300 του Φρανκ Μίλλερ, που κυκλοφόρησαν σε συνέχειες το 1998, θα μπορούσε, αν όχι να δικαιώσει τους χειρότερους φόβους όσων ανησυχούν για την κρίση της κλασικής παιδείας, τουλάχιστον να δώσει την εντύπωση μιας θεαματικής οπισθοδρόμησης. Αν μη τι άλλο, η προσέγγισή του αμερικανού δημιουργού απέχει παρασάγγας από την ευφυέστατη σάτιρα της Ασπίδας της Αρβέρνης, η οποία, σε τελική ανάλυση, αφορά την ανάμνηση μιας ηρωικής ήττας σαν τις Θερμοπύλες...

Ευτυχώς, όμως, πρόκειται μάλλον για μεμονωμένο περιστατικό, αφού λίγο νωρίτερα είχαν κυκλοφορήσει στη Γαλλία δύο πολύ διαφορετικές δουλειές που ανανέωσαν ριζικά τα κόμικς ελληνορωμαϊκής θεματολογίας, με απρόσμενο κοινό παρονομαστή το Σατυρικόν του Πετρώνιου. Το 1997, λίγους μήνες πριν από την κυκλοφορία των 300, στον πρώτο τόμο του Μουρήνα, σε σχέδιο του Φιλίπ Ντελαμπύ, ο οποίος πέθανε πρόωρα το 2014, ο παραγωγικότατος Ζαν Ντυφώ άρχισε να αφηγείται μια περιπέτεια που διαδραματίζεται έναν αιώνα μετά την εποχή του Αλίξ, στα χρόνια του Νέρωνα, δίνοντας στο συγγραφέα του Σατυρικού το ρόλο ενός έμπιστου φίλου τού κεντρικού ήρωα. Οι οχτώ πρώτοι τόμοι καλύπτουν την άνοδο του Νέρωνα στην εξουσία και την καταστροφή της Ρώμης, ενώ, στις τελευταίες σελίδες του ένατου, που κυκλοφόρησε το 2013, οι ήρωες ξεκινούν για το συμπόσιο που παραθέτει κάποιος γνωστός του Πετρώνιου, ονόματι Τριμαλχίων... Την προηγούμενη χρονιά, το 1996, ο Μπλυτς άρχισε να δημοσιεύει στο (À Suivre), το plum, ένα αφήγημα εντελώς διαφορετικό από την προηγούμενη δουλειά του για το αμιγώς χιουμοριστικό Fluide Glacial. Ο τίτλος –που δηλώνει, στα γαλλικά, την κινηματογραφική υπερπαραγωγή ελληνορωμαϊκής περιπέτειας– είναι εν μέρει παραπλανητικός: με κύριο άξονα το Σατυρικόν, ο γάλλος δημιουργός παρασέρνει τον αναγνώστη σε μια ζοφερή οδύσσεια, ελάχιστα επική και όχι ιδιαίτερα αρχαιοπρεπή, με επεισόδια εμπνευσμένα από πολλές κι ετερόκλητες πηγές. Με τον Μουρήνα, το ιστορικό εικονογραφημένο αφήγημα με φόντο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο στο ύφος του Ζακ Μαρτέν γίνεται πιο βίαιο και πιο σκοτεινό. Με το Péplum, η αρχαιότητα των κόμικς μπολιάζεται με την ανάμνηση από αναγνώσματα και θεάματα που ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια της αρχαίας γραμματείας, για να γίνει όχημα για την έκφραση μιας καθαρά προσωπικής ευαισθησίας.

 

ΠΑΛΙΟΙ ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΙ ΗΡΩΕΣ

Τα τελευταία χρόνια, έχουν κυκλοφορήσει αρκετά κόμικς που εμπνέονται με πολύ διαφορετικούς τρόπους από την ιστορία και τη λογοτεχνία της αρχαιότητας, από την Atalante του Κρις (2000-2015), μια σειρά ηρωικής φαντασίας που ξεκίνησε στο πλαίσιο της Αργοναυτικής Εκστρατείας, ή τη βίαιη GreekStreet (2009-2010) του Πήτερ Μίλιγκαν και του Νταβίντε Τζανφελίτσε, όπου μεταφέρεται το καστ της μυθολογίας στο σύγχρονο Λονδίνο, ώς την εικονογραφημένη εκδοχή του πλατωνικού Συμποσίου από τον Ζοάν Σφαρ (2002), τα μάνγκα ευρωπαϊκής κοπής SaveMePythie (2014) της Έλσα Μπραντς και την πολύ προσωπική αφήγηση της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη από τον Ζαν Αραμπάτ στο Ulysse. Les Chants du retour (2014).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δυο δουλειές που υπογράφουν δημιουργοί με γερές και σύγχρονες κλασικές σπουδές. Η Βαλερί Μανζέν, που έχει σπουδάσει παλαιογραφία στην EcoledesChartes, είχε στο ενεργητικό της, μεταξύ άλλων, τον κύκλο των Χρονικών της Γαλαξιακής Αρχαιότητας, μια σειρά αφηγηματικών αυτοσχεδιασμών πάνω σε μοτίβα δανεισμένα από την αρχαία ιστορία και γραμματεία, με φόντο ένα ντεκόρ διαστημικής όπερας. Χάρη στις σπουδές και τις προηγούμενες δουλειές της, ήταν το ιδανικό πρόσωπο για να γράψει τα σενάρια για νέες περιπέτειες με πρωταγωνιστή τον εμβληματικό ήρωα του Ζακ Μαρτέν στη σειρά Alix Senator (2012-2014), σε εικονογράφηση του Τιερύ Ντεμαρέ, ο οποίος έχει εργαστεί και ως σκηνογράφος στην Comédie-française. Αν τις περισσότερες φορές, οι ήρωες των κόμικς γεννιούνται ενήλικοι και, μόνο στην συνέχεια, ο δημιουργός τους ή κάποιος ομότεχνός του καταπιάνεται με την αφήγηση των νεανικών τους περιπετειών, αυτή τη φορά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ο έφηβος ήρωας είναι πλέον ένας ώριμος συγκλητικός στα χρόνια του Αυγούστου. Η σεναριογράφος είναι αρκετά εξοικειωμένη με τους αφηγηματικούς κώδικες του είδους και καταφέρνει να δώσει πιο σύγχρονο τόνο στις ώριμες περιπέτειές του, χωρίς εν τούτοις να τη μετατρέψει σε απομίμηση μιας πιο «ενήλικης» σειράς, όπως ο Μουρήνας. Και ταυτόχρονα, η παιδεία της τής επιτρέπει να εντάξει τον ώριμο Αλίξ σε ένα νέο ιστορικό πλαίσιο, αρκετά διαφορετικό από εκείνο της σειράς του Ζακ Μαρτέν.

Από την πλευρά της, η Μπλαντίν Λε Καλέ, λέκτορας λατινικών στο πανεπιστήμιο Paris-Est Créteil και συγγραφέας γνωστή στο ελληνικό από το Σκηνικό Γάμου και τη Μπαλάντα της Λίλας Κ. (κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις), άρχισε να αφηγείται, το 2013, σε συνεργασία με τη σχεδιάστρια Νάνσυ Πένια, μια εικονογραφημένη βιογραφία της Μήδειας, ο δεύτερος τόμος της οποίας κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιανουάριο. Η διπλή της ιδιότητα της επιτρέπει μια πλήρη εποπτεία των αρχαίων πηγών και της υπαγορεύει μια ενδιαφέρουσα αφηγηματική προσέγγιση: η Μήδεια της είναι μια γερασμένη γυναίκα, πολλές φορές αιωνόβια, που αφηγείται την ιστορία της ζωής της, αλλά και τη γέννηση του ίδιου της του μύθου, με φόντο έναν αρχαϊκό κόσμο πριν από τον Τρωικό Πόλεμο και τα ομηρικά έπη. Χωρίς την παραμικρή διδακτική πρόθεση ή ακαδημαϊκή φιλοδοξία, η Μπλαντίν Λε Καλέ δεν διστάζει να αφήσει τη φαντασία της να συμπληρώσει τα διαβάσματά της, για να δώσει μια νέα και προσωπική εκδοχή του μύθου.

Το κοινό σημείο ανάμεσα στον Alix Senator και τη Μήδεια είναι πως οι δημιουργοί τους ξεφυλλίζουν με την ίδια άνεση μια κριτική έκδοση κάποιου αρχαίου κειμένου και ένα εικονογραφημένο αφήγημα. Οι δύο αυτές δουλειές μάς θυμίζουν ότι οι εικονογραφημένες σελίδες ελληνορωμαϊκής έμπνευσης είναι κάτι περισσότερο από μια υποκατηγορία του ιστορικού κόμικς: από τις πιο σαχλές ώς τις πιο λόγιες, από τις πιο κεφάτες μέχρι τις πιο σκοτεινές, οι σελίδες αυτές βασίζονται σε αναγνώσματα και εικόνες που δημιουργοί και αναγνώστες –όπως άλλωστε η σύζυγος του δημιουργού της Γουώντερ Γούμαν– γνώρισαν στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο και όχι μόνο· οι σελίδες αυτές αναπαριστούν έναν κόσμο για τον οποίο δημιουργοί και αναγνώστες έχουν διαβάσει πολλά. Δεν είναι ανάγκη να θυμίσουμε τα αμέτρητα παραθέματα από την αρχαία και τη σύγχρονη γραμματεία, αλλά και από τον κινηματογράφο, στις περιπέτειες του Αστερίξ. Στο τέλος κάθε τόμου του Μουρήνα, όπου οι μορφές του Σενέκα, του Πετρώνιου και του Πέτρου κινούνται σε ένα ντεκόρ που θυμίζει τον Μπεν Χουρ και τον Μονομάχο, ο Ζαν Ντυφώ νιώθει την ανάγκη να παραθέσει τη βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε για να αντλήσει πληροφορίες για το στήσιμο ενός πειστικού ιστορικού σκηνικού. Πιο διακριτικός, ο Μπλυτς δεν επισημαίνει ρητά τις πηγές του όταν εικονογραφεί μια σκηνή από τον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ ή όταν παραθέτει αυτούσια τα αποσπάσματα από το Σατυρικόν στα οποία στηρίζονται τα καρέ του, όμως ο σχετικά πληροφορημένος αναγνώστης δεν δυσκολεύεται να παρακολουθήσει το διάλογο του δημιουργού με τα κείμενα και τις εικόνες που μοντάρισε για να αφηγηθεί την οδύσσεια του ήρωά του. Η Μπλαντίν Λε Καλέ δεν παραλείπει να ευχαριστήσει, μεταξύ άλλων, τον Ευριπίδη, τον Οβίδιο και τον Σενέκα, ενώ, από την πλευρά της, η Νάνσυ Πένια δεν κρύβει το χρέος της στον Όουεν Τζόουνς και την Grammar of Ornament και παραδέχεται την επίδραση της Άρ Νουβώ ή και του Μπερν Χόγκαρθ στις σελίδες της. Κι ο Ζαν Αραμπάτ, που προσκαλεί τον Ζαν-Πιερ Βερνάν στο ρόλο ενός σοφού σχολιαστή στην εικονογραφημένη αφήγηση της επιστροφής του Οδυσσέα, κλείνει τον Ulysse του με τα λόγια του Όθωνα, του βιβλιοθηκάριου στο Βαθύ της σύγχρονης Ιθάκης:

 

Ξέρετε ποιος είναι ο πραγματικός τόπος του Οδυσσέα; Πού είναι στ’ αλήθεια η θέση του; Σε μια βιβλιοθήκη!

 

Στις καλύτερες στιγμές τους, αυτά τα κόμικς είναι –αναπόφευκτα κι απροσδόκητα– διακειμενικά παιχνίδια με αναμνήσεις από ένα τεράστιο σώμα κειμένων και εικόνων, που ξεπερνά κατά πολύ την αρχαία γραμματεία. Είναι, με άλλα λόγια, ίσως ό,τι πιο συναρπαστικό και πιο φιλόδοξο μπορεί να πετύχει μια τέχνη που στηρίζεται στο παιχνίδι με τις λέξεις και τα σχέδια.

 

 

Δημήτρης Δημακόπουλος

Φιλόλογος και μεταφραστής, θεωρητικός των κόμικς, επί πολλά χρόνια συγγραφέας των κειμένων στο περιοδικό ανθολογίας της Ντίσνεϋ, Κόμιξ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά