Κωστής Καρπόζηλος - Δημήτρης Κ. Χριστόπουλος, 10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό, Πόλις, Αθήνα 2018, 96 σελ.

Τελικά η Μακεδονία δεν είναι ελληνική; Είναι. Η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική. Αλλά στη διαμάχη για το όνομα της γειτονικής χώρας, που την αποκαλούμε είτε με το όνομα της πρωτεύουσάς της, Σκόπια, είτε με το αρκτικόλεξο (πΓΔΜ) της προσωρινής ονομασίας: πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η Ελλάδα δεν έχει δίκιο. Ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος παραδίδουν ένα ευσύνοπτο και πολύ χρήσιμο βιβλίο για ένα ζήτημα που δεν θα υπήρχε αν δεν το είχε καλλιεργήσει ο ελληνικός εθνικισμός. [ΤΒJ]

 


Η τέχνη της προσέγγισης του μεγάλου αναγνωστικού κοινού δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Είναι όμως μια τέχνη πάντοτε αναγκαία, όταν ο ιστορικός και ο πολιτικός επιστήμονας καλούνται να παρέμβουν στα δημόσια πράγματα της εποχής τους προκειμένου να προσδιορίσουν όσες χρόνιες παθογένειες ταλανίζουν την κοινωνία τους και να τις ανασκευάσουν. Ένα τέτοιο απαιτητικό εγχείρημα δοκιμάζουν να φέρουν σε πέρας ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος, συζητώντας το Μακεδονικό Ζήτημα στον απόηχο των τελευταίων συγκεντρώσεων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα.

Σε αυτήν την προσπάθεια, όπου η ιδιότητα του πολίτη ευθυγραμμίζεται με τις μέριμνες του επιστήμονα, οι δύο συγγραφείς αναγνωρίζουν εξ αρχής τις οφειλές τους και υποδεικνύουν το νήμα που τους συνδέει με «όσες και όσους άρθρωσαν έναν λόγο τεκμηριωμένο και κριτικό σχετικά με το Μακεδονικό την κρίσιμη δεκαετία του ’90». Αν όμως τα πολιτικά αντανακλαστικά και οι παρεμβάσεις της προοδευτικής διανόησης, από τότε μέχρι σήμερα, οριοθετούν ευκρινώς το πεδίο εντός του οποίου κινείται το βιβλίο, ποια μορφή λόγου είναι σε θέση να υπηρετήσει τις ζητήσεις και τις προτεραιότητες που αυτή η κληρονομιά υπαγορεύει; Η επιλογή της μικρής, μετρημένης φόρμας, δηλαδή οι «10 συν 1 ερωτήσεις και απαντήσεις» που δηλώνει ο τίτλος, δείχνουν να ανταποκρίνονται ιδανικά στους στόχους της ιστορικο-πολιτικής γραφής. Η επιχειρηματολογία αναπτύσσεται κλιμακωτά στη βάση αριθμημένων μικρών ενοτήτων, οι οποίες διαδέχονται λογικά η μία την άλλη, επιτυγχάνοντας στο τέλος μια συνολική ενότητα. Οι ερωτήσεις στην αρχή κάθε κεφαλαίου δίνουν την αίσθηση ενός σταδιακά αναπτυσσόμενου ανοικτού διαλόγου, όπου η απάντηση αναλαμβάνει να εκθέσει την επικρατούσα κάθε φορά άποψη και έπειτα να την αναιρέσει μεθοδικά. Την πραγμάτευση του ακανθώδους θέματος διευκολύνει το συνειδητά επιλεγμένο απλό ύφος, συναρμόζοντας γόνιμα τη σαφήνεια με τη ζωντάνια. Δεν πρόκειται όμως μόνο για ζήτημα δομής και γλώσσας.

Οι συγγραφείς ζητούν προγραμματικά την καλή προαίρεση και την αναστοχαστική διαθεσιμότητα του αναγνώστη, την ενεργή δηλαδή εμπλοκή και συμμετοχή του στη συνομιλία, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τον μεγάλο σκόπελο της διαφωτιστικής υπεροψίας και του άχαρου διδακτισμού. Το βιβλίο απευθύνεται σε εκείνους τους «πολίτες που θέλουν να αναμετρηθούν με την […] θλιβερή μονοτονία για το Μακεδονικό στη δημόσια συζήτηση» και είναι διατεθειμένοι να αντιπαρέλθουν τους «δικούς τους μύθους». Άλλωστε πρόκειται για ένα εγχείρημα γραμμένο σε τόνο μαχητικό, όχι όμως aprioriδιχαστικά πολεμικό, με κύρια επιδίωξη να είναι αποτελεσματικό για την κατίσχυση της νηφαλιότητας και της λογικής∙ με άλλα λόγια, ένα εγχείρημα πυροσβεστικό απέναντι στα επικίνδυνα συλλογικά πάθη και τραύματα που αναβιώνει ο σημερινός εθνικισμός.

Καθώς, λοιπόν, ο Καρπόζηλος και ο Χριστόπουλος, αποβλέπουν σε μια «θεραπευτική λειτουργία» (σελ. 14) ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι δυσκολίες με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι. Έτσι, επισημαίνουν τη ρευστότητα της γενικής ρητορικής για το Μακεδονικό, τον ουσιαστικά ανορθολογικό της χαρακτήρα, αφού «παρακολουθώντας προσεκτικά τα πρόσφατα συλλαλητήρια, διαπιστώσαμε ότι ελάχιστα ήταν τα επιχειρήματα τόσο των συγκεντρωμένων, όσο και των ομιλητών. Αυτό που κυριαρχούσε ήταν το αίσθημα της “προδοσίας”, της καταγγελίας της, και της εθνικής υπερηφάνειας, δίχως όμως να τεκμηριώνεται το πού ακριβώς εδράζεται αυτή» (σελ. 10). Προκειμένου να αντιπαρέλθουν την ισχύ μύθων, ικανών να «κατασκευάζουν μια πραγματικότητα, η οποία στη συνέχεια αναπαράγεται ως τέτοια, χωρίς κανείς να ασχολείται με τον πυρήνα της» (σελ. 11), εξηγούν τη στρέβλωση που ενυπάρχει στον θεολογικής υφής ορισμό των λεγόμενων «εθνικών θεμάτων», έναντι των οποίων ο εθνικός λόγος δεν αναγνωρίζει κανέναν νόμιμο αντίλογο.

 

 

Περί εθνών και εθνικισμού

Στην αποδόμηση ισχυρών στερεοτύπων, πχ. πως τα «πνευματικά δικαιώματα» των Eλλήνων επί της αρχαίας Μακεδονίας εξασφαλίζουν στην Ελλάδα το μονοπώλιο της σημερινής χρήσης του ονόματος ή πως «η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική», οι δυο συγγραφείς αποφεύγουν προσεκτικά την επιστημονικοφανή διάλεκτο. Προφανώς όμως δεν αποφεύγουν καθόλου να αξιοποιήσουν τις κατακτήσεις της σύγχρονης ιστορικής και πολιτικής επιστήμης. Αντίθετα, εκλαϊκεύουν με την πιο διαυγή διατύπωση τις σύγχρονες θεωρίες περί εθνών και εθνικισμού, όταν εξηγούν:

Το έθνος είναι η πολιτική κοινότητα που σφυρηλατεί την αλληλεγγύη της πάνω στην ανάγκη της στέγασής της σε ένα κράτος. Το κράτος, το εθνικό κράτος από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, είναι το ιστορικό σπίτι του έθνους. Έτσι εξηγείται γιατί τα έθνη, αυτά τα προϊόντα της πολιτικής νεωτερικότητας, δεν υπήρχαν –και σίγουρα δεν υπήρχαν με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε εμείς– ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στον Μεσαίωνα. […]. Το σύγχρονο ελληνικό έθνος αναδύεται μέσα από το αίτημα της συστέγασης σε μια κρατική οντότητα –σχηματικά, ας πούμε από τα τέλη του 18ου αιώνα. Αυτό, όμως, δεν συνιστά ελληνική ιδιαιτερότητα∙ ισχύει για όλους. (σελ. 35-36)

Ακριβώς πάνω σε αυτό το κεκτημένο της αλλαγής επιστημολογικού παραδείγματος, ο Καρπόζηλος και ο Χριστόπουλος αντιπαρέρχονται τη διάχυτη φιλολογία περί «ανύπαρκτου» μακεδονικού έθνους. Χωρίς να βαρύνουν το βιβλίο με εξειδικευμένες παραπομπές που δεν ταιριάζουν στη γενική φιλοσοφία του, συνοψίζουν και αξιοποιούν την πλούσια βιβλιογραφία για το Μακεδονικό για να αποσαφηνίσουν μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα. Η σταδιακή ανάδυση της μακεδονικής ταυτότητας από τον ύστερο 19ο αιώνα και η μετέπειτα ενίσχυσή της στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, με την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, δεν την καθιστά λιγότερο πραγματική από οποιαδήποτε άλλη εθνική ταυτότητα. Το ίδιο ισχύει και για τη μακεδονική γλώσσα, η οποία συλλήβδην υποβαθμίζεται στην τρέχουσα αντίληψη ως «διάλεκτος». Η απόρριψη του μακεδονικού έθνους ως «τεχνητού» έχει ως αφετηρία της την ιστορική και καθολική άρνηση της Ελλάδας να αναγνωρίσει την ύπαρξη μειονοτικών κοινοτήτων στο εσωτερικό της, ενώ οι περιφρονητικές αναφορές στο «κρατίδιο των Σκοπίων» και οι εσφαλμένες καταγγελίες περί «αλυτρωτικού συντάγματος» απλώς δυναμιτίζουν την καλή γειτονία και τη σταθερότητα στην περιοχή, τροφοδοτώντας εκατέρωθεν το εθνικιστικό μίσος. Σήμερα όμως, μετά από είκοσι πέντε χρόνια διαπραγματεύσεις, δεν υπάρχουν πια περιθώρια για τις κίβδηλες βεβαιότητες της εθνικής μας μυθολογίας. Η τελευταία ερωταπόκριση είναι αφοπλιστική στην αμεσότητα και την καθαρότητά της.

«Δηλαδή, δεν έχει δίκιο η Ελλάδα;» Όχι, δεν έχει. (σελ. 83)

Το θέμα πρέπει να λυθεί και η ελληνική κοινωνία να επικεντρωθεί «σε κάτι που αξίζει τον κόπο», στη συζήτηση δηλαδή του μέλλοντός της στον 21ο αιώνα (σελ. 21).

Οι 10 συν 1 ερωτήσεις για το Μακεδονικό, αξιοποιώντας στο έπακρο τον μικρό αριθμό σελίδων τους, ανταποκρίνονται με επιτυχία στην προγραμματική τους λογική. Το βιβλίο, προσεκτικό και καλοδουλεμένο, πατάει γερά σε όσα έχουν ήδη κερδηθεί στη θεωρία, την ιστοριογραφία και την πολιτική σκέψη, εκφράζοντας τελικά μια ώριμη αυτοπεποίθηση:

Σε αυτό το δυσάρεστο τοπίο, διαβλέπει κανείς σήμερα μια ελπίδα. Αν, το 1992, η αίσθηση ότι η Ελλάδα έχει απόλυτο δίκιο ήταν κυρίαρχη, σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Σήμερα είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς τα σχολεία να κλείνουν με εντολή του Υπουργείου Παιδείας και τους μαθητές να μεταφέρονται σε συγκεντρώσεις ανεμίζοντας ελληνικές σημαίες […] Τότε η μη επίλυση του Μακεδονικού διαπερνούσε το σύνολο του πολιτικού φάσματος και συγκροτούσε τον βασικό πυρήνα της εξωτερικής μας πολιτικής. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει. […] Σταδιακά, όμως, απαλλασσόμαστε από το βάρος του. Βασανιστικά και αργά, θα πουν κάποιοι. Ίσως. Πάντως, οι καιροί αλλάζουν. Και αυτό μας επιτρέπει να ελπίζουμε. (σελ. 87-88, 93)  

Μια τέτοια αισιοδοξία, δεν παραβλέπει φυσικά καθόλου πως πάρα πολλά μένουν ακόμα εκκρεμή. Ο εφησυχασμός δεν συνιστάται σε καμία περίπτωση. Η επίγνωση όμως πως η ελληνική πραγματικότητα διαθέτει πλέον ανοικτά μονοπάτια ώστε να διαφύγει τα βαρίδια του παρελθόντος καθιστά αταίριαστη κάθε πεσιμιστική υπερβολή. Κι αν αυτή αποφεύγεται, αποφεύγεται σωστά, κατά τη γνώμη μου∙ ακριβώς επειδή σε αυτή τη μεγάλη διαδρομή τίποτα δεν υπήρξε εύκολο ή αυτονόητο.

 

 

Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης αποτιμά τον στενό συνεργάτη του, Νίκο Θέμελη, όχι απλώς για τις πολιτικές ικανότητές του αλλά και για τη λογοτεχνική του δεινότητα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal #87, Μάιος 2018, που κυκλοφορεί. 

Anon. Έγχρωμο θρίλερ επιστημονικής φαντασίας γερμανικής παραγωγής 2018, σε σκηνοθεσία Άντριου Νίκολ. Πρωταγωνιστούν: Κλάιβ Οουεν, Αμάντα Σέιφριντ, Κολμ Φιόρε, Μαρκ Ο' Μπράιαν, Σόνια Γουάλγκερ. Διανομή: Tanweer. Διάρκεια: 100’

Βρισκόμαστε  σε  ένα  όχι  πολύ  μακρινό  μέλλον, σε  έναν  κόσμο  όπου  δεν  υπάρχει  ιδιωτικότητα, καθώς  κάθε  άνθρωπος  μπορεί  να  «διαβάζει» πληροφορίες  για  τους  ανθρώπους  που  συναντά, ακόμα και για εκείνους που απλώς βλέπει  να  περνούν  από  το  δρόμο  του, μόνο  και  μόνο  ρίχνοντάς  τους  μια  ματιά. Στον  κόσμο  αυτόν, η  ανωνυμία  έχει  εξαλειφθεί, οι  αναμνήσεις  κάθε  ατόμου  έχουν  πάρει  ψηφιακή  μορφή  και  αποτελούν  ένα  είδος  αρχείου  μέσα  στον  εγκέφαλο  των  ανθρώπων  και  η  εγκληματικότητα  περιορίζεται  σε  μικρής  εμβέλειας  παραβάσεις. Έως ότου  διαπραχθούν κάποιοι φόνοι, χωρίς η αστυνομία να μπορεί να εντοπίσει το δράστη. Έτσι, ο  ντετέκτιβ  Σαλ  Φρίλαντ (Κλάιβ  Όουεν) αναλαμβάνει  να  επιλύσει  την  υπόθεση, η  οποία  τον  οδηγεί  σε  μια  γοητευτική  νεαρή  χάκερ (Αμάντα  Σέιφριντ), που  δεν  αναγνωρίζεται  από  κανένα  σύστημα  και  φαίνεται  να  μην  έχει  ταυτότητα. Ούτε  ο  ίδιος  ο  Σαλ, όταν  τη  βλέπει, μπορεί  να  «διαβάσει» το  ιστορικό  της. Το  ζητούμενο, επομένως, είναι  να  βρεθεί  τρόπος  να  παγιδεύσει  ο  Σαλ  την  κοπέλα  προτού  εκείνη  πραγματοποιήσει  τον  επόμενο  φόνο.

Θέλμα (Thelma). Έγχρωμη γαλλο-νορβηγο-δανέζικη ταινία μυστηρίου, παραγωγής 2017, του Γιόακιμ Τρίερ. Διανομή: Seven Films. Διάρκεια: 116΄.

Η Θέλμα, πρωτοετής φοιτήτρια Βιολογίας και κόρη θρησκόληπτου επαρχιακού γιατρού, γνωρίζει στη σχολή της την Άνια, ελκυστική φοιτήτρια Χημείας, που της ξυπνά ερωτικό πάθος και διάθεση για αμαρτία, θέτοντας υπό αμφισβήτηση όσα της έχουν επιβάλλει οι γονείς της. Συγχρόνως, αρχίζει να παρουσιάζει περίεργες κρίσεις, που δε φαίνονται να είναι επιληψία ούτε όγκος. Σύντομα θα μάθουμε ότι η Θέλμα κρύβει κάποια μυστικά που σχετίζονται με το παρελθόν της οικογένειάς της.

Το Νησί των Σκύλων (Isle of Dogs). Έγχρωμη ταινία animationαμερικανογερμανικής παραγωγής 2018, σε σκηνοθεσία Γουές Άντερσον. Διανομή: Odeon. Διάρκεια: 101'

Βρισκόμαστε στην ιαπωνική μεγαλούπολη Μεγκασάκι, είκοσι χρόνια στο μέλλον. Μια αρρώστια έχει πλήξει τα σκυλιά και ο διεφθαρμένος δήμαρχος Κομπαγιάσι διατάζει να απελαθούν όλα σε ένα σκουπιδονήσι, το λεγόμενο Νησί των Σκύλων. Ο ανηψιός του Κομπαγιάσι, Ατάρι, αρνούμενος να αποχωριστεί τον πιστό του σκύλο Σποτς, πηγαίνει μόνος του ώς το νησί για να τον πάρει πίσω. Μαζί με μια παρέα πέντε σκύλων θα ξεκινήσει την αναζήτηση του κατοικιδίου του, ενώ στο Μεγκασάκι οι σκυλόφιλοι προσπαθούν να αποδείξουν ότι η σκυλογρίπη είναι ψέμα, ότι θεραπεία υπάρχει κι ότι ο λόγος που οι αρχές δεν τη δημοσιεύουν είναι ύπουλα συμφέροντα, σχετικά με τη Γιακούζα (η ιαπωνική μαφία).

Ready Player One. Έγχρωμη αμερικανική παραγωγή επισημονικής φαντασίας 2018, σε σκηνοθεσία Στήβεν Σπίλμπεργκ. Παίζουν: Τάι Σέρινταν, Ολίβια Κουκ, Μπεν Μέντελσον, Τι Τζέι Μίλερ. Διανομή: Tanweer. Διάρκεια: 140’

Το 2045, ο κόσμος έχει αλλάξει ριζικά. Πριν από μερικά χρόνια, ο Τζέιμς Χαλιντέι δημιούργησε το παιχνίδι OASIS, έναν εικονικό κόσμο όπου κάθε άνθρωπος μπορεί, μέσω ενός άβαταρ, να αλληλεπιδράσει με άλλους χρήστες και να βιώσει τις πιο συναρπαστικές εμπειρίες. Όμως, ο Χαλιντέι πεθαίνει και αφήνει πίσω του το "Πασχαλινό Αυγό", το οποίο μπορεί κανείς να ανακαλύψει μόνο αν επιλύσει τρεις περίπλοκους γρίφους. Όποιος τα καταφέρει πρώτος, θα γίνει και διάδοχος του Χαλιντέι στη διεύθυνση της εταιρείας του. Ανάμεσα στους διαγωνιζόμενους βρίσκεται και ο 18χρονος Ουέιντ Ουότς (Πέρσιβαλ για τον κόσμο του παιχνιδιού), ο οποίος, μαζί με τους τέσσερις συνεργάτες του, τα βάζει με μια εταιρεία - κολοσσό.

Ένα ήσυχο μέρος (A Quiet Place). Έγχρωμη ταινία, θρίλερ αμερικανικής παραγωγής 2018 του Τζον Κραζίνσκι. Παίζουν: Εμιλι Μπλαντ, Τζον Κραζίνσκι, Μίλι Σίμοντς, Νόα Τζουπ. Παραγωγή: Platinum Dunes, Sunday Night. Διάρκεια: 90’

Η οικογένεια Άμποτ, ο πατέρας (Τζον Κραζίνσκι), η μητέρα (Έμιλι Μπλαντ) και τα παιδιά (Μίλισεντ Σίμοντς, Νόα Τζουπ), έχουν καταφύγει σε ένα απομονωμένο σπίτι με καλά οργανωμένο υπόγειο, αφού μυστηριώδη πλάσματα που ναι μεν είναι τυφλά, συλλαμβάνουν δε και τους πιο ανεπαίσθητους ήχους, έχουν φτάσει στη Γη απειλώντας με αφανισμό την ανθρωπότητα. Στο καταφύγιό τους αυτό, πρέπει να σκαρφιστούν τρόπους άμυνας σε περίπτωση εισβολής των τεράτων, να παραμείνουν απόλυτα ήσυχοι και να διατηρήσουν το θάρρος και την ανθρωπιά τους. Τα πράγματα, ωστόσο, περιπλέκονται πολύ όταν έρχεται η ώρα της μητέρας να γεννήσει (είναι έγκυος) και τα τέρατα θα ακούσουν τις κραυγές της.

Κωστής Παπαγιώργης. Ο πιο γλυκός μισάνθρωπος. Έγχρωμο ντοκιμαντέρ ελληνικής παραγωγής σε σκηνοθεσία της Ελένης Αλεξανδράκη. Διάρκεια: 92’. Διανομή: Feelgood. Πρεμιέρα στις 19 Απριλίου 2018

Πριν από λίγες εβδομάδες, πρωτοπροβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το ντοκιμαντέρ της Ελένης Αλεξανδράκη για τον Κωστή Παπαγιώργη. Η ταινία, που τιμήθηκε με το βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, θα αρχίσει να προβάλλεται στις αθηναϊκές αίθουσες στις 19 Απριλίου 2018. Παρακάτω, καταγράφονται μερικές σκέψεις μετά την προβολή της ταινίας. Aναδημοσίευση από το τεύχος 86 του Books' Journal, Απρίλιος 2018 [ΤΒJ][1]

Η σιωπή (Silence). Έγχρωμη δραματική ταινία τοy Μάρτιν Σκοσρέζε αμερικανικής παραγωγής 2016, σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε. Παίζουν: Άντριου Γκάρφιλντ, Ταντανόμπου Ασάνο, Άνταμ Ντράιβερ, Λίαμ Νίσον, Ισέι Ογκάτα. Διανομή: Spentzos. Διάρκεια: 161'

Ο Μάρτιν Σκορσέζε προσεγγίζει την έννοια της θυσίας στη θρησκεία και τα ηθικά μηνύματα του χριστιανισμού, στο πέρασμα του χρόνου, αλλά και σε περιόδους έντονης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, αλλά και κρίσης αξιών. Η ταινία παρακολουθεί τις απέλπιδες προσπάθειες αιχμαλώτων μόνη καταφυγή των οποίων είναι η θρησκεία. Και έχει τόσα να πει στον σύγχρονο άνθρωπο, αρκεί να μην είναι προκατειλημμένος εναντίον της θρησκευτικότητας και της πίστης. Άλλωστε, όταν οι έννοιες αυτές δεν διαστρέφονται, είναι συστατικά μιας ελλίπουσας από όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής πνευματικότητας. To κείμενο που ακολουθεί έχει τη μορφή της συνέντευξης, αλλά στην ουσία είναι ο διάλογος ενός σκεπτόμενου χριστιανού με τον περίεργο και αμφισβητία εαυτό του. [TBJ]

Σπόρος (Grain). Ασπρόμαυρη δραματική ταινία τουρκικής, γαλλικής και γερμανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Σεμίχ  Καπλάνογλου. Παίζουν: Ζαν Μαρκ Μπαρ, Ερμίν Μπράβο, Γκριγκόρι Ντομπρίγκιν, Κριστίνα Φλουτούρ. Διανομή: AMA FILMS. Διάρκεια: 123΄

Ο  Έρολ  Έριν (Ζαν - Μαρκ  Μπαρ)  είναι  ένας  καθηγητής  βιολογίας, ο  οποίος  ζει  σε  έναν  μετα-αποκαλυπτικό, δυστοπικό  κόσμο. Στον  κόσμο  αυτόν, οι  επιζώντες  από  τη  μεγάλη  καταστροφική  Φωτιά  βρίσκονται  διαχωρισμένοι  ανάμεσα  στα  κατάλοιπα  των  πόλεων  και  στις  λεγόμενες  Νεκρές  Ζώνες. Στις  τελευταίες, οι  αρρώστιες  και  η  πείνα  θερίζουν  τους  πρόσφυγες, σκοτώνοντάς  τους  κατά  ορδές. Συγχρόνως, μεγάλοι  εταιρικοί  συνεταιρισμοί  ελέγχουν  οικονομικά  τους  φτωχούς  κατοίκους  τους.

Σελίδα 1 από 11