Παρασκευή, 03 Απριλίου 2020

Ο Henri Tincq και ο μεγάλος φόβος των γάλλων καθολικών

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κοινωνία Πολιτική Φιλοσοφία Θρησκεία Πρόσωπα Τεύχος 103
Ο Henri Tincq το 2009. Ο Henri Tincq το 2009. Hannah Assouline

Henri Tincq, La grande peur des Catholiques de France, Grasset, Paris 2018, 208 σελ.

Ο θάνατος, στις 29 Μαρτίου 2020, του γάλλου δημοσιογράφου και διανοουμένου Henri Tincq, σε ηλικία 74 ετών, από κορωνοϊό, άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στον χώρο της γαλλόφωνης θρησκευτικής δημοσιογραφίας. Εκτός από μάχιμος αρθρογράφος και αργότερα διευθυντής της σχετικής θεματολογίας σε έντυπα μαζικής κυκλοφορίας όπως ο Monde αλλά και συνεισφέρων σε πιο εξειδικευμένα έντυπα και ιστολόγια, ο εκλιπών υπήρξε και συγγραφέας αρκετών βιβλίων σχετικών με τις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών στους κόλπους του Γαλλικού Καθολικισμού ιδωμένων υπό ένα κοινωνιολογικό και προοδευτικό πρίσμα.

 

Στη χώρα μας που ανάλογα ζητήματα αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη στενότητα και επιφύλαξη, η ζωή και το έργο ενός ανθρώπου όπως ο Tincq, ο οποίος ήταν παράλληλα και ένθερμος καθολικός πιστός, θα αντιμετωπιζόταν με καχυποψία. Πιθανόν θα κατατασσόταν μεταξύ αυτών που ο πρώην μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιος αποκαλεί υποτιμητικά «αγαπούληδες», δηλαδή μεταξύ όσων προτάσσουν το αγαπητικό περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης έναντι των δογματικών και εθιμοτυπικών διαφορών που έχει κληροδοτήσει στη ζωή μας το ιστορικό παρελθόν.

Για να μην αδικήσω απολύτως τον Αμβρόσιο, μία στάση σαν του Tincq και των ομοίων του, τραβηγμένη στα άκρα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία λογική την οποία έχει περιγράψει με θαυμαστή ενάργεια ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Το πρόβλημα της αλήθειας δεν τίθεται πια από την άποψη του περιεχομένου, και μάλιστα δεν τίθεται καθόλου, η αλήθεια γίνεται όλο και περισσότερο σύμβαση και ορίζεται ως προϊόν μιας συναίνεσης, σκοπός της οποίας είναι να ρυθμίσει ειρηνικά την κοινωνική συμβίωση». Μπορεί ένας υψηλόβαθμος επαγγελματίας της πίστης, ιδίως όταν αυτή απολαμβάνει κρατικομονοπωλιακή θέση να ανεχτεί κάτι τέτοιο; Σίγουρα όχι στη χώρα μας.

Αλλά στην ανοιχτόκαρδη και πλούσια σε ιδέες αλλά και υλικά αγαθά Γαλλία, υπήρξαν πολλοί που είδαν τον εκλιπόντα με κριτική διάθεση. Σε όσους έβλεπαν και βλέπουν τη χριστιανική πίστη ως προσωπικό κτήμα και όχημα εθνικιστικών επιδιώξεων και κοινωνικών διαχωρισμών, οι οποίοι τώρα δείχνουν να έχουν το πάνω χέρι στη χώρα του και όχι μόνο, εκείνος θέλησε να απαντήσει με το προτελευταίο του βιβλίο για το οποίο δημοσιεύτηκε η παρακάτω κριτική στην έντυπη έκδοση του περιοδικού, τον Νοέμβριο του 2019.

 

 

Ο μεγάλος φόβος των γάλλων καθολικών

Ο μεγάλος φόβος ενός γάλλου προοδευτικού καθολικού διανοουμένου, του Henri Tincq, είναι πως η (άκρα) Δεξιά θα ηγεμονεύσει επί του γαλλικού καθολικισμού. Έχει δίκιο;

Henri Tincq, La grande peur des catholiques de France, Grasset, Paris 2018, 208 σελ.

                    

Ο Henri Tincq, παλαίμαχος θρησκευτικός συντάκτης του Slate.fr και του γαλλόγλωσσου περιοδικού Le Monde des Religions, επιχειρεί να περιγράψει στο βιβλίο του La grande peur des catholiques de France[i], το οποίο κυκλοφόρησε το 2018, την προδοσία, όπως την αντιλαμβάνεται, από τη γαλλική καθολική εκκλησία της ανθρωπιστικής και προοδευτικής παράδοσής της και την υιοθέτηση μιας δεξιόστροφης, ταυτοτικής και αντιδραστικής κοσμοθεωρίας.

Ξεκινά με μια ζωντανή περιγραφή των θρησκευτικών εμπειριών της παιδικής του ηλικίας, όταν θεωρούσε την Εκκλησία αλάθητη, αγνοώντας τα πολλά μελανά σημεία στην ιστορική της πορεία[ii], όταν καταμετρούσε τους εχθρούς της Εκκλησίας –όπως ο άθεος κομμουνισμός– μεταξύ των δικών του εχθρών. Η κοινωνική έκθεση και η ενηλικίωση, όμως, τον έκαναν να αναθεωρήσει τις κληρονομημένες αλήθειες που έμαθε παιδί και να αναπτύξει μια πιο σύνθετη πρόσληψη της πραγματικότητας.

Το πρώτο κεφάλαιο αναλύει τις εκλογικές προτιμήσεις των γάλλων καθολικών κατά τους πρώτους δύο γύρους των εσωτερικών εκλογών της Δεξιάς και του Κέντρου, καθώς και κατά τους δύο γύρους των προεδρικών εκλογών.

Το ενδιαφέρον εύρημα συνίσταται στη νομιμοφροσύνη των ενεργών καθολικών προς την υποψηφιότητα του Φρανσουά Φιγιόν, ακόμα και μετά τη δημοσιοποίηση σκανδάλων όπως η εικονική εργασία της συζύγου και άλλων μελών της οικογένειάς του. Οι μη ενεργοί καθολικοί και οι υπόλοιποι ψηφοφόροι εγκατέλειψαν τον Φιγιόν και γι’ αυτό το λόγο δεν πέρασε στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Ωστόσο ένας σκληρός πυρήνας ενεργών καθολικών έμεινε πιστός εξαιτίας του «ευσεβούς» προφίλ του, παρά την έμφαση του καθολικισμού στην ηθική συμπεριφορά του.

Το απογοητευτικό εύρημα, κατά την άποψη του Tincq, ήταν η απροθυμία της γαλλικής καθολικής ιεραρχίας ως συλλογικής οντότητας, παρά τις μεμονωμένες εξαιρέσεις, να τοποθετηθεί δημόσια με ξεκάθαρο τρόπο κατά της υποψηφιότητας της Μαρίν ΛεΠεν στον τελικό γύρο των προεδρικών εκλογών. Ενώ οι θρησκευτικοί ηγέτες των Εβραίων, των προτεσταντών και των μουσουλμάνων εξέδωσαν μία κοινή ανακοίνωση υποστήριξης του Εμμανουέλ Μακρόν, απευθυνόμενοι στο λαό, «για να θριαμβεύσει μία Γαλλία γενναιόδωρη, ανεκτική και ανοιχτή προς τον κόσμο», οι καθολικοί επίσκοποι δεν θεώρησαν αναγκαία τη σύμπηξη ενός κοινού μετώπου των θρησκειών ενάντια στη ΛεΠεν, στο πεδίο της πολιτικής.

Οι ευρωεκλογές διεξήχθησαν μετά την κυκλοφορία του βιβλίου. Το αποτέλεσμά τους, εν μέρει, θέτει υπό αμφισβήτηση την υπόθεση ενός σαφούς δεξιού προσανατολισμού της καθολικής ψήφου, δεδομένης της νέας προτίμησης για το κεντρώο κόμμα (LREM) του Μακρόν, έναντι των πιο δεξιόστροφων Les Républicains[iii], αν και οι τελευταίοι είχαν επικεφαλής του ψηφοδελτίου τους τον Φρανσουά-Ξαβιέ Μπελαμί (François-Xavier Bellamy), έναν νεαρό διανοούμενο με ανεπίληπτα καθολικά διαπιστευτήρια.

 

Η καθολική Δεξιά

Το δεύτερο κεφάλαιο περιέχει μία περιγραφή του γαλαξία των ομάδων, προσωπικοτήτων, δικτύων και δικτυακών τόπων που συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα της καθολικής ταυτοτικής Δεξιάς.

Γίνεται αναφορά στον νεαρό αββά Pierre-Hervé Grosjean στον οποίο το δημοφιλές Padreblog προσφέρει δημόσια απήχηση και νομιμοποίηση μεγαλύτερη από τον επίσκοπό του, που είναι ο τυπικά ανώτερος του στην εκκλησιαστική ιεραρχία. Επίσης αναφέρεται η Φριζίντ Μπαργιό (Frigide Barjot), η οποία έγινε το δημόσιο πρόσωπο της Manif pour tous, όχι εξαιτίας της θεολογικής της δεινότητας αλλά λόγω του επικοινωνιακού της χαρίσματος. Το σημαντικό είναι πως η λογική των νέων μέσων επικοινωνίας και των κοινωνικών δικτύων δημιουργεί νέους αγωγούς διά των οποίων η φωνή της Εκκλησίας προσεγγίζει το μαζικό ακροατήριο, ιδίως των νέων. Με αυτή τη διαδικασία, παραδοσιακοί μεσολαβητές ανάμεσα στον θεσμικό καθολικισμό και την κοινωνία παραγκωνίζονται ενώ νέες ομάδες και, γενικώς, νέοι δρώντες αναδύονται διεκδικώντας να γίνουν δημόσιοι εκφραστές της Εκκλησίας.

Μία αρμάδα από δικτυακούς τόπους και μπλογκ όπως τα Ripost e catholique, Chrétienté-Info, Réinformation TV, Médias-Press-Info και Le Salon Beige εκφράζουν και διαχέουν τις παραδοσιοκρατικές και ταυτοτικές απόψεις και τον σχετικό σχολιασμό. Κατακεραυνώνουν τις κοινωνικές πρακτικές και τις τάσεις που εκλαμβάνουν ως βλαβερές για τη νεωτερική κονωνία, όπως –μεταξύ άλλων– την παραμέληση από την πολιτική τάξη (αριστερή και δεξιά) της πνευματικής και ηθικής κληρονομιάς της Γαλλίας, τις παρεκκλίσεις της μοντερνίζουσας Εκκλησίας, τη φοβία προς τους καθολικούς, τις διεκδικήσεις της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, την έκτρωση και την ανοιχτή και φιλόξενη στάση έναντι των μεταναστών που ενθαρρύνει ο πάπας Φραγκίσκος.

Ο συγγραφέας του βιβλίου έχει φτιάξει μια ανθολογία από δηλώσεις της Μαριόν Μαρεσάλ-Λεπέν (Marion Maréchal-Lepen), της ακόμα πιο δεξιάς ανιψιάς της Mαρίν ΛεΠεν, προκειμένου να καταδείξει την ιδεολογική ατμόσφαιρα που επικρατεί σε αυτούς τους χώρους.

Η νεαρή ακόμα τότε βουλευτίνα (όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, δεν είχε παραιτηθεί) λέει ότι προσωπικά μάχεται τον σχετικισμό με πρόσχημα το οποίο οι γάλλοι επίσκοποι δίσταζαν να διακηρύξουν: με την υπεροχή του καθολικισμού. Έναν σχετικισμό «ο οποίος δεν επιθυμεί την ύπαρξη αντικειμενικής αλήθειας, που αποδέχεται πως anything goes και θεωρεί ότι είτε πιστεύεις στο Κοράνι είτε στην Τορά είτε στη Βίβλο είναι εξίσου σωστό εφ’ όσον πιστεύεις με ειλικρίνεια». «Το μείζον λάθος της καθολικής Εκκλησίας», τονίζεται, «είναι πως έβαλε τα πάντα σε ίση μοίρα, πως άφησε να εννοηθεί ότι δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια. Αν δεν υπάρχει αλήθεια, δεν υπάρχει καλό, δεν υπάρχει κακό και επομένως τίποτα δεν έχει νόημα..»[iv]

Θα ήταν αδύνατο να μιλήσει κανείς για τις ιστοσελίδες, τα μπλογκ και τους πολιτικούς και να αφήσει απ’ έξω τους εκκλησιαστικούς άνδρες οι οποίοι ενσαρκώνουν αυτές τις υπερσυντηρητικές τάσεις. Ο συγγραφέας του βιβλίου επέλεξε δύο γάλλους επισκόπους και δύο καρδιναλίους από το Βατικανό για προσεκτικότερη μελέτη.

 

Ένας κραυγαλέος κλήρος

Οι επίσκοποι έχουν γίνει μιας μορφής σταρ σε μπλογκ και περιοδικά της Δεξιάς, όπως τα Famille Chrétienne, Valeurs actuelles και Le Figaro Magazine. Ο Marc Aillet, επίσκοπος της Bayonne, και ο Dominique Rey, επίσκοπος στη Fréjus-Toulon, μπαίνουν στο στόχαστρο του συγγραφέα ο οποίος ψυχαγωγεί τον αναγνώστη με μία ανθολογία των πιο εξωπραγματικών –για τα κριτήρια της σύγχρονης φιλελεύθερης- ελευθεριακής ιντελλιγκέντσιας– δημόσιων δηλώσεών τους. Εμείς στην Ελλάδα πάντως, με την εμπειρία –μεταξύ άλλων– του πρώην Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβροσίου και του Πειραιώς Σεραφείμ δεν πρόκειται να μείνουμε με ανοιχτό το στόμα. Ο επίσκοπος Rey παρατήρησε σε συνέντευξη του στη γαλλική Monde: «Πεθαίνουμε από τη χλιαρότητά μας. Πεθαίνουμε με το να είμαστε χριστιανοί “λάιτ”». Αυτή η δήλωσή του θα μπορούσε να εκληφθεί ως, απλώς, μια συνειδητοποίηση των έσχατων αποτελεσμάτων της παγιωμένης Cafeteria Catholic, κατά την προσφυή αμερικανική έκφραση, στάσης των πιστών.

Οι καρδινάλιοι από το Βατικανό, ίσως επειδή είναι καρδινάλιοι και όχι απλώς επίσκοποι, είναι ακόμη πιο κραυγαλέοι: « Η ιδεολογία του gender, οι δημοκρατικές ελευθερίες χωρίς μέτρο και χωρίς όρια και το Ισλαμικό Κράτος έχουν την ίδια σατανική προέλευση», διακήρυξε ο αφρικανός καρδινάλιος Robert Sarah ενώπιον ενός ακροατηρίου 1.200 προσκόπων το 2016, σε μία από τις πολλές επισκέψεις του στη Γαλλία. Ο άλλος αστέρας του υπερσυντηρητικού στερεώματος, του οποίου δηλώσεις παραθέτει ο συγγραφέας, είναι ο αμερικανός καρδινάλιος Ρέιμοντ Μπερκ. Σε μια συνέντευξή του στο France Télévisions, ο Μπερκ δήλωσε για τα ζευγάρια που δεν έχουν παντρευτεί στην εκκλησία: «η μη ομαλή ένωσή τους αποτελεί μοιχεία».[v]

Henri Tincq επισημαίνει πως η συντηρητική επανάσταση που λαμβάνει χώρα ανά τον κόσμο έχει στη Γαλλία, σε μεγαλύτερη έκταση από αλλού, μία καθολική συνιστώσα.

Στο επόμενο κεφάλαιο ο δημοσιογράφος κάνει αναφορές στον αδιάλλακτο καθολικισμό του 19ου αιώνα, όπως αυτός ενσαρκώθηκε από το Syllabus Errorum που εξέδωσε ο Πάπας Πίος IX, ως προσθήκη στην παπική εγκύκλιο Quanta Cura. Αυτό το παπικό κείμενο απαριθμεί και καταδικάζει τα «τερατώδη σφάλματα» της σύγχρονής (του) κοινωνίας – «σφάλματα» όπως ο ορθολογισμός, ο σοσιαλισμός, η ελευθερία του Τύπου, η ελευθερία της συνείδησης και η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι.

Οι ιδεολογικοί επίγονοι του Syllabus Errorum σήμερα έχουν προπάτορα τον αρχιεπίσκοπο Μαρσέλ Λεφέμπρ, ο οποίος αντιτάχθηκε σθεναρά στις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις της Β’ Βατικανής Συνόδου (1962-1965). Ο αρχιεπίσκοπος ήταν εναντίον της αναγνώρισης της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης για κάθε ανθρώπινο ον, εναντίον του Οικουμενισμού, εναντίον του διαλόγου με τις άλλες θρησκείες και εναντίον της συνοδικότητας εντός του σώματος των επισκόπων. Θα προσπεράσω την εξιστόρηση του σχίσματος με τους ιντεγκριστές και θα σταθώ στην παρατήρηση του Henri Tincq αναφορικά με τη διάθεση καταλλαγής και συμφιλίωσης του Βενεδίκτου XVI και του Φραγκίσκου απέναντι στους ιντεγκριστές, η οποία έμεινε ωστόσο χωρίς ανταπόκριση. Στη Γαλλία, οι ιντεγκριστές και οι τραντισιοναλιστές διαχειρίζονται ιερατικές σχολές με μεγάλη ζήτηση και προσελκύουν ιερατικές κλήσεις σε μία εποχή στενότητας. Ωστόσο, ο συγγραφέας κατακρίνει την στρατηγική της θεσμικής Εκκλησίας να τους προσεγγίζει, με την ελπίδα πως η θέρμη και ο δυναμισμός τους θα αναζωογονήσουν ένα θεσμό η κοινωνική επιρροή του οποίου φθίνει.

Στο τέταρτο κεφάλαιο, ο Tincq εστιάζει στα ηθικά διλήμματα που δημιουργούνται από τις αλλαγές στη δομή της παραδοσιακής οικογένειας και τις εξελίξεις της γενετικής, οι οποίες θέτουν νέα ζητήματα βιοηθικής. Ορισμένες φορές οι αλλαγές αυτές προκαλούν ηθικό πανικό, έκφραση του οποίου είναι και η La Manif pour tous, τις ισχυρές διασυνδέσεις της οποίας με την καθολική Δεξιά αναλύει διεξοδικά ο συγγραφέας.

 

Εκκοσμίκευση και φιλελευθερισμός

Το επόμενο κεφάλαιο αφορά την πρόσληψη του Ισλάμ από τη γαλλική καθολική κοινή γνώμη. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις που ισλαμιστές τρομοκράτες πραγματοποίησαν επί γαλλικού εδάφους, τις οποίες απαριθμεί το βιβλίο, και η αποτρόπαιη μεταχείριση των χριστιανών της Ανατολής (της Μέσης Ανατολής κυρίως) από το Ισλαμικό Κράτος έχουν αμαυρώσει την εικόνα του Ισλάμ μεταξύ των γάλλων καθολικών. Οι πιο ένθερμοι μεταξύ των καθολικών πιστών προσπαθούν να κινητοποιήσουν την κοινή γνώμη διά της επικλήσεως του ιστορικού ρόλου της Γαλλίας ως «προστάτιδας των χριστιανών της Ανατολής» και των «χριστιανικών ριζών» της πατρίδας τους και της Ευρώπης. Σύμφωνα με τον Tincq, οι πολιτισμοί δεν έχουν στατικές και μόνιμες ταυτότητες, και αν ακόμα η «χριστιανοσύνη» ήταν κάποτε το κυρίαρχο πολιτικό και πολιτισμικό σχήμα στη Γαλλία και στην Ευρώπη αυτό δεν ισχύει πια στην εποχή μας.[vi]

Ακολουθεί η λεπτομερής περιγραφή δύο θεατρικών παραστάσεων και μιας φωτογραφίας που θεωρήθηκαν βλάσφημες από τους συντηρητικούς καθολικούς και τους οδήγησαν και δυναμικές και ενίοτε βίαιες κινητοποιήσεις. Επιπλέον, οι δικαστικές προσπάθειες των οπαδών της εκκοσμίκευσης να απαγορεύσουν την τοποθέτηση χριστουγεννιάτικων φατνών σε επαρχιακά δημαρχεία[vii] και να χτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών έχουν δημιουργήσει την εντύπωση μεταξύ των ενεργών καθολικών πως η laicité οδηγεί όχι σε ένα ουδετερόθρησκο αλλά σε ένα αντιχριστιανικό γαλλικό κράτος. Ο δημοσιογράφος παραθέτει δύο δηλώσεις μέσα από συνεντεύξεις συντηρητικών διανοουμένων στη ναυαρχίδα του συντηρητισμού, την εφημερίδα Le Figaro. Ο Γαλλοϊσραηλινός Giles-William Golnadel εξεγείρεται απέναντι στην υποχωρητικότητα της Γαλλίας μπροστά στο Ισλάμ. Υπεραμύνεται της διατήρησης των χριστιανικών συμβόλων απέναντι σε έναν νέο εξοστρακισμό που παριστάνει «πως η θρησκεία των γηγενών δεν πρέπει να απολαμβάνει την ίδια περιποιητική προσοχή με αυτή των νεοφερμένων, από τη μαντίλα μέχρι το μπουρκίνι». Στη συνέχεια, ο καθολικός φιλόσοφος Rémi Brague σημειώνει: «Κάποιοι φανατικοί της εκκοσμίκευσης ονειρεύονται να αποτελειώσουν τον χριστιανισμό δίνοντας τη χαριστική βολή την οποία τόσο αναμένουν από τον 18ο αιώνα. Εκμεταλλεύονται το φόβο που τρέφουν πολλοί άνθρωποι για το Ισλάμ προκειμένου να εξαλείψουν από τον δημόσιο χώρο κάθε αποτύπωμα της χριστιανικής θρησκείας, η οποία είναι δικαιωματικά εκείνη ενάντια στην οποία το Ισλάμ, από τις απαρχές του, οριοθέτησε τα δόγματά του».

Ο Tincq ομολογεί: «Η εκκοσμικευμένη Γαλλία απέχει μίλια από τις αγγλοσαξονικές χώρες, όπου η κατάφαση της θρησκευτικής ταυτότητας είναι κομμάτι των στοιχειωδών κανόνων του κοινωνικού βίου». Συνοψίζει τη διαμάχη για την συμπερίληψη της αναφοράς στις «χριστιανικές ρίζες» στο προοίμιο της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης το 2003 και υπενθυμίζει την αρνητική στάση της γαλλικής πολιτικής ηγεσίας. Αποδέχεται τη laicité ως μη αναστρέψιμο κεκτημένο της νεωτερικότητας ενώ παράλληλα προβαίνει σε έμπλεες λυρισμού περιγραφές της καθολικής κληρονομιάς της Γαλλίας. Το κεφάλαιο κλείνει με την προειδοποίηση πως, αν επικρατήσουν οι υπερσυντηρητικοί καθολικοί, οι φανατικοί της εκκοσμίκευσης θα επικαλεστούν το φάντασμα του σκοταδισμού και η υπόθεση του καθολικισμού θα βγει ζημιωμένη.

Στο έβδομο κεφάλαιο ο συγγραφέας επαινεί τους καθολικούς της Αριστεράς. Αρχίζοντας από τους προγόνους τους, τους φιλελεύθερους και κοινωνικούς καθολικούς του 19ου αιώνα όπως οι Ανρύ Λακορνταίρ, Μονταλεμπέρ και Λαμεναί ή αργότερα οι Eρνέστ Ρενάν και Αλφρέντ Λουαζί, οι οποίοι προσπάθησαν να συγκεράσουν τις επιστημονικές και κοινωνικές επιτεύξεις της εποχής τους με την ακαμψία του επίσημου καθολικού δόγματος και υπέφεραν από την οργή της ιεραρχίας, μιας αδιαφώτιστης κοινής γνώμης και των πολιτικών αρχών. Στη συνέχεια, αναφερεται στους διαδόχους αυτών κατά τον 20ό αιώνα, την πολιτική ιστορία και δράση των οποίων περιγράφει διεξοδικά καθώς και την επίπονη αναζήτηση από μέρους τους ενός modusvivendiμε τους σοσιαλιστές και κομμουνιστές συγχρόνους τους που επίσης ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο. Προσωπικά βρήκα πολύ συγκινητική την ιστορία των ιερέων-εργατών (prêtres-ouvrieres) και την προσπάθειά τους να επαναχριστιανίσουν την αλλοτριωμένη και αποχριστιανισμένη γαλλική εργατική τάξη η οποία είχε κατάληξη την καταδίκη και τη διάλυσή τους από τον πάπα Πίο XII το 1954[viii]. Η αναλυτική και επαινετική αφήγηση της ιστορίας των καθολικών της Αριστεράς δεν εμποδίζει το συγγραφέα να καταλήξει στο απαισιόδοξο συμπέρασμα πως αυτή η μορφή χριστιανικής κοινωνικής και πολιτικής δράσης αποτελεί ένα φαινόμενο που ανήκει στο παρελθόν, αν και δεν παύει να συγκροτεί μια κληρονομιά για την οποία η σύγχρονη Γαλλία πρέπει να αισθάνεται υπερήφανη.

Στο όγδοο κεφάλαιο ο δημοσιογράφος επισημαίνει πως, σήμερα, όταν οι νεαροί γάλλοι καθολικοί θέλουν να εκφράσουν τη διαφωνία τους, δεν ψηφίζουν τους Σοσιαλιστές, όπως έκαναν τη δεκαετία του 1970, αλλά το Εθνικό Μέτωπο (το βιβλίο γράφτηκε πριν το κόμμα αυτό μετονομαστεί σε Εθνικό Συναγερμό). Παραπέμπει στον Yann Raison du Cleuziou από το Πανεπιστήμιο του Μπορντώ: «Για πολλούς δυναμικούς καθολικούς σήμερα η καθεστηκυΐα τάξη από την οποία πασχίζουν να απελευθερωθούν είναι η αριστερή κουλτούρα, η παγκοσμιοποίηση και το επακόλουθό της – η μετανάστευση. Γι’ αυτούς, το στρατόπεδο της αλλαγής είναι η εθνικιστική και λαϊκή Δεξιά η οποία εκλαμβάνει τη Γαλλία ως ένα καθολικό έθνος». Η προτροπή του πάπα Βενέδικτου για τη δημιουργία μιας «δημιουργικής μειοψηφίας» στην Ευρώπη γοήτευσε τους καθολικούς της Δεξιάς και της άκρας Δεξιάς οι οποίοι τον μνημονεύουν συχνά στις δημοσιεύσεις τους. Henri Tincq, όμως, εναποθέτει τις ελπίδες του στον πάπα Φραγκίσκο που, σαν καλός ιησουίτης, περιμένει υπομονετικά αλλά σταθερά να καρποφορήσουν οι διαδικασίες φελελευθεροποίησης που έχει θέσει σε τροχιά.

Στο ακροτελεύτιο σημείωμα ο συγγραφέας επισημαίνει τις ανθρωπιστικές και προοδευτικές διαστάσεις της δράσης της Εκκλησίας και συμβουλεύει τους γάλλους καθολικούς να απόσχουν από την αναμόχλευση περασμένων παραπόνων που τρέφουν απέναντι στο γαλλικό κράτος. Η καθολική Εκκλησία είναι ένας αξιοσέβαστος θεσμός εντός της γαλλικής δημοκρατίας και δεν πρέπει να ακολουθήσει επικίνδυνα ακροδεξιά μονοπάτια που θα την οδηγήσουν στην απώλεια.

 


[i] Σε συνέντευξή του σε γαλλικό περιοδικό, ο συγγραφέας προσφέρει μία πολύ περιεκτική περίληψη της προβληματικής του βιβλίου του: “Cette France qui fait peur aux Catholiques”, propos recueillis par Raphael Buisson-Rozensztrauch, Le Monde des Religions, 91, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2018, σ. 22-23.

[ii] Το τι θα εκληφθεί βέβαια ως μελανό σημείο στη μακρά διάρκεια της ιστορίας ενός θεσμού υπόκειται σε σχετικοποίηση και αναθεώρηση. Το εκτενές πρόσφατο δημοσίευμα στο Figaro Magazine, ένα από τα έντυπα που υποστηρίζουν τη δεξιά πτέρυγα της γαλλικής καθολικής Εκκλησίας, είναι ενδεικτικό (“L’ Eglise face à l’ Histoire”, Le Figaro Magazine, édition internationale, 2026, 24 Αυγούστου 2019, σ. 30-40). Μεταφράζω από τη συνέντευξη που παραχώρησε στο έντυπο ο Jean Sévillia, δημοσιογράφος-ιστοριοδίφης και πρύτανης μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τη γαλλική ιστορία: «Ενάντια στην καθολική Εκκλησία έχουν διατυπωθεί πολλές επικριτικές γενικεύσεις και διά παραλείψεως ψεύδη» . Ο ίδιος επιμελείται βιβλίο ομάδας ιστορικών (με τον εύγλωττο τίτλο: L’église en procès. La ponse des historiens, που απαντά στις κατηγορίες ενάντια στην καθολική Εκκλησία με «αντικειμενικό» τρόπο. Δεν θέλω να ακουστώ απλοϊκός αλλά καμιά φορά φέρνω στο μυαλό μου ένα κείμενο του Φώτη Κόντογλου, από τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας που διδασκόμασταν στο σχολείο. Εκεί ο συγγραφέας λέει για τον Σεπουλβέδα, τον καθολικό θεολόγο που δίδασκε πως είναι σωστό να σκλαβώνουν «όποιον δεν θέλει να γίνει κατόλικος». «Πώς τα βολεύει όλα ο διάβολος στο μυαλό των πονηρών ανθρώπων», διερωτάτο ο ευσεβής ορθόδοξος Κόντογλου με την κοινή λογική του θρησκευόμενου Έλληνα της εποχής του, κατ’ αναλογία με το κοινό ανθρωπιστικό αίσθημα της εποχής μας που απορεί με το πού οδηγεί η ιστοριογραφική υπερανάλυση, σχετικοποίηση και αναθεώρηση.

[iii]Για μία πρόσφατη ανάλυση: Minh Dréan, “Catholiques : radiographie d’ un vote en mutation”, Le Monde, 15 Aυγούστου 2019, σ.9.

[iv] Αυτός πάντως ο θρησκευτικός σχετικισμός είναι εξαιρετικά διαδεδομένος στην πλούσια Δύση, και όχι μόνο. Έχοντας την τύχη και τη χαρά να παρακολουθήσω τη συναυλία που έδωσε στο θέατρο Παλλάς, στην Αθήνα, η τραγουδίστρια Κάρλα Μπρούνι, σύζυγος του πρώην προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, Νικολά Σαρκοζί, έμαθα και άκουσα –δεύτερο από το τέλος– το τραγούδι της “Prière” («Προσευχή»), κάποιους στίχους του οποίου αποδίδω παρακάτω σε ελεύθερη μετάφραση:

«Προσεύχομαι δίχως Θεό δίχως πίστη δίχως παράδεισο δίχως σταυρό / Δίχως τον Χριστό και δίχως τον Αλλάχ / Προσεύχομαι δίχως Θεό δίχως πίστη όπως οι δίχως νόμο / Δίχως τον Χριστό και δίχως τον Βούδα». Ο Σαρκοζί ως πρόεδρος, κατά την επίσκεψη του στο Βατικανό, θέλησε να βάλει τον παπά ψηλότερα από τον δάσκαλο στο ευγενές έργο της «αφύπνισης της ηθικής συνείδησης των νεαρών Γάλλων». Ποιος παπάς όμως, δέσμιος μιας οργανωμένης θεσμικής θρησκευτικότητας, θα αναγνώριζε τον επίσημο Θεό του στα λόγια του τραγουδιού της συζύγου του πρώην προέδρου;

Για την τάση μιας ελεύθερης πνευματικότητας πέρα από το πλαίσιο της οργανωμένης θρησκείας, πολύ ενδιαφέρουσα είναι η παρακάτω συνέντευξη: Jean-François Barbier-Bouvet, “Une spiritualité à la carte: Laquête d’ épanouissement a supplanté la recherche de vérité”, Propos recuellis par Mélanie Déchalotte, Le Monde des Religions, 76, Μάρτιος-Απρίλιος 2016, σ. 52-54. Το σχετικό βιβλίο: Jean-François Barbier-Bouvet, Les nouveaux aventuriers de la spiritualité. Enquéte sur une soif d’ aujourd’ hui, Médiaspaul, 2015, βασισμένο σε μεγάλη έρευνα επί 6.000 «ανθρώπων με πνευματικές αναζητήσεις».

[v] Ο δικός μας πρώην Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιος είχε πάει ένα βήμα παραπέρα και χαρακτήριζε τον πολιτικό γάμο πορνεία. Έχω ακούσει πολλές φορές τον ομότιμο καθηγητή συνταγματικού δικαίου στο πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκο Αλιβιζάτο να τον ψέγει δημόσια γι’ αυτή του την τοποθέτηση. Όσοι πάντως είχαν προσδοκίες από τη δήλωσή του –πως έχει κάνει σφάλματα– ενώπιον του ποιμνίου του στο Αίγιο, κατά την κυριακάτικη λειτουργία της 18ης Αυγούστου 2019, όπου ανακοίνωσε την παραίτησή του, διαψεύστηκαν την επόμενη μέρα.

[vi] Μία ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με το ζήτημα της χριστιανικής προέλευσης και των χριστιανικών ριζών της Γαλλίας και της Ευρώπης εμπεριέχεται στη συνέντευξη που παραχώρησε ο ιστορικός Πωλ Βεν στην αρχισυντάκτρια του περιοδικού Les Monde des Religions, Virginie Larousse: Entretien avec Paul Veyne, “La question des origines chrétiennes de la France est un faux débat”, Le Monde des Religions, 81, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2017, σ. 34-37. Για τις αντίστοιχες ιστορικά φορτισμένες ιδεολογικές αξιώσεις της Ελληνορθοδοξίας, πολύ διαφωτιστικό είναι το κείμενο του Παντελή Καλαϊτζίδη, «Ο Θεός και ο Καίσαρας: Εκκλησία, πολιτική, κράτος – και η Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο», The Books’ Journal, 94, Ιανουάριος 2019, σ. 18-24.

[vii] Τις αποφάσεις του Γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας για το θέμα της τοποθέτησης / απομάκρυνσης της χριστουγεννιάτικης φάτνης από επαρχιακά δημαρχεία στη Γαλλία έχουν αναλύσει και έλληνες νομικοί: Ανθή Κοσκινά, «Όρια στις εκδηλώσεις θρησκείας ή πεποιθήσεων σε δημόσιους χώρους. Γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας {Conseild’ Etat] 9ης Νοεμβρίου 2016», Δικαιώματα του Ανθρώπου, 74/2017, σ. 911-925. Ιωάννης Ε. Καστανάς, «Τοποθέτηση φάτνης από Δήμους (με αφορμή τις Conseild’ Etatno 395122 και no 395223 της 9 Νοεμβρίου 2016), Νομοκανονικά, έτος 15ο, τχ. 2, Νοέμβριος 2017, σ. 69-82.

[viii] Είναι προφανές πως είναι δύσκολο να συλλάβει κάποιος που δεν είναι ο ίδιος Γάλλος τη θέση των prêtres-ouvriersστη γαλλική ιστορία και τη λαϊκή μυθολογία. Από την εμπειρία της δημοφιλούς κουλτούρας που έχω πάντως, θα μπορούσα να παραπέμψω στην πετυχημένη και αμφιλεγόμενη τηλεοπτική σειρά του γαλλογερμανικού ARTE, Ainsisoient-ils, η οποία αφηγείται τις ιστορίες μιας ομάδας νεαρών ανδρών ριζικά διαφορετικής προέλευσης που εγγράφονται σε μια καθολική ιερατική σχολή στο Παρίσι με την προοπτική να γίνουν ιερείς. Ο πιο συμπαθητικός, αν και όχι άμωμος, χαρακτήρας της σειράς είναι ο πατέρας Fromenger, διευθυντής της σχολής και τέως prêtre-ouvrier, ο οποίος βρίσκεται πάντα σε σύγκρουση με τους δολοπλόκους ανωτέρους του. Για μια κριτική της σειράς αυτής: Γιώργος Καρπούζας, «Το πρακτικό συμπέρασμα μιας γαλλικής τηλεοπτικής σειράς», TheBooks’ Journal, Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015, booksjournal.gr/γνώμες/item/1524-το-πρακτικό-συμπέρασμα-μιας-γαλλικής-τηλεοπτικής-σειράς/

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά