Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Σώζεται αυτή η χώρα;

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Πολιτική Τεύχος 72
O πρώην πρωθυπουργός Kώστας Σημίτης στη διάρκεια διάλεξης στο Heinrich-Böll-Stiftung της Γερμανίας, το 2012. O πρώην πρωθυπουργός Kώστας Σημίτης στη διάρκεια διάλεξης στο Heinrich-Böll-Stiftung της Γερμανίας, το 2012. Stephan Röhl / Heinrich-Böll-Stiftung

Κώστας Σημίτης, Υπάρχει λύση; Συζήτηση με τον Γιάννη Πρετεντέρη, Πόλις, Αθήνα 2016, 288 σελ.

«Ο εθνικολαϊκιστικός λόγος δεν ενδιαφέρεται για τη χώρα. Εκείνο που επιδιώκει είναι η προστασία του συντηρητικού κατεστημένου, που παρουσιάζεται υπό διάφορες σημαίες και μορφές –ακροδεξιές, δεξιές, αριστερές ή επαναστατικές… Επιδιώκει η Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη, αλλά διατηρώντας –με ελάχιστες αλλαγές– τις καθυστερημένες δομές της». Αυτή είναι η κατάσταση της χώρας, κατά τον πρώην πρωθυπουργό, Κώστα Σημίτη. Μπορεί να σωθεί λοιπόν αυτή η χώρα; Υπό προϋποθέσεις. Αλλά μπορούν αυτές οι προϋποθέσεις να γεννηθούν; 

 

Α) Ο μεστός πολιτικός λόγος του Σημίτη: Ο Κώστας Σημίτης έχει καταφέρει να είναι statesman χωρίς να είναι απόμαχος πολιτικός. Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το όγδοο στη σειρά βιβλίο, εντός της τελευταίας δεκαετίας, του μακροβιότερου στην Ελλάδα πρωθυπουργού με τίτλο Υπάρχει Λύση; Πρόκειται για μια οξυδερκή ανάλυση της πολιτικής ζωής του τόπου. Ένα οδοιπορικό στην κρίση και τα αίτιά της με σαφές ιδεολογικό αποτύπωμα και ξεκάθαρες προτάσεις επίλυσης των προβλημάτων που μαστίζουν δεκαετίες το ελληνικό κράτος. Καταλήγει συνεπώς να είναι μια ακτινογραφία της ελληνικής κοινωνίας και, ως εκ τούτου, ένα χρήσιμο εργαλείο κατανόησης για το τι ακριβώς συμβαίνει σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Πράγματι, στη δίνη του κυκλώνα είναι δύσκολο να αρθεί κάποιος σε απόσταση ψυχραιμίας από τα δρώμενα και να εκφραστεί επί των προβλημάτων με πάθος πολιτικού και ακρίβεια επιστήμονα. Η μακρά πολιτική πείρα του Κώστα Σημίτη τον βοηθά να επιτύχει εις το ακέραιο τον δηλωμένο στον πρόλογο σκοπό του βιβλίου: τη διαμόρφωση καλά πληροφορημένων πολιτών με άποψη και κρίση για να υπερβούμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε εδώ και μια επταετία πλέον.

Β) Το εύρος θεμάτων και νοημάτων της συνέντευξης: Το βιβλίο ακολουθεί τη λογική της συνέντευξης αλλά έχει περισσότερο τη μορφή διαλόγου ανάμεσα στον δημοσιογράφο Γιάννη Πρετεντέρη και στον πολιτικό Κώστα Σημίτη. Ο δημοσιογράφος δεν περιορίζεται στο ρόλο του βουβού συνομιλητή που απλώς καθιστά περισσότερο ζωντανή και παραστατική την αφήγηση του συγγραφέα. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μια επινόηση αφηγηματικής τεχνικής, αλλά για αναπόσπαστο οργανικό στοιχείο του τελικού αποτελέσματος. Είναι φανερό ότι οι επισημάνσεις του Πρετεντέρη και οι διαφωτιστικές ερωτήσεις του καθοδηγούν με μαεστρία το διάλογο από το επίκαιρο στο διαχρονικό, από το κομματικό στο πολιτικό, από το εθνικό στο ευρωπαϊκό και αντιστρόφως. Η διαρκής εναλλαγή κάδρου προσδίδει σφαιρικότητα στις αναλύσεις του συγγραφέα, ο οποίος έχει την άνεση να σχολιάζει καυτά θέματα επικαιρότητας, όπως το σκάνδαλο της Τράπεζας Αττικής, αλλά και να ξεδιπλώνει με απλότητα τις σκέψεις του για το ρευστό ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Η γλώσσα της συζήτησης είναι ζωντανή σαν προφορικός λόγος, κατανοητή και χωρίς εκτροπές σε περισπούδαστες θεωρητικολογίες. Τα νοήματα διατυπώνονται σε ρέοντα λόγο, όπως συνήθως συμβαίνει σε μια συνέντευξη εφημερίδας. Οι αιχμηρές επισημάνσεις όμως αναγκάζουν τον αναγνώστη να σταματά συχνά πυκνά την ανάγνωση, να αναδιπλώνεται στην πολυθρόνα του και να συλλογίζεται επί της πληροφορίας. Όπως ακριβώς συμβαίνει με ένα βιβλίο πολιτικού στοχασμού.

Ακολούθως, θα προσπαθήσω να αποτυπώσω συγκεντρωτικά (και εξ αυτού του λόγου ελλειπτικά) τις βασικές ιδέες που διατυπώνονται στο βιβλίο υπό το αντιθετικό σχήμα «επίκαιρες αστοχίες - διαχρονικές παθογένειες». Η αντιπαραβολή αιτιών έναντι λύσεων καθώς και η συνηθισμένη αντιπαράθεση του εθνικού προβλήματος απέναντι στις ευρωπαϊκές δυσλειτουργίες δεν αποτελούν ικανοποιητικό αναλυτικό σκελετό. Αφ’ ενός τα αίτια δεν αφίστανται σχισματικά των λύσεων αφού η εμπεριστατωμένη κατανόηση ενός προβλήματος αποκαλύπτει πολλές φορές, οιονεί αυτόματα, και το δέον γενέσθαι. Αφ’ ετέρου, η αντιπαλότητα εθνικού-διεθνούς θα οδηγούσε σε παρανοήσεις ως προς τις θέσεις του συγγραφέα που θεωρεί την Ελλάδα άρρηκτα συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή οικογένεια. Αντίπαλος των προβλημάτων είναι η διάχυτη εθνικολαϊκιστική αντίληψη, είτε αυτή εμφανίζεται ως δύναμη αδράνειας από την παρούσα κυβέρνηση είτε ως διαλυτική τάση εντός της ΕΕ, όπως συνέβη με το Brexit. H ανάταξη των αριθμών, παρ’ ότι αναγκαία δεν είναι και ικανή συνθήκη λύσης. Χρειάζεται ανάταξη της νοοτροπίας και των μονίμων στρεβλώσεων του ελληνικού κράτους και της ευρωζώνης για να αγκυροβολήσει το πλοίο σε ασφαλές λιμάνι.

 

ΕΠΙΚΑΙΡΕΣ ΑΣΤΟΧΙΕΣ

Α. Εν αρχή ην ο Κώστας Καραμανλής; Στο ιστορικό συνεχές της ελληνικής κρίσης, ο Κώστας Σημίτης τοποθετεί την αφετηρία του δημοσιονομικού εκτροχιασμού στην διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κατά τα έτη 2004-2009. Το δίδυμο έλλειμμα προϋπολογισμού και τρεχουσών συναλλαγών βρήκαν την Ελλάδα ευάλωτη και εκτεθειμένη στη διεθνή οικονομική κρίση. Στα τέλη του 2008, το έλλειμμα ανήλθε σε –9,8 % από –5,52 % του ΑΕΠ που ήταν το 2003. Η αλόγιστη σπατάλη οδήγησε σε εκτόξευση του δημόσιου χρέους στο δυσθεώρητο μέγεθος των 146,01 δισ. ευρώ το 2010. Παρ’ ότι αναγνωρίζει την ύπαρξη δομικών αδυναμιών –κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών– που μαστίζουν για δεκαετίες το ελληνικό κράτος, επιρρίπτει στη ΝΔ την επιπολαιότητα μιας σπάταλης διαχείρισης που εξέθεσε την Ελλάδα στον κίνδυνο. Ο πρώην πρωθυπουργός υπερασπίζεται το μεταρρυθμιστικό του έργο με σθένος. Υπενθυμίζει τη δημιουργία του ΑΣΕΠ ώς την κατασκευή των σπουδαίων έργων υποδομής που συνέβαλαν στον εκσυγχρονισμό της χώρας. Αττική Οδός, Μετρό, γέφυρα Ρίου Αντιρρίου είναι κάποια από αυτά. Ορθώς διευκρινίζει ότι ο συνυπολογισμός του κόστους αυτών των έργων στο κόστος διεξαγωγής των Ολυμπιακών αγώνων είναι ατεκμηρίωτος και ανάγεται στους ανθούντες στη χώρα μας καφενειακούς μύθους. Καταλογίζει στη ΝΔ μια οπισθοχώρηση σε ρουσφετολογικές προσλήψεις μέσω γραπτών διαγωνισμών με την καθιέρωση της προφορικής συνέντευξης. Αναμφίβολα ακριβές. Μάλλον όμως γιγαντώνει την επιρροή αυτής της ανεπιτυχούς παρέμβασης στην εικόνα γενικευμένης κατάρρευσης που εισπράττει ο πολίτης στις συναλλαγές του με την ελληνική διοίκηση. Αναφέρεται στο γνωστό θέμα της απογραφής που εξέθεσε την Ελλάδα διεθνώς και εξακολουθεί ώς σήμερα να την ταλαιπωρεί με τη δίωξη στον Γεωργίου. Ο Κώστας Σημίτης αναγνωρίζει ότι κάποια θέματα, όπως το ασφαλιστικό, δεν προχώρησαν επί της πρωθυπουργίας του με την δυναμική που θα όφειλαν. Η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και η διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων καθόρισαν τις προτεραιότητες.

Β) Σκυτάλη στον Παπανδρέου: Η κρίση βρήκε την Ελλάδα με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου που εξελέγη με το γνωστό και πολλά υποσχόμενο, πληθωριστικό «λεφτά υπάρχουν». Ενώ η κρισιμότητα των στιγμών απαιτούσε άμεσα αντανακλαστικά, ο Παπανδρέου αρνιόταν αρχικά οικονομική συνδρομή, ζητώντας μόνο ψυχολογική υποστήριξη από τους εταίρους μας. Διακινδύνευσε την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας με την εξαγγελία ενός δημοψηφίσματος με το ολιστικό ερώτημα «ναι ή όχι στην Ευρώπη, ναι ή όχι στο ευρώ». Η επικινδυνότητα τέτοιου είδους δημοψηφισμάτων, τα οποία δεν περιέχουν τις συνέπειες της επιλογής στο ερώτημα, φωτίζονται με το σάστισμα που ακολουθεί το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος. Με αφοπλιστικό χιούμορ, ο συγγραφέας εξηγεί ότι, αν διεξαγόταν δημοψήφισμα για να χτίζονται αυθαίρετα στη μέση του δάσους, όλοι οι Έλληνες θα ψήφιζαν ναι. Το δημοψήφισμα ακυρώθηκε ξεγυμνώνοντας την έλλειψη σχεδιασμού από ελληνικής πλευράς. Τη μοιραία νωθρότητα του Παπανδρέου συνοψίζει στη σελ. 232, όπου οι γραμμές του βιβλίου μοιάζουν περισσότερο με ευθύβολα βέλη:

όλα αυτά ήταν απόρροια επικοινωνιακού σχεδιασμού που επεδίωκε την ανάδειξή του ως του μόνου ικανού ηγέτη. Αποτελούσαν όμως φτηνή δημαγωγία, η αποτυχία του το κατέδειξε.

Γ) Εκλογή ΣΥΡΙΖΑ - επιστροφή στο παρελθόν: Και ενώ μετά τον Παπαδήμο και επί κυβερνήσεως Σαμαρά-Βενιζέλου, το 2014, η Ελλάδα είχε εισέλθει με κόπο και ιδρώτα σε τροχιά ανάπτυξης, επήλθε μια καθοριστικής σημασίας επαναφορά στην αφετηρία με την εκλογή ΣΥΡΙΖΑ. Αυταπάτες, φλύαρες υποσχέσεις και, προπαντός, η καταστροφική και αλαζονική διαπραγμάτευση Βαρουφάκη που οδήγησε σε γενικευμένη καθίζηση των οικονομικών δεικτών. Οι θέσεις εξουσίας κατελήφθησαν, όπως παρατηρεί ο Κώστας Σημίτης, από πρώην συνδικαλιστές που νοιάζονταν μονάχα για την εξυπηρέτηση συντεχνιακών συμφερόντων (εδώ ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται, εκτός του στενού κυβερνητικού κύκλου, και στην επιλογή της κ. Θάνου για τη θέση της προέδρου του Αρείου Πάγου). Το πορτρέτο σκιαγραφεί γλαφυρά ο Γιάννης Πρετεντέρης: «Ανύπαρκτη κυβερνητική πείρα, χαμηλό πολιτικό επίπεδο και κυρίως πλεονάζουσες εμπειρίες ακραίου ακτιβισμού». Διχαστικός λόγος με σημαιοφόρο τον υφυπουργό Υγείας, Παύλο Πολάκη, σκάνδαλα όπως αυτό της Τράπεζας Αττικής, ανασφαλές επενδυτικό περιβάλλον, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις λοξοδρομήσεις για την ιδιωτικοποίηση του Ελληνικού και της Cosco, στοιχειοθετούν ένα απογοητευτικό περιβάλλον στασιμοχρεοκοπίας. Καλλιέργεια προσδοκιών για άμεση λύση του χρέους ενώ η κυβέρνηση έχει υπογράψει νομικά δεσμευτικές συμφωνίες που προβλέπουν τη μακροπρόθεσμη διευθέτησή του το 2018. Εκτόξευση αμυντικών δαπανών και δημιουργία κομματικού στρατού με σύσταση θέσεων που δεν εξυπηρετούν κανέναν δημόσιο σκοπό είναι απτές αποδείξεις ότι, ακόμα και μετά την αποκαλούμενη κωλοτούμπα του 2015, η αριστερο-δεξιά κυβέρνηση παραμένει μέρος του προβλήματος. Μοναδικό της μέλημα είναι η ενίσχυση της εξουσίας της και όχι το κοινό καλό.

Ο Κώστας Σημίτης δεν εξαιρεί από τις ευθύνες τους Ευρωπαίους. Καταγράφει το περιβόητο σφάλμα στον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή. Εντοπίζει αντίφαση στο ζήλο που επιδεικνύεται για ήσσονος σημασίας θέματα, π.χ. απελευθέρωση ταξί, ενώ καταπίνεται η κάμηλος δομικών αδυναμιών του ελληνικού κράτους όπως η οικοδόμηση αποτελεσματικού φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Ωστόσο, οι επισημάνσεις διατυπώνονται με διάθεση συνεργασίας και επίλυσης και όχι με τον θορυβώδη στόμφο διδαχής που χαρακτήριζε το λόγο του Γιάννη Βαρουφάκη. Γεγονός που δείχνει πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν κατάλληλα πρόσωπα βρίσκονταν στις κατάλληλες θέσεις, παίρνοντας την ιδιοκτησία του προγράμματος στα χέρια τους. Ένδειξη τσαπατσουλιάς ήταν και ο εξωπραγματικός στόχος των 50 δισ. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις.

Δ) Καμπανάκι για εγρήγορση: Ο πρώην πρωθυπουργός κρούει τον κώδωνα κινδύνου για τις συνεχείς ακροβασίες. Αποκλείει το ενδεχόμενο τέταρτου μνημονίου που θα μας δανείζει απλόχερα για άλλη μια φορά λεφτά. Αν η Ελλάδα δεν καταφέρει να καλύψει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες μέσω διεθνούς δανεισμού είτε από τις αγορές είτε από ΔΝΤ/Ευρωπαϊκό Οργανισμό τότε «θα επακολουθήσει η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη και πιθανότατα η πτώχευση» (βλ. σελ. 31).

 

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΕΣ

Α) Δημόσια Διοίκηση, Παιδεία, Δικαιοσύνη: Για να επανέλθουμε στο κεντρικό ερώτημα του βιβλίου, η λύση δεν εξαντλείται σε μια διαφορετική διαχείριση, περισσότερο υπεύθυνη και στοχοπροσηλωμένη, παρότι κάτι τέτοιο θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση της χώρας. Χρειάζεται ένα μεταρρυθμιστικό τσουνάμι στους τομείς της δικαιοσύνης, της υγείας, της δημόσιας διοίκησης και της παιδείας που θα σπάσει αποστήματα χρόνων. Η δημόσια διοίκηση χρειάζεται εκσυγχρονισμό, λογοδοσία και αξιολόγηση. Ο Σημίτης δεν διστάζει να μιλήσει για κατάργηση παρασιτικών οργανισμών (π.χ. πληθώρα ΤΕΙ με συναφές αντικείμενο) αλλά και για κίνητρα απόδοσης στους δημοσίους υπαλλήλους. Προτείνει δοκιμαστική υπηρεσία για τους δασκάλους για να εξοικειωθούν με τα παιδαγωγικά και να αποκτήσουν διδακτική εμπειρία. Επισημαίνει την πληθώρα άχρηστων δικαιολογητικών που απαιτούνται μόνο και μόνο για να πλουτίζουν δικηγόροι και μηχανικοί σε βάρος του γενικού συμφέροντος, διατηρώντας ανέπαφη μια αντιπαραγωγική γραφειοκρατία. Αναγνωρίζει ότι αυτό απαιτεί συγκρούσεις. Η επιτυχία ενός μεγαλόπνοου εγχειρήματος προϋποθέτει την επεξεργασία προτάσεων που θα μπορούν να επικοινωνηθούν στο λαό, να εξηγηθούν και να υποστηριχθούν απέναντι στις αντιδράσεις. Ο Κώστας Σημίτης αναφέρει περιπτωσιολογικά κάποια από τα θέματα αξιολόγησης ή διοικητικών δυσλειτουργιών. Δείχνει λοιπόν το δρόμο. Η διαρκής άνοδος του λαϊκισμού οφείλεται στο γεγονός ότι εστιάζει σε χειροπιαστά θέματα και γι’ αυτό ευρέως κατανοητά από τα λαϊκά στρώματα. Η στρατηγική του μεταρρυθμιστικού μετώπου πρέπει να επενδύσει περισσότερο σε αυτή την κατεύθυνση.

Σε αυτό το μήκος κύματος, δηλαδή των συγκεκριμένων λύσεων, κινείται η πρόταση Σημίτη για τη δημιουργία διεθνών πανεπιστημίων στην Ελλάδα με τη διδασκαλία μαθημάτων στην αγγλική γλώσσα, πράγμα που θα τα καθιστούσε πόλο έλξης για σπουδαστές από βαλκανικές και αραβικές χώρες. Το ίδιο και η πρόταση για την τυποποίηση και εξαγωγή του ελληνικού ελαιολάδου με εμπορικό σήμα. Οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη πρέπει να καταπολεμηθούν θίγοντας κατεστημένα συμφέροντα. Το συναινετικό διαζύγιο προϋποθέτει δικαστική απόφαση ενώ θα αρκούσε μια απλή συμβολαιογραφική πράξη. Ωστόσο, η πελατειακή μέριμνα για εξασφάλιση ύλης στον χειμαζόμενο κλάδο των δικηγόρων εμποδίζει βελτιωτικές παρεμβάσεις. Χρειάζονται περισσότερα παραδείγματα που θα δώσουν περιεχόμενο στην αδήριτη επιδίωξη η οποία διατυπώνεται με τον αφαιρετικό τίτλο «επιτάχυνση της δικαιοσύνης». 

Β) Κακοί λαοί κακοί ηγέτες;  Όταν ο δημοσιογράφος πιέζει τον πολιτικό να θέσει το λαό ενώπιον τον ευθυνών του για τις άστοχες επιλογές του, ο Κώστας Σημίτης αποφεύγει να εκφραστεί με σκληρά, καταδικαστικά λόγια. Αντί της εθνικής ευθύνης προτιμά την ουδέτερη έκφραση «υστέρηση της χώρας». Η επιείκεια στους χαρακτηρισμούς του δεν εμφορείται από δημαγωγία. Σε πολλά σημεία του βιβλίου, άλλωστε, ασκείται σκληρή κριτική σε πρακτικές και νοοτροπίες του ελληνικού λαού. Ολόκληρη η συνέντευξη έχει το χαρακτήρα δυσάρεστης, αλλά σε καμία περίπτωση επιθετικής, πατρικής νουθεσίας. Στο φαινόμενο της μικροπολιτικής εξάρτησης των βουλευτών από τους ψηφοφόρους τους προτείνει το γερμανικό εκλογικό σύστημα με μονοεδρικές περιφέρειες και υψηλό ποσοστό εισόδου στη Βουλή. Με ρεαλισμό απορρίπτει τα συστήματα απλής αναλογικής που οδηγούν σε ακυβερνησία.

Γ) Ευρωπαϊκές βελτιώσεις: Αναφερόμενος στα προβλήματα αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης εντοπίζει τη δομική και διαχρονική υστέρηση του Νότου έναντι του Βορρά σε επίπεδο παραγωγής. Προσεγγίζει όμως το θέμα με βαθιά γνώση του modusoperandiτης Ένωσης. Δεν καταφεύγει σε μια εχθρική ρητορική όπως τη βιώσαμε επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αλλά προσπαθεί, με διπλωματική επιχειρηματολογία, να πείσει σε ενωτικές λύσεις. Τάσσεται υπέρ της θέσπισης ενός ευρω-φόρου στις επιχειρήσεις και επιζητεί περισσότερη προσπάθεια στο ενοποιό συμφέρον ασφαλείας και στη μάχη κατά της τρομοκρατίας. Ενώ διαβλέπει την άρνηση της Γερμανίας ως αναβλητικό παράγοντα στην περαιτέρω οικονομική ενοποίηση, μάλλον υποτιμά τις επίμονες αντιστάσεις που προβάλλουν οι χώρες του Νότου στην προοπτική εκχώρησης περαιτέρω αρμοδιοτήτων προς τον υπερεθνικό οργανισμό.

 

ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ

Α. Η ανάδυση του εθνικολαϊκισμού: Ποιος είναι λοιπόν ο αληθινός εχθρός των λύσεων; Στη σελ. 50 του βιβλίου δίδεται λακωνικά η πεμπτουσία του αντιμεταρρυθμιστικού λόγου και οι πολλαπλές εκφάνσεις του:

Ο εθνικολαϊκιστιτκός λόγος δεν ενδιαφέρεται για τη χώρα. Εκείνο που επιδιώκει είναι η προστασία του συντηρητικού κατεστημένου, που παρουσιάζεται υπό διάφορες σημαίες και μορφές –ακροδεξιές, δεξιές, αριστερές ή επαναστατικές… Επιδιώκει η Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη, αλλά διατηρώντας –με ελάχιστες αλλαγές– τις καθυστερημένες δομές της.

Ο ακίνητος χρόνος πρέπει να ξεκινήσει επιτέλους να κυλάει. Ο Κώστας Σημίτης θεωρεί μοναδική διέξοδο μια σοσιαλδημοκρατική λύση με επίκεντρο το ΠΑΣΟΚ και την Κεντροαριστερά.

Β. Παλιά εργαλεία σε νέο περιβάλλον: Παρασυρόμενος από την κομματική διαμάχη με τη ΝΔ του Κώστα Καραμανλή θέτει μια ανεπίκαιρη διαχωριστική γραμμή μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς: «Η Αριστερά για να διαφέρει από τη Δεξιά πρέπει να λέει την αλήθεια, να κατατοπίζει τους πολίτες για το τι πράγματι συμβαίνει […] οι έωλες υποσχέσεις δεν αποτελούν αριστερή πολιτική». Η τομή αυτή δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από όλες τις υπόλοιπες, ακριβείς και εμπνευσμένες, παρατηρήσεις του πρώην πρωθυπουργού. Αντιθέτως, μια νέα διαιρετική τομή φαίνεται να αναδεικνύεται από τα γραφόμενά του: ο ορθός λόγος έναντι της εθνικολαϊκιστικής ρητορείας. Παρότι η διάκριση Αριστεράς - Δεξιάς παραμένει για να αποτυπώνει κάποιες παραλλαγές μείγματος οικονομικής πολιτικής, δεν δείχνει να έχει πλέον την καθηλωτική, σχεδόν μαγική αχλή του παρελθόντος. Ο Κώστας Σημίτης, με το σύνολο των λύσεων που προτείνει, επαγωγικά αποκαλύπτει μια ενιαία μέθοδο λύσεων: την ειλικρινή προσέγγιση στα προβλήματα στη βάση κοινών ευρωπαϊκών αρχών και αξιών. Η πραγματική λύση προβάλλει κατά τη γνώμη μου περισσότερο ως μέθοδος επίλυσης παρά ως έτοιμη προδεδομένη αλήθεια. Είναι φανερό, συνεπώς, ότι ο Κώστας Σημίτης δίδει διαφορετικό νόημα στην έννοια της Αριστεράς από αυτή που θα της έδινε για παράδειγμα ο Κουτσούμπας ή ο Λαφαζάνης. Στη βάση αυτή, αν η Αριστερά μπορεί να συμπορεύεται κυβερνητικά με τη Δεξιά για να ασκεί αυταρχική εξουσία συντήρησης, γιατί να μην μπορεί η Κεντροαριστερά να βρει κοινό βηματισμό με την Κεντροδεξιά για να δημιουργήσουν διεξόδους μεταρρυθμιστικών αλλαγών;

Κλείνοντας κανείς το βιβλίο, η πρώτη σκέψη είναι η επιστροφή σε κάποιες σελίδες για να επεξεργαστεί περισσότερο ορισμένες ιδέες, να σκεφτεί και να προβληματιστεί. Ο στόχος του συγγραφέα για κινητοποίηση επιτυγχάνεται πανηγυρικά. Ολοκληρώνοντας το «Υπάρχει λύση;» ο αναγνώστης κατανοεί πιο καθαρά την θέση της Ελλάδας εντός της δεδομένης ιστορικής συγκυρίας. Οι λύσεις που προτείνονται διηθούνται μέσα από το πολιτικό, το εθνικό αλλά και το τυχαίο. Η απαισιοδοξία για το μέλλον θα αλλάξει αν οι εν ενεργεία πολιτικοί, τρέψουν το ερωτηματικό του τίτλου σε θαυμαστικό. Υπάρχει λύση! Συναρπάζοντας με ιδέες και χτίζοντας πάνω στις προτάσεις που προτείνει ο  Σημίτης σαν εφαλτήριο γενικευμένης ανάπτυξης.

 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά