Σταύρος Τσακυράκης, «Από πού κι ως πού όλοι οι αγώνες είναι δίκαιοι;». Μια συζήτηση με τον Απόστολο Δοξιάδη για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2018, 120 σελ.

Δεν βρίσκεις συχνά ανθρώπους που να έχουν επιλέξει, απ' όλα τα πιθανά σχέδια ζωής, να βρουν την ευτυχία τους στο να γίνουν αληθινοί δάσκαλοι, υπερασπιστές δικαιωμάτων και μαχητές υπέρ της ελευθερίας και της ισότητας, ανθρώπους που να μπορούν να λένε και να το εννοούν «εγώ λέω αντιδημοφιλή πράγματα εδώ και πολλά χρόνια», και μάλιστα με το κόστος που αναλογεί σε απόψεις κόντρα. Ο καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης παρουσιάζεται τώρα σε ένα βιβλίο, απάνθισμα μιας δημόσιας συνομιλίας του με τον Απόστολο Δοξιάδη, έτσι όπως είναι. Μαχητικός και χιουμορίστας, ώριμος και τόσο απλός... Ένα ηθικό παράδειγμα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 86, Μάιος 2018.

 

Claude Lanzmann, ShoahNτοκυμανταίρ γαλλοαγγλικής παραγωγής, 1985. Παραγωγοί: BBC, Historia, Les Films Aleph, Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλικής Δημοκρατίας. Διάρκεια: 613 λεπτά

Claude Lanzmann, Ο τελευταίος των αδίκων (Le Dernier des injustes). Ντοκυμανταίρ γαλλικής παραγωγής, 2013. Παραγωγοί: Synecdoche, Le Pacte, Dor Film Produktionsgesellschaft. Διάρκεια: 220 λεπτά

Γιατί είναι άραγε τόσο μεγάλη η ταραχή μας, η συγκίνησή μας, όταν βλέπουμε τη Shoah του Κλοντ Λαντζμάν[1] ακόμη και σήμερα, που έχουμε δει τόσες ταινίες, έχουμε ακούσει ή διαβάσει τόσες μαρτυρίες και τόσα βιβλία; Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που καθιέρωσαν αυτό το εγχείρημα ως το αξεπέραστο αριστούργημα, όχι μόνο στην πρώτη του προβολή, το 1985, αλλά ακόμη και σήμερα, 30 χρόνια μετά;  Γιατί φοβόμαστε να δούμε αυτήν την ταινία, που αποφεύγει κάθε άμεση εικόνα φρίκης; Αναδημοσίευση από το τεύχος 73 τουBooks' Journal,Iανουάριος 2017, με αφορμή τη θλιβερή αναγγελία του θανάτου του Λαντζμάν, στο Παρίσι, σε ηλικία 92 χρόνων (το κείμενο δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Αντιμέτωποι με τις μαρτυρίες του τραύματος»).

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Μετά το 1922: Η Παράταση του Διχασμού, Πατάκη, Αθήνα 2017, 489 σελ.

Οι επιλογές του Βενιζέλου επιβραβεύτηκαν από τα γεγονότα. Στη σκιά του, όμως, δεν έχουν λιγότερο ενδιαφέρον οι αντιβενιζελικοί πρωταγωνιστές, οι οποίοι έχουν μελετηθεί λιγότερο στην ιστοριογραφία. Το νέο βιβλίο του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου αφιερώνει σημαντικό μέρος στους τρεις βασικούς ταγούς του, μετά το 1922: στον Ιωάννη Μεταξά, στον Παναγή Τσαλδάρη και στο Στέμμα με διττή υπόσταση: ως βασιλικό θεσμό και ως δυναστεία. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 87, Μάιος 2018.

Μια Αληθινή Ιστορία (D'Après Une Histoire Vraie). Έγχρωμο ψυχολογικό θρίλερ γαλλοπολωνικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Ρομάν Πολάνσκι. Σενάριο: Ρομάν Πολάνσκι – Ολιβιέ Ασαγιάς. Πρωταγωνιστούν: Έμανουέλ Σενιέ, Εύα Γκριν, Βενσάν Περέζ. Παραγωγή: Wy Productions, R.P. Productions, Mars Films, France 2 Cinéma, Monolith Films, Belga Productions. Διάρκεια: 100’

Η Ντελφίν Ντεριέ (Εμανουέλ Σενιέ), συγγραφέας σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο, γνωρίζει στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου της την Ελ (Εύα Γκριν), μια μυστηριώδη νέα κοπέλα, βιογράφο διασήμων, που σταδιακά διεισδύει στη ζωή της και καταλαμβάνει την προσωπικότητά της. Πηγαίνει σε εκδηλώσεις στη θέση της Ντελφίν, στέλνει μέιλ σε εκδότες και γνωστούς, δίνει ιδέες ή ακόμα και γράφει η ίδια στη θέση της συγγραφέως. Η Ντελφίν αρχικά βλέπει με θετικό μάτι την Ελ, αλλά στη συνέχεια ξεκινά να νιώθει ασφυκτικά πιεσμένη από αυτήν. Τα πράγματα σύντομα ξεφεύγουν από τον έλεγχο.

Solo. A Star Wars Story.Έγχρωμη περιπέτεια φαντασίας αμερικανικής παραγωγής 2018,σε σκηνοθεσία του Ρον Χάουαρντ. Σενάριο: Τζόναθαν Κάσνταν, Λόρενς Κάσνταν. Πρωταγωνιστούν: Άλντεν Έρενραϊχ , Ντόναλντ Γκλόβερ, Εμίλια Κλαρκ, Γούντι Χάρελσον, Θάντι Νιούτον. Παραγωγή: Lucasfilm, Walt Disney Pictures, Allison Shearmur Productions. Διάρκεια: 135’

Ο Χαν (Άλντεν Έρενραϊχ) είναι ερωτευμένος με την Κίρα (Εμίλια Κλαρκ), αλλά τη χάνει όταν εκείνη πέφτει θύμα απαγωγής, και βάζει στόχο της ζωής του να τη βρει. Με το όνομα Χαν Σόλο (=μόνος) προσπαθεί να βγάλει χρήματα με κάθε τρόπο, προκειμένου να αγοράσει δικό του σκάφος και να βρει την αγαπημένη του. Τυχαία συναντά τον Τομπάιας Μπέκετ (Γούντι Χάρελσον), λαθρέμπορο με διασυνδέσεις στην οργάνωση Πορφυρή Αυγή του πανίσχυρου Ντράιντεν Βος (Πολ Μπέτανι). Μαζί του, ο Χαν Σόλο συνεχίζει την αναζήτηση της αγαπημένης του, σε ένα ταξίδι που περνά μέσα από τη γνωριμία του με τον θρυλικό Γούκι Τσουμπάκα, τη γέννηση της επανάστασης και την απόκτηση του μυθικού Μιλένιουμ Φάλκον.

Η τελευταία σημαία (Last flag flying). Έγχρωμη κοινωνική ταινία, αμερικανικής παραγωγής 2017, σε σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ. Πρωταγωνιστούν: Μπράιαν Κράνστον, Λόρενς Φίσμπερν, Στιβ Καρέλ. Παραγωγή: Amazon Studios, Big Indie Pictures, Cinetic Media. Διάρκεια: 125’.

Δεκέμβριος 2003. Ο Λάρι "Ντοκ" Σέπαρντ  (Στιβ Καρέλ), βετεράνος πεζοναύτης του Βιετνάμ, βρίσκει δύο παλιούς του συμπολεμιστές, τον Σαλ (Μπράιαν Κράνστον), που έχει γίνει μπάρμαν, και τον Μίλερ (Λόρενς Φίσμπερν), ιερέα πλέον μιας τοπικής ενορίας, και τους ενημερώνει πως ο 21χρονος γιος του σκοτώθηκε στο Ιράκ. Ζητά από τους παλιούς του φίλους να τον συνοδεύσουν στην παραλαβή του πτώματος του γιου του και ακολούθως στην κηδεία του. Το ταξίδι τους θα δώσει αφορμές για μια ανασκόπηση, αναπολήσεις στα περασμένα και τη συνειδητοποίηση πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται.

Philip Roth, Το θέατρο του Σάμπαθ, μετάφραση από τα αγγλικά: Ανδρέας Β. Βαχλιώτης, επιμέλεια: Κατερίνα Σχινά, Πόλις, Αθήνα 2013, 614 σελ.

Η έκδοση του βιβλίου αυτού στις ΗΠΑ, το 1995, πυροδότησε μια σειρά αντιφατικών κριτικών – ο Χάρολντ Μπλουμ το χαρακτήρισε ως το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του Ροθ, ενώ η κριτικός των New York Times Μιτσίκο Κακουτάνι το βρήκε «κακόγουστο και ανέμπνευστο». Πέρα από την ακρότητα με την οποία «οπλίζεται» ο κεντρικός ήρωας, ο Μίκι Σάμπαθ, όμως, ο Ροθ «χρησιμοποίησε» το βιβλίο αυτό ως σκαλοπάτι για να εισέλθει σε μια νέα φάση της πεζογραφικής του παραγωγής. Ο τρόπoς του Σάμπαθ, λοιπόν, ήταν ό,τι καλύτερο για να δώσει οριστική απάντηση σε μια σειρά διλημμάτων που ταλάνισαν τους μέχρι τότε ήρωές του – από το διχασμό ανάμεσα στην «αίσθηση του καθήκοντος» και στην επιδίωξη της ελευθερίας, μέχρι τη διάσταση ανάμεσα στην πνευματικότητα και στη ζωώδη ενεργητικότητα, σε σύμβολο της οποίας ανάγεται συχνά το σεξ. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τεύχος 39, Ιανουάριος 2014. [TBJ]

Philip Roth, Πατρική κληρονομιά. Μια αληθινή ιστορία, μετάφραση από τα αγγλικά: Τάκης Κιρκής, Πόλις, Αθήνα 2012, 244 σελ.

«Ο πατέρας μου» («Βάρδο του Νιούαρκ» τον αποκαλεί ο Ροθ ) «μου δίδαξε τη γλώσσα του δρόμου», διαβάζουμε στην Πατρική Κληρονομιά. «Γιατί ήταν ο ίδιος η γλώσσα του δρόμου, αντι-ποιητικός και εκφραστικός και πάντα καίριος, με όλους τους εξόφθαλμους περιορισμούς της γλώσσας του δρόμου και την ανεξάντλητη δύναμή της». Απόσπασμα από ευρύτερο κείμενο της Κατερίνας Σχινά, που είχε γραφεί με αφορμή την ταινία Νεμπράσκα του Αλεξάντερ Πέιν, και δημοσιεύθηκε στο Books' Journal, τχ. 42, Απρίλιος 2014.

 

Κωστής Καρπόζηλος - Δημήτρης Κ. Χριστόπουλος, 10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό, Πόλις, Αθήνα 2018, 96 σελ.

Τελικά η Μακεδονία δεν είναι ελληνική; Είναι. Η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική. Αλλά στη διαμάχη για το όνομα της γειτονικής χώρας, που την αποκαλούμε είτε με το όνομα της πρωτεύουσάς της, Σκόπια, είτε με το αρκτικόλεξο (πΓΔΜ) της προσωρινής ονομασίας: πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η Ελλάδα δεν έχει δίκιο. Ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος παραδίδουν ένα ευσύνοπτο και πολύ χρήσιμο βιβλίο για ένα ζήτημα που δεν θα υπήρχε αν δεν το είχε καλλιεργήσει ο ελληνικός εθνικισμός. [ΤΒJ]

 


Η τέχνη της προσέγγισης του μεγάλου αναγνωστικού κοινού δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Είναι όμως μια τέχνη πάντοτε αναγκαία, όταν ο ιστορικός και ο πολιτικός επιστήμονας καλούνται να παρέμβουν στα δημόσια πράγματα της εποχής τους προκειμένου να προσδιορίσουν όσες χρόνιες παθογένειες ταλανίζουν την κοινωνία τους και να τις ανασκευάσουν. Ένα τέτοιο απαιτητικό εγχείρημα δοκιμάζουν να φέρουν σε πέρας ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος, συζητώντας το Μακεδονικό Ζήτημα στον απόηχο των τελευταίων συγκεντρώσεων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα.

Σε αυτήν την προσπάθεια, όπου η ιδιότητα του πολίτη ευθυγραμμίζεται με τις μέριμνες του επιστήμονα, οι δύο συγγραφείς αναγνωρίζουν εξ αρχής τις οφειλές τους και υποδεικνύουν το νήμα που τους συνδέει με «όσες και όσους άρθρωσαν έναν λόγο τεκμηριωμένο και κριτικό σχετικά με το Μακεδονικό την κρίσιμη δεκαετία του ’90». Αν όμως τα πολιτικά αντανακλαστικά και οι παρεμβάσεις της προοδευτικής διανόησης, από τότε μέχρι σήμερα, οριοθετούν ευκρινώς το πεδίο εντός του οποίου κινείται το βιβλίο, ποια μορφή λόγου είναι σε θέση να υπηρετήσει τις ζητήσεις και τις προτεραιότητες που αυτή η κληρονομιά υπαγορεύει; Η επιλογή της μικρής, μετρημένης φόρμας, δηλαδή οι «10 συν 1 ερωτήσεις και απαντήσεις» που δηλώνει ο τίτλος, δείχνουν να ανταποκρίνονται ιδανικά στους στόχους της ιστορικο-πολιτικής γραφής. Η επιχειρηματολογία αναπτύσσεται κλιμακωτά στη βάση αριθμημένων μικρών ενοτήτων, οι οποίες διαδέχονται λογικά η μία την άλλη, επιτυγχάνοντας στο τέλος μια συνολική ενότητα. Οι ερωτήσεις στην αρχή κάθε κεφαλαίου δίνουν την αίσθηση ενός σταδιακά αναπτυσσόμενου ανοικτού διαλόγου, όπου η απάντηση αναλαμβάνει να εκθέσει την επικρατούσα κάθε φορά άποψη και έπειτα να την αναιρέσει μεθοδικά. Την πραγμάτευση του ακανθώδους θέματος διευκολύνει το συνειδητά επιλεγμένο απλό ύφος, συναρμόζοντας γόνιμα τη σαφήνεια με τη ζωντάνια. Δεν πρόκειται όμως μόνο για ζήτημα δομής και γλώσσας.

Οι συγγραφείς ζητούν προγραμματικά την καλή προαίρεση και την αναστοχαστική διαθεσιμότητα του αναγνώστη, την ενεργή δηλαδή εμπλοκή και συμμετοχή του στη συνομιλία, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τον μεγάλο σκόπελο της διαφωτιστικής υπεροψίας και του άχαρου διδακτισμού. Το βιβλίο απευθύνεται σε εκείνους τους «πολίτες που θέλουν να αναμετρηθούν με την […] θλιβερή μονοτονία για το Μακεδονικό στη δημόσια συζήτηση» και είναι διατεθειμένοι να αντιπαρέλθουν τους «δικούς τους μύθους». Άλλωστε πρόκειται για ένα εγχείρημα γραμμένο σε τόνο μαχητικό, όχι όμως aprioriδιχαστικά πολεμικό, με κύρια επιδίωξη να είναι αποτελεσματικό για την κατίσχυση της νηφαλιότητας και της λογικής∙ με άλλα λόγια, ένα εγχείρημα πυροσβεστικό απέναντι στα επικίνδυνα συλλογικά πάθη και τραύματα που αναβιώνει ο σημερινός εθνικισμός.

Καθώς, λοιπόν, ο Καρπόζηλος και ο Χριστόπουλος, αποβλέπουν σε μια «θεραπευτική λειτουργία» (σελ. 14) ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι δυσκολίες με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι. Έτσι, επισημαίνουν τη ρευστότητα της γενικής ρητορικής για το Μακεδονικό, τον ουσιαστικά ανορθολογικό της χαρακτήρα, αφού «παρακολουθώντας προσεκτικά τα πρόσφατα συλλαλητήρια, διαπιστώσαμε ότι ελάχιστα ήταν τα επιχειρήματα τόσο των συγκεντρωμένων, όσο και των ομιλητών. Αυτό που κυριαρχούσε ήταν το αίσθημα της “προδοσίας”, της καταγγελίας της, και της εθνικής υπερηφάνειας, δίχως όμως να τεκμηριώνεται το πού ακριβώς εδράζεται αυτή» (σελ. 10). Προκειμένου να αντιπαρέλθουν την ισχύ μύθων, ικανών να «κατασκευάζουν μια πραγματικότητα, η οποία στη συνέχεια αναπαράγεται ως τέτοια, χωρίς κανείς να ασχολείται με τον πυρήνα της» (σελ. 11), εξηγούν τη στρέβλωση που ενυπάρχει στον θεολογικής υφής ορισμό των λεγόμενων «εθνικών θεμάτων», έναντι των οποίων ο εθνικός λόγος δεν αναγνωρίζει κανέναν νόμιμο αντίλογο.

 

 

Περί εθνών και εθνικισμού

Στην αποδόμηση ισχυρών στερεοτύπων, πχ. πως τα «πνευματικά δικαιώματα» των Eλλήνων επί της αρχαίας Μακεδονίας εξασφαλίζουν στην Ελλάδα το μονοπώλιο της σημερινής χρήσης του ονόματος ή πως «η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική», οι δυο συγγραφείς αποφεύγουν προσεκτικά την επιστημονικοφανή διάλεκτο. Προφανώς όμως δεν αποφεύγουν καθόλου να αξιοποιήσουν τις κατακτήσεις της σύγχρονης ιστορικής και πολιτικής επιστήμης. Αντίθετα, εκλαϊκεύουν με την πιο διαυγή διατύπωση τις σύγχρονες θεωρίες περί εθνών και εθνικισμού, όταν εξηγούν:

Το έθνος είναι η πολιτική κοινότητα που σφυρηλατεί την αλληλεγγύη της πάνω στην ανάγκη της στέγασής της σε ένα κράτος. Το κράτος, το εθνικό κράτος από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, είναι το ιστορικό σπίτι του έθνους. Έτσι εξηγείται γιατί τα έθνη, αυτά τα προϊόντα της πολιτικής νεωτερικότητας, δεν υπήρχαν –και σίγουρα δεν υπήρχαν με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε εμείς– ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στον Μεσαίωνα. […]. Το σύγχρονο ελληνικό έθνος αναδύεται μέσα από το αίτημα της συστέγασης σε μια κρατική οντότητα –σχηματικά, ας πούμε από τα τέλη του 18ου αιώνα. Αυτό, όμως, δεν συνιστά ελληνική ιδιαιτερότητα∙ ισχύει για όλους. (σελ. 35-36)

Ακριβώς πάνω σε αυτό το κεκτημένο της αλλαγής επιστημολογικού παραδείγματος, ο Καρπόζηλος και ο Χριστόπουλος αντιπαρέρχονται τη διάχυτη φιλολογία περί «ανύπαρκτου» μακεδονικού έθνους. Χωρίς να βαρύνουν το βιβλίο με εξειδικευμένες παραπομπές που δεν ταιριάζουν στη γενική φιλοσοφία του, συνοψίζουν και αξιοποιούν την πλούσια βιβλιογραφία για το Μακεδονικό για να αποσαφηνίσουν μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα. Η σταδιακή ανάδυση της μακεδονικής ταυτότητας από τον ύστερο 19ο αιώνα και η μετέπειτα ενίσχυσή της στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, με την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, δεν την καθιστά λιγότερο πραγματική από οποιαδήποτε άλλη εθνική ταυτότητα. Το ίδιο ισχύει και για τη μακεδονική γλώσσα, η οποία συλλήβδην υποβαθμίζεται στην τρέχουσα αντίληψη ως «διάλεκτος». Η απόρριψη του μακεδονικού έθνους ως «τεχνητού» έχει ως αφετηρία της την ιστορική και καθολική άρνηση της Ελλάδας να αναγνωρίσει την ύπαρξη μειονοτικών κοινοτήτων στο εσωτερικό της, ενώ οι περιφρονητικές αναφορές στο «κρατίδιο των Σκοπίων» και οι εσφαλμένες καταγγελίες περί «αλυτρωτικού συντάγματος» απλώς δυναμιτίζουν την καλή γειτονία και τη σταθερότητα στην περιοχή, τροφοδοτώντας εκατέρωθεν το εθνικιστικό μίσος. Σήμερα όμως, μετά από είκοσι πέντε χρόνια διαπραγματεύσεις, δεν υπάρχουν πια περιθώρια για τις κίβδηλες βεβαιότητες της εθνικής μας μυθολογίας. Η τελευταία ερωταπόκριση είναι αφοπλιστική στην αμεσότητα και την καθαρότητά της.

«Δηλαδή, δεν έχει δίκιο η Ελλάδα;» Όχι, δεν έχει. (σελ. 83)

Το θέμα πρέπει να λυθεί και η ελληνική κοινωνία να επικεντρωθεί «σε κάτι που αξίζει τον κόπο», στη συζήτηση δηλαδή του μέλλοντός της στον 21ο αιώνα (σελ. 21).

Οι 10 συν 1 ερωτήσεις για το Μακεδονικό, αξιοποιώντας στο έπακρο τον μικρό αριθμό σελίδων τους, ανταποκρίνονται με επιτυχία στην προγραμματική τους λογική. Το βιβλίο, προσεκτικό και καλοδουλεμένο, πατάει γερά σε όσα έχουν ήδη κερδηθεί στη θεωρία, την ιστοριογραφία και την πολιτική σκέψη, εκφράζοντας τελικά μια ώριμη αυτοπεποίθηση:

Σε αυτό το δυσάρεστο τοπίο, διαβλέπει κανείς σήμερα μια ελπίδα. Αν, το 1992, η αίσθηση ότι η Ελλάδα έχει απόλυτο δίκιο ήταν κυρίαρχη, σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Σήμερα είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς τα σχολεία να κλείνουν με εντολή του Υπουργείου Παιδείας και τους μαθητές να μεταφέρονται σε συγκεντρώσεις ανεμίζοντας ελληνικές σημαίες […] Τότε η μη επίλυση του Μακεδονικού διαπερνούσε το σύνολο του πολιτικού φάσματος και συγκροτούσε τον βασικό πυρήνα της εξωτερικής μας πολιτικής. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει. […] Σταδιακά, όμως, απαλλασσόμαστε από το βάρος του. Βασανιστικά και αργά, θα πουν κάποιοι. Ίσως. Πάντως, οι καιροί αλλάζουν. Και αυτό μας επιτρέπει να ελπίζουμε. (σελ. 87-88, 93)  

Μια τέτοια αισιοδοξία, δεν παραβλέπει φυσικά καθόλου πως πάρα πολλά μένουν ακόμα εκκρεμή. Ο εφησυχασμός δεν συνιστάται σε καμία περίπτωση. Η επίγνωση όμως πως η ελληνική πραγματικότητα διαθέτει πλέον ανοικτά μονοπάτια ώστε να διαφύγει τα βαρίδια του παρελθόντος καθιστά αταίριαστη κάθε πεσιμιστική υπερβολή. Κι αν αυτή αποφεύγεται, αποφεύγεται σωστά, κατά τη γνώμη μου∙ ακριβώς επειδή σε αυτή τη μεγάλη διαδρομή τίποτα δεν υπήρξε εύκολο ή αυτονόητο.

 

 

Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης αποτιμά τον στενό συνεργάτη του, Νίκο Θέμελη, όχι απλώς για τις πολιτικές ικανότητές του αλλά και για τη λογοτεχνική του δεινότητα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal #87, Μάιος 2018, που κυκλοφορεί. 

Σελίδα 1 από 11