Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

Λουκάς Κούσουλας: «Στην κάθε γλυκύτητα είναι μια ορισμένη, δική της ρώμη...»

Κατηγορία Ποίηση
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Ποίηση Δοκίμιο Πρόσωπα Τεύχος 4
Ο Λουκάς Κούσουλας (1929-2019). Ο Λουκάς Κούσουλας (1929-2019). Βίκυ Γεωργοπούλου

Λουκάς Κούσουλας, Ενθύμιον [Εκλογή από τα ποιήματα], Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010, σελ. 123


Λουκάς Κούσουλας, Και μόνος και μετά πολλών [Κύκλος Γ’], Γαβριηλίδης, Αθήνα 2011, 197 σελ.

 

Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, ο Λουκάς Κούσουλας, που πέθανε στις 15 Μαΐου 2019 και κηδεύτηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σουβάλα (Πολύδροσο) του Παρνασσού, ήταν μια ξεχωριστή παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Τα δυο βιβλία του, που περιέχουν επιλογή από τα ποιήματά του και σημαντικά δοκίμια τον φανερώνουν σε όλη την πνευματική παρουσία του. Έγραψε μακροσκελή ποιήματα-σπουδές, αφηγηματικά, σχολιαστικά, επίμονα και εξόφθαλμα «διακειμενικά», που παλαντζάρουν πλάι πλάι με τα ολιγόλογα δοκίμια του Λουκά Κούσουλα που, από την πλευρά τους, σχεδόν τραγουδιστά, επιχειρηματολογούν. Την ιδιαιτερότητά του επισήμαινε η Μαρία Τοπάλη, σε ένα κείμενο γι’ αυτόν που δημοσίευσε το μακρινό 2011. «Δεν έπαψα στιγμή να αναρωτιέμαι πώς προκύπτει ένας άνθρωπος τόσο χαριτωμένος στη ζωή και στην ποίηση», λέει σήμερα η Μαρία Τοπάλη. «Χρυσός κάθε κουβέντα που μοιράστηκα μαζί του. Θα τον κρατήσουμε με τα βιβλία κοντά μας». Έχει άραγε προγόνους στην ελληνική ποίηση τούτη η προσπάθεια, που φτάνει τώρα στην ωριμότητα; Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4 του BooksJournal, Φεβρουάριος 2011.

 

Θα συζητήσουμε εδώ την περίπτωση του ποιητή και δοκιμιογράφου Λουκά Κούσουλα (1929) με αφορμή δυο «αταίριαστα», εκ πρώτης όψεως, βιβλία: το πρόσφατο, αφ’ ενός, Ενθύμιον (επιλογή από το σύνολο του ποιητικού έργου του που ξεκινά το 1962 με τη Σχηματοποίηση φθάνοντας, μέχρι στιγμής, στο 2008 με Το φεγγάρι του Υμηττού)· το υπό έκδοση, αφ’ ετέρου, τρίτο μέρος των μινιμαλιστικών, ιδιόρρυθμων ύστερων δοκιμίων του, που ξεκίνησαν μόλις το 2009 με το Και μόνος και μετά πολλών ή όπως-όπως, συνεχίστηκαν ραγδαία το 2010 με τον –περίπου ομώνυμο– Β’ Κύκλο ενώ αναμένεται ο υπό συζήτηση Κύκλος Γ’ μέσα στην άνοιξη του 2011. Στο Ενθύμιον επιλέγονται 70 ποιήματα από ένα σύνολο 212, αν έχουμε σωστά μετρήσει όσα περιλαμβάνονται στον συγκεντρωτικό τόμο (Τα Ποιήματα, 1962-2002, Δόμος 2003) συν την πρόσφατη συλλογή τού 2008. Εκλογή από τα ποιήματα ολόκληρης ζωής καθώς ξεκινούν πενήντα χρόνια πίσω προδιαθέτει, φυσικά, για μια στάση σύνοψης, για έναν παραπάνω βαθμό πύκνωσης. η συνέχεια, από την άλλη, αυτών των μάλλον απρόσμενων, των πρόσφατα αρχινισμένων δοκιμιακών θραυσμάτων, που συνιστούν εργασία οπωσδήποτε καινοτόμο, με ανατρεπτικές διαθέσεις και διαστάσεις –έχοντας μάλιστα προηγηθεί η συγκεντρωτική έκδοση των «καθαυτό» κριτικών δοκιμίων του (Μετά τα φιλολογικά, Νεφέλη, 2006)– παραπέμπει σε ερωτηματικά, σε πειραματισμούς, σε αμφισβήτηση. Ανοίγει ορίζοντες, μάλλον, παρά κατασταλάζει σε πεπατημένη. κατά τούτο, λοιπόν, «αταίριαστα» τα δυο βιβλία που συζητούμε. το ένα τελειώνει· το άλλο… μαρσάρει. Το πράγμα, ωστόσο, έχει κάπως διαφορετικά. τα πρόσφατα δοκίμια του Κούσουλα που, αν μας επιτρεπόταν ο γλωσσικός αυθορμητισμός, ευχαρίστως θα τα χαρακτηρίζαμε «φευγάτα» (ενώ και με κάθε σοβαρότητα θα αποκαλούνταν «ποιητικά» δοκίμια), αποτελούν την ακριβώς άλλη όψη της κατασταλαγμένης «δοκιμιακής» ποίησής του. ας πάρουμε παραδείγματα κι από τα δυο βιβλία ώστε να φανεί, καλύτερα ίσως έτσι παρά επιχειρηματολογώντας, του λόγου το αληθές. Ένα («φευγάτο») δοκίμιο πρώτα, από το υπό έκδοση τομίδιο:

Στο ταξίδι για τα Κύθηρα, στον μακρινό δρόμο του, κι όσον μακρύτερο τόσο καλύτερα, παράκαμψη την παράκαμψη, παρέκβαση την παρέκβαση, κάνε στάση στη Μέσα Μάνη, στον Άϊ-Νικόλα, παλιά Σελινίτσα. Στη μικρή γλώσσα γης δεξιά τω εισερχομένω, ξάνοιξε μπρος σου τα σπίτια του γιαλού κι ανάμεσα το λιμανάκι με τις ψαρόβαρκες. Ενωτίσου βαθιά τα φάλτσα της μεθύουσας συντροφιάς – δε θα την ξαναβρείς στις δόξες της! Συνέχισε, απόγευμα, για τον πάγκο του Πύργου, αντίκρυ στον ήλιο που βασιλεύει και τέρμα. – Όχι ακόμα! Δ ε ν ε ί ν α ι ώ ρ α! Λείπεται η οπτασία στο ταβερνάκι κι ο γυρισμός: τα Κύθηρα έχουν ήδη πάρει το κατόπι σου κι ακολουθούν… («τα Κύθηρα»)

Διακρίνεται καθαρά η προδιάθεση του γράφοντος, ορίζοντας τον τρόπο. Συγκινημένη και παιγνιώδης. Μια στο συναίσθημα και μια στην κρίση. Λίγη αφήγηση και λίγο μέλος. Ελλειπτικά, όχι από λόξυγκα μανιέρας, μα για να δυναμώσει η ένταση, να φανεί το αναγκαίο.

Όπως και στα δυο προηγούμενα τομίδια του Και μόνος και μετά πολλών… ο Κούσουλας κάνει εδώ με τη γλώσσα –πότε αναλογιζόμενος ένα συμβάν, πότε ξεφυλλίζοντας νοερά έναν «κλασικό», πότε και τα δυο– κάτι ανάλογο με τον μουσικό που κουρδίζει, δοκιμάζει· τραγουδά λιγάκι συνοδεύοντας με την κιθάρα, λέει μια κουβέντα σε κάποιον (που δεν τον βλέπουμε σε πρώτο, ούτε καν σε δεύτερο πλάνο), ξανακουρδίζει, ανάβει τσιγάρο· τραγουδά λιγάκι πάλι και σταματά απότομα, σαν να μπήκε πια εντελώς μέσα στη μουσική του και εκεί πλέον σβήστηκε. Ο αναγνώστης επέχει θέση λαθραίου κοινού σε μια ανεπίσημη πρόβα που επέχει, με τη σειρά της, θέση «περφόρμανς». Γιατί ο καλλιτέχνης είναι, στην περίπτωση του Κούσουλα, οπωσδήποτε μόνος και λιγάκι μακρινός. Η γλώσσα είναι όργανο στα χέρια του ή γάτα στα πόδια του· δεν είναι κάτι που το μοιράζεται ευθέως μαζί μας. Απλώς μας επιτρέπει να τον παρακολουθήσουμε, από απόσταση. Είναι αφημένος στις στιγμές του μαζί της με κάθε φυσικότητα κι εμπιστοσύνη, όπως αφήνεται κανείς να τον πάνε τα πόδια «από μόνα τους» σε γνώριμη, αγαπημένη διαδρομή, που επιφυλάσσει κάτι διαφορετικό κάθε φορά. Γράφει, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο, όπως ακριβώς ξεφυλλίζει κανείς το βιβλίο: άλλοτε ανάλαφρα κι αφηρημένα, άλλοτε με ξαφνικές καταδύσεις που διακόπτονται απότομα, όπως άρχισαν.

Ας δούμε, όμως, και το οφειλόμενο δείγμα από την κατηγορία των ποιημάτων. Διαλέγουμε, αντί όλων των άλλων, ένα πρόσφατο, από τη συλλογή του 2008, που συμπεριλήφθηκε στο Ενθύμιον, υπό τον εύγλωττο τίτλο «η ανάρρωση»:


Εσηκώθην, αισθανθείς ρώμην τινά
...βλέπων πόσον η ζωή ήτο γλυκεία.
ΤΑ ΡΟΔΙΝ’ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ

Αυτό το αναπάντεχο.
Όχι που είχα τελικά σηκωθεί
-οπωσδήποτε και γι’ αυτό-
αλλά για τη ζωή
που ήτο τόσον γλυκεία.
ούτε όμως μόνο γι’ αυτό.
Ήταν η ειδική αυτή γλυκύτητα
που χρειάστηκε
ρώμην τινά να φανερωθεί
-αλλά μόνον αυτή! Ρώμην
ούτε τόσο μεγάλη ούτε τόσο μικρή.
(Στην κάθε γλυκύτητα
είναι μια ορισμένη, δική της
ρώμη που αντιστοιχεί).
Και ήταν
η χειροπιαστή αυτή τώρα
– γλυκύτητα
ώς τα κατάβαθα.
Που είχα ανέκαθεν την ιδέα της
κάνε την είχε ερωτικά
ποιήσει ο λογισμός μου
καν τ’ όνειρο–
την είχα όμως ξεχάσει.
Είχε λείψει η σχετική ρώμη.
και ήταν πάλι παρούσα
τώρα εδώ
το πρόσωπό της
ακουμπισμένο στον ώμο μου.


«Στην κάθε γλυκύτητα / είναι μια ορισμένη, δική της / ρώμη που αντιστοιχεί». Στην καρδιά του ποιήματος, χωρίζοντάς το με το τρίστιχο αυτό σε δυο ίσες εντεκάδες στίχων, ο Λουκάς Κούσουλας βάζει μια παρένθεση για να ανεβάσει έτσι, παρενθετικά, κατά έναν ακόμη τόνο, το διακειμενικό του σχόλιο στον Παπαδιαμάντη. Καρφώνει εκεί, σ’ αυτό το δεινό σχόλιο, τη ρυθμική και τη φιλοσοφική καρδιά του ποιήματος. Ενώ δηλαδή θα περίμενε κανείς ένα «ειρήσθω εν παρόδω», ο Κούσουλας, κι αυτό είναι κάτι που τον χαρακτηρίζει, επιτελεί την κορύφωση με τον λοξό αυτό τρόπο. Όσο γίνεται πιο ελαφρά, λιγότερο δραματικά: «στο όριο θραύσεως πάνω στο τσακ», όπως σημειώνει σε ένα άλλο, αντιπροσωπευτικό του τρόπου του παλαιότερο ποίημα (το ποίημα-σχόλιο στο στίχο του δημοτικού τραγουδιού Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίσει ο κλώνος – από το κεφάλαιο «μεταμορφώσεις»). Δεν πρόκειται εδώ για τον οικείο στους ποιητές που αποκλήθηκαν «μεταπολεμικοί» (κατηγοριοποίηση,  αλλωστε, με φθίνουσα χρησιμότητα όσο εμβαθύνει κανείς στα κυρίως ποιητικά ζητήματα) «χαμηλό τόνο» μολονότι ο Κούσουλας θητεύει αναμφισβήτητα και στη σχολή αυτή. τον χαμηλό τόνο και τη λιτότητα των «μεταπολεμικών» υπηρετεί χαρακτηριστικά στα πρώτα ποιήματά του. Πρόκειται για συνθήκη ευδιάκριτη και σε κάμποσα ποιήματα που διατηρούνται στο Ενθύμιον, χαρακτηριζόμενο, κατά τούτο, ως ανθολόγηση, από φιλολογική και αυτοκριτική συνέπεια. Υπάρχει όμως κάτι περισσότερο. Αυτό ακριβώς το περισσότερο και το ιδιαίτερο που με προγραμματική προσήλωση και επιτυχία καλλιεργεί μεν εξ αρχής ο Κούσουλας, το φτάνει, ωστόσο σε πλήρη εξέλιξη μόνο στην όψιμη ποίησή του, οδηγούμενος με αυτήν, όπως και άλλοτε έχουμε επισημάνει, στην καρδιά της μεταμοντέρνας «κατάστασης». μακροσκελή ποιήματα-σπουδές, αφηγηματικά, σχολιαστικά, επίμονα και εξόφθαλμα «διακειμενικά» παλαντζάρουν λοιπόν πλάι πλάι με τα ολιγόλογα δοκίμια που, από την πλευρά τους, σχεδόν τραγουδιστά, επιχειρηματολογούν.

αΝαΣΤΟΧαΣΤιΚΟΣ

Έχει άραγε προγόνους στην ελληνική ποίηση τούτη η προσπάθεια, που φτάνει τώρα στην ωριμότητα; Ποια είναι, μ’ άλλα λόγια, η γενεαλογία της; νομίζουμε πως ο Κούσουλας ακολουθεί μια πορεία αρκετά μοναχική, χωρίς σαφές προηγούμενο, και γι’ αυτό ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. μοιάζει να προσεγγίζει περίπου ξαφνικά, σε ένα όψιμο δημιουργικό ξέσπασμα, τις πιο σύγχρονες αναζητήσεις εκκινώντας από τα σπλάχνα της παράδοσης, ως καλός κλασικός φιλόλογος που είναι, αλλά και υπερβαίνοντας ένα ρήγμα. τι μεσολάβησε λοιπόν από τους χαμηλούς τόνους αλλά και το ρητό ύφος των πρώτων μεταπολεμικών, που αποτέλεσαν το λίκνο του, μέχρι τη «νέα» ποίηση, της δεκαετίας του 1990 και του 2000, τη «δοκιμιακή», την ευαίσθητα αναστοχαστική, με την οποία εμφανώς συγγενεύει; αυτή είναι μια μεγάλη συζήτηση – το βέβαιο πάντως είναι πως μεσολάβησαν κάποιες δεκαετίες που «γέμισαν», μεταξύ άλλων, και με διάσημες ποιητικές σιωπές. Σε αυτές θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η εικοσαετής ποιητική σιωπή του ίδιου του Κούσουλα (1975-1995).

Ίσως το άλμα που επιτυγχάνεται, κατόπιν, να οφείλεται με κάποιον τρόπο σε αυτήν ακριβώς την προέλευση και τη διαδρομή. Από τα γερά, δηλαδή, τα πλούσια ορυκτά της μεγάλης γλωσσικής παράδοσης (από τα αρχαία χρόνια φτάνει, πολύ σχηματικά, μέχρι τη γενιά του ’30), με καλή χρήση του μοντερνιστικού οπλοστασίου και του χαμηλού τόνου που επέβαλαν
οι μεταπολεμικοί καιροί στους ευαίσθητους και πολιτικοποιημένους δέκτες (ας μην ξεχνάμε τούτη την αλληλεπίδραση πολιτικής και ύφους: εκτός από τον Ρίτσο υπήρξε, μ’ άλλα λόγια, και ο Αναγνωστάκης…) ο Κούσουλας συνειδητοποιεί, μετά τις πρώτες δοκιμές, την απότομη και βαθιά μεταβολή των συνθηκών που συντελείται. Υποτάσσεται σε αυτήν; Της επιτρέπει να τον εμποτίσει; Η ποίηση τα ζητάει κάτι τέτοια ρίσκα, κάτι τέτοιες θυσίες, περισσότερο, καμιά φορά, από το «αυτονόητο» της «ανάγκης για έκφραση». κατά το δικό μας, τουλάχιστον, γούστο.

Οι σελίδες που κρατάμε τώρα στα χέρια μας ωρίμασαν μέσα σε εκείνη τη γόνιμη σιωπή. ας επιχειρήσουμε να επανέλθουμε στο «αταίριαστο» δίπολο της αρχής και να το συνταιριάσουμε με την όποια επίγνωση μεσολάβησε. ως συνδετικό υλικό προτείνουμε τα «τρία ποιήματα για τη δεύτερη πατρίδα», που χρονολογούνται από το 2005 ώς το 2008. η κατάφαση της πραγματικότητας της Αγίας Παρασκευής, του μεσο-αστικού τοπίου, των ηθών και των λεπτομερειών του, αποτελεί χτύπημα διπλό: εναντίον, αφ’ ενός, του διαρκώς υφέρποντος νεοελληνικού νεορομαντισμού, υπέρ, αφ’ ετέρου, της ποιητικότητας αυτών, των πραγματικών, ελληνικών, τωρινών συμφραζομένων μας. η δεύτερη πατρίδα μας είναι μια Αγία Παρασκευή, διαθέτει καμιά φορά ωραιότατο φεγγάρι (δεν είναι ντροπή να το ευχαριστιόμαστε), γλυκόφωνα κοτσύφια, καλοχτισμένα διαμερίσματα, πλατείες, πράσινο και παιδικές χαρές. Με τον ανακουφιστικό τούτο ρεαλισμό που, επειδή είναι μεταμοντέρνος δεν αισθάνεται καμιά ανάγκη για σκληρότητα, συνθήματα, ιαχές, σπασμένα μπουκάλια και μολότοφ (μεταφορικά εννοούμενα) έρχονται να συμπλεύσουν τα μινιμαλιστικά δοκίμια. Δείχνοντας, με τη σειρά τους, ότι η ανάγνωση και η γραφή είναι διαδικασίες και αυτονόμησης και αυτοπραγμάτωσης (ο Στάινερ του προηγούμενου τεύχους του ανά χείρας εντύπου θα δήλωνε ιδιαίτερα ικανοποιημένος από την προσέγγιση που επιφυλάσσει ο Κούσουλας στα κείμενα των μεγάλων κλασικών). Υπακούουν, κατά συνέπεια, τα μικρά δοκίμια και τα ποιήματα, στα κέφια και στις ορέξεις, στις δυνατότητες και στη συγκυρία, στο χιούμορ και στη συγκίνηση. Δεν υπηρετούν, ευτυχώς, κανέναν «ιερό» σκοπό, δηλωμένο ή άδηλο. ο Κούσουλας μας δείχνει πώς οι σελίδες των άλλων γίνονται δημιουργικά δικές του, όπως και κάθε περιστατικό του βίου του που δημιουργικά, επίσης, διαπλάθει ανακαλώντας το στη γλώσσα. μαρτυρία απόλαυσης και χειραφέτησης, συγγραφικής και αναγνωστικής.

Μαρία Τοπάλη

Συγγραφέας, μεταφράστρια και κριτικός. Κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές της Σερβίτσιο Τσαγιού (1999), Λονδίνο και άλλα ποιήματα (2007), Βερμίου Κατάβαση (2010), το θεατρικό μιούζικαλ Ο Χορός της Μεσαίας Τάξης (2012) και το βιβλίο Για τέσσερα χέρια (2013) που εξέδωσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Ματσούκα. Μεταξύ άλλων, έχει μεταφράσει τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρ.Μ. Ρίλκε (2011).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά