Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Βάρδος της μελαγχολίας

Κατηγορία Ποίηση
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Πρόσωπα Ποίηση Τεύχος 72
H κασέτα με τα σουξέ, από τη δεκαετία του 1990. H κασέτα με τα σουξέ, από τη δεκαετία του 1990. Μυρσίνη Γκανά

Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1990, ο τότε φίλος μου μου χάρισε μία κασέτα με τραγούδια του Λέοναρντ Κοέν*, όχι επειδή δεν τον ήξερα, αλλά ακριβώς επειδή συμβόλιζε όσα θέλαμε να πιστεύουμε ότι είχαμε κοινά. Νιώθαμε ευαίσθητοι, διαβασμένοι, ψαγμένοι, λίγο εκτός κατεστημένου, λίγο πιο πέρα από τους άλλους. Η σχέση δεν κράτησε, η φιλία επιβίωσε. Το ίδιο και η κασέτα. Την έχω ακούσει αμέτρητες φορές και έχει ταξιδέψει μαζί μου από την Αθήνα σε νησιά, στις Βρυξέλλες, στο Λουξεμβούργο, όπου πλέον αδρανεί επειδή δεν έχω πια κασετόφωνο, αλλά συχνά-πυκνά παίζω τα τραγούδια, με εκείνη τη σειρά, στο YouTube. Φυσικά υπήρχαν κι άλλα τραγούδια του, που δεν βρίσκονταν στην κασέτα αλλά άκουγα και εξακολουθώ να ακούω. Ο Κοέν είχε γίνει ένας από τους δικούς μου ανθρώπους. Από αυτούς που ήρεμα και σταθερά, σε βάθος χρόνου, παραμένουν στο πλάι σου και σκάβουν σιγά-σιγά μέσα σου ένα λαγούμι και βρίσκουν, κάπου στα βάθη, τη θέση τους, από την οποία δεν θα μετακινηθούν ποτέ.

Τα τελευταία χρόνια ήταν παρήγορο να βλέπει κανείς αυτόν τον ηλικιωμένο κύριο με το κοστούμι («γεννήθηκα φορώντας κοστούμι» είχε πει κάποτε) να βγαίνει στη σκηνή και να τραγουδάει, να απαγγέλλει μάλλον, με τη φωνή ακόμη πιο βαθιά και σκουριασμένη. Στα τέλη του περασμένου Ιουλίου, ωστόσο, ο θάνατος της Μαριάν Ιλέν, της γνωστότερης μούσας του (και υπήρξαν πολλές) και η επιστολή που της είχε στείλει λίγες μέρες πριν αυτή πεθάνει, έκαναν τα καμπανάκια του κινδύνου να χτυπήσουν στο μυαλό όλων των θαυμαστών του:

Λοιπόν Μαριάν έχει έρθει η στιγμή που έχουμε γεράσει και τα κορμιά μας καταρρέουν και πιστεύω πως πολύ σύντομα θα σε ακολουθήσω. Να ξέρεις ότι βρίσκομαι τόσο κοντά σου που αν απλώσεις το χέρι σου θα αγγίξεις το δικό μου. Γνωρίζεις καλά ότι σε αγαπούσα ανέκαθεν για την ομορφιά και τη σοφία σου, αλλά δεν χρειάζεται να πω κάτι περισσότερο, καθώς ήδη γνωρίζεις τα πάντα για αυτό. Θέλω μόνο να σου ευχηθώ να έχεις ένα όμορφο ταξίδι. Αντίο παλιά μου φίλη. Ατελείωτη αγάπη μου θα σε συναντήσω πιο κάτω στον δρόμο.

Γνωρίζαμε κι εμείς ότι τα σώματα γερνούν και καταρρέουν, αλλά αυτή είναι από τις αλήθειες που πιστεύουμε πάντοτε ότι ισχύουν μόνο για τους άλλους, όχι για τους δικούς μας ανθρώπους. Η κυκλοφορία του τελευταίου δίσκου του, You want it darker, ωστόσο, δεν άφηνε καμία αμφιβολία. Στο ομώνυμο τραγούδι που, παρ’ ότι μιλάει για το σκοτάδι, αποπνέει μια καθησυχαστική, νανουριστική σχεδόν ηρεμία, ο Κοέν επιστρέφει για άλλη μια φορά στην εβραϊκή καταγωγή του, αντλεί από αυτήν και απευθύνεται στον Κύριο, στον Μεγάλο Ποιητή των πάντων, μπερδεύοντας στην απαγγελία του, όπως έκανε συχνά, λέξεις και φράσεις που παραπέμπουν κατευθείαν στις γραφές: "Hineni Hineni / I'm ready my Lord" («Χινενί Χινενί/Είμαι έτοιμος, Κύριε»), όπου Χινενί στα εβραϊκά σημαίνει «Είμαι εδώ» και πρόκειται για την απάντηση του Αβραάμ προς το Θεό που του ζητά να θυσιάσει το γιο του. Και λίγο παρακάτω: "I'm leaving the table / I'm out of the game" (Σηκώνομαι από το τραπέζι / Το παιχνίδι τέλειωσε για μένα). Το μήνυμα ήταν σαφές. Δεν είχε περάσει ούτε ένας μήνας από την κυκλοφορία του δίσκου όταν έφτασε η είδηση του θανάτου του.

 

 

ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Οι Έλληνες είχαν πάντα έναν παραπάνω λόγο να αγαπούν τον Λέοναρντ Κοέν. Η σχέση του με την Ελλάδα, με την Ύδρα, ήταν βαθιά και ουσιαστική. Σε μια κάρτα που έγραψε στη μητέρα του όταν πρωτοέφτασε τονίζει ότι δεν ένιωσε πολιτισμικό σοκ. «Ήταν σαν να βρισκόμουν σε πολιτισμικό σοκ οπουδήποτε αλλού, κι εδώ ήμουν στο σπίτι μου». Ο εικοσιεξάχρονος τότε Καναδός έφτασε στο νησί το 1960, όχι ως τραγουδοποιός, αλλά ως ποιητής, επιχειρώντας να ξεφύγει από τη συννεφιά και τη βροχή του Λονδίνου, όπου ζούσε εκείνη την εποχή. Γεννημένος το 1934 στο Μόντρεαλ, προερχόταν από πολύ καλή, εύπορη και λόγια εβραϊκή οικογένεια. Έχασε τον πατέρα του σε ηλικία εννέα χρόνων, αλλά οι θείοι του φρόντισαν να μη λείψει τίποτα στην οικογένεια. Είχε πάει σε καλά σχολεία (στο McGill και, για ένα διάστημα, στο Columbia), και είχε μια υποτροφία από το Συμβούλιο Τεχνών του Καναδά.

Στο νησί βρήκε έμπνευση, αγόρασε ένα σπίτι, γνώρισε την Μαριάν.  Εκεί έγραψε τα δύο του μυθιστορήματα (Το αγαπημένο παιχνίδι, μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδόσεις Μελάνι και Υπέροχοι απόκληροι, μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδόσεις Κέδρος), και μία ποιητική συλλογή (Λουλούδια για τον Χίτλερ) ανάμεσα σε πειραματισμούς με ναρκωτικά και περιόδους ασκητισμού. Εκεί άρχισε να γράφει και τραγούδια, κυρίως επειδή, όπως έλεγε ο ίδιος στην εφημερίδα The Guardian το 2009,

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι θα έπρεπε να στρωθώ και να βγάζω τα προς το ζην. Είχα εκδώσει δύο μυθιστορήματα, τα οποία είχαν καλή υποδοχή, αλλά είχαν πουλήσει περίπου 3.000 αντίτυπα. Έπρεπε λοιπόν πραγματικά να κάνω κάτι, και το άλλο πράγμα που ήξερα να κάνω ήταν να παίζω κιθάρα.

Άρχισε να ταξιδεύει στην Αμερική, όλο και πιο συχνά, τα τραγούδια του άρχισαν να γνωρίζουν επιτυχία και, έπειτα από οκτώ χρόνια κοινού βίου, θα χωρίσει με τη Μάριαν. Τα πήγαιν’-έλα στην Ύδρα, αν και σε αραιά χρονικά διαστήματα, δεν σταμάτησαν.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η διαμονή του στην Ύδρα ήταν η πρώτη του απόπειρα για έναν  διαφορετικό, συγκεντρωμένο, πιο πνευματικό τρόπο ζωής. Μια προσπάθεια να ανασηκώσει το πέπλο της κατάθλιψης που τον σκέπαζε από τα εφηβικά του χρόνια. Ο χαρακτηρισμός  «βάρδος της μελαγχολίας» δεν είναι τυχαίος. Ο Κοέν πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αναζητώντας το φάρμακο που θα τον απελευθέρωνε και δοκίμασε τα πάντα: ναρκωτικά, αλκοόλ, γυναίκες, φάρμακα και αρκετές θρησκείες. Καθολικισμό, βουδισμό, σαϊεντολογία, ινδουισμό. Πέρασε πέντε χρόνια ως μοναχός σε ένα βουδιστικό ζεν μοναστήρι, υπό την εποπτεία του επί τριάντα χρόνια δασκάλου του. Μόλις μια εβδομάδα αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι έφυγε για την Ινδία, όπου έζησε σχεδόν ένα χρόνο στη Βομβάη, δίπλα σε έναν γκουρού. Και κάπου εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, χωρίς κι αυτός να έχει καταλάβει πώς, η κατάθλιψη τον εγκατέλειψε. «Διάβασα κάπου ότι μεγαλώνοντας αρχίζουν να εξασθενούν τα κύτταρα του εγκεφάλου που σχετίζονται με το άγχος. Ίσως αυτό συνέβη. Όπως και να 'χει, με τα χρόνια το σύννεφο άρχισε να διαλύεται. Μέχρι που χάθηκε».

Ωστόσο δεν χάθηκε μαζί με την κατάθλιψη και η ανάγκη του για πνευματικότητα. Στο θαυμάσιο κείμενό του στο περιοδικό New Yorker, ο Ντέιβιντ Ρέμνικ αναφέρει ότι ο Κοέν τα τελευταία χρόνια είχε επιστρέψει στη συναγωγή, ενώ συνέχιζε να διαβάζει μυστικιστικά κείμενα όλων των θρησκειών. Είναι όμως σαφές ότι ο ιουδαϊσμός, μέσα στον οποίο μεγάλωσε, διαμόρφωσε τον πυρήνα του. Οι βιβλικές αναφορές που εμφανίζονται στα τραγούδια του ξανά και ξανά και τα κάνουν τόσο συχνά να ακούγονται σαν προσευχές έρχονται κατ’ ευθείαν από τη συναγωγή των παιδικών του χρόνων, τη γλώσσα της οποίας λάτρευε, όπως έχει πει, επειδή «όλα ήταν σημαντικά. Έβρισκα πάντοτε ελκυστική την απουσία προχειρότητας». Άλλωστε, μέσα σε όλη αυτή την πνευματική αναζήτηση, ακόμη και ως βουδιστής μοναχός, ο Κοέν δεν αλλαξοπίστησε ποτέ. «Δεν αναζητώ καινούργια θρησκεία», είχε πει, «είμαι ικανοποιημένος με την παλιά, με τον ιουδαϊσμό». Ο παππούς του από τη μεριά της μητέρας του, στο κάτω κάτω, ήταν ραβίνος. Κατά τα παιδικά του χρόνια η εβραϊκή παράδοση έχει κυρίαρχο ρόλο στη ζωή του και στη συνέχεια του προσφέρει καύσιμη ύλη για τα τραγούδια του, μαζί με την παράδοση του καθολικισμού, αφού η ιρλανδέζα νταντά του τον έπαιρνε συχνά μαζί της στην εκκλησία. Το θρησκευτικό του αίσθημα ήταν πολύ βαθύ και ουσιαστικό. Με όλη του τη στάση προς τη ζωή, ο Κοέν επιδείκνυε σταθερά την ευσέβειά του, όχι μόνο απέναντι στον Θεό, αλλά και σε ολόκληρη την ύπαρξη, και ένιωθε μεγάλη ενόχληση με την επιφανειακότητα. Φαίνεται καθαρά και στο ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Το αγαπημένο παιχνίδι, όπου ο ήρωας, alter ego του Κοέν, παρατηρεί την οικογένειά του.

Είχε πιστέψει ότι οι ψηλοί θείοι του με τα σκούρα τους ρούχα ήταν πρίγκιπες μιας εκλεκτής αδελφότητας. Είχε πιστέψει ότι η συναγωγή ήταν ο οίκος εξαγνισμού τους. Είχε πιστέψει ότι οι επιχειρήσεις τους ήταν βασίλεια φεουδαρχικής καλοσύνης. Μεγαλώνοντας όμως, κατάλαβε ότι κανένας απ’ αυτούς δεν υποκρινόταν καν κάτι τέτοιο. Ήταν περήφανοι για την οικονομική και κοινωνική τους επιτυχία. Ήθελαν να είναι πρώτοι, να εμπνέουν σεβασμό, να κάθονται κοντά στον Άμβωνα, να τους καλούν να σηκώσουν τις περγαμηνές. Σε καμιά άλλη ιδέα δεν ήταν αφοσιωμένοι. Δεν θεωρούσαν το αίμα τους καθαγιασμένο. Πώς του είχε περάσει η ιδέα για το αντίθετο; [...] Όχι, οι θείοι του δεν ήταν αρκετά σοβαροί. Ήταν αυστηροί, όχι σοβαροί. Δεν φαίνονταν να συνειδητοποιούν πόσο εύθραυστη είναι η τελετή. Συμμετείχαν σ’ αυτήν τυφλά, λες και θα διαρκούσε για πάντα. [...] Αγνοούσαν την τέχνη της ευσέβειας. Ήταν τυπικά ευσεβείς. Ποτέ δεν σκέφτηκαν πόσο κοντά στο χάος είναι η τελετή. Η ευγένειά τους ήταν επισφαλής, διότι βασιζόταν στην κληρονομικότητα και δεν χτιζόταν από στιγμή σε στιγμή ενώπιον της απειλής του αφανισμού.

Αν παρατηρήσει κανείς τους στίχους πολύ γνωστών τραγουδιών του Κοέν θα απορήσει με το βάθος της θρησκευτικότητάς τους αλλά και με τις «ιεροσυλίες» που διαπράττει ο ποιητής τους, μπλέκοντας διαρκώς το ανθρώπινο με το θείο, το θρησκευτικό αίσθημα με το σεξ, γράφοντας ένα δικό του ευαγγέλιο, της ήττας και του έρωτα. Αυτή η περίεργη μείξη εξηγεί από τη μία για ποιο λόγο ο Κοέν ήταν για πολλά χρόνια ένας τραγουδοποιός που πολλοί εκτιμούσαν αλλά λίγοι άκουγαν, και από την άλλη γιατί τόσοι πολλοί κατάφεραν να βγάλουν εντελώς το θρησκευτικό στοιχείο από το μυαλό τους ακούγοντας τα τραγούδια του. Ή ίσως και όχι. Ίσως για τα παιδιά του δυτικού κόσμου, που, είτε το θέλουμε είτε όχι, γαλουχήθηκαν μέσα στον ιουδαιοχριστιανικό πολιτισμό, όλες αυτές οι αναφορές, ακόμη και όταν δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές, φέρουν ένα μέρος του πνευματικού μυστηρίου της θρησκείας, χωρίς το στοιχείο της πίστης και του τελετουργικού, που αγγίζει κάποια καλά κρυμμένη χορδή μέσα μας. Από τα πιο προφανή, όπως το “If it be your will” που αντηχεί το “Γεννηθήτω το θέλημά σου” ώς τη “Suzanne” με αναφορές στον Ιησού και το 'Who by fire', που πρόκειται, στην πραγματικότητα, για μια ιδιότυπη (και κάπως βλάσφημη, θα μπορούσε να πει κανείς) διασκευή ενός ύμνου που αποτελεί, σε κάποιες ιουδαϊκές παραδόσεις, μέρος της λειτουργίας του Ρος Χασανά (της εβραϊκής πρωτοχρονιάς). Το πρωτότυπο λέει:

Στο Ρος Χασανά θα γραφτεί και στο Γιομ Κιπούρ θα σφραγιστεί πόσοι θα αποχωρήσουν από τη γη και πόσοι θα δημιουργηθούν· ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει· ποιος θα πεθάνει στην καθορισμένη ώρα του και ποιος νωρίτερα· ποιος από νερό και ποιος από φωτιά, ποιος από σπαθί και ποιος από θηρία, ποιος από λιμό και ποιος από δίψα, ποιος από σεισμό και ποιος από πανώλη, ποιος από πνιγμό και ποιος από λιθοβολισμό.

Και ο Κοέν τραγουδάει:

And who by fire, who by water / Who in the sunshine, who in the night time / Who by high ordeal, who by common trial / Who in your merry-merry month of may / Who by very slow decay / And who shall I say is calling? [Και ποιος από φωτιά, ποιος από νερό / ποιος στη λιακάδα, ποιος μέσα στη νύχτα / ποιος μέσω δοκιμασίας, ποιος από κοινή δίκη / ποιος τον τόσο εύθυμο μήνα σου, τον Μάη / ποιος από σήψη πολύ αργή / και ποιος να πω πως τον καλεί;].

 

 

ΕΡΩΣ, ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΠΟΠ

Φυσικά δεν έγραφε μόνο τέτοια τραγούδια ο Κόεν. Όσο έντονο είναι το θρησκευτικό στοιχείο στο έργο του, άλλο τόσο είναι και το ερωτικό, πολλές φορές στο ίδιο τραγούδι, πολλές άλλες μόνο του. Κι εδώ, όμως, οι στίχοι δεν έχουν ποτέ την επιπολαιότητα της ποπ. Ο έρωτας είναι ηδονή και μαρτύριο, φόβος και επιθυμία, αφοσίωση και προδοσία. Η αγάπη είναι μια ασθένεια, για την οποία δεν υπάρχει θεραπεία (Ain't no cure for love), κι ας ανεβαίνουν στους ουρανούς τα διαστημόπλοια, κι ας είναι όλα τα ιερά βιβλία ανοιχτά, κι ας δουλεύουν οι γιατροί νύχτα και μέρα, δεν πρόκειται να βρουν τη θεραπεία, γιατί δεν υπάρχει τίποτα τόσο αγνό που να θεραπεύει την αγάπη. Ακόμη και στο “I'm your man”, το τραγούδι που κάθε γυναίκα θα ήθελε να της αφιερωθεί, μπορεί να λέει

Αν θέλεις εραστή

θα κάνω οτιδήποτε μου ζητήσεις

κι αν θέλεις άλλο είδος αγάπης

θα φορέσω για χάρη σου μια μάσκα,

αλλά όλα αυτά μετά την προδοσία, αφού υπενθυμίζει ότι

ανατρέχω σε αυτές τις υποσχέσεις

που σου έδωσα και δεν μπόρεσα να τηρήσω.

Δεν είναι τυχαίο ότι έζησε μακροχρόνιες σχέσεις (οκτώ χρόνια με την Μαριάν Ιλέν, δέκα με την Σούζαν Έλροντ, μητέρα των δύο παιδιών του), αλλά δεν παντρεύτηκε ποτέ.

 

 

ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ

Ωστόσο το εμβληματικότερο τραγούδι του Λέοναρντ Κοέν είναι το “Hallelujah” με τις άπειρες διασκευές. Από τον δεύτερο κιόλας στίχο μπαίνουμε στα χωράφια της Παλαιάς Διαθήκης: «Έχω ακούσει πως υπήρχε μια μυστική συγχορδία / που έπαιζε ο Δαυίδ και ευχαριστούσε τον Κύριο», για να συνεχίσει με το χαρακτηριστικό του χιούμορ και λίγη ειρωνεία, «αλλά εσένα δεν σου λέει και πολλά η μουσική, έτσι δεν είναι;» Από το τραγούδι περνάει επίσης η Βηρσαβεέ καθώς και ο Σαμψών, μορφές που δεν θα περίμενε κανείς να συναντήσει σε ένα άσμα που έχει γίνει, τα τελευταία χρόνια, σταθερό μέρος του ρεπερτορίου τηλεοπτικών μουσικών διαγωνισμών όπως το American Idol ή το The X Factor. Και εδώ, για άλλη μια φορά, το θρησκευτικό μπλέκεται με το ερωτικό, και ο Κοέν τραγουδάει σαν μοναχικός ιερέας μιας προσωπικής θρησκείας, όπου ο ευσεβής πιστός δεν διστάζει να απευθύνει το λόγο πότε στο θεό του και πότε στην ερωμένη του, στη μία στροφή να μιλάει για τον Δαυίδ και στην επόμενη να λέει:

Μωρό μου, έχω ξαναβρεθεί εδώ

έχω δει αυτό το δωμάτιο,

έχω περπατήσει σ' αυτό το πάτωμα

ζούσα μόνος προτού σε γνωρίσω

κι έχω δει τη σημαία σου στη μαρμάρινη αψίδα

κι η αγάπη δεν είναι πορεία θριάμβου

είναι ένα παγωμένο και είναι ένα ρημαγμένο αλληλούια.

Το "Hallelujah" περιλαμβάνεται στο δίσκο Various Positions, που κυκλοφόρησε στην Ευρώπη το 1984 και ένα χρόνο αργότερα στην Αμερική, και που η δισκογραφική εταιρεία με τα χίλια ζόρια συμφώνησε να εκδώσει. Στην αρχή πέρασε απαρατήρητο. Ο πρώτος που το πρόσεξε –και το έπαιξε σε κάποιες συναυλίες του το 1988– ήταν ο Μπομπ Ντύλαν. Έχει γίνει πλέον πολύ γνωστή η ιστορία όπου ο Ντύλαν ρώτησε τον Κόεν πόσο καιρό του πήρε να το γράψει κι εκείνος ντράπηκε να του πει την αλήθεια –πέντε χρόνια– και απάντησε «Δύο χρόνια. Κι εμένα μου αρέσει πολύ το “I and I”. Πόσο σου πήρε;» «Δεκαπέντε λεπτά», απάντησε ο Ντύλαν. Ο Τζον Κέιλ το διασκεύασε το 1991 για το δίσκο - φόρο τιμής στον Κοέν, I'm your fan, και το 1994 ο Τζεφ Μπάκλεϋ διασκεύασε αυτή τη διασκευή στο δίσκο του Grace. Η διασκευή του Μπάκλεϋ (που προσωπικά με αφήνει αδιάφορη) έγινε τόσο γνωστή ώστε σήμερα υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι το τραγούδι είναι δικό του. Στις αρχές του 21ου αιώνα θα χρησιμοποιηθεί σε ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και, βέβαια, ως δοκιμασία παραγωγής συγκίνησης από αμέτρητους νέους τραγουδιστές. Ακόμη και ο ίδιος ο Κοέν έφτασε κάποια στιγμή στο σημείο να πει ότι συμφωνεί με έναν αμερικανό κριτικό που πρότεινε να απαγορευτεί για ένα διάστημα η χρήση του τραγουδιού.

Δεν γνωρίζω αν και πόσα χρήματα έβγαλε από τις διασκευές του “Hallelujah”, αλλά ελπίζω να έβγαλε, και να ήταν αρκετά, γιατί το 2004 ανακάλυψε πως οι τραπεζικοί του λογαριασμοί ήταν άδειοι. Όχι επειδή όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει αρκετά ή επειδή ξόδευε αλόγιστα, αλλά επειδή η επί σειρά ετών μάνατζέρ του τα είχε σηκώσει όλα. Μερικά εκατομμύρια δολάρια. Ακολούθησαν δικαστήρια και καταδίκη, αλλά ο Κοέν δεν έλαβε ποτέ πίσω τα πέντε εκατομμύρια δολάρια που όρισε το δικαστήριο. Και για άλλη μια φορά, αναγκάστηκε να ανεβεί στη σκηνή για να βγάλει λεφτά. Ο τραγουδιστής ο οποίος, την πρώτη φορά που εμφανίστηκε μπροστά σε κοινό ένιωθε ότι θα πεθάνει από την ντροπή και είχε ανάγκη πλήθος στρατηγικών για να μπορέσει να σταθεί εκεί, άρχισε να ετοιμάζει μια περιοδεία που κράτησε τελικά έξι χρόνια. Με το κοστούμι και το καπέλο του, ένας ηλικιωμένος τροβαδούρος, που δεν προσπαθούσε να προσποιηθεί τον νέο και ατίθασο. Φέροντας με φυσικότητα την ηλικία του, με την ευγένεια που τον χαρακτήριζε πάντα, κατάφερνε να μένει στη σκηνή ακόμη και τέσσερις ώρες κάποιες φορές.

Δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει τραγούδια. Και τα τραγούδια δεν έπαψαν ποτέ να είναι μελαγχολικά. Στο δίσκο Old Ideas, που κυκλοφόρησε το 2012, τραγουδάει, στο “Going Home”, ότι θα ήθελε να γράψει «ένα εγχειρίδιο για το πώς να ζει κανείς με την ήττα», την οποία θεωρούσε ορισμό της ανθρώπινης μοίρας. «Κανείς δεν έχει μια ζωή που να έχει εξελιχθεί όπως ο ίδιος θα ήθελε», έλεγε το 2007. «Ο ρόλος ενός καλού τραγουδιού είναι να μας κάνει να νιώσουμε λιγότερο απομονωμένοι, να νιώσουμε μέρος της μεγάλης ανθρώπινης αλυσίδας που στην πραγματικότητα έχει να κάνει με την παραδοχή της ήττας».

Τι ήταν τελικά αυτό που τον έκανε τόσο ξεχωριστό; Έχει ενδιαφέρον ότι βγαίνει από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 χωρίς να σέρνει πίσω του μια φήμη εξαλλοσύνης, παρ’ όλο που και ναρκωτικά πήρε και αλκοόλ και γυναίκες. Κι όμως, κατάφερνε πάντα να εμπνέει ένα είδος σεβασμού. Δεν έμπαινε σε καμιά κατηγορία, ούτε του καλού ούτε του κακού παιδιού, ίσως κι επειδή ξεκίνησε τη μουσική καριέρα του αφού είχε κλείσει πια τα τριάντα. Ήταν ένας σοβαρός άντρας, ένας στιβαρός άνθρωπος, που εξέπεμπε κάτι το παλιομοδίτικο, με την καλύτερη έννοια του όρου. Κάτι που έφερνε στο νου έναν παλιό, καλύτερο κόσμο, μια Ευρώπη όπως θα τη θέλαμε, και πάντοτε σκυμμένος με προσοχή πάνω από τις λέξεις.

Δεν έπαψε ποτέ να είναι ποιητής. Κάποτε είπε ότι «η ποίηση είναι απλώς η απόδειξη ότι υπάρχει ζωή. Αν η ζωή σου καίγεται καλά, η ποίηση είναι απλώς η στάχτη».

Τόσο καλά, δυνατά και σταθερά κάηκε η ζωή του Λέοναρντ Κοέν, που αφήνει πίσω του σκορπισμένη ήδη τη στάχτη των τραγουδιών του.

*Σημείωση της σύνταξης: Η Μυρσίνη Γκανά εισηγείται τη σωστή προφορά Λέναρντ Κόεν. Επιλέξαμε να κρατήσουμε τη διαδεδομένη στην Ελλάδα προφορά Λέοναρντ Κοέν, επειδή έτσι έγινε γνωστός στο ελληνικό κοινό.

 

 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΟΝΑΡΝΤ ΚΟΕΝ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Το αγαπημένο παιχνίδι. Μυθιστόρημα, μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου, Μελάνι, 2005, 378 σελ.

Το βιβλίο του πόθου. Ποιήματα και σχέδια, μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου, Ιανός, 2008, 467 σελ.

Η μουσική του ξένου. Επιλογή από ποιήματα και τραγούδια, μετάφραση: Λίνα Νικολακοπούλου, Ιανός, 2008, 424 σελ.

Υπέροχοι απόκληροι. Μυθιστόρημα, μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς, Κέδρος, 2012, 325 σελ.

Το βιβλίο του ελέους. Ποιήματα, μετάφραση: Διονύσης Μαρσέλλος, Περισπωμένη, 2013, 92 σελ.

 

 

 

Μυρσίνη Γκανά

Μεταφράστρια. Γράφει κριτική λογοτεχνίας και ποιήματα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά