Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Ο Άμος Οζ και η πολιτική τέχνη

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40
Ο Άμος Οζ. Ο Άμος Οζ.

Η συγγραφή βιβλίων δεν γίνεται ευκολότερη με την πάροδο του χρόνου. Όταν ο ξυλουργός φτιάχνει το εικοστό τραπέζι του, το φτιάχνει ευκολότερα απ' το πρώτο. Όταν η κομμώτρια κουρεύει για πεντηκοστή φορά, κουρεύει ευκολότερα απ' την πρώτη. Δεν συμβαίνει το ίδιο με το εικοστό βιβλίο. Η συγγραφή είναι σαν να οδηγείς αυτοκίνητο με το ένα πόδι στο γκάζι και το άλλο στο φρένο. Με τα χρόνια, το πόδι στο γκάζι γίνεται διστακτικότερο και το πόδι στο φρένο βαραίνει. Εγώ προσπαθώ να μη γράφω ποτέ το ίδιο βιβλίο δυο φορές.

Ο 74χρονος ισραηλινός συγγραφέας Άμος Οζ μίλησε, την Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου, στο βιβλιοπωλείο Ιανός για το βιβλίο του Εικόνες από τη ζωή στο χωριό, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στη γλώσσα μας (εκδ. Καστανιώτη), σε έξοχη μετάφραση της Λουίζας Μιζάν. Τη συζήτηση άνοιξε με ένα κομψότατο πρόλογο ο Ανταίος Χρυσοστομίδης.

Οι Εικόνες από τη ζωή στο χωριό είναι, κατά τα λόγια τού ίδιου του συγγραφέα, ένα μυθιστόρημα σε ιστορίες. Τα αυτοτελή διηγήματά του διαδραματίζονται όλα στο φανταστικό εβραϊκό χωριό Τελ Ιλάν στο Ισραήλ και οι πρωταγωνιστές τής μιας ιστορίας εμφανίζονται κάποτε ως ελάσσονες χαρακτήρες στις επόμενες. Καμιά ιστορία δεν έχει τον ίδιο πρωταγωνιστή, καμιά δεν διαδραματίζεται στο ίδιο σημείο τού χωριού. Κάθε ιστορία αρχίζει σαν καθημερινή σκηνή και εκβάλλει σε μια δυσοίωνη ονειρική ατμόσφαιρα πέρα απ' τα όρια τού ρεαλισμού. Το στοιχείο αυτό του εφιάλτη μοιάζει καθ' όλη τη διάρκεια του βιβλίου να συλλέγεται σε μια κρυφή δεξαμενή. Ξαναεμφανίζεται συμπυκνωμένο στην τελευταία ιστορία, καταπλήσσοντας, πιστεύω, κάθε αναγνώστη: ένα αινιγματικό φινάλε τοποθετημένο σε ένα βάρβαρο παρελθόν ή σε κάποιο αποκαλυπτικό μέλλον, ένα σκοτάδι το οποίο έχουμε ευτυχώς προ πολλού ξεπεράσει ή το οποίο βρίσκεται μπροστά μας και ούτε καν το μαντεύουμε ακόμη. Το φινάλε αυτό ενισχύει κατά πολύ τη πρωτοτυπία και τον καλλιτεχνικά φιλόδοξο χαρακτήρα τού έργου. Δυστυχώς όμως, δεν έγινε γι' αυτό  λόγος στον Ιανό, αφού η μοίρα κάθε ισραηλινού συγγραφέα είναι, φαίνεται, να ενδιαφέρεται το κοινό του περισσότερο για τις πολιτικές του απόψεις παρα για το ίδιο το έργο του. Αλλά σ' αυτό θα επανέλθω αργότερα.

Κάτι που τόνισε και ο Ανταίος Χρυσοστομίδης και που αισθάνομαι ότι χαρακτηρίζει  όλον τον Οζ, είναι ότι το αδιευκρίνιστο σκοτάδι στο οποίο καταλήγουν όλες οι ιστορίες τού Τελ Ιλάν, κατά περίεργο τρόπο, δεν βαραίνει πάνω στον αναγνώστη. Πρόκειται ίσως για μια παλαιού τύπου ευγένεια που ο Οζ την έχει κληρονομήσει από τον κόσμο πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, τον κόσμο τού Τσέχωφ που, σίγουρα, είναι ένας από τους καλλιτεχνικούς του προγόνους. Κάθε χαρακτήρας αυτού του βιβλίου, είπε το βράδυ εκείνο ο Οζ, ψάχνει για κάτι που δεν ξέρει τι είναι. Δεν ξέρει ούτε πού, ούτε πώς, ούτε πότε να ψάξει γι' αυτό. Σ' όλα τα έργα τού Οζ που γνωρίζω, η αναζήτηση είναι ένα είδος υπαρξιακής ανησυχίας και βρίσκεται παντού: στον νεαρό πενθούντα από την Ίδια Θάλασσα, στον μεσόκοπο loser που τείνει προς την εξαθλίωση από το μυθιστόρημα  Η τρίτη κατάσταση, στον νεαρό σύζυγο από το ιδιότυπο ερωτικό τρίγωνο στην Τέλεια Γαλήνη ή στον πρώην κατάσκοπο από Το να γνωρίζεις μια γυναίκα. Βρίσκεται βέβαια και στις τόσες γυναίκες που έφυγαν, φεύγουν ή θα φύγουν κάποτε από τις ιστορίες του, με πρότυπο την ίδια του τη μητέρα που αυτοκτόνησε όταν ο συγγραφέας ήταν 12 ετών. Οι ήρωες τού Οζ κατατρώγονται αθόρυβα από τα μεγάλα ζητήματα της ζωής, διαθέτοντας ως προίκα από τον δημιουργό τους μια πόρτα πάνοτε ανοιχτή προς το υπερβατικό. Προφανώς αυτό είναι που συνθέτει και το ιδιαίτερο προφίλ τού συγγραφέα: «Αν ήμουν Ευρωπαίος», είπε ο ίδιος στον Ιανό, «σύμφωνα με όσα έχω ζήσει, θα 'πρεπε να είμαι  300 ετών. Είμαι γηραιότερος από το κράτος μου». Όπως δείχνει και η μεγαλεπήβολη αυτοβιογραφία του Ιστορία αγάπης και σκότους, ο Οζ αισθάνεται και αυτοδιακηρύσσεται κομμάτι τής Ιστορίας τού τόπου του. Κληρονόμησε την πολιτιστική πολυφωνία και τη μελαγχολία τής Διασποράς, την άμεση φρίκη τού Τρίτου Ράιχ, τον ενθουσιασμό για την ίδρυση τού νέου κράτους,  μια αρχαία-νεογέννητη γλώσσα και, πάνω απ' όλα, κληρονόμησε από γονείς και παππούδες, επιφανείς διανοουμένους τής εποχής τους, μια αυτονόητη σχέση με τη δυτική κουλτούρα. Παρ' όλο που ο ίδιος απέδρασε στην εφηβεία του στα κιμπούτς, για να αντιδράσει στην επιρροή τού διανοούμενου πατέρα του, το έργο του χαρακτηρίζεται ολόκληρο από αυτήν την αβίαστη εξ αίματος επαφή με την ιστορία τού πνεύματος. Το έργο του εμπεριέχει χωρίς κόπο ολόκληρη την ιστορία τής λογοτεχνίας χωρίς να διέπεται από αυτήν.

Ζώντας στην παραμεθόριο τού δυτικού κόσμου και όντας σε καθημερινή επαφή με ζητήματα που έχουν εκλείψει προ δεκαετιών από την ορθή ζωή κάθε Δυτικοευρωπαίου, ο Οζ μπορεί να έχει ακόμα μια ευθεία σχέση με τον Ανθρωπισμό χωρίς να γίνεται αφελής, και να δημιουργεί μια αμίμητη ευρασιατική ατμόσφαιρα χωρίς να γίνεται ηθογράφος.

Πολλά βασικά ζητήματα δεν έχουν λυθεί στο Ισραήλ, με πρώτα τα κακά αισθήματα προς το γείτονα και τη ζώσα ιστορική ενοχή, το αν φέρει δηλαδή κανείς δικαίως ή αδίκως την εθνική του ταυτότητα. Τα πανταχού παρόντα αυτά προβλήματα δεν επιτρέπουν στους ήρωες τού Οζ την πολυτέλεια να ρίξουν ανενόχλητοι πάνω στον εαυτό τους τον προβολέα τής αυτοπραγμάτωσης. Και ίσως χάρη στην έλλειψη αυτού του προβολέα, που συχνά λάμπει στα μυθιστορήματα των καθαρά δυτικών συγγραφέων, προκύπτουν τα παράξενα σκοτάδια πίσω απ' τα παράθυρα των ανθρώπων τού Οζ. Αυτό του δίνει και το προνόμιο να λαμβάνει υπ' όψη του τη δυτική τέχνη χωρίς να περνά απαραίτητα μέσα απ' τις βιβλιοθήκες και τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, όπως χρειάζεται ας πούμε να κάνει ο Ζέμπαλντ. Δεν έχει ανάγκη να ονομάσει τη μέθοδό του, η σχέση του με την τέχνη είναι πρωτογενής και πρακτική. Γνωρίζει καλά το περιεχόμενο των βιβλιοθηκών, προτιμά όμως να πάρει το δρόμο έξω απ' αυτές, «ανάμεσα στο φαρμακείο αριστερά και στο μπακάλικο δεξιά».

Έγινα συγγραφέας από περιέργεια για τις ζωές των ανθρώπων. Και συστήνω την περιέργεια σε όλους σας. Πιστεύω ότι ο περίεργος άνθρωπος είναι καλύτερος άνθρωπος: και για το γείτονα και για τον εαυτό του και για το κράτος του.

Συγχρόνως ο Οζ έχει και γλωσσικά την άμεση πρόσβαση στην εβραϊκή κουλτούρα που δίνει στα έργα του κάτι αδιόρατο από το παράλογο, αναπόδραστο και αινιγματικό τής ασιατικής Αρχαιότητας.

Ο Οζ έχει την ευρύτητα πνεύματος τού διανοητή. Έχει συγχρόνως, όπως μαρτυρούσε όλη του η παρουσία εκείνη τη βραδιά, την άνεση χρόνου αλλά και την κάπως σχολαστική υπεροψία του επαρχιώτη που ποτέ δεν του χρειάστηκε να κουρδίσει το χιούμορ, τη συμπεριφορά και τη σκέψη του στους υψηλούς ρυθμούς της πρωτεύουσας. Έχοντας την υπεροχή τής ηλικίας και της διασημότητας, μπορεί να εμμένει στην ήρεμη τέχνη που ξέρει να κάνει, χωρίς να απολογείται για την ακανθώδη του εθνικότητα: «Θέλω να ξεκαθαρίσω απ' την αρχή», ήταν τα πρώτα λόγια του στον Ιανό, «ότι οι Εικόνες από τη ζωή στο χωριό δεν είναι κρυμμένο πολιτικό σχόλιο ούτε αλληγορία περί Ισραήλ και Παλαιστίνης. Δεν συνηθίζω να γράφω βιβλία για να υποδείξω στους ανθρώπους τι να ψηφίσουν. Όταν θέλω να κάνω μια πολιτική δήλωση δεν γράφω ένα βιβλίο. Γράφω ένα άρθρο στην εφημερίδα και στέλνω την κυβέρνησή μου στο διάολο. Λαμβάνω εκατοντάδες γράμματα από συμπολίτες μου. Ανήκουν πάντα σε δυο κατηγορίες. Η μια μερίδα μου γράφει: "Είσαι τόσο θαυμάσιος συγγραφέας. Γιατί να αναμιγνύεσαι με την πολιτική; Αυτό σε υποβαθμίζει. Άσε την πολιτική ήσυχη και γράφε βιβλία". Η άλλη μερίδα γράφει: "Είναι αυτός καιρός για πολυτέλειες; Οι μέρες που ζούμε ζητούν πολιτικό ακτιβισμό. Άσε κατά μέρος τα βιβλία και ασχολήσου περισσότερο με την πολιτική"».

Κανείς δεν θα αρνηθεί ότι από τότε που πλήθυναν στον δυτικό κόσμο οι χώρες-παραγωγοί τέχνης μάς κατακλύζει πάλι ένα trend εξωτισμού. Οι τρίτες χώρες με οικονομικά, πολιτικά, θρησκευτικά και κοινωνικά προβλήματα καλούνται να εξιστορούν τα πάθη τους, όχι τα ατομικά, όπως το κάνουν οι πρώτες χώρες τής Δύσης, αλλά ας πούμε τις εθνικές τους νόσους. Ποιος θα τελέσει άλλωστε χρέη ηθογράφου; Ή ποιος θα πληρώσει την αχόρταγη ανάγκη τού σύγχρονου ανθρώπου για πληροφόρηση η οποία σίγουρα είναι πιο επείγουσα από την ανάγκη του για τέχνη; Και ποιος θα πληρώσει τις εξ ίσου επείγουσες ανάγκες τού κάθε δυτικού καταναλωτή τέχνης να συνειδητοποιηθεί, να πολιτικοποιηθεί, να κινητοποιηθεί και να συμπαραταχθεί με τους δικαίους; Εξ άλλου είναι πολύ συγκινητικό όταν οι τρίτες χώρες μάς εξομολογούνται σε τι υπολείπονται για να ονομαστούν επάξια δυτικός κόσμος. Πάντα διατηρούσα μια επιφύλαξη για το πόσο όντως πολιτική είναι η νοοτροπία να αφήνουμε τον Σαίξπηρ, τον Τσέχωφ ή τον Μπετόβεν στα χέρια της κεντρικής Ευρώπης και να διανέμουμε στην περιφέρεια την τέχνη-documentaire, καταγγελίες περί ανελευθερίας, διαφθοράς, οπισθοδρομικότητας και αδικίας. Ο  κόσμος διαιωνίζεται σε πρώτο και δεύτερο, άρχοντα και γελωτοποιό, άποικο και αποικούμενο. Διαιωνίζεται ο εξωτισμός, οι γαλλίδες κυρίες τού Παρισιού που έκλαιγαν μεταξύ ζεστής σοκολάτας και μαντλέν για τη σφαγή τής Χίου όμοιες με τις σημερινές βερολινέζες κυρίες που συγκινούνται στα εναλλακτικά θέατρα με παραστάσεις reality theatre για την ελληνική κρίση.

Και προκύπτει το ερώτημα: Ποιος καλλιτέχνης δρα ουσιωδώς πολιτικά; Αυτός που προσφέρει ένα σπουδαίο έργο τέχνης στη μικρή του γλώσσα συμβάλλοντας στην αποκέντρωση και ταρακουνώντας έστω και λίγο τα κλισέ περί υψηλού εθνικού πολιτιστικού επιπέδου; Ή ο καλλιτέχνης που επιβεβαιώνει τη συνείδηση των δυτικών φιλότεχνων παραδεχόμενος ότι κάθε άνθρωπος που απέχει έστω και ελάχιστα από το δυτικό πρότυπο δεν μπορεί παρά να ξεσκίζει τη συνείδησή του με ενοχές και να καταριέται την ταυτότητά του;

Έτσι και οι οργισμένοι και πολιτικοποιημένοι κάτοικοι τού Ισραήλ δεν αφήνουν και τον Οζ ήσυχο να κάνει τη λογοτεχνία του που μιλά για την ανάγκη του συμβιβασμού και της ειρήνης, μια που ο θάνατος τρέχει μπροστά από κάθε μας πράξη. Κι όμως, το έργο του είναι τόσο πολιτικό όσο και το έργο τού Τσέχωφ: Υψώνει απέναντι στην αδικία, την οποία σαφέστατα γνωρίζει και αντιλαμβάνεται, όχι την οργή αλλά τη μελαγχολία και το πρόσκαιρο τής ύπαρξης. Μόνο που εμείς, συχνά, δεν ζητούμε από την τέχνη την ανησυχία αλλά την ησυχία, διότι γυρνούμε σπίτι μας έχοντας θυσιάσει στον βωμό των δικαίων και συνειδητοποιημένων πολιτών.

Πάντα αναρωτιόμουν τι ήταν ακριβώς αυτό που με έκανε να αγοράζω το ένα βιβλίο του Οζ μετά το άλλο, ενώ πολλά απ' τα βιβλία του μου είχαν φανεί αδιέξοδα ή εν μέρει αποτυχημένα. Φαίνεται τελικά ότι οι αποτυχίες τού Οζ είναι εξίσου συναρπαστικές με τις επιτυχίες του. Ο Οζ ρίχνει κάθε φορά τόσο μακριά τη βολή τής τέχνης, με τόσο πρωτότυπο στόχο και σε τόσο διαφορετικό σημείο κάθε φορά, ώστε του συγχωρεί κανείς και τη συχνά κοπιώδη αναζήτηση τού νοήματος και τα αδιέξοδα στα οποία προσκρούει η ιδέα του και τις ακαθόριστες και ημιτελείς καταστάσεις. Και τότε αισθάνομαι ότι ηλικία, τόπος, γλώσσα, ιδιοσυγκρασία συμμάχησαν για να έχουμε τον Οζ ως ευτυχή συγκυρία: Ένα αγαθό άστρο στο στερέωμα τής λογοτεχνίας.

Άμος Οζ, Εικόνες από τη ζωή στο χωριό, μετάφραση: Λουίζα Μιζάν, Καστανιώτη, Αθήνα 2013,  186 σελ.

Λένια Ζαφειροπούλου

Υψίφωνος και μεταφράστρια. Κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή της Paternoster Square (2012), που τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη του ηλεκτρονικού περιοδικού Αναγνώστης και είναι υποψήφια και για κρατικό βραβείο. Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο Γκαίτε-Χάινε, Όταν ο νους σου βράζει κι η καρδιά, σε δική της ανθολόγηση, εισαγωγή και μετάφραση.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά