Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2020

Κόμης Μοντεχρίστος, τιμωρός και εκδικητής

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Τεύχος 111
Ο Εδμόντος Νταντές, κεντρικός ήρωας στον Κόμη Μοντεχρίστο, από τον εικονογράφο Πιερ-Γκυστάβ Στάαλ (1817-1882), για τη γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος του 1888.  Ο Εδμόντος Νταντές, κεντρικός ήρωας στον Κόμη Μοντεχρίστο, από τον εικονογράφο Πιερ-Γκυστάβ Στάαλ (1817-1882), για τη γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος του 1888. Pierre-Gustave Eugene Staal / Internet Archives

Alexandre Dumas, Ο κόμης Μοντεχρίστος, δυο τόμοι, μετάφραση από τα γαλλικά - πρόλογος - εισαγωγή - σημειώσεις: Ωρίων Αρκομάνης, Gutenberg, Αθήνα 2020, 1122 + 1062 σελ.

Αλέξανδρος Δουμάς, Ο κόμης του Μόντε-Χρίστο, δυο τόμοι, μετάφραση από τα γαλλικά: Σοφία Αυγερινού, εισαγωγή, σημειώσεις, επίμετρο: Θόδωρος Κατσικάρος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2018, 1180 σελ.

Να περιμένεις και να ελπίζεις. Καρτερείτε και ελπίζετε! Η ακροτελεύτια φράση, αποδοσμένη στα ελληνικά από δυο διαφορετικά μεταφραστικά ύφη, σηματοδοτεί δυο νέες, υποδειγματικές μεταφράσεις του Κόμη Μοντεχρίστου (ή του Κόμη του Μόντε-Χρίστο), περιπετειώδους μυθιστορήματος αναφοράς. Και δυο υποδειγματικές εκδόσεις – από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας και από τη σειρά Orbis Literae του Gutenberg. [ΤΒJ]

Ο Αλέξανδρος Δουμάς (1802-1870), ο πατέρας (διότι υπήρξε και ο γιος του με το ίδιο ονοματεπώνυμο, που έγραψε την Κυρία με τας καμελίας), ήταν γιος ενός στρατηγού του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, νόθου γιου ενός αριστοκράτη και μιας μαύρης σκλάβας από τον Άγιο Δομήνικο. Μετά το θάνατο του στρατηγού στην εκστρατεία της Αιγύπτου, επειδή η μητέρα του δεν πήρε σύνταξη και η οικογένειά του αντιμετώπισε μεγάλο οικονομικό πρόβλημα, 14ετής ων, αναγκάστηκε να δουλέψει σε συμβολαιογραφείο. Σύντομα εγκατέλειψε την επαρχία όπου ζούσε για να πάει στο Παρίσι. Είχε αποφασίσει να ξεφύγει από τη φτώχεια και, οπλισμένος με αγάπη για τη μητέρα του και λατρεία για τον πατέρα του, αλλά και για τον Ναπολέοντα, άρχισε να γράφει λογοτεχνικά κείμενα, ενώ παράλληλα εργαζόταν. Συνεργάστηκε με άλλους σε θεατρικά έργα ώσπου στα 25 του είδε για πρώτη φορά Σαίξπηρ, οπότε ο τρόπος της γραφής του άλλαξε. Λίγο αργότερα, παίχτηκε στο θέατρο το έργο του Ο Ερρίκος Γ΄ και η αυλή του, που είχε μεγάλη επιτυχία και εκτόξευσε τη φήμη του.

Από τότε συμμετείχε ταυτόχρονα στην πολιτιστική και στη πολιτική ζωή της Γαλλίας, παίρνοντας μέρος σε συγκρούσεις, εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Παθιασμένος βοναπαρτιστής, έγινε προσωπικός φίλος του μετέπειτα βασιλιά Λουδοβίκου-Φιλίππου και του μελλοντικού αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄, του λεγόμενου Μικρού. Ταξίδεψε σε όλη τη Μεσόγειο, στη Γερμανία και στη Ρωσία, ενώ ήταν παθιασμένος με την Ελλάδα, την ιστορία, τη μυθολογία και τους αγώνες της για ελευθερία.

Μυθιστορήματα άρχισε να γράφει στα 42 του. Οι Τρεις σωματοφύλακες έγιναν μπεστ σέλερ και τον οδήγησαν στη συγγραφή τριών ακόμα πολύτομων μυθιστορημάτων: Το σιδηρούν προσωπείο, Μετά είκοσι έτη, Υποκόμης της Βραζελώνης. Κάποια στιγμή, όμως, τεράστια επιτυχία έκαναν τα Μυστήρια των Παρισίων του Ευγένιου Σύη, έργο ρομαντικό και περιπετειώδες με γεύση μυστηρίου και αστυνομικά στοιχεία, λαϊκό ανάγνωσμα που δημοσιευόταν σε συνέχειες σε παρισινή εφημερίδα (ορισμένοι μελετητές το έχουν κατατάξει στα ρομάντσα, στην παραλογοτεχνία). Τότε, οι εκδότες του Δουμά τον παρακίνησαν να γράψει κάτι ανάλογο, τοποθετημένο στην εποχή του.

Τότε καταπιάστηκε με τον Κόμη Μοντεχρίστο, που άρχισε να δημοσιεύεται σε συνέχειες σε μια εφημερίδα, είχε μεγάλη επιτυχία και σύντομα εκδόθηκε σε βιβλίο. Χάρη σε αυτό, ο συγγραφέας έγινε πλούσιος. Έτσι μπόρεσε να αγοράσει μια μεγάλη έκταση στα περίχωρα του Παρισιού, όπου έκτισε έναν πύργο που τον ονόμασε Πύργο του Μοντεχρίστου. Όλα στα ζωή του πήγαιναν περίφημα, ώσπου ξέσπασε η Επανάσταση του 1848 στην οποία συμμετείχε. Οι ταραχές που επακολούθησαν τον κατέστρεψαν οικονομικά, αναγκάζοντάς τον να βγάλει σε πλειστηριασμό τον πύργο του. Ήταν η χρονιά που εκθρονίστηκε ο Λουδοβίκος-Φίλιππος και ανέλαβε κυβερνητικά καθήκοντα μια προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση, η οποία κατάργησε τη μοναρχία. Η προσωπική του ζωή σημαδεύτηκε με ένα ακόμα γεγονός: βγήκε το διαζύγιό του με την ηθοποιό σύζυγό του Ίντα, στην οποία υποχρεώθηκε να πληρώνει διατροφή.

Ήταν δύσκολα χρόνια και διότι ο Δουμάς είχε διχαστεί πολιτικά: αν και ήταν προσωπικός φίλος των μελών της βασιλικής οικογένειας, είχε εξίσου καλούς φίλους πολλούς οπαδούς της δημοκρατίας που απεχθάνονταν τη βασιλεία. Εκφράστηκε υπέρ της αντιβασιλείας της δούκισσας της Ορλεάνης, ωστόσο συντάχθηκε με τη δημοκρατία που κηρύχτηκε τον Φεβρουάριο του 1848. Όταν ο φίλος του Λουδοβίκος –Ναπολέων έβαλε υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον υποστήριξε – όπως έκανε άλλωστε και ο Βίκτωρ Ουγκώ.

Ο Αλέξανδρος Δουμάς είχε κι ο ίδιος πολιτικές φιλοδοξίες που όμως δεν κατάφερε να τις πραγματοποιήσει: έβαλε υποψηφιότητα για βουλευτής σε τέσσερις εκλογικές περιφέρειες, αλλά δεν εκλέχτηκε. Οι πολιτικές του απόψεις δεν ήταν συντηρητικές κι αυτό φαίνεται από το ότι, το 1860, πήγε στη Μασσαλία και παζάρεψε όπλα για λογαριασμό του Γαριβάλδη, ο οποίος αγωνιζόταν εναντίον των Αυστριακών για την ανεξαρτησία της Ιταλίας. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε μια μπροσούρα κατά του Πάπα με αποτέλεσμα η Εκκλησία της Ρώμης να απαγορεύσει την ανάγνωση των έργων του από τους πιστούς καθολικούς.

Ώς το θάνατό του δεν έπαψε να γράφει, να ανεβάζει έργα στο θέατρο –είχε αποκτήσει και δικό του–, να εκδίδει εφημερίδες, να συμμετέχει σε παντός είδους δρώμενα. Σύμφωνα με τους μελετητές του, δεν έγραφε μόνος τα έργα του, μα είχε αρκετούς συνεργάτες, οι οποίοι τον βοηθούσαν, υλοποιούσαν τις συγγραφικές του ιδέες και βελτίωναν τη γραφή του. Κάποιος από αυτούς, μάλιστα, ο Ωγκύστ Μακέ, είχε καταφύγει στα δικαστήρια εναντίον του διεκδικώντας τη συνδημιουργία του συγγραφικού του έργου και, ασφαλώς, του Κόμη Μοντεχρίστου. Ανάμεσα σε αυτούς τους γραφιάδες-συνεργάτες συγκαταλέγονται και δύο Έλληνες, ο Ειρηναίος Ασώπιος και ο Θεόδωρος Κασάπης.

Ας σημειωθεί ότι, το 1859, ο Δουμάς ήρθε στην Ελλάδα και επισκέφτηκε το βασιλικό ζεύγος Όθωνα και Αμαλία. Επίσης παραβρέθηκε στη δίκη του ποιητή Αλεξάνδρου Σούτσου, ο οποίος δικαζόταν για ασέβεια, και γνωρίστηκε με τον συγγραφέα Δημήτριο Βικέλα.

Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1870 από αγγειοκαρδιακό επεισόδιο στα χέρια της κόρης του Μαρίας. Τη χρονιά του θανάτου του κηρύχτηκε ο γαλλοπρωσικός πόλεμος που έληξε με ήττα των Γάλλων, εκθρονίστηκε ο Ναπολέων ο Μικρός, ανακηρύχτηκε η Γερμανική Αυτοκρατορία και έγινε η Κομμούνα του Παρισιού – η εργατική επαναστατική κυβέρνηση που εγκαθιδρύθηκε, μετά την εξέγερση της εθνοφρουράς και των εργατών την πόλης.

 

Η πολιτική στο μυθιστόρημα

Την εποχή που έζησε ο Αλέξανδρος Δουμάς, ο χάρτης της Ευρώπης ήταν τελείως διαφορετικός απ’ ό,τι σήμερα, μας πληροφορεί ο Ωρίων Αρκομάνης, μεταφραστής της νεότερης έκδοσης του Κόμη Μοντεχρίστου (LeComtedeMonte-Cristo) στην εισαγωγή του. Η Γερμανία και η Ιταλία αποτελούνταν από κρατίδια και βασίλεια, που τα περισσότερα κηδεμονεύονταν από τη Γαλλία, την Πρωσία, την Ισπανία και την Αυστρία. Τα χρόνια εκείνα στους δρόμους κυκλοφορούσαν άμαξες με άλογα και ιππείς, στις θάλασσες έπλεαν ιστιοφόρα, ενώ τα σπίτια των ανθρώπων φωτίζονταν με κεριά και δάδες. Όσο για τη Γαλλία, ήταν χωρισμένη σε δύο αντικρουόμενες και αντιμαχόμενες πολιτικές μερίδες, τους οπαδούς της βασιλείας και τους βοναπαρτιστές – κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή, η χώρα περνούσε περίοδο εθνικού διχασμού.

Ο Κόμης Μοντεχρίστος, μολονότι είναι περιπετειώδες μυθιστόρημα, έχει και πολιτική διάσταση, κάτι που γίνεται εμφανές στο τέταρτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Η συνωμοσία», όπου μια ομάδα φίλων αποφασίζει την εξόντωση του κεντρικού ήρωα, Εδμόνδου Νταντές, με την ψευδή καταγγελία ότι ενεργεί υπέρ του Ναπολέοντα, εξόριστου στο νησί Έλβα, ο οποίος αποκαλείται Σφετεριστής. Στην ουσία τον καταγγέλλουν ως πράκτορα του Βοναπάρτη που συνωμοτεί κατά του καθεστώτος, κάτι που επισείει βαριές ποινές, όχι όμως θάνατο.

Στο δωδέκατο κεφάλαιο, μετά τη δολοφονία του αντιπολιτευόμενου, ή μάλλον αριβίστα στρατηγού Κεσνέλ, κι ενώ η αστυνομία δεν κάνει καμιά προσπάθεια για να ερευνήσει την υπόθεση, ακριβώς επειδή γνωρίζει τους δράστες, γίνεται ένας διάλογος ανάμεσα στον Βιλφόρ και τον πατέρα του. Διαβάζουμε (από τη μετάφραση του Αρκομάνη):

Στην πολιτική, όπως ξέρεις, αγαπητέ μου, τόσο καλά όσο κι εγώ, δεν υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν μόνο ιδέες. Όχι αισθήματα, αλλά συμφέροντα. Στην πολιτική δεν σκοτώνεις κάποιον άνθρωπο: απλά παραμερίζεις ένα εμπόδιο, αυτό είναι όλο κι όλο.

Η ιστορία αρχίζει στη Μασσαλία τον Φεβρουάριο του 1815, όταν στο λιμάνι φτάνει το τρικάταρτο καράβι Φαραώ, ύστερα από ένα πολύμηνο ταξίδι στη Σμύρνη, την Τεργέστη και τη Νάπολη. Σε αυτό υπηρετεί ο νεαρός Εδμόνδος Νταντές, ψηλός, όμορφος, ήρεμος και αποφασιστικός, ο οποίος πληροφορεί τον εφοπλιστή του σκάφους, τον κύριο Μορέλ, πως ο καπετάνιος πέθανε από εγκεφαλικό πυρετό. Όλα δείχνουν πως ο εικοσαετής Νταντές, ο δεύτερος, χάρη στα προσόντα του θα είναι ο καινούργιος καπετάνιος, κάτι που ανησυχεί έναν παλιό ναυτικό, τον Νταγκλάρ, ο οποίος επιθυμεί διαρκώς να καταλάβει αυτός τη θέση. Την ίδια στιγμή, ο Νταντές ετοιμάζεται να παντρευτεί μια ωραία Καταλανή, τη Μερσέντες, την οποία όμως αγαπάει κι ένας συμπατριώτης της, ο Φερνάντο. Αυτοί οι δύο, αποφασισμένοι να απαλλαγούν μια για πάντα από τον Νταντές, ανταγωνιστή και αντίζηλο, διαπράττουν μια άτιμη πράξη: στέλνουν ένα γράμμα στον βασιλικό εισαγγελέα, τον Βιλφόρ, καταγγέλλοντας τον αθώο νεαρό ως εχθρό του καθεστώτος, δηλαδή ως αντιμοναρχικό. Βασιλιάς της χώρας, μονάρχης της Γαλλίας, είναι ο Λουδοβίκος ΙΗ΄ του οίκου των Βουρβώνων.

Ο Νταγκλάρ κι ο Φερνάντο γράφουν πως ο Νταντές είναι πράκτορας του «Σφετεριστή», πως συνωμοτεί και πως παρέλαβε ένα πακέτο για τον Ναπολέοντα, ο οποίος του έδωσε μια επιστολή για τη βοναπαρτική επιτροπή του Παρισιού. Κανένα από τα τρία αγαπημένα του πρόσωπα, τον πατέρα του, τη Μερσέντες και τον εφοπλιστή, δεν πιστεύει στις κατηγορίες, αλλά και κανένα δεν έχει τη δύναμη να κάνει οτιδήποτε για να τον σώσει.

Η μεταφορά του γράμματος συνιστά έγκλημα. Οπότε ο Νταντές συλλαμβάνεται και ανακρίνεται από τον Βιλφόρ, εχθρό του Ναπολέοντα, ο οποίος, μολονότι διαπιστώνει πως είναι αθώος γι’ αυτά που τον κατηγορούν, διατάζει τον εγκλεισμό του σε μιαν απρόσιτη φυλακή, χωρίς δίκη, χωρίς απολογία. Άκαρδος, ανέντιμος και αριβίστας, ο Βιλφόρ πιστεύει πως η περίπτωση του Νταντές θα του δώσει την ευκαιρία να ανελιχθεί κοινωνικά και να επιτύχει τους στόχους του. Γι’ αυτό το σκοπό, φεύγει από τη Μασσαλία και πηγαίνει στο Παρίσι για να δώσει ο ίδιος τις πληροφορίες του στον βασιλιά Λουδοβίκο, ο οποίος όμως αντιλαμβάνεται τις προθέσεις του και λέει ότι «είναι υπερβολικά φιλόδοξος. Για να ανεβεί, θα θυσιάσει τα πάντα, ακόμα και τον ίδιο του τον πατέρα!» Μάταια η Μερσέντες και οι φίλοι του Νταντές τον εκλιπαρούν ν’ αλλάξει την απόφασή του και να ελευθερώσει τον αθώο ναυτικό. Αυτός είναι ανένδοτος, αφού στηριγμένος στην καταγγελία έχει επεξεργαστεί τα σχέδια της ανέλιξής του.

Ο Νταντές δεν είναι μόνο ένας δραστήριος και ταλαντούχος άντρας, έχει και την τύχη με το μέρος του. Έτσι, στη φυλακή από την οποία δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να βγει ποτέ, με δεδομένο το μίσος των εχθρών του και το πείσμα του Βιλφόρ εναντίον του, γνωρίζει έναν άλλο έγκλειστο, τον αββά Φαρία, ο οποίος γίνεται γι’ αυτόν δάσκαλος και δεύτερος πατέρας. Είναι αυτός που του εξομολογείται ένα μεγάλο μυστικό, την ύπαρξη ενός αμύθητου θησαυρού στο νησί Μοντεχρίστο. Αποφασισμένος να ζήσει και να εκδικηθεί εκείνους που του προκάλεσαν τόσο μεγάλο κακό, καταφέρνει ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια να δραπετεύσει από τη φυλακή. Είναι Φεβρουάριος του 1829. Κινδυνεύει να πνιγεί στη θάλασσα, αλλά η τύχη είναι με το μέρος του: καταφέρνει να σωθεί και να βρει τον θησαυρό, χάρη στον οποίο του ανοίγονται οι πόρτες προς την ανώτερη κοινωνία του Παρισιού.

Πλέον είναι τριάντα τριών χρόνων, έχει δηλαδή τα χρόνια του Χριστού στο θάνατο και την ανάστασή Του, οπότε σαν άλλος Θεός επί της Γης αναλαμβάνει μια υψηλή αποστολή, που γι’ αυτόν είναι σαν να εκπληρώνει το θέλημα του Υψίστου: υπόσχεται να τιμωρήσει τους υπαίτιους για τις συμφορές του και, ταυτόχρονα, να ανταμείψει τους καλούς, όσους αντιτάχθηκαν στη φυλάκισή του. Οι εχθροί του είναι τρεις: ο Φερνάντο, ο Νταγκλάρ κι ο Βιλφόρ. Οι δύο πρώτοι υπέβλεπαν τον Νταντές, ο ένας από ερωτική αντιζηλία, ο άλλος από επαγγελματική, ενώ ο τρίτος είναι απλώς καιροσκόπος.

Για να επιτύχει τους στόχους του, ο Νταντές μεταμφιέζεται. Πότε γίνεται μοναχός, πότε λόρδος, πότε Σεβάχ ο Θαλασσινός, και εμφανίζεται σε εχθρούς και φίλους ως κόμης Μοντεχρίστος – Μόντε Χρίστο σημαίνει ακριβώς: το βουνό του Χριστού, που παραπέμπει στον Γολγοθά. Υπενθυμίζεται ότι Μοντεχρίστο είναι ένα νησάκι ανάμεσα στην Έλβα και την Κορσική, όπου βρίσκεται ο θησαυρός (χρυσάφι, διαμάντια) του αββά Φαρία. Οι στόχοι του όμως δεν πραγματοποιούνται μόνο χάρη στις υποκριτικές του ικανότητες, αλλά και επειδή είναι χαρισματικός. Ο Νταντές, όνομα που παραπέμπει στον Δάντη και στη Θεία Κωμωδία του, είναι προικισμένος με αμέτρητες αρετές, είναι παντοδύναμος και παντογνώστης, μέσα στη φυλακή έμαθε γλώσσες (αρχαία και νέα ελληνικά, λατινικά), απέκτησε γνώσεις, μηχανολογικές και άλλες, ξέρει να χειρίζεται τα όπλα. Αγαπάει τη λογοτεχνία, το θέατρο, τη μουσική. Επίσης, ξέρει να αποκτά φιλίες με ληστές και πειρατές, όπου πηγαίνει γίνεται αγαπητός, οι γυναίκες τον λατρεύουν. Αυτός όμως συνδέεται μόνο με την Χάιδω, μια όμορφη πρώην σκλάβα που την έχει αγοράσει από κάποιον στην Κωνσταντινούπολη, Ελληνίδα (ή Αλβανίδα), κόρη του Αλή Πασά και της Βασιλικής.

 

Ένας Ζορό της εποχής του

Ο Νταντές/Μοντεχρίστος είναι, δηλαδή, ένας εκδικητής, ένας Ζορό της εποχής του, ένας άντρας που τιμωρεί τους κακούς, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, δηλαδή δεν τιμωρεί μόνο τους εχθρούς του αλλά κι εκείνους, που έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά αθώων συνανθρώπων τους. Ο Ωρίων Αρκομάνης χαρακτηρίζει τις τιμωρίες «σχεδόν θριλερικές» κι εμείς προσθέτουμε πως τόσο στα κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα όσο και στα σύγχρονα η πλειονότητα αυτών που δολοφονούνται είναι κακοί και τους αξίζει να πεθάνουν. Επομένως, οι αναγνώστες αυτού του είδους των μυθιστορημάτων αγαλλιάζουν κάθε φορά που ένας κακός τιμωρείται, είτε από τη θεια δίκη είτε από ανθρώπινο χέρι. Ωστόσο, το μυθιστόρημα δεν έχει βιαιότητες, δεν περιγράφει αποτρόπαια εγκλήματα, έστω και δίκαια, ο ήρωας δεν σκοτώνει ούτε δολοφονεί, μολονότι γνωρίζει τον χειρισμό των όπλων. Ο ένας κακός αυτοκτονεί, ο άλλος τρελαίνεται, ο τρίτος καταστρέφεται οικονομικά. Η απόδοση δικαιοσύνης δεν γίνεται από τα εντεταλμένα όργανα του κράτους του οποίου οι θεσμοί είναι λίγο πολύ διεφθαρμένοι (Βουλή, Χρηματιστήριο, Κακουργιοδικείο), ούτε όμως από το χέρι του αδικηθέντος Νταντές. Η τιμωρία των τριών κακών και ορισμένων μελών της οικογένειάς τους πραγματοποιείται χάρη στις ενέργειες του ήρωα.

Το πρώτο πράγμα που μαθαίνει ο Νταντές φθάνοντας στο Παρίσι είναι το ότι οι δύο θανάσιμοι εχθροί του, ο Νταγκλάρ κι ο Φερνάντο, έχουν ξεφύγει από τη φτώχεια κι είναι μεγάλοι και τρανοί, «κολυμπάνε στο χρυσάφι», όπως του λέει ο πιστός του φίλος, ο Καντερούς. Ο Νταγκλάρ είναι τραπεζίτης, ο Φερνάντο έχει αποκτήσει τίτλο ευγενείας, ενώ ο Βιλφόρ είναι καταξιωμένος δικαστικός. Όσο για την αγαπημένη του Μερσέντες, είναι πλέον κόμισσα, παντρεμένη αλλά δυστυχισμένη. Έχει παντρευτεί τον Φερνάντο από ανάγκη, διότι δεν είχε άλλη επιλογή μετά τη φυλάκιση του Νταντές. Έχει κι έναν γιο, τον Αλβέρτο, ο οποίος κάποια στιγμή προσβάλλει τον Νταντές κι αυτός αποφασίζει να τον τιμωρήσει σκοτώνοντάς τον σε μονομαχία –την τελευταία στιγμή η Μερσέντες τον παρακαλεί να χαρίσει τη ζωή στο γιο της.

Στην πλοκή υπάρχουν και εγκλήματα που δεν συνδέονται με τον Νταντές, αλλά έχουν ως κίνητρο την απληστία ορισμένων ηρώων και ηρωίδων και την αγάπη τους για το χρήμα, κάτι που το ξαναδιαβάσαμε αργότερα στα έργα της Άγκαθα Κρίστι. Η σύζυγος του Βιλφόρ, ειδική στα δηλητήρια και τα μαντζούνια, δηλητηριάζει μερικά πρόσωπα της οικογένειας του άντρα της για να τα κληρονομήσει ο γιος της ο Εδουάρδος –στο βιβλίο υπάρχει ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Τοξικολογία», όπου γίνεται λόγος για δηλητήρια, θανάτους και τον Μιθριδάτη.

 

Τάξη σε εποχή αταξίας

Διαβάζοντας με σημερινή ματιά τούτο το άκρως δημοφιλές περιπετειώδες μυθιστόρημα, θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε –με ελάχιστες επιφυλάξεις– στη σύγχρονη αστυνομική λογοτεχνία, η οποία χωρίς να αποκλείει το μυστήριο από την πλοκή έχει πολιτικές και κοινωνικές παραμέτρους. Ας έχουμε κατά νου πως ανάμεσα στα βιβλία που διάβασε ο Δουμάς για να δημιουργήσει το δικό του ήταν και τα Απομνημονεύματα του Ζακ Πεσέ, πρώην αρχειοφύλακα της αστυνομίας απ’ όπου άντλησε πληροφορίες.

Ο Μοντεχρίστος παρουσιάζεται ως τιμωρός που «αποκαθιστά τη διασαλευθείσα τάξη», μας λέει ένας μελετητής του, ο καθηγητής Ζεράρ Γκενγκέμπρ – το σχετικό κείμενό του υπάρχει στο τέλος του β’ τόμου της έκδοσης του Gutenberg. Θυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, το αστυνομικό αφήγημα εξακολουθεί να διατηρεί στη χαοτική εποχή μας τις κλασικές αρετές: αρχή, μέση, τέλος – και να «διασώζει την τάξη σε μια εποχή αταξίας».

Το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά τελειώνει με τον Νταντές να φεύγει ικανοποιημένος από τη Γαλλία, αφού έχει πάρει την εκδίκησή του. Είναι μαζί με τη Χάιδω πάνω σ’ ένα ιστιοφόρο που διασχίζει τη Μεσόγειο, αφήνοντας στους φίλους του μια αιώνια παρακαταθήκη:

«Καρτερείτε και ελπίζετε!» (ή: «Να περιμένεις και να ελπίζεις»). Κατά τον Νταντές/Μοντεχρίστο, η ανθρώπινη σοφία είναι κλεισμένη σ’ αυτές τις δύο λέξεις, κάτι που βεβαίως απηχεί τις απόψεις του συγγραφέα.

Σε κάθε περίπτωση, ο Νταντές είναι, όπως σημειώνει ο Ωρίων Αρκομάνης, «ο πρώτος ήρωας πολιτικός κρατούμενος στη λογοτεχνία».

Ποια ήταν όμως η εποχή που γέννησε έναν μυθιστορηματικό ήρωα - πολιτικό κρατούμενο; Το 1815, που ο Νταντές οδηγείται στη φυλακή, ο Ναπολέων Βοναπάρτης (1769-1821), πρώην στρατηγός, οπαδός του Ροβεσπιέρου και κατόπιν αυτοκράτορας της Γαλλίας, με εκατόν είκοσι εκατομμύρια υπηκόους, βρισκόταν εξόριστος στη νήσο Έλβα. Φαινόταν πως ήταν αδύνατον να διεκδικήσει ξανά την εξουσία στη Γαλλία, όπου βασίλευε ο Λουδοβίκος ΙΗ΄. Και όμως, στα τέλη του Φεβρουαρίου εγκατέλειψε την Έλβα και τον Μάρτιο μπόρεσε να φθάσει στη Γαλλία, αιφνιδιάζοντας τον Λουδοβίκο και ανατρέποντάς τον. Ο Ναπολέων ξαναπήρε την εξουσία, αλλά την έχασε οριστικά τον Ιούνιο του 1815 μετά τη μάχη που έγινε στο χωριό Βατερλώ του Βελγίου, όταν ο στρατός του νικήθηκε από τους Άγγλους και τους συμμάχους τους. Η περίοδος εκείνη ονομάστηκε «Εκατό ημέρες» (19 Μαρτίου-15 Ιουνίου1815).Ο Λουδοβίκος επανήλθε στην εξουσία κι ο ηττημένος Ναπολέων εξορίστηκε στο νησί Αγία Ελένη στον Νότιο Ατλαντικό, όπου και πέθανε.

  

Βυρωνικό μυθιστόρημα

Ο Κόμης Μοντεχρίστος είναι λαμπρό δείγμα της γαλλικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε βυρωνικό. Έργο ρομαντικό με στοιχεία μεσογειακά και αποχρώσεις οριενταλισμού, έχει γίνει αντικείμενο αναλύσεων, σχολιασμών, μελετών και διατριβών – και ευλόγως έγινε θεατρικό έργο, ενώ μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο. Τον περιώνυμο ήρωα, που το όνομά του ξεπέρασε σε φήμη το όνομα του δημιουργού του, έχουν υμνήσει στοχαστές όπως ο Αντόνιο Γκράμσι κι ο Ουμπέρτο Έκο – κατά τον Γκράμσι, μαλιστα, υπήρξε το πρότυπο για τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε. Είναι, και πάντα ήταν, τέτοια η επίδραση του χαρακτήρα του Νταντές και των πράξεών του πάνω στους αναγνώστες που, σύμφωνα με τις φήμες, όταν τελείωσε την ανάγνωση του μυθιστορήματος ο έφηβος Μαρσέλ Προυστ έβαλε τα κλάματα.

Επί χρόνια στη χώρα μας το μυθιστόρημα εκδιδόταν με περικοπές αλλά και λογοκριμένο, λόγω κάποιων βίαιων σκηνών, με αποτέλεσμα να ενταχθεί στην παιδική λογοτεχνία. Οι πιο πρόσφατες εκδόσεις στα ελληνικά έγιναν σε μεταφράσεις Ρένας Χατχούτ (Πατάκη, 1996 και 2014) Τάσου Καρακώτσογλου (Καρακώτσογλου, 2017). Η Σοφία Αυγερινού (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2018) και ο Ωρίων Αρκομάνης (Gutenberg, 2020) μετέφεραν το πλήρες κείμενο υποδειγματικά στα ελληνικά.

Έπαινοι ανήκουν στον μεταφραστή Ωρίωνα Αρκομάνη ο οποίος, εκτός από την πλήρη και χωρίς συντομεύσεις μετάφραση, εμπλούτισε το βιβλίο με πρόλογο, εισαγωγή και σημειώσεις, αλλά και με ένα χρονολόγιο του βίου και του έργου του Δουμά. Αυτά τα κείμενα βοηθούν τον αναγνώστη να πληροφορηθεί πλείστα ζητήματα και να λύσει απορίες σχετικές με την πλοκή, τα ιστορικά γεγονότα και τα ονόματα των προσώπων που αναφέρονται στο κείμενο του συγγραφέα.

Πλήρης και χωρίς συντομεύσεις είναι και η δίτομη έκδοση της Εστίας. Κι εδώ υπάρχουν εισαγωγή, σημειώσεις και επίμετρο, γραμμένα από τον Θόδωρο Κατσικάρο, απόφοιτος των φιλοσοφικών σχολών του Πανεπιστημίου Αθηνών και της LyonΙΙΙ, ο οποίος διδάσκει ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Στο επίμετρό του βρίσκουμε πολύ χρήσιμες πληροφορίες για την τύχη του έργου στον ελληνόφωνο χώρο της Ανατολής, ενώ υπήρξε φροντίδα να τυπωθούν φωτογραφίες εξωφύλλων των εκδόσεων στα ελληνικά κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες. Επίσης, ο μελετητής αναφέρει τη θεατρική τύχη του έργου στον ελλαδικό χώρο και συγκεντρώνει τις «συνέχειες» του έργου, γραμμένες από έλληνες συγγραφείς, κείμενα που αποδόθηκαν στον Δουμά και δείχνουν το εύρος της λαϊκής αποδοχής του Κόμη ΜοντεχρίστουΚόμη του Μόντε-Χρίστο) στα ελληνικά. Το πιο σημαντικό όμως στη μελέτη του Θόδωρου Κατσικάρου είναι ότι εξετάζει την επίδραση που είχε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα στην πρωτότυπη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή του 19ου και του 20ού αιώνα. Ο Συμβολαιογράφος (1849) του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, μυθιστόρημα με αστυνομικά στοιχεία, μοιάζει να είναι αντιγραφή του έργου του Δουμά. Πολλές ομοιότητες με το κείμενο του Δουμά παρουσιάζει και Ο Βασιλεύς του Άδου (Κωνσταντινούπολη, 1882), του Κωνσταντίνου Μεγαρέως. Εύλογη είναι η σύγκριση και με το μυθιστορημαΜηνάς, ο ρέμπελος του Κωστή Μπαστιά (1939), ο οποίος στηρίζεται, όπως ο Δουμάς, σε ένα είδος «αποστολής» των ηρώων.

Ο Θόδωρος Κατσικάρος εκφράζει την άποψη πως ο Δουμάς έγραψε το μυθιστόρημά του επηρεασμένος από δύο σπουδαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, την Οδύσσεια του Ομήρου και τη Θεία κωμωδία του Δάντη. Και μας θυμίζει ότι, μέχρι το μυθιστόρημα να εκδοθεί στα ελληνικά, ο Δουμάς ήταν άγνωστος στο ελληνικό κοινό.

 

 

 

Φίλιππος Φιλίππου

Συγγραφέας. Μεταξύ άλλων, έχει εκδώσει τα αστυνομικά μυθιστορήματα Κύκλος θανάτου (1987), Το χαμόγελο της Τζοκόντας (1988), Το μαύρο γεράκι (1996), Αντίο, Θεσσαλονίκη (1999), τη μελέτη Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας (1996) και πολλά άλλα, συνολικά είκοσι βιβλία. Πιο πρόσφατο, Η γυναίκα ως έργο τέχνης (2015).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά