Σάββατο, 08 Αυγούστου 2020

Βρήκε η Σύρος τη ραψωδό της;

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Μυθιστόρημα web only
Η Ερμούπολη το 1836. Εικονογράφηση από το βιβλίο του περιηγητή John Carne. Syria, The Holy Land, Asia Minor, &c. Illustrated. In a series of views, drawn from nature by W.H. Bartlett, William Purser, &c., London, Fisher, Son & Co., 1836-1838. Η Ερμούπολη το 1836. Εικονογράφηση από το βιβλίο του περιηγητή John Carne. Syria, The Holy Land, Asia Minor, &c. Illustrated. In a series of views, drawn from nature by W.H. Bartlett, William Purser, &c., London, Fisher, Son & Co., 1836-1838. Aikaterini Laskaridis Foundation

Χριστίνα Πουλίδου, Πέρα δώθε. Ιστορικό μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2019, 456 σελ.

Το 1822, φτάνει στη Σύρο η οικογένεια Χωρέμη, μια οικογένεια προσφύγων από τη Χίο, ύστερα από τη σφαγή εκεί των Ελλήνων από το στρατό των Οθωμανών. Πώς ξεριζωμένοι και δυστυχισμένοι άνθρωποι συνέβαλαν σε ένα οικονομικό και κοινωνικό θαύμα; Ένα μυθιστόρημα για εξήντα χρόνια της ζωής στη Σύρο, μια ιστορία χειραφέτησης. [ΤΒJ]

Αγαπήσαμε πολύ την ιδέα –δεισιδαιμονία την είπαν κάποιοι– πως η ιστορία είναι κάτι σαν τον Θεό. Που όχι μόνον έχει σκοπούς, αλλά δίνει και μάχες γι’ αυτούς και στο τέλος, ως ισόθεη, πάντα «νικάει» για να εκπληρώνονται οι σκοποί της. Οπότε, το μόνο που έμενε να κάνουν οι άνθρωποι ως «πιόνια» της ιστορίας, ήταν να ταυτιστούν με τους σκοπούς της για να επισπεύσουν την πραγμάτωσή τους.

Από αυτήν ακριβώς τη γοητευτική παγίδα της «μαγικής σκέψης» ξέφυγε η Χριστίνα Πουλίδου στο μυθιστόρημά της Πέρα -δώθε, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Έτσι, ελεύθερη από προκατασκευασμένα στερεότυπα, μας μεταφέρει στην ανθρώπινη πραγματικότητα της Σύρου του 19ου αιώνα, περιγράφοντας τη συναρπαστική δράση των ανθρώπων τη στιγμή που επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς.

Μάλιστα, με μία «λογοτεχνική πανουργία», αποφεύγει αριστοτεχνικά και τη μεγαλοστομία και μας κάνει «συμμέτοχους» της ανθρώπινης δράσης «τω οικείω λόγω». Αφού, διαβάζοντας τους διαλόγους της, καταργείς το χρόνο και γίνεσαι μέρος της εποχής.

Όταν η Σύρος, από ασήμαντο χωριό μετατρεπόταν σε διεθνές «χωνευτήρι» προσφύγων, που έστελναν σ’ αυτήν εθνικοί, πολιτικοί ή θρησκευτικοί διωγμοί. Από τους Χιώτες και τους Ψαριανούς της Επανάστασης, μέχρι τον Γάλλο κομμουνάρο και τα θύματα της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας της Μέσης Ανατολής.

Οι οποίοι, μέσα σε λίγες δεκαετίες, μετατρέπουν την Ερμούπολησε διεθνές οικονομικό και πνευματικό κέντρο. («Ο Πειραιάς είναι μια πόλη σαν την Ερμούπολη», γράφει στο τέλος ένα από τα πρόσωπα του έργου. «Όχι τόσο ωραία όμως…. Και να σκεφτείς, δεν έχει θέατρο!»).

Ταυτόχρονα όμως, επειδή ακριβώς το «θαύμα» της Ερμούπολης δεν προέκυψε ως κληρονομιά ούτε «φύτρωσε», αλλά είναι δημιουργία εκ του μηδενός της πανσπερμίας των κατοίκων της, ίσως το πιο συναρπαστικό μέρος του έργου είναι η περιγραφή αυτής της δημιουργίας.

Όταν οι άνθρωποι, μέσα στην αμηχανία και τη μοναξιά τους, πρέπει να πάρουν τις αποφάσεις της ζωής τους, για να πετύχουν τους σκοπούς τους.

Ενώ ταυτόχρονα ξέρουν, από την περιπέτεια της ίδιας της ζωής τους, πως δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι τα σχέδιά τους θα εκπληρωθούν. Αφού στα ανθρώπινα, ανάμεσα στην πρόβλεψη και στην επιβεβαίωσή της –σε πείσμα όλων των προφητειών– μεσολαβεί κάτι εντελώς απροσδόκητο: οι πράξεις των ανθρώπων που δεν προδιαγράφονται.

Οπότε τι τους έμενε; Η επαφή με την πραγματικότητα, ώστε να αντιλαμβάνονται κάθε φορά περί τίνος πρόκειται.

Φορείς αυτού του χειραφετητικού πνεύματος είναι οι ήρωες του έργου της Πουλίδου, όταν ελεύθεροι από ιδεοληψίες –ακόμη και ο παλιός κομμουνάρος εγκαταλείπει τις προφητείες και τρέπεται σε μεταρρυθμιστή– δημιουργούν απερίσπαστοι τη δική τους κοινωνία.

Ενώ ταυτόχρονα, λόγω προφανώς του γεγονότος ότι έσμιξαν και δημιουργούν μετά από καταστροφές, ξέρουν να προστατεύονται και από την ύβριν στην οποία οδηγεί η απουσία αυτεπίγνωσης.

Γι’ αυτό και όταν, σε μία ακόμη οδυνηρή διάψευση της ανθρώπινης επιθυμίας για συνεχή «πρόοδο», η Σύρος –ως συνέπεια των ευρύτερων οικονομικών αλλαγών– χάνει την πρωτοκαθεδρία της, ακολουθεί σχεδόν αβίαστα, ως φυσικό γεγονός, η αντίστροφη πορεία.

«Όπως η ναυτιλία και τα εργοστάσια φεύγουν απ’ τη Σύρα, έτσι φεύγουν και οι άνθρωποί τους», λέει ένας από τους ήρωες, που αποφασίζει να μεταφερθεί στον Πειραιά για να συνεχίσει την δραστηριότητά του στο νέο επιχειρηματικό κέντρο.

Και επειδή ακριβώς, ως δημιουργοί της Σύρου που εκείνη την στιγμή αφήνουν, έμαθαν πως η ζωή αξίζει μόνον αν δημιουργείς, μπορούν πιο εύκολα να πάρουν τις αποφάσεις για μετοίκηση, αναζητώντας νέες ευκαιρίες δράσης, προτού το νησί μετατραπεί σε «μουσείο» της ευμάρειας και του πολιτισμού που πέρασαν.

Ενώ το αντίστροφο διαδραματίζεται την ίδια περίοδοστα Επτάνησα. Όταν η «κοινωνία των αρχόντων» αρνείται να δεχθεί τη νέα πραγματικότητα και παραμένει καθηλωμένη στα φαντάσματα του παρελθόντος. Οπότε η οικογένεια του Οφιομάχου –από το Οι σκλάβοι στα δεσμά τους του Ντίνου Θεοτόκη– ζει από τις «σάρκες της», μέσα στη θλίψη που φέρνει η αδυναμία τους να αντιδράσουν στην ανέχεια. Και το μόνο που κάνουν είναι να προσπαθούν να κρύψουν την έκπτωση στα έγκατα του σκοτεινού αρχοντικού τους. Είναι η στιγμή που η ζωή τους γίνεται φάντασμα του παρελθόντος και τελειώνει.

Ενώ η Χριστίνα Πουλίδου μας περιγράφει έξοχα τη ζωή που συνεχίζεται ακόμη και την ώρα της πτώσης. Επειδή για τους ήρωές της η ζωή δεν είναι ούτε φάντασμα ούτε παρελθόν, αλλά συνεχής δημιουργία.

Όπως ακριβώς και για τους ραψωδούς. Όταν, ανάμεσα σε καταστροφές, θανάτους και ξεριζωμούς, τραγουδούσαν πάντα τη ζωή που συνεχίζεται. Αυτό δηλαδή που κάνει και η Χριστίνα Πουλίδου.

Γι’ αυτό και στο ερώτημα του τίτλου, απαντάμε: Ναι, η Σύρος βρήκε τη ραψωδό της.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά