Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τρίτη, 24 Μαρτίου 2020

Η αβάσταχτη απόφαση του Είναι

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Τεύχος 106
 Ο Γιώργος Λαμπράκος.  Ο Γιώργος Λαμπράκος. Δημήτρης Χριστόπουλος

Γιώργος Λαμπράκος, Αίμα μηχανή. Μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2019, 432 σελ.

Σε έναν κόσμο χωρισμένο στα δύο, μετά τον Τέταρτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Μηχάνθρωποι ζουν κάτω από το έδαφος, σε μια κοινωνία οργανωμένη και λειτουργική. Στην επιφάνεια της Γης, στην επικράτεια της Αμηχανίας, βρίσκονται οι «απλοί άνθρωποι», σε καθεστώς στέρησης και αναρχίας. Ο βασικός ήρωας του βιβλίου, αν και Μηχάνθρωπος, ζει σε καθεστώς αμηχανίας. Μπορεί ένα τέτοιο περιβάλλον φαντασίας να μιλάει τελικά για τις δικές μας ζωές; Αναδημοσίευση από το Books' Journal, #106, Φεβρουάριος 2020.

Ίσως πρέπει να ξεκινήσω με την ομολογία ότι δεν διαβάζω επιστημονική φαντασία. Ίσως αυτό να με καθιστά ανίκανη να κρίνω πραγματικά την αξία του βιβλίου του Γιώργου Λαμπράκου ως βιβλίο επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο οι Μηχάνθρωποί του δεν απέχουν και τόσο από τους ανθρώπους που γνωρίζω ώστε να νιώσω ότι ο μελλοντικός τόπος και χρόνος της δράσης εμποδίζουν την κατανόηση και την ταύτισή μου (ή όχι) μαζί τους. Ίσως ακριβώς επειδή τοποθετεί τους ήρωές του σε ένα άγνωστο μέλλον, σε έναν νέο κόσμο, μετά την έλευση ενός Τέταρτου Παγκόσμιου Πολέμου, ο Γιώργος Λαμπράκος καταφέρνει να δώσει ένα μυθιστόρημα ιδεών που δεν αναλώνεται στην αφήγηση γνωστών, οικείων ιστοριών, αλλά προσφέρει ερωτήματα, σπρώχνει μαλακά τον αναγνώστη να σκεφτεί, να πάρει θέση.

Σε έναν κόσμο χωρισμένο στα δύο, οι Μηχάνθρωποι ζουν κάτω από το έδαφος, σε μια κοινωνία οργανωμένη και λειτουργική. Στην επιφάνεια της Γης βρίσκονται οι «απλοί άνθρωποι», οι Αμήχανοι, σε καθεστώς στέρησης και αναρχίας. Η επικράτειά τους ονομάζεται Αμηχανία, στερημένη μηχανής, αλλά σαφώς όχι μόνο. Το λεκτικό παιχνίδι –ως οφείλει– αποκαλύπτει αναπάντεχα μια πραγματικότητα που το ανθρώπινο είδος δεν χρειάζεται να περιμένει έναν τρίτο ή τέταρτο παγκόσμιο πόλεμο για να βιώσει. Η τωρινή μας συνθήκη είναι αυτή της απόλυτης αμηχανίας, απέναντι στους άλλους, στον εαυτό μας, στον κόσμο. Και ο βασικός ήρωας του βιβλίου, άλλωστε, αν και Μηχάνθρωπος, σε καθεστώς αμηχανίας ζει. Δεν ξέρει τι να κάνει με τον εαυτό του, δεν έχει τους σωστούς τρόπους ώστε να κατακτήσει φήμη, θέσεις, γυναίκες. Αυτό που έχει είναι οι εμμονές του και η μοναξιά του. Λαχταράει έρωτα, αγάπη, τρυφερότητα και διαβάζει εμμονικά τον βρετανό φιλόσοφο Σάμιουελ Μπάτλερ. Η όποια επιτυχία γνωρίζει οφείλεται ακριβώς στην επιθυμία του να μοιραστεί με άλλους αυτό το πάθος. Με τον ίδιο τρόπο, ο Λαμπράκος παραδίδει ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα επειδή είναι σαφές ότι γράφει με κίνητρο το προσωπικό του πάθος για την αξία της γραφής, όχι ως αφηρημένο διανοητικό παιχνίδι, αλλά ως προσπάθεια επικοινωνίας και σύνδεσης, ως ανάγκη να μοιραστεί ιδέες που τον απασχολούν.

Με έξυπνο και συχνά χιουμοριστικό τρόπο ο Λαμπράκος αναρωτιέται για τη λειτουργία της ανάγνωσης και της λογοτεχνίας, πότε φταίει ο συγγραφέας και πότε ο αναγνώστης για την αποτυχημένη πρόσληψη ενός βιβλίου και οφείλουν άραγε το συναίσθημα και η συγκίνηση να υπερισχύουν της λογικής σε ένα βιβλίο για να έχει αυτό λογοτεχνική αξία; Το ίδιο ερώτημα ουσιαστικά θέτουν και τα διάφορα ερωτηματολόγια προς τον αναγνώστη που διακόπτουν την αφήγηση και εκθέτουν την αγωνία αλλά και την παιγνιώδη διάθεση του συγγραφέα ως προς το χτίσιμο ενός μυθιστορήματος, ενώ ταυτόχρονα αναγκάζουν τον αναγνώστη να σκεφτεί με κριτικούς όρους το βιβλίο που κρατάει. Παραδόξως, αυτό δεν αφαιρεί, αλλά προσθέτει στην απόλαυση της ανάγνωσης.

 

Ενα βιβλίο που θέτει ερωτήματα

Είναι σαφές ότι ο Λαμπράκος έχει διαβάσει πολλή και καλή λογοτεχνία, και έχει επίσης σκεφτεί πολύ γύρω από το ρόλο και τη λειτουργία της, με αποτέλεσμα να παραδίδει ένα μυθιστόρημα εντελώς δικό του, που καταφέρνει να θίξει βασικά θέματα του εσωτερικού βίου με εξυπνάδα και ανάλαφρη διάθεση, χωρίς να καταφεύγει στην αμπελοφιλοσοφία και τον εύκολο διδακτισμό. Δεν ισχυρίζεται ότι έχει τις απαντήσεις, αλλά διακατέχεται από μια ασίγαστη αγωνία και απορία για τα ανθρώπινα. Πώς συνδεόμαστε με τους άλλους; Τι σημαίνουν οι οικογενειακοί δεσμοί; Πόσο μας επηρεάζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτυσσόμαστε; Πόσο βαραίνει η βιολογία σ’ αυτό που γινόμαστε;

Και τελικά, το μεγαλύτερο ζήτημα σε όλο το βιβλίο είναι ακριβώς αυτό. Είμαστε αυτό που είμαστε ή γινόμαστε αυτό που μας επιτρέπουν οι συνθήκες; Πώς μπορώ να είμαι εγώ; Το πιο αμείλικτο, το πιο θεμελιώδες ερώτημα είναι η διαφορά του δικού μου Είναι από όλα τα υπόλοιπα, είναι το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης απέναντι στα όσα μας συμβαίνουν, η καίρια στιγμή μιας απόφασης και η τεράστια δυσκολία να την πάρεις μέσα σε συνθήκες άπειρων και αντικρουόμενων επιλογών που συχνά σε οδηγούν στην απόλυτη ακινησία. Οι ήρωες του βιβλίου έρχονται αντιμέτωποι με αποκαλύψεις και εξελίξεις που τους αναγκάζουν να δράσουν, όμως κάθε μέρα και κάθε ώρα της ζωής μας είναι στην πραγματικότητα γεμάτη από τέτοιες στιγμές και τα εναλλακτικά τέλη του βιβλίου, αν και αρχικά με ενόχλησαν, τονίζουν το πόσο διαφορετικές αποφάσεις μπορούμε κάθε φορά να πάρουμε και πόσο απαραίτητο είναι να τις πάρουμε, με πίστη, τυφλή ίσως, αλλά πίστη, σε κάτι βαθύ, πυρηνικό, που ανταποκρίνεται όχι σε μια γενική και απόλυτη αλήθεια αλλά τη δική μας, κάθε φορά. Η ροή των πραγμάτων συνεχίζεται απρόσκοπτα, ο κόσμος μεταβάλλεται, μεταμορφώνεται, τίποτα δεν παραμένει μετέωρο και παγωμένο, η μοίρα μας είναι πάντα θέμα αποφάσεων, κάθε απόφαση είναι μοιραία. Ένα βιβλίο που σε κάνει να σκεφτείς, ένα βιβλίο που σε κάνει να θέλεις να το συζητήσεις, που σε φέρνει αντιμέτωπο με την ευθύνη σου απέναντι στον εαυτό σου, είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσεις.

 

 

Μυρσίνη Γκανά

Μεταφράστρια. Γράφει κριτική λογοτεχνίας και ποιήματα.