Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

Το έγκλημα ήταν η δουλειά της

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Λογοτεχνία Αστυνομικό μυθιστόρημα Κριτική Πρόσωπα Βιογραφία Τεύχος 97
Η Άγκαθα Κρίστι (1890-1976) από τον Αλέκο Παπαδάτο.  Η Άγκαθα Κρίστι (1890-1976) από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal

Agatha Christie, Μια αυτοβιογραφία, μετάφραση από τα αγγλικά: Χρήστος Καψάλης,Ψυχογιός, Αθήνα 2018, 700 σελ.

Αγγλίδα. Την καθόρισε ο θάνατος του πατέρα της. Μυήθηκε στη συνθετότητα της ζωής στο Παρίσι. Της άρεσαν τα μακρινά ταξίδια. Στην αστυνομική λογοτεχνία την οδήγησε η ανάγνωση ενός βιβλίου του Γκαστόν Λερού, ενώ λάτρευε τον Άρθουρ Κόναν Ντόυλ. Έκανε επιτυχία από το πρώτο βιβλίο της. Ο συγγραφέας που την είχε καθορίσει ήταν ο Σαίξπηρ. Βασικοί χαρακτήρες των ιστοριών της είναι ο Ηρακλής Πουαρό και η Μις Μαρπλ. Δουλειά της είναι το έγκλημα. Συχνά, οι φόνοι στα βιβλία της προέρχονται από δηλητήριο. Οι μυστηριώδεις φόνοι στις δικές της πλοκές πάντα εξιχνιάζονται. Η Άγκαθα Κρίστι, που πάντα έχει πολλούς και φανατικούς αναγνώστες, επανεκδίδεται στην Ελλάδα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 97, Απρίλιος 2019. [TBJ]

Οι Άγγλοι έτρεφαν ανέκαθεν συμπάθεια προς το μυστήριο και τα εγκλήματα, κάτι που υπογράμμισε το 1934 η Ντόροθυ Λ. Σέγιερς, μία από τις τέσσερις σημαντικότερες γυναίκες συγγραφείς της Χρυσής Εποχής της αγγλικής αστυνομικής λογοτεχνίας – οι άλλες είναι η Άγκαθα Κρίστι, η Νάγιο Μαρς και η Μάρτζερι Άλλινγκχαμ:

Φαίνεται πως ο θάνατος εφοδιάζει το αγγλοσαξονικό πνεύμα με ένα απόθεμα αθώας ψυχαγωγίας, πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο θέμα.

Βασικό στοιχείο στα μυθιστορήματα αυτών των κυριών αποτελούσε ένα λογοτεχνικό αίνιγμα, τη λύση του οποίου όφειλε να βρει ο αναγνώστης με βάση τις ενδείξεις που του έδινε με το σταγονόμετρο η συγγραφέας. Ποιος έκανε το έγκλημα; Ποιος σκότωσε; Συνήθως, η απάντηση ήταν αδύνατη, οπότε το βάρος έπεφτε στη συγγραφέα, η οποία, αφού παραπλανούσε τον αναγνώστη, έλυνε το αίνιγμα στο τέλος του αφηγήματος μέσω του ήρωά της, ιδιωτικού ντετέκτιβ ή αστυνομικού.

Από τις τέσσερις γυναίκες που προαναφέρθηκαν, ξεχώρισε η Άγκαθα Κρίστι που εξελίχθηκε σε συγγραφικό φαινόμενο, στη «βασίλισσα του εγκλήματος» όπως την αποκάλεσαν. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε 103 γλώσσες, έχει  πουλήσει πάνω από 2 δισεκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο (το μπεστ σέλερ των μπεστ σέλερ είναι οι Δέκα μικροί νέγροι), μάλιστα σε πωλήσεις βρίσκεται πίσω μόνο από τον Σαίξπηρ και τη Βίβλο. Έγινε από νωρίς διάσημη από τα μυθιστορήματά της με ήρωα τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό, αλλά και με την ερασιτέχνιδα ντετέκτιβ Μις Μαρπλ, ενώ της απονεμήθηκε από τη Βασιλική Αυλή της Βρετανίας ο τίτλος της Dame για την προσφορά της στη λογοτεχνία. Είχε γεννηθεί στις 15 Σεπτεμβρίου 1890 στο Τορκί του Ντέβον ως Άγκαθα Μαίρη Κλαρίσα Μίλερ και πέθανε στις 12 Ιανουαρίου 1976 στο Ουίντερμπροκ.

Στην αθηναϊκή εφημερίδα Ελευθερία δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 1962 άρθρο που αποδιδόταν σε άγγλο συγγραφέα με τίτλο «Εκδοτικές επιτυχίες». Σε αυτό, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε:

Οι εκδότες λένε ότι μπεστ σέλερ είναι ένα βιβλίο που πουλά πάνω από 50.000 αντίτυπα με την αρχική τιμή της πρώτης εκδόσεως. Αλλά 50.000 αντίτυπα είναι ασήμαντη κυκλοφορία για τον πιο επιτυχημένο συγγραφέα του κόσμου που, κατά την αρμόδια υπηρεσία του ΟΗΕ, την Ουνέσκο, είναι η Άγκαθα Κρίστι. Τα αστυνομικά της μυθιστορήματα και τα θεατρικά της έργα, περιλαμβανομένου και του φαινομένου της Ποντικοπαγίδας, που παίζεται επί δέκα χρόνια σ’ ένα θέατρο του Λονδίνου, κυκλοφορούν σε 103 ξένες μεταφράσεις, ήτοι 14 περισσότερες από τον Σαίξπηρ. Ο Σαίξπηρ είναι ο δεύτερος βρετανός συγγραφέας που διαβάζεται περισσότερο στον κόσμο και ακολουθεί ο Σώμερσετ Μωμ και η Ένιντ Μπλάιτον (συγγραφέας των παιδιών).

Όσα ανέφεραν οι εφημερίδες το 1960 δεν έχουν αλλάξει σήμερα. Οι αστυνομικές μυθιστορίες της Άγκαθα Κρίστι συνεχίζουν να διαβάζονται με πάθος ως κλασικές, αλλά και ως ενδιαφέρουσες ασκήσεις λογοτεχνικής και αστυνομικής ευφυΐας. Η μεγάλη απήχησή της ως συγγραφέως και μάλιστα στις μη αγγλοσαξονικές χώρες οφείλεται σε ένα βαθμό στον κινηματογράφο, καθώς τα σημαντικότερα έργα της μεταφέρθηκαν με επιτυχία στη μεγάλη οθόνη από σπουδαίους σκηνοθέτες – ανάμεσά τους, οι Δέκα μικροί νέγροι (1945) του Ρενέ Κλαιρ, ο Μάρτυρας κατηγορίας (1957) του Μπίλι Γουάιλντερ, αλλά και το Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές από τον Σίντνεϊ Λιούμετ το 1974 και από τον Κένεθ Μπράνα το 2017.

 

Τα πρώτα χρόνια

Πολλά πράγματα από τη ζωή της, η Άγκαθα Κρίστι τα διηγείται στην αυτοβιογραφία της, την οποία άρχισε να γράφει τον Απρίλιο του 1950. Την ολοκλήρωσε το 1965, όταν ήταν εβδομήντα πέντε χρόνων. Ο πρόλογός της γράφτηκε στο Νιμρούντ του Ιράκ, σ’ ένα σπιτάκι που έβλεπε τις χιονισμένες βουνοκορφές του Κουρδιστάν. Εκεί, η Κρίστι εξηγεί για ποιο λόγο έγραψε για τον εαυτό της. Ήθελε, λέει, να μιλήσει για τη ζωή της με βάση τις αναμνήσεις της, διότι ούτε η ίδια γνώριζε με ακρίβεια την Άγκαθα – και με μια δόση απογοήτευσης ομολογούσε ότι πτυχές της προσωπικότητάς της παρέμεναν άγνωστες γι’ αυτή και μετά την εξιστόρηση της διαδρομής της: «Την πλήρη Άγκαθα πιστεύω τη γνωρίζει μονάχα ο Θεός», λέει χαρακτηριστικά.     

Μεγάλωσε μ’ έναν συμπαθητικό πατέρα που, επειδή είχε εισοδήματα, δεν εργαζόταν αλλά πήγαινε στη λέσχη να παίξει κρίκετ. Ήταν, γράφει, καλοσυνάτος, γενναιόδωρος, και εκ φύσεως ευτυχής και γαλήνιος. Η μητέρα της ήταν αινιγματική και σαγηνευτική. Στο σπίτι είχε μια νταντά, πήγαιναν μαζί στον κήπο τους για να παίξουν και στα γύρω λιβάδια για να μαζέψουν άγρια λουλούδια, ενώ κάθε Κυριακή σύχναζε στην εκκλησία όπου απολάμβανε τις λειτουργίες.

Ως παιδί έζησε με ανέσεις, σε ησυχία και ασφάλεια. Έκανε ταξίδια στο εξωτερικό με τους γονείς της και πήρε μαθήματα μουσικής κατ’ οίκον από μια Γερμανίδα. Αλλά ξαφνικά, στα έντεκά της, πέθανε ο πατέρας της από κρυολόγημα που εξελίχτηκε σε πνευμονία. Η μικρή Άγκαθα, που έμεινε με μοναδικό στήριγμα τη μητέρα της, βγήκε απότομα από τον κόσμο της παιδικής ηλικίας στην πραγματική ζωή, όπου όποιος δεν αγωνίζεται με πείσμα χάνεται.      

Έπρεπε να βρει δικλίδες για να ξεπεράσει την απώλεια. Περνούσε λοιπόν τον ελεύθερο χρόνο της διαβάζοντας βιβλία. Άρχισε από τα ιπποτικά έργα του Ουόλτερ Σκοτ και συνέχισε με Ντίκενς και Αλέξανδρο Δουμά. Οι περιπέτειες των ηρώων την ενθουσίαζαν. Φιλοδοξούσε ωστόσο να κάνει καριέρα στη μουσική και έγραψε (στο μυαλό της) μια οπερέτα, την οποία τραγουδούσε στον κήπο. Δεν κατάφερε να σπουδάσει, καμιά φορά όμως σκεφτόταν πως αν είχε τη δυνατότητα να το κάνει θα ασχολιόταν αποκλειστικά με τα μαθηματικά, που ήταν η μεγάλη της αγάπη.

Πάντως, είχε ευκαιρίες να αποκτήσει εμπειρίες που τη διαμόρφωσαν – τις πιο σημαντικές στη νεανική ζωή της τις απόκτησε όταν η μητέρα της την πήρε μαζί της στο Παρίσι, όπου συναναστράφηκε κόσμο και απέκτησε αυτοπεποίθηση. Μπολιασμένη με τη γοητεία της περιπέτειας, άρχισε από πολύ νωρίς να την προκαλεί. Έτσι το 1911 μπήκε σε ένα αεροπλάνο ως επιβάτης σε μια δοκιμαστική πτήση.

Αργότερα, άρχισε να διαβάζει και αστυνομικά μυθιστορήματα. Τότε έπεσε πάνω στο Μυστήριο του κίτρινου δωματίου του Γκαστόν Λερού, που τη γοήτευσε με τα μυστήρια της πλοκής. Έχοντας διαβάσει πιο παλιά και ιστορίες του Ουίλκι Κόλινς, αλλά και του Άρθουρ Κόναν Ντόυλ με τον Σέρλοκ Χολμς, αποφάσισε να γράψει δικές της ιστορίες μυστηρίου: ο σπόρος είχε πέσει, τώρα έπρεπε να βγάλει καρπούς.

Το 1914 παντρεύτηκε έναν νεαρό υπαξιωματικό, τον Άρτσιμπαλντ Κρίστι, ο οποίος πιλοτάριζε αεροπλάνα. Μόλις άρχισε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, κι ενώ ο σύζυγός της υπηρετούσε εδώ κι εκεί, εκείνη πήγε να εργαστεί εθελοντικά σε νοσοκομείο. Όταν βρέθηκε μπροστά σε μια εγχείρηση κόντεψε να λιποθυμήσει στη θέα του αίματος. Στο νοσοκομείο, πάντως, όπου η ίδια έφτιαχνε αλοιφές, έμαθε πολλά για τα δηλητήρια. Η εμπειρία της εκείνη θεωρείται η βάση ενός αφηγηματικού μοτίβου της: στα βιβλία της, πολλά θύματα δολοφονήθηκαν με δηλητήριο.  

Έχει γραφτεί ότι με τα μυθιστορήματά της έδινε ιδέες σε επίδοξους δολοφόνους, και κυρίως σε επίδοξους δηλητηριαστές. Όπως αναφέρει η χημικός Κάθριν Χάρκαπ, που έχει συστηματικά καταγράψει τη χρήση δηλητηρίων στα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός 15χρονου, του Γκρέιαμ Γιαγκ, ο οποίος δηλητηρίασε με θάλλιο τη μητέρα του και στη συνέχεια κι άλλους ανθρώπους. Καθώς αυτό έγινε λίγους μήνες μετά την έκδοση του βιβλίου της Άγκαθα Κρίστι The Pale Horse (1962), όπου τα θύματα δολοφονούνται με τη βοήθεια θαλλίου, μερικές εφημερίδες την κατηγόρησαν ως ηθικό αυτουργό (αναφέρεται από την Ιωάννα Σουφλέρη, Το Βήμα, 30 Απριλίου 2017).

Όταν η Κρίστι αποφάσισε να ασχοληθεί με την αστυνομική λογοτεχνία, προβληματίστηκε για το πρόσωπο του κεντρικού ήρωα.

Η ιδέα για την πρώτη αστυνομική ιστορία της ήρθε εύκολα, το μόνο που χρειαζόταν ήταν έναν ήρωα, έναν ντετέκτιβ που δεν θα έμοιαζε με τον Σέρλοκ Χολμς, ούτε με τον δημοσιογράφο Ρουλεταμπίλ του Λερού. Τότε δημιούργησε τον Πουαρό, έναν κοντό κι ευφυή Βέλγο με το μεγαλοπρεπές όνομα Ηρακλής. Έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα, τη Μυστηριώδη υπόθεση στο Στάιλς, το έστειλε σ’ έναν εκδότη και περίμενε. Το 1920 εκδόθηκε το βιβλίο στην Αμερική και το 1921 στην Αγγλία, το όνομα στο εξώφυλλο ήταν Άγκαθα Κρίστι, με αυτό έγινε διάσημη κι ας χώρισε με τον Άρτσιμπαλντ το 1928.

Εκείνη την περιπέτεια του Πουαρό, όπως και κάποιες άλλες, την αφηγείται ο φίλος του, ο λοχαγός Χέιστινγκς, ο οποίος είχε γυρίσει τραυματίας από το μέτωπο. Το όνειρο του Χέιστινγκς ήταν να γίνει ντετέκτιβ σαν τον Σέρλοκ Χολμς, αλλά δεν τα κατάφερε γιατί ο Πουαρό αποδείχτηκε πιο ικανός. Ο αφηγητής περιγράφει τον παράξενο ντετέκτιβ ως κοντό, με κεφάλι σε σχήμα αυγού που γέρνει στο πλάι, με καλοχτενισμένο μουστάκι, ντυμένο στην τρίχα. Η υπόθεση διαδραματίζεται σ’ ένα χωριό της Αγγλίας, όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα βρίσκεται νεκρή στην έπαυλή της. Κάποιος τη δηλητηρίασε, αλλά ποιος; Εφτά άνθρωποι είναι ύποπτοι, όλοι όμως έχουν ακλόνητο άλλοθι. Η Σκότλαντ Γιαρντ είναι ανίκανη να εξιχνιάσει το έγκλημα, οπότε καλείται ο Πουαρό να αναλάβει την υπόθεση και να ανακαλύψει τον ένοχο. Στο τέλος, κι αφού ανακριθούν οι ύποπτοι, η δολοφονία εξιχνιάζεται, όπως είναι αναμενόμενο: κίνητρο είναι το οικονομικό όφελος από την κληρονομιά της θανούσης.     

Η Κρίστι ελκυόταν από τα ακατανόητα και τα μυστηριώδη περιστατικά που συνέβαιναν στον κόσμο. Τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής της τα αναφέρει στην αυτοβιογραφία της μαζί με την πληροφορία πώς χρησιμοποίησε ως ήρωες πρόσωπα από το περιβάλλον της ή πού τα γνώρισε στα ταξίδια της.

Το 1934 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές, όπου ο Ηρακλής Πουαρό δίνει ένα ρεσιτάλ ευφυΐας, μα και κατανόησης των ανθρώπινων αισθημάτων και παθών. Η συγγραφέας τοποθετεί σε ένα τρένο που ταξιδεύει από τη Συρία στην Αγγλία μέσω Κωνσταντινούπολης-Τεργέστης-Καλαί. Ξαφνικά, λίγο μετά από τα μεσάνυχτα, κάπου στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας, ένας αμερικανός επιβάτης, ηλικιωμένος επιχειρηματίας με πολλά λεφτά, βρίσκεται δολοφονημένος στο διαμέρισμά του: κάποιος τον έχει μαχαιρώσει, μα το όπλο του εγκλήματος δεν βρίσκεται.Με τη βοήθεια ενός έλληνα γιατρού, του κ. Κωνσταντίνου, ο Πουαρό προσπαθεί να εξιχνιάσει το έγκλημα, αλλά διαπιστώνει πως ο επιχειρηματίας ήταν τόσο κακός άνθρωπος και είχε τόσους εχθρούς που οι ύποπτοι είναι πάρα πολλοί. Όλοι είχαν σοβαρούς λόγους να τον βγάλουν από τη μέση. Αυτό που κάνει εντύπωση είναι τα πολλαπλά χτυπήματα με μαχαίρι στο σώμα του θύματος...

 

Σωρεύοντας φήμη

Παρά τα χρήματα και τη δόξα που απέκτησε ως συγγραφέας, η ζωή της Άγκαθα Κρίστι δεν ήταν πάντα ανέφελη. Το 1926, όταν πέθανε η μητέρα της, έπαθε κατάθλιψη. Λίγο αργότερα, στα τέλη της ίδιας χρονιάς, ο σύζυγός της της ανακοίνωσε ωμά ότι είχε ερωτευτεί άλλη γυναίκα και ζήτησε διαζύγιο. Ήταν η τρίτη μεγάλη δυσκολία, μετά το θάνατο του πατέρα της, το 1901. Το σοκ ήταν μεγάλο και την οδήγησε να πάρει το αμάξι της και να εξαφανιστεί. Γνωστοί και φίλοι άρχισαν να την ψάχνουν, μια εφημερίδα έδινε χρηματική αμοιβή σε όποιον την εντόπιζε, ενώ ο Άρθουρ Κόναν Ντόυλ την αναζήτησε μέσω πνευματιστικών συναθροίσεων. Ύστερα από δέκα μέρες, στα μέσα Δεκεμβρίου, βρέθηκε σ’ ένα ξενοδοχείο. Έμενε με ψεύτικο όνομα και κυκλοφόρησε η φήμη ότι διαγνώστηκε με αμνησία, αυτή ήταν η εξήγηση που έδωσε η ίδια. Για το συγκεκριμένο ζήτημα δεν μιλούσε ποτέ ούτε έγραψε λέξη στην αυτοβιογραφία της. Πάντως, εκείνη η εξαφάνιση αποτελεί άλυτο μυστήριο στην, κατά τα άλλα, πειθαρχημένη ζωή της.

Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει. Το 1930, η Άγκαθα παντρεύτηκε τον αρχαιολόγο Μαξ Μαλόουαν, δεκατρία χρόνια νεότερό της, και άρχισε να ταξιδεύει στη Μέση Ανατολή. Τότε ήρθε και στην Ελλάδα, όπου επισκέφτηκε την Αθήνα, την Ολυμπία, τις Μυκήνες, την Επίδαυρο, τους Δελφούς. Ίσως εκείνη η περιπέτεια να την έκανε να αγαπήσει τα ταξίδια και τις ανασκαφές, χωρίς να πάψει να γράφει μυθιστορήματα. Λάτρεψε τις χώρες της Μέσης Ανατολής, ιδιαιτέρως τη Συρία και το Ιράκ, κι έζησε κάμποσα χρόνια στο Νιμρούντ, όπου είχε ένα σπιτάκι από τούβλα, το «σπίτι της Άγκαθα», συμμετέχοντας σε ανασκαφές.

Οι μελετητές της και οι αρθρογράφοι ανά τον κόσμο έχουν διακρίνει στα έργα της τη βαθιά πίστη στην ηθική υπόσταση του ανθρώπου και, γι’ αυτό, σχεδόν πάντα αποδίδει δικαιοσύνη, τιμωρώντας τους κακούς χαρακτήρες. Στο αφιέρωμα στην αστυνομική λογοτεχνία του περιοδικού Διαβάζω (αρ. 86, Ιανουάριος 1984), ο Βασίλης Ραφαηλίδης εκφράζει την άποψη ότι «κατασκευάζει έξοχα σταυρόλεξα», και ο Στάθης Βαλούκος τονίζει ότι ο ήρωάς της, ο Ηρακλής Πουαρό, «αποτελεί την πιο σημαντική συμβολή της στην ιστορία του αστυνομικού μυθιστορήματος». Στο αφιέρωμα του ίδιου περιοδικού σε αυτήν (Διαβάζω, αρ. 149, Ιούλιος 1986), η Ζερμαίν Μαμαλάκη χαρακτηρίζει την Άγκαθα Κρίστι κοινωνική συγγραφέα, υποστηρίζοντας πως περιγράφει με ιδιαίτερη φροντίδα την αγγλική κοινωνία της εποχής της, όπως έκαναν πριν από αυτήν ο  Κάρολος Ντίκενς, κι ο Εμίλ Ζολά στη Γαλλία.

Η επιτυχία της Κρίστι στην πατρίδα της, όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το πρώτο της κιόλας αστυνομικό βιβλίο, δεν ήταν τυχαία. Κατάφερε να κερδίσει ευθύς εξαρχής τους βρετανούς αναγνώστες επειδή το αστυνομικό μυθιστόρημα, όπως εξελίχθηκε με τη συμβολή του Άρθουρ Κόναν Ντόυλ και του ήρωά του, του Σέρλοκ Χολμς, ανήκει στην παράδοση της αγγλικής λογοτεχνίας, η οποία θεωρεί ότι η βία, το έγκλημα και το κοινωνικό χάος αποτελούν εκτροπή, ότι δηλαδή υπονομεύουν και εν τέλει καταστρέφουν την τάξη και την ευνομία. Μέχρι την εμφάνιση της Κρίστι, αυτή την παράδοση την είχαν υπηρετήσει σπουδαίοι συγγραφείς, τους οποίους κανείς δεν διανοήθηκε να κατατάξει στην αστυνομική λογοτεχνία – άλλωστε δεν είχε καθιερωθεί ο συγκεκριμένος όρος. Ο Άντονι Τρόλοπ και ο Κάρολος Ντίκενς είχαν γοητευτεί από τον υπόκοσμο του εγκλήματος και τον τρόπο που τον αντιμετώπιζε η αστυνομία της εποχής. Μαζί τους, συνέπλεε και ο Ουίλκι Κόλινς, ο οποίος θεωρείται ο πατέρας του αγγλικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Αλλά και η Σαρλότ Μπροντέ, στην Τζέην Έυρ, βάζει μυστηριώδεις ήρωες να δρουν σε μια σκοτεινή υπόθεση με πολλά μυστικά. Επίσης, η Τζέην Ώστεν στην Έμμα αφηγείται την ιστορία μιας μικρής ομάδας ατόμων σε μια κλειστή κοινωνία, όπου όλοι έχουν κάτι να κρύψουν.

Σε κάθε περίπτωση την Κρίστι την επηρέασε σε μεγάλο βαθμό ο Άρθουρ Κόναν Ντόυλ. Προς τιμήν του μάλιστα, στο πρώτο της μυθιστόρημα, τη Μυστηριώδη υπόθεση στο Στάιλς, μνημονεύει τον Σέρλοκ Χολμς ως ήρωα και ντετέκτιβ. Διότι ο αφηγητής της, ο λοχαγός Χέιστινγκς, έχει δημιουργηθεί πάνω στο πρότυπο του Γουάτσον, ο οποίος είναι ο αφηγητής των περιπετειών του Χολμς. Τον μνημονεύει, επίσης, και στο πρώτο μυθιστόρημα με ηρωίδα της Μις Μαρπλ, το Φόνο στο πρεσβυτέριο (1930), γράφοντας πως ο κάθε ερασιτέχνης ντετέκτιβ πιστεύει κατά βάθος πως είναι ο Σέρλοκ Χολμς.

 

Ο Πουαρό και η Μις Μαρπλ

Βασικοί χαρακτήρες των ιστοριών της είναι ο Ηρακλής Πουαρό και η Μις Μαρπλ. Ο πρώτος έχει την ιδιότητα του ιδιωτικού ντετέκτιβ και είναι προικισμένος με εξαιρετική ευφυΐα. Η δεύτερη είναι μια απλή νοικοκυρά που ειδικεύεται στην επίλυση γρίφων. Αμφότεροι εξιχνιάζουν εγκλήματα που συνήθως συμβαίνουν σε χωριά, όπου οι περισσότεροι ήρωες είναι γνωστοί μεταξύ τους, μακριά από το Λονδίνο και τις μεγάλες πόλεις. Εκεί ζουν τα πρόσωπα που εμφανίζονται συχνά στα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι, είτε είναι θύματα είτε θύτες. Ο πλούσιος γαιοκτήμονας ή η πλούσια κληρονόμος, ο μπάτλερ, ο κηπουρός, ο απόστρατος συνταγματάρχης, ο γιατρός, ο φαρμακοποιός, ο ιερέας, ο ξενιτεμένος συμπατριώτης, η νοσοκόμα, η μακρινή εξαδέλφη.

Συχνά, τα εγκλήματα που περιγράφει τα διαπράττουν δυο δράστες, διότι είχε την άποψη ότι σε πολλά από αυτά απαιτείται συνεργασία ώστε να επιτύχει το εγχείρημα. Ενίοτε, αυτοί οι δράστες είναι ένας άντρας και μια γυναίκα που διατηρούν σχέση και θέλουν να ξεφορτωθούν τον ή τη σύζυγο, ιδίως όταν το παντρεμένο ζευγάρι έχει κάποια διαφορά ηλικίας. Ωστόσο, στα βιβλία της εμφανίζονται αρκετά ζευγάρια υπόπτων που συνδέονται με έρωτα, χωρίς σκοπιμότητα ή υστεροβουλία, και στο τέλος της ιστορίας της τα αφήνει να ζήσουν ευτυχισμένα.

Μολονότι στα βιβλία της υπάρχουν φόνοι, ένας, δύο ή περισσότεροι, έχουν φτάσει και τους δέκα, και μολονότι τα θύματα είναι άντρες, γυναίκες, ηλικιωμένοι και γέροι, ακόμα και έφηβοι, πλούσιοι και φτωχοί, οι σκηνές που περιγράφει δεν είναι άγριες, δεν την ελκύει το αίμα και οι βαρβαρότητες. Ίσως γι’ αυτό το όπλο που συνήθως προτιμάει είναι το δηλητήριο. Οπότε εκείνοι που επιθυμούν να διαβάσουν μια σκληρή ιστορία με αγριότητες και κομματιασμένα κορμιά είναι προτιμότερο να καταφύγουν στα βιβλία με τα γαζωμένα από σφαίρες πτώματα, όπου η βία καλπάζει στους δρόμους, όπως εκείνα του Ντάσσιελ Χάμμετ και του  Ραίημοντ Τσάντλερ.                  

«Τόνοι χαρτιού ξοδεύτηκαν», γράφει η Φίλις Τζέημς στο βιβλίο της Συζητώντας για το αστυνομικό μυθιστόρημα, στην προσπάθεια να δοθεί μια εξήγηση για το μυστικό της επιτυχίας της Κρίστι. «Η διαχρονική ερώτηση», συνεχίζει, «είναι πώς κατάφερε αυτή η καλοαναθρεμμένη κυρία της εδουαρδιανής εποχής να γίνει παγκόσμιας φήμης συγγραφέας;» Το στυλ της δεν είναι πρωτότυπο ούτε κομψό, έχει όμως τεχνική αρτιότητα. Πάνω απ’ όλα, γράφει η Τζέιμς, είναι «μια ταχυδακτυλουργός της λογοτεχνίας» που τοποθετεί τα χαρτιά με τους χαρακτήρες της ανάποδα και τα μετακινεί με έμπειρη δεξιοτεχνία.

Έχει εξομολογηθεί ότι όταν ξεκίνησε να γράφει την πρώτη αστυνομική ιστορία της δεν είχε καμιά διάθεση να κάνει κριτική ή να σκεφτεί σοβαρά πάνω στην εγκληματικότητα. Ήθελε όμως, μαζί με την αποκάλυψη του άγνωστου δράστη των φόνων, το τέλος της ιστορίας να έχει ηθικό δίδαγμα: την αποκήρυξη του Κακού και το θρίαμβο του Καλού. Κατά κάποιον τρόπο, έγραψε μικρές τραγωδίες με αίσιο τέλος: οι επιρροές της από τα σαιξπηρικά είναι καταφανής. Ήδη μερικοί τίτλοι μυθιστορημάτων της είναι λέξεις και φράσεις του Σαίξπηρ: Sad Cypress (στίχος τραγουδιού από τη Δωδέκατη νύχτα), By the pricking of my thumbs από τον Μάκβεθ, There is a tideTaken at the flood) από τον Ιούλιο Καίσαρα, Absent  in the spring από το Σονέτο 98, The mousetrap από τον Άμλετ.

Οπωσδήποτε στα μυθιστορήματά της απονέμεται η δικαιοσύνη. Το χωριό που είχε αναστατωθεί από τη δράση του δολοφόνου επιστρέφει στην αρχική ηρεμία του κι η τάξη αποκαθίσταται, κάτι βεβαίως που δεν συμβαίνει στην πραγματική ζωή, όπου οι εμπλεκόμενοι σ’ ένα έγκλημα μολύνονται από τις παρενέργειές του.

Η Άγκαθα Κρίστι ήταν συντηρητική και θρησκευόμενη, μια γυναίκα που πίστευε στην καλοσύνη, την αλληλεγγύη, την κατανόηση, την ηθική. Μπορεί να πρόσφερε –και εξακολουθεί να προσφέρει– ψυχαγωγία και διασκέδαση στους αναγνώστες της μέσα από δολοφονίες κάθε είδους, αλλά στις ιστορίες της πάντα το έγκλημα εξιχνιάζεται κι ο δολοφόνος τιμωρείται, είτε συλλαμβάνεται και φυλακίζεται είτε αυτοκτονεί.

 

Τα ταξίδια της

Στην αυτοβιογραφία της υπάρχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Ο γύρος του κόσμου». Εκεί μιλάει για τη μεγάλη αγάπη της για τα ταξίδια. Θεωρεί πολύ σπουδαίο γεγονός ότι έκανε διακοπές στη Χονολουλού. Το να πάει σε ένα νησί των Νοτίων Θαλασσών ήταν κάτι πέρα από τα πιο τρελά της όνειρα. Ένα από τα ταξίδια που της έμεινε αξέχαστο ήταν η επίσκεψή της με καράβι στο Κέιπ Τάουν κι ύστερα σε άλλα λιμάνια της Νότιας Αφρικής. Θυμόταν πάντα τους Καταρράκτες της Βικτόρια, που τους θεωρούσε ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου. Στην ίδια περιοχή, στο Λίβινγκστον, είδε να κολυμπούν κροκόδειλοι και ιπποπόταμοι. Περιγράφει επίσης το ταξίδι της στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, την οποία θεωρεί την πιο όμορφη χώρα που είδε στη ζωή της.   

Στο τελευταίο κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας της κάνει έναν μικρό απολογισμό της ζωής της και σημειώνει:

Οι μεγάλοι περίπατοι ανήκουν στο παρελθόν, αλίμονο, όπως και τα μπάνια στη θάλασσα∙ πήγαν να κάνουν παρέα στα φιλέτα και τα μήλα και τα μούρα και στο διάβασμα των ψιλών γραμμάτων. Όμως απομένουν πολλά πράγματα.  Όπερες και κονσέρτα, και η ανάγνωση, και η τεράστια απόλαυση του να πλαγιάζεις στο κρεβάτι σου και να κοιμάσαι, και να βλέπεις κάθε λογής όνειρα, και πολύ συχνά να έρχονται νέοι άνθρωποι να σε δουν και να είναι απρόσμενα ευγενικοί μαζί σου. Σχεδόν, το καλύτερο από όλα, να κάθεσαι στον ήλιο και να νιώθεις μια ελαφριά νύστα… Και να που πιάνεις το νήμα από την αρχή και θυμάσαι. «Θυμάμαι, θυμάμαι, το σπίτι όπου γεννήθηκα…»

                  

 

Φίλιππος Φιλίππου

Συγγραφέας. Μεταξύ άλλων, έχει εκδώσει τα αστυνομικά μυθιστορήματα Κύκλος θανάτου (1987), Το χαμόγελο της Τζοκόντας (1988), Το μαύρο γεράκι (1996), Αντίο, Θεσσαλονίκη (1999), τη μελέτη Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας (1996) και πολλά άλλα, συνολικά είκοσι βιβλία. Πιο πρόσφατο, Η γυναίκα ως έργο τέχνης (2015).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Ο ματαιωμένος άντρας «Λήθη, τι είναι αυτό;»

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά