Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

«Λήθη, τι είναι αυτό;»

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Λογοτεχνία Πεζογραφία Κριτικές Ιστορία Τεύχος 95
Ιούλιος 1997, Βαρκελώνη. Στιγμιότυπο από την ογκώδη διαδήλωση διαμαρτυρίας κατά της τρομοκρατικής δράσης της ΕΤΑ, μετά τη δολοφονία του Μιγέλ Άνχελ Μπλάνκο. Ο δολοφονηθείς ήταν 29 ετών, δημοτικός σύμβουλος του Λαϊκού Κόμματος στη πόλη Έρμουα της Χώρας των Βάσκων. Η ΕΤΑ τον απήγαγε και παρά τις διαμαρτυρίες τον δολοφόνησε στις 13 Ιουλίου 1997. Η δολοφονία του προκάλεσε την οργή των Ισπανών οι οποίοι οργάνωσαν  μαζικές διαδηλώσεις. Ανάμεσα στα συνθήματα ακούστηκε και το περίφημο "Bastaya" (Αρκετά πια). Οι κινητοποιήσεις εκείνες έμειναν στην ιστορία ως το πνεύμα της Έρμουα. Ιούλιος 1997, Βαρκελώνη. Στιγμιότυπο από την ογκώδη διαδήλωση διαμαρτυρίας κατά της τρομοκρατικής δράσης της ΕΤΑ, μετά τη δολοφονία του Μιγέλ Άνχελ Μπλάνκο. Ο δολοφονηθείς ήταν 29 ετών, δημοτικός σύμβουλος του Λαϊκού Κόμματος στη πόλη Έρμουα της Χώρας των Βάσκων. Η ΕΤΑ τον απήγαγε και παρά τις διαμαρτυρίες τον δολοφόνησε στις 13 Ιουλίου 1997. Η δολοφονία του προκάλεσε την οργή των Ισπανών οι οποίοι οργάνωσαν μαζικές διαδηλώσεις. Ανάμεσα στα συνθήματα ακούστηκε και το περίφημο "Bastaya" (Αρκετά πια). Οι κινητοποιήσεις εκείνες έμειναν στην ιστορία ως το πνεύμα της Έρμουα. Àlex Garcia

Fernando Aramburu, Πατρίδα, μετάφραση από τα ισπανικά: Τιτίνα Σπερελάκη, Πατάκη, Αθήνα 2018, 720 σελ.

 

Η τρομοκρατία ήταν η μεγάλη πληγή της ισπανικής δημοκρατίας. Στο όνομα του «καταπιεσμένου βασκικού λαού», η ΕΤΑ δολοφόνησε εκατοντάδες πολίτες. Στα θύματά της συγκαταλέγονται κυρίως Βάσκοι αλλά και πολίτες από άλλες περιοχές της Ισπανίας, πολλοί από τους οποίους δεν είχαν σχέση με την πολιτική, άνδρες, γυναίκες, ακόμη και ανήλικα παιδιά. Ο συγγραφέας Φερνάντο Αραμπούρου αρνείται να ξεχάσει εκείνη τη δολοφονική μανία, γι’ αυτό ανασύρει την παρανοϊκή ιδεολογία της και τις ολέθριες συνέπειές της στο νέο του μυθιστόρημα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 95, Φεβρουάριος 2019. [ΤΒJ]

 

 

Στη μνήμη της Φανής Σδούγκα, για το ελεύθερο πνεύμα της, το πολιτικό της κριτήριο, το χιούμορ, την αγάπη της στα γράμματα και τη φιλία της

 

2 Ιανουαρίου 2019. Στη συμβολή των οδών Ιπποκράτους και Ακαδημίας στο κέντρο της Αθήνας έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον Δημήτρη Κουφοντίνα και τη συνοδεία του. Ο καταδικασθείς σε 11 φορές ισόβια για τις δολοφονίες 11 ανθρώπων, αρχηγός της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη, ουδέποτε μεταμεληθείς, κάνει χρήση της έκτης άδειας που του χορήγησε το συμβούλιο των φυλακών. Μετά το αρχικό σοκ, αναρωτιέμαι σε τι είδους χώρα ζω, όπου αμετανόητοι αριστεροί τρομοκράτες οι οποίοι σκότωσαν «για ιδεολογικούς λόγους» κυκλοφορούν ελεύθεροι. Αναρωτιέμαι επίσης σε ποια δυτική χώρα τρομοκράτες που θα είχαν διαπράξει αντίστοιχα εγκλήματα θα απολάμβαναν ανάλογα δικαιώματα – βόλτες στη λιακάδα, μες στο πλήθος. Ξέρω την απάντηση: σε καμία.

3 Μαΐου 2018: η αριστερή βασκική τρομοκρατική οργάνωση ΕΤΑ ανακοινώνει τη διάλυσή της, εξήμισι χρόνια μετά την παύση της τρομοκρατικής της δράσης. Όπως και ο Κουφοντίνας, η ΕΤΑ –με ένα ανακοινωθέν 378 λέξεων– δεν κάνει ούτε μια αναφορά στα θύματά της, περισσότερους από 850 νεκρούς και 6.300 τραυματίες τη χρονική περίοδο 1968-2011. Την ίδια εκείνη μέρα, ο βάσκος συγγραφέας Φερνάντο Αραμπούρου αναφέρει επιγραμματικά σε ένα τουίτ: «Επιτέλους διαλύθηκαν. Το απόγευμα θα πάω να κολυμπήσω».

Ο Αραμπούρου γεννήθηκε την ίδια χρονιά που γεννήθηκε η ΕΤΑ, το 1959. Έζησε στο Σαν Σεμπαστιάν, την πρωτεύουσα της Χώρας των Βάσκων –μια από τις 17 αυτόνομες περιφέρειες της Ισπανίας– ώς το 1985, λίγους μήνες αφότου η ΕΤΑ δολοφόνησε τον σοσιαλιστή γερουσιαστή Ενρίκε Κάσας. ‘Ήθελα μόνον να φύγω από κει. Και να πήγαινα οπουδήποτε. Από τύχη βρέθηκα στη Γερμανία», είπε αργότερα σε συνέντευξή του στην ισπανική εφημερίδα El Mundo (20/9/2016). Έκτοτε, ο Αραμπούρου ζει και εργάζεται στο Ανόβερο της Γερμανίας. Η τρομοκρατία της ΕΤΑ τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Σήμερα, και ενώ οι καταδικασθέντες για δολοφονίες τρομοκράτες της ΕΤΑ εκτίουν ποινές σε ισπανικές φυλακές, χωρίς ασφαλώς να λαμβάνουν άδειες, ο Αραμπούρου επιστρέφει στον τόπο του με την Πατρίδα, ένα βιβλίο ήδη εκδοτικό φαινόμενο στην Ισπανία και τον ισπανόφωνο κόσμο που το δίκτυο ΗΒΟ ετοιμάζεται να μεταφέρει στις τηλεοπτικές οθόνες.

 

Η τρομοκρατία κατά της δημοκρατίας

Η επιτυχία της Πατρίδας, η οποία στην ελληνική της έκδοση ευτύχησε με τη μετάφραση της Τιτίνας Σπερελάκη, μόνο τυχαία δεν είναι: στο επίκεντρο της πλοκής του μυθιστορήματος βρίσκεται η αριστερή τρομοκρατία της ΕΤΑ, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεται ο παραλογισμός της τρομοκρατίας, ο φόβος που γεννά η ακύρωση της δημοκρατίας, η διάλυση των κοινωνιών.

Η τρομοκρατία είναι ένα ζήτημα που μας αφορά όλους. Στην Ελλάδα όμως δεν καταδικάζεται πάντα απερίφραστα, ιδίως αν έχει αριστερό πρόσημο. Δείτε τις ελληνικές εφημερίδες: στις σελίδες των διεθνών ειδήσεων, οι τρομοκράτες της ΕΤΑ αποκαλούνται συνήθως βάσκοι αυτονομιστές. Το ελληνικό κοινό έχει συνηθίσει σε αυτή την περιγραφή χωρίς να γνωρίζει ούτε να πολυενδιαφέρεται τι είναι αυτή η «αυτονομία» που διεκδικεί η ΕΤΑ. Με το αιώνιο αλλά τόσο εξηγήσιμο, ιστορικά, σύνδρομο του να συντάσσονται «στο πλευρό των ανά τη Γη κατατρεγμένων», οι περισσότεροι Έλληνες έχουν, αν όχι άγνοια, μια ασαφή ιδέα περί του «αδικημένου λαού των Βάσκων»: με εξαίρεση τους διαβασμένους έλληνες αριστερούς, οι οποίοι θεωρούν ότι η ΕΤΑ ήταν μια οργάνωση που εναντιώθηκε στη δικτατορία του Φράνκο (1939-1975) και άρα αντιφασιστική και ηρωική. Παραβλέπουν ότι η ΕΤΑ άρχισε την ένοπλη βία το 1968, δολοφόνησε το 1973 τον δεύτερο τη τάξει της δικτατορίας, ναύαρχο Καρέρο Μπλάνκο, αλλά, όπως ακριβώς και η 17 Νοέμβρη, εξακολούθησε να δολοφονεί και μετά τη μεταπολίτευση στην Ισπανία, η οποία άρχισε με το θάνατο του Φράνκο το 1975. Με τη θλιβερή διαφορά, ότι τα θύματα της ΕΤΑ, οι νεκροί και οι τραυματίες, είναι αριθμητικά πολύ περισσότερα από αυτά της 17 Νοέμβρη.

Στο όνομα μια θολής, ανύπαρκτης ιδεολογίας –σύμφωνα με ορισμένους, εμπνευσμένη και από τον ιρλανδικό IRA, ο οποίος με βόμβες επεδίωκε να αποτινάξει τον βρετανικό ζυγό– στο όνομα του καταπιεσμένου, παρότι σε συνθήκες δημοκρατίας πλέον, βασκικού λαού, τον οποίο δήλωνε ότι ήθελε να απελευθερώσει (από τι ακριβώς;), η ΕΤΑ δολοφόνησε εκατοντάδες πολίτες, Βάσκους στην πλειονότητά τους: Βάσκους που δεν συμμερίζονταν τα εθνικιστικά της οράματα για ένα «σοσιαλιστικό» βασκικό κράτος, ανεξάρτητο από το ισπανικό, το οποίο θα μιλούσε τα βασκικά –“euskera”–, μια γλώσσα «ανάδελφη», όπως η ελληνική, με τη διαφορά ότι, σε αντίθεση με την ελληνική, δεν παρήγε ποτέ λογοτεχνία. Στα θύματα της ΕΤΑ συγκαταλέγονται κυρίως Βάσκοι αλλά και πολίτες από άλλες περιοχές της Ισπανίας, οι οποίοι δεν είχαν σχέση με την πολιτική, άνδρες, γυναίκες, ακόμη και ανήλικα παιδιά.

Ο Αραμπούρου δομεί την αφήγηση της Πατρίδας γύρω από τις ιστορίες δύο οικογενειών που ζουν σε ένα χωριό το οποίο δεν κατονομάζεται, κοντά στο Σαν Σεμπαστιάν. Οι γονείς και τα παιδιά είναι στενοί φίλοι μέχρι την ημέρα που ο Χοσέ Μάρι, ο πρωτότοκος της μιας οικογένειας, περνάει στις τάξεις της ΕΤΑ. Και όταν η ΕΤΑ δολοφονεί τον πατέρα της άλλης οικογένειας, τον Τσάτο, επέρχεται η ολική ρήξη. Η γυναίκα του Τσάτο, η Μπιττόρι, προσπαθεί να μάθει αν μεταξύ των δολοφόνων του συζύγου της είναι και ο Χοσέ Μάρι, ο γιος της Μίρεν, της άλλοτε στενής της φίλης.

Ο Τσάτο, ιδιοκτήτης μια επιχείρησης φορτηγών, δολοφονήθηκε λίγα μέτρα από το σπίτι του γιατί αρνήθηκε να καταβάλει για δεύτερη φορά «επαναστατικό φόρο». Προηγουμένως, οι τρομοκράτες είχαν γεμίσει με βρισιές τους τοίχους του χωριού αποκαλώντας τον «τύραννο» ενώ τον απειλούσαν στέλνοντάς του γράμματα στα οποία του ζητούσαν «να συνεισφέρει στη συντήρηση της απαραίτητης ένοπλης δομής στη βασκική επαναστατική πορεία προς την ανεξαρτησία και τον σοσιαλισμό» (σελ. 65).

Τη δολοφονία και το πένθος για το θάνατο του Τσάτο αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο τα μέλη της οικογένειας: η Μπιττόρι, η σύζυγος, βάζει σκοπό να μάθει τα ονόματα των δολοφόνων και να απαιτήσει να της ζητήσουν να τους συγχωρέσει. Ο Σαμπίερ, ο γιος της, που είναι γιατρός, αφοσιώνεται αποκλειστικά στη φροντίδα των ασθενών και της μητέρας του, και η κόρη, η Νερέα, φοιτήτρια στη Σαραγόσα, αποκρύπτει από τους φίλους και τους συμφοιτητές της τη δολοφονία του πατέρα της, γιατί δεν αντέχει να φέρει το στίγμα του συγγενούς ενός θύματος της ΕΤΑ. Σε τέτοιο βαθμό που αποφασίζει να μην παραστεί στην κηδεία του γονιού της.

Το πένθος είναι ανέκαθεν προσωπική υπόθεση. Στη Χώρα των Βάσκων όμως, την εποχή που δολοφονούσε η ΕΤΑ, οι συγγενείς των θυμάτων της τρομοκρατίας δεν είχαν δικαίωμα ούτε να πενθήσουν. Από το φόβο της τρομοκρατικής οργάνωσης, από τη μια μέρα στην άλλη, οι χωριανοί απομακρύνονται από την οικογένεια του Τσάτο, παύουν να τους χαιρετούν, δεν θέλουν καμιά συναλλαγή μαζί τους, ενώ η γυναίκα του χασάπη αρνείται να πουλήσει κρέας στην Μπιττόρι. Η επιχείρηση των φορτηγών κλείνει, κανείς από τους υπαλλήλους δεν συλλυπείται την οικογένεια του Τσάτο και το μόνο που προτείνουν στο γιο του είναι «μια πιθανή λύση για να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας, να παραχωρήσουν την επιχείρηση με ευνοϊκούς οικονομικούς όρους στους υπαλλήλους»! (σελ. 170). Έτσι φαντασιωνόταν η ΕΤΑ το δρόμο προς το σοσιαλισμό: τώρα που εξέλιπαν, δολοφονημένα, «τα κακά αφεντικά», ήρθε η σειρά των καλών εργαζομένων να πάρουν τη δουλειά στα χέρια τους.

 

Εκφασισμός της κοινωνίας

Η ΕΤΑ ευθύνεται για τον εκφασισμό της βασκικής κοινωνίας τα τελευταία 30 χρόνια. Γιατί τι άλλο εκτός από εκφασισμός είναι ότι μια τρομοκρατική οργάνωση απαγορεύει στα θύματά της να νιώθουν θύματα; Ο Αραμπούρου επιμένει ακριβώς σε αυτή την ισοπεδωτική λογική των τρομοκρατών: με αφορμή τη δολοφονία του Τσάτο, αφηγείται τον εκφασισμό, τη διάλυση και το διχασμό της βασκικής κοινωνίας, μέσω της περιφρόνησης των θυμάτων της τρομοκρατίας, που ήταν βασική επιλογή των τρομοκρατών.

Η ΕΤΑ διαστρεβλώνει την πραγματικότητα για να επιβιώσει. «Η αλήθεια σε αυτήν εδώ τη χώρα μάς πέθανε εδώ και πολύ καιρό» (σελ. 288), λέει η Αράντσα, η αδελφή του τρομοκράτη Χόσε Μάρι, η οποία δεν συμμερίζεται τις ιδέες του, ούτε όσο είναι υγιής ούτε μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που την καθήλωσε σε αναπηρική καρέκλα στα 44 χρόνια της. Ποιες ήταν οι ιδέες του αδελφού της; Ο Χόσε Μάρι είναι η κλασική περίπτωση του νεαρού που το αίμα του βράζει, που είναι σωματώδης αλλά εντελώς αμόρφωτος, ένα λούμπεν στοιχείο που δεν ξέρει πώς να εκτονώσει την άγνοιά του. «Δεν μου λες, για εξήγησέ μου τι είναι αυτός ο μαρξισμός-λενινισμός αλλά με λέξεις που να τις καταλαβαίνω εύκολα και στα γρήγορα, γιατί αύριο έχω πρωινό ξύπνημα» (σελ. 207), λέει ο τρομοκράτης στον μικρότερο αδελφό του, τον Γκόρκα, ο οποίος είναι ο διανοούμενος της οικογένειας.

Ο Αραμπούρου αποδομεί τους τρομοκράτες της ΕΤΑ παρουσιάζοντάς τους ως ακατέργαστους ανθρώπους που δεν ξέρουν «ούτε πώς ανοίγουν τα βιβλία» και που, όπως έμπλεξαν με την τρομοκρατία, θα μπορούσαν κάλλιστα να μπλέξουν με κάτι άλλο. Στη διαμόρφωση του σκληρού κλειστού τους χαρακτήρα έπαιξε κάποιο ρόλο και η γεωγραφία του τόπου που γεννήθηκαν: η Χώρα των Βάσκων βρέχεται μεν από τον Βισκαϊκό Κόλπο, όμως είναι μια ορεινή περιοχή. Οι άνθρωποί της είναι κλειστοί, αυστηροί, δεν είναι χαρίεντες όπως οι Ανδαλουσιανοί ούτε κοσμοπολίτες όπως οι πρωτευουσιάνοι Μαδριλένοι ή οι «μοδάτοι» Καταλανοί. Επί σειρά ετών η Χώρα των Βάσκων δεν ήταν τουριστική περιοχή, οι Βάσκοι δεν είχαν πολλές παρτίδες με ξένους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήθελαν να αποσχισθούν από την Ισπανία. Στις δημοσκοπήσεις, οι Βάσκοι δήλωναν ότι ένιωθαν Βάσκοι αλλά και Ισπανοί. Η ΕΤΑ βρήκε πρόσφορο έδαφος για να αναπτύξει την τρομοκρατική της δράση και να προσδώσει μυθική διάσταση στον ένοπλο αγώνα, σε μια περιοχή κλειστή, συντηρητική, επί αιώνες αγροτική, όπου οι άνθρωποι μιλούσαν πρωτίστως ισπανικά αλλά και μια άλλη γλώσσα «περίεργη», η οποία δεν ήταν διάλεκτος, όπως π.χ. τα γαλικιανά που μιλούνται στη γειτονική Γαλικία.

Τη σημασία της βασκικής γλώσσας αντελήφθη πολύ σύντομα η ΕΤΑ και, παρότι τα βασκικά αναγνωρίστηκαν ως μια από τις επίσημες γλώσσες της Ισπανίας μαζί με τα ισπανικά και τα καταλανικά, οι τρομοκράτες ενέταξαν στη στρατηγική τους τη χρήση τους: πας μη ομιλών βασκικά είναι εχθρός! Δεν είχε καμιά σημασία που οι περισσότεροι κάτοικοι της Χώρας των Βάσκων έχουν μητρική γλώσσα τα ισπανικά: στο αφήγημα που εξυπηρετούσε την «ανεξαρτησία» της από το «καταπιεστικό ισπανικό κράτος», μέσω του «τσεκουριού και του φιδιού», του εμβλήματος των αριστερών εθνικιστών Βάσκων, η βασκική γλώσσα έπαιξε καίριο ρόλο.

Στην Πατρίδα, ο παπάς του χωριού, ο δον Σεράπιο, ο οποίος όπως πολλοί ιερείς της Καθολικής Εκκλησίας στήριζαν κρυφά την ΕΤΑ, λέει χαρακτηριστικά στον αδελφό του τρομοκράτη, τον Γκόρκα:

Ο λαός μας υπήρξε δραστήριος, ριψοκίνδυνος, λαός ανθρώπων γενναίων και θεοσεβούμενων. Δουλέψαμε το ξύλο, την πέτρα, το σίδερο και ταξιδέψαμε σε όλες τις θάλασσες, αλλά δυστυχώς στο πέρασμα των αιώνων εμείς οι Βάσκοι δεν δώσαμε αρκετή προσοχή στα γράμματα. (σελ. 391)

Στη συνέντευξή του στην El Mundo, τον Σεπτέμβριο του 2016, ο Αραμπούρου , σημειώνει ότι «ανάμεσα σε όλα της θύματα της ΕΤΑ δεν υπήρξε ποτέ ένας παπάς». Αριστεροί εθνικιστές οι δολοφόνοι της ΕΤΑ, αλλά θεοσεβούμενοι! Προς αποφυγή γενικεύσεων, πάντως, υπήρξαν καθολικοί ιερείς που τάχθηκαν εξ αρχής εναντίον της τρομοκρατίας.      

 

Στην πλευρά των θυμάτων

Ο Αραμπούρου μιλά και για τα βασανιστήρια που υπέστη ο τρομοκράτης Χόσε Μάρι από την ισπανική αστυνομία. Απομόνωση, ανακρίσεις, εικονικοί πνιγμοί. Όμως η θέση του είναι σαφής: η Πατρίδα είναι ένα βιβλίο που τάσσεται με την πλευρά των θυμάτων της τρομοκρατίας. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, παρότι ο συγγραφέας του δηλώνει ότι δεν θα ήθελε κανένα πολιτικό κόμμα να εκμεταλλευτεί το έργο του. «Δεν είμαι εδώ για να κρίνω κανέναν», λέει. Όμως, τον στενοχωρεί όταν, περπατώντας στους δρόμους του Σαν Σεμπαστιάν με αφορμή τις εκδηλώσεις για την παρουσίαση του βιβλίου του, δεν διακρίνει στην πόλη που γεννήθηκε σημάδια της πρόσφατης αιματηρής ιστορίας της. Οι τοίχοι του Σαν Σεμπαστιάν είναι πλέον καθαροί, χωρίς αφίσες και συνθήματα, δεν υπάρχουν αναθηματικές πλάκες, τίποτε δεν προδίδει ότι σε αυτή μόνο την πόλη η ΕΤΑ σκότωσε 94 ανθρώπους. Είναι λογικό οι άνθρωποι να θέλουν να στραφούν στο μέλλον, μετά από δεκαετίες αιματηρής και τυφλής βίας. Η μνήμη όμως; Πώς μπορεί να ξεπεραστεί η τραυματική εμπειρία της τρομοκρατίας χωρίς μνήμη και υπενθύμιση της αξίας της ανθρώπινης ζωής;

Η Μπιττόρι αναρωτιέται «αν ύστερα από τόσα χρόνια θα έπρεπε να σκέφτεται τη λήθη. Λήθη, τι είναι αυτό;» (σελ.16). Η Μπιττόρι δεν μπορεί να ξεχάσει, προσπαθεί όμως να συγχωρέσει, αντλώντας κυρίως από τα δικά της ψυχικά αποθέματα. Επειδή όμως δεν μπορούμε να βασιστούμε στα ψυχικά αποθέματα των θυμάτων για να πολεμήσουμε την τρομοκρατία, είναι προτιμότερο να προσυπογράψουμε την πρόταση του Φερνάντο Αραμπούρου. Μιλώντας για το βιβλίο του στον ιστότοπο Politico.eu (1/3/2017), ο συγγραφέας ανέφερε ότι στη Γερμανία, τη θετή του πατρίδα, ζει κοντά στο πρώην στρατόπεδο συγκέντρωσης των ναζί Μπέργκεν-Μπέλσεν. Κάθε τόσο, παιδιά από σχολεία της Γερμανίας επισκέπτονται αυτόν το χώρο μνήμης με σκοπό να μάθουν για τις φρικαλεότητες που διεπράχθησαν εκεί και για να αποκτήσουν «μια πλήρη εικόνα και γνώση της φρικτής ιστορίας της χώρας και του λαού στον οποίο ανήκουν». «Ελπίζω κάτι ανάλογο να συμβεί κάποτε και στη Χώρα των Βάσκων», προσθέτει.

Πόσες πιθανότητες έχουμε άραγε να δούμε κάποτε κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα;

Μαρίλια Παπαθανασίου

Δημοσιογράφος. Έχει εργαστεί στο Βήμα και στην Καθημερινή. Μέλος της συντακτικής ομάδας του Books' Journal.