Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

H λογοτεχνία ως τρόπος ζωής

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Τεύχος 80
Ο Τζον Γουίλλιαμς. Ο Τζον Γουίλλιαμς. Φωτογραφία αρχείου

John Williams, Ο Στόουνερ, μετάφραση από τα αγγλικά: Αθηνά Δημητριάδου, εισαγωγή:  John McGahern, επίμετρο: Άρης Μπερλής, Gutenberg: Aldina 5, Αθήνα 2017

Ένα λογοτεχνικό κείμενο για κάποιον καθηγητή που είναι παθιασμένος με λογοτεχνικά κείμενα. Γιατί ένα βιβλίο που πρωτοεκδόθηκε το 1965 βρήκε τόσους ενθουσιώδεις αναγνώστες (η επιτυχία του είναι μεγάλη) στη σύγχρονη Ελλάδα; Αναδημοσίευση (με προσθήκες) από το τεύχος 80 του BooksJournal, Σεπτέμβριος 2017. [TBJ]

Διασημότερο από τα συνολικά τέσσερα μυθιστορήματα του, μάλλον άσημου για τις φιλολογικές του έρευνες, αμερικανού καθηγητή αναγεννησιακής ποίησης και δημιουργικής γραφής John Williams (1922-1994), Ο Στόουνερ μεταφέρει σε μυθοπλαστική μορφή ορισμένα από τα πραγματικά περιστατικά που σημάδεψαν τον βίο του συγγραφέα του, επανακαθορίζοντας με τον τρόπο αυτό και τα όρια του είδους του πανεπιστημιακού μυθιστορήματος καθεαυτού. Όπως ο John Williams, ο συγγραφέας του μυθιστορήματος, έτσι και ο κατά δώδεκα χρόνια πρεσβύτερος ήρωάς του, ο Στόουνερ, γεννιέται στις μεσοδυτικές πολιτείες της Αμερικής παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στους κόλπους οικογένειας εργατικής με ρίζες αγροτικές, και αξιοποιεί την καριέρα στο Πανεπιστήμιο ως όχημα εξόδου από την ανέχεια και το κοινωνικό περιθώριο για τα οποία τον προόριζε η ταξική του προέλευση. Καταλύτης στην κοινωνική άνοδο του ήρωα το γεγονός ότι αποφεύγει την επιστράτευση του 1917 (βλ. «Selective Draft Act»), παραμένοντας «βοηθός» στο Πανεπιστήμιο τη δύσκολη τετραετία της λειψανδρίας, και ωφελούμενος από μια αναγκαστική περίπου μονιμοποίηση αμέσως μετά. Ένας ‘καλός’ γάμος με την κόρη μικροτραπεζίτη από τις μεσοδυτικές πολιτείες φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ολοκληρώνει την ευτυχία του Στόουνερ, όμως η ζωή στα προάστια επιφυλάσσει τα δικά της μικρόβια, και οι ενδο-πανεπιστημιακές έριδες τα δικά τους δηλητήρια, οπότε σταδιακά το πλάνο κοινωνικής επικράτησης του Στόουνερ καταλήγει σε ολοκληρωτική αποτυχία. Κι όμως, όλο αυτό έχει μικρή σημασία. Διότι ο «Στόουνερ», ο ναρκομανής της λογοτεχνίας, κατά την κυριολεκτική σημασία της λέξης που δίνει το επώνυμο στον ήρωα, και τον τίτλο στο βιβλίο, δεν μετανοιώνει για τίποτε, και δεν πτοείται σχεδόν από τίποτε, καθώς το πάθος του για τη λογοτεχνία υπηρετεί ως καταφύγιο σε κάθε δυσκολία. Στη λογοτεχνία καταφεύγει πάντοτε ο Στόουνερ, στο επαναληπτικό πάθος της διδασκαλίας, και στο εμμονικό πάθος της ανάγνωσής της, ακόμα κι όταν είναι αυτή η εμμονή του με τα κείμενα (τα λόγια αναγεννησιακά, και ορισμένα ρωμαντικά) που θα τον οδηγήσει σε μείζονα ολισθήματα –όπως ο έρωτάς του για μια μεταπτυχιακή φοιτήτρια, που θα βλάψει ανεπανόρθωτα το γάμο του, ή η σκανδαλώδης, για τους συναδέλφους του, απαξίωση ανάπηρου φοιτητή, λόγω αισθητικών αποκλίσεων.[1] Συνθεμένο ως ως ένα είδος ‘Apologia Pro Vita Sua’,[2] ως μυθιστόρημα απολογισμού του βίου του ήρωα, και υπεράσπισης των λογοτεχνικών του προτιμήσεων και πεποιθήσεων (οι οποίες βιώνονται με τη ζέση θρησκευτικών «πιστεύω»), Ο Στόουνερ επανα-διαπραγματεύεται τα όρια του μυθοπλαστικού υπο-είδους του μυθιστορήματος πανεπιστημιούπολης, με μια σειρά από τρόπους.[3]

Ενδεικτικά: στο λίγο παλαιότερο, αλλά, λόγω της ακτινοβολίας του συγγραφέα του, καταστατικό campus novel, του βρετανού κριτικού, πανεπιστημιακού και πολιτικού, C.P. Snow (1905-1980), The Masters (1951), η ζωή στην Οξφόρδη και στο Κέιμπριτζ παρουσιάζεται ως επίγειος παράδεισος, το κύρος του πανεπιστημιακού θεσμού δεν αμφισβητείται, η νομιμοφροσύνη του ‘πιστού’ προς την πανεπιστημιακή κοινότητα μένει αδιασάλευτη, η πανεπιστημιούπολη αναπαρίσταται ως ευτοπία. Από την άλλη πλευρά, στο campus novel του επίσης βρετανού κριτικού, ποιητή και πεζογράφου, και πανεπιστημιακού Kingsley Amis (1922-1995), Lucky Jim (1954), με ήρωα ένα λέκτορα ιστορίας, όπως και στα μεταγενέστερα, πολύ γνωστά στην Ελλάδα campus novels του καθηγητή της Αγγλικής λογοτεχνίας David Lodge (1935-), ο θεσμός αντιμετωπίζεται κριτικά, η αλαζονεία και η πόζα των καθηγητών σατιρίζεται, ενώ πυκνώνουν τα κλεισίματα του ματιού στον αναγνώστη, οι μετα-μυθοπλαστικές αναφορές μέσα στα κείμενα στην εκάστοτε κυρίαρχη μέθοδο προσέγγισης της λογοτεχνίας, την εποχή της συγγραφής τους. Είτε αναπτύσσεται ως εγκώμιο, είτε ως σάτιρα, λοιπόν, το campus novel της περιόδου που γράφει ο Williams περιγράφει συλλογικότητες, όχι εξατομικευμένους ήρωες. Η διαφοροποίηση είναι ουσιαστική: η εσωτερική επεξεργασία του ήρωα στην οποία επιμένει ο Williams στονΣτόουνερ(και ως προς τη γωνία εστίασης που συχνά υιοθετεί) προσδίδει στο έργο στοιχεία μυθιστορηματικής βιογραφίας, στόχος της οποίας η ‘δικαίωση’ του πρωταγωνιστή στα μάτια του κοινού, και εμμέσως (με δεδομένη την, κατά τόπους, λανθάνουσα αυτοβιογραφική διάσταση του βιβλίου) η αυτοδικαίωση. Πρόκειται για μια επιλογή που απομακρύνει τον Στόουνερ από το τυπικό campus novel. Έτσι, δεν είναι παράλογο που η στιγμή της επιλογής της λογοτεχνίας ως τρόπου ζωής για τον πρωταγωνιστή εικονογραφείται με τους όρους μιας σχεδόν μυστικής εμπειρίας, που με τη σειρά της βασίζεται σε -και αποτυπώνει- την έννοια της κλίσεως. Το σονέτο 73 του Σαίξπηρ διαβάζει στους πρωτοετείς ο καθηγητής Σλόουν όταν ακόμα ο Στόουνερ δεν έχει αποφασίσει να εγκαταλείψει τις σπουδές γεωπονίας για τη λογοτεχνία, και τον ρωτά: «‘Τι σας λέει ο ποιητής, κύριε Στόουνερ; Τι θέλει να πει με το σονέτο του;» (σ. 38). Ο νεαρός φοιτητής δεν μπορεί να απαντήσει την ερώτηση («‘Θέλει να πει’, επανέλαβε αλλά δεν κατάφερε να ολοκληρώσει αυτό που είχε αρχίσει να λέει.», ό.π.) και αποφασίζει να αφιερώσει την ζωή του απαντώντας την.

Το τραύμα της συγγραφής μιας διατριβής, και την προετοιμασίας της για έκδοση σε μορφή βιβλίου, αναπαρίσταται επίσης με εντυπωσιακή ακρίβεια και αληθοφάνεια στο βιβλίο, ως προς τις πρακτικές και ως προς τις συναισθηματικές πτυχές της διαδικασίας, προκαλώντας την εμπάθεια (empathy) του αναγνώστη. Ωστόσο, μες από τις λανθάνουσες μεν, εμβληματικές δε διακειμενικές ανακλήσεις του Williams,  ο πρωταγωνιστής, ο Στόουνερ, ο τοξικομανής της λογοτεχνίας, σκιαγραφείται τελικά ως εκκολαπτόμενος καλλιτέχνης, ως ενδιάθετος συγγραφέας λογοτεχνίας, και όχι επιστημονικών μελετών. Με τον τρόπο αυτό μας υπενθυμίζει ο Williams τη χάρτινη υπόσταση του ήρωά του, το ότι ο ήρωάς του παραμένει μια μυθοπλαστική κατασκευή, ενώ ταυτόχρονα στρέφει το υλικό του και προς το είδος του μυθιστορήματος της «καλλιτεχνικής διαμόρφωσης», του λεγόμενου Künstlerroman, μιας υποπερίπτωσης του ευρύτερου «μυθιστορήματος μαθητείας» (Bildungsroman), γνωστού ανά την Ευρώπη από την περίοδο του Διαφωτισμού, που συγκαταλέγει στις τάξεις του χαρακτηριστικά δείγματα όπως Τα Χρόνια Μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ (1795-96) του Γκαίτε. Διαβάζουμε στην τελευταία σελίδα του Στόουνερ την εξής έξοχη σκηνή θανάτου: «Ελάχιστα τον ενδιέφερε που το βιβλίο είχε πια ξεχαστεί, που δεν χρησίμευε σε κανέναν· ακόμη και το ερώτημα αν είχε ποτέ του κάποια αξία, ήταν πια αμελητέο. Δεν είχε την αυταπάτη ότι θα έβρισκε τον εαυτό του εκεί μέσα, στις σελίδες που είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν· και όμως ήξερε ότι ένα μικρό κομμάτι του εαυτού του, που με κανέναν τρόπο δεν γινόταν να αρνηθεί, βρισκόταν εκεί και θα βρισκόταν για πάντα. // Άνοιξε το βιβλίο· κι όπως το άνοιξε, έπαψε να είναι δικό του. Άφησε τα δάχτυλά του να το ξεφυλλίσουν νιώθωντας ένα μυρμήγκιασμα, λες και οι σελίδες ήταν ζωντανές. Και η αίσθηση αυτή διαπέρασε τα δάχτυλά του, έφτασε μέχρι το μεδούλι του· παρακολούθησε την πορεία της με απόλυτη ακρίβεια και περίμενε μέχρι να τον κατακλύσει, μέχρι να τον καθηλώσει οριστικά εκείνη η παλιά έξαψη, που ήταν σαν τρόμος. Κι έτσι όπως το φως διάβαινε από το παράθυρο, έπεσε πάνω στη σελίδα κι εκείνος δεν έβλεπε πια τι ήταν γραμμένο εκεί. // Τα δάχτυλα λασκάρησαν, το βιβλίο που κρατούσαν γλίστρησε, αργά στην αρχή, μετά πιο γρήγορα, πάνω στο ασάλευτο σώμα κι έπεσε στη σιωπή του δωματίου». Πρόκειται για την εκδεδομένη διατριβή του ήρωα, η σύνταξη της οποίας ορίζεται ως πρωταρχική σκηνή του βίου του, την οποία και ψηλαφεί τη στιγμή του θανάτου του, όταν του πέφτει από τα χέρια. Πρόκειται για μια σκηνή επιθανάτιου ρόγχου, που σκηνοθετείται ως σκηνή ανάγνωσης, με μακρά και διακεκριμένη λογοτεχνική προϊστορία. Ας θυμίσουμε απλώς την σκηνή στο νεκροκρέββατο του ανανταπόδοτα ερωτευμένου Βέρθερου, από το νεανικό μυθιστόρημα του Γκαίτε, Τα Πάθη του Νεαρού Βερθέρου (1774), όπου βρίσκεται ανοικτό στο προσκεφάλι του το δράμα Αιμιλία Γκαλόττι (1772) του Γκότχολντ Έφραιμ Λέσσινγκ. Ο αποτυχημένος, ωστόσο αιώνια πιστός εραστής της λογοτεχνίας Στόουνερ, πεθαίνει στον Στόουνερ ακριβώς όπως τα διάσημα λογοτεχνικά του πρότυπα πριν από αυτόν. Η λογοτεχνία ως καθρέφτης της λογοτεχνίας στο ατέρμονο mise-en-abyme του Στόουνερ δίνει στο πανεπιστημιακό μυθιστόρημα του αμερικανού καθηγητή της δημιουργικής γραφής και της αναγεννησιακής λογοτεχνίας John Williams ένα βάθος πεδίου σπάνιο για το λογοτεχνικό υπο-είδος του campus novel, όπως το γνωρίζαμε στην Ελλάδα ως σήμερα. Και η απλώς εξαιρετική μεταφραστική εργασία της Αθηνάς Δημητριάδου πάνω στο έργο αυτό συντελεί τα μάλα στη δημιουργία ενός νέου αναγνωστικού αποκτήματος.


[1]Στη λεπτοδουλεμένη σκηνή της διαμάχης Στόουνερ-Γουόκερ αποτυπώνεται μια πρώιμη στιγμή της κυριαρχικής μεταδομιστικής αμφιβολίας, και του μεθοδολογικού ‘anything goes’ που έμελλε να πλήξει τις λογοτεχνικές σπουδές μερικά χρόνια αργότερα. Αμφισβητώντας την αξία της πηγολογικής διερεύνησης για τις σαιξπηρικές σπουδές ο Γουόκερ αποφαίνεται: «Δεν θα έπρεπε, εκ πρώτης όψεως, να έχουμε τις υποψίες μας για μια τέτοια θεωρία; Δεν οφείλουμε να τις έχουμε;» (Ο Στόουνερ, σ. 213), και πιο κάτω: «‘Νόμιζα ότι είχαμε κάποια ελευθερία κινήσεων ως προς το πώς θα αναπτύσσαμε τις ιδέες μας’» (σ. 220). Εγκιβωτίζονται, με άλλα λόγια, διάσπαρτοι μέσα στο βιβλίο, και απευθυνόμενοι στο ειδικότερο κοινό του, τεχνικοί μικροστοχασμοί σχετικά με το état presentτων λογοτεχνικών σπουδών την εποχή της συγγραφής του, χωρίς όμως να βαρύνουν την κύρια πλοκή του.

[2]Βλ.John Henry Newman, Apologia Pro Vita Sua (1864): πρόκειται για μια απάντηση στους επικριτές των θρησκευτικών πεποιθήσεων του επιδραστικού, στην εποχή του, Βρετανού ποιητή και θεολόγου, κατά την παραίτησή του από τη θέση του ιερέα στην Αγγλικανική Εκκλησία της Οξφόρδης, η οποία προετοίμασε το έδαφος και για την μεταγενέστερη στροφή του στον (αγνότερο κατά τις εκτιμήσεις) Καθολικισμό.

[3]Σχετικά με το υπο-είδος του πανεπιστημιακού μυθιστορήματος, βλ. E. Showalter, Faculty Towers; The Academic Novel and its Discontents, Oxford University Press, Οξφόρδη 2005. (Το βιβλίο αυτό μπόρεσα να συμβουλευθώ αποσπασματικά και μόνο, συνεπώς οι παρατηρήσεις μου έχουν εμπειρικό περισσότερο χαρακτήρα).

Μαρία Αθανασοπούλου

Επίκουρος καθηγήτρια νεοελληνικής λογοτεχνίας και θεωρίας της λογοτεχνίας στο τμήμα Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά το εγχειρίδιο του Jeremy Ηawthorn, Ξεκλειδώνοντας το κείμενο: μια εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας. Βιβλία της: Θεόδωρος Ντόρρος: Στου γλυτωμού το χάζι (2005), Το ελληνικό σονέτο (2011), Κ.Π. Καβάφης: τα θεατρικά ποιήματα (2014).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά