Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Το Βερολίνο τον Μεσοπόλεμο

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Τεύχος 69
Μια καρικατούρα του Γιόζεφ Ροτ, να πίνει. Σχεδιασμένη το 1939 από τον Bil Spira (1913-1999). Μια καρικατούρα του Γιόζεφ Ροτ, να πίνει. Σχεδιασμένη το 1939 από τον Bil Spira (1913-1999). Bil Spira

Joseph Roth, Βερολινέζικα Χρoνικά 1920-1933, μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Αγγελίδου, Άγρα, Αθήνα 2016, 288 σελ.  

Το σημερινό Βερολίνο είναι η απόδειξη ότι ακόμα και οι πιο βαθιές πληγές μπορούν να επουλωθούν. Τι συνέβαινε όμως τη δεκαετία του 1920, όταν η πόλη προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της; Από το 1920 έως το 1933, όσο η Γερμανία «προετοιμαζόταν» για τα γεγονότα που θα καθόριζαν την μοίρα ολόκληρου του κόσμου, ο Γιόζεφ Ροτ κατέγραφε την καθημερινή ζωή των κατοίκων του Βερολίνου. Μέσα από τις επιφυλλίδες του σε εφημερίδες της εποχής, ο Ροτ επιτρέπει στον αναγνώστη να ρίξει μια ματιά στην πρωτεύουσα του τότε, να ανακαλύψει τον διάβολο που κρύβεται στις λεπτομέρειες και, τελικά, αποδεικνύει πως ένας καλός δημοσιογράφος δεν γράφει ποτέ μόνο για τους σύγχρονούς του.

Το Βερολίνο είναι ίσως η πιο ανορθόδοξη πρωτεύουσα στην Ευρώπη, γιατί εκεί η ζωή και ο θάνατος συμβιώνουν αρμονικά. Τα πάρκα είναι γεμάτα ανθρώπους που βολτάρουν, ρεμβάζουν κι ερωτεύονται, τα μπαρ μένουν ανοιχτά ώς τα ξημερώματα. Οι γειτονιές διαρκώς εξελίσσονται, αντλώντας τα στοιχεία των ανθρώπων που μένουν εκεί, ανεξαρτήτως καταγωγής. Μουσική, σινεμά, ποδόσφαιρο, μπύρα – όλα σε υπερθετικό βαθμό. Από την άλλη, όπου κι αν σταθείς, όπου κι αν κοιτάξεις, το Βερολίνο θυμίζει ένα απέραντο νεκροταφείο.

Δεν είναι μόνο τα απομεινάρια του διαχωρισμού ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ο οποίος ακόμα και σήμερα είναι αισθητός. Οι Γερμανοί φρόντισαν να ανοικοδομήσουν το Βερολίνο έτσι ώστε σε κάθε του γωνιά να θυμίζει τη βαριά κληρονομιά της χώρας, μικρά μαθήματα που επικυρώνουν το «ποτέ ξανά». Το μεγάλο μνημείο για τους πεσόντες Εβραίους, για παράδειγμα, βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το πάρκο Tiergarten, λίγη απόσταση πριν από το Ράιχσταγκ.

Ωστόσο τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Η περίοδος του Μεσοπολέμου αποδείχθηκε σκοτεινή και σκληρή για όσους συμμετείχαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ταπεινωμένη Γερμανία προσπαθούσε να ξεπεράσει την ήττα της, ενώ η Δημοκρατία της Βαϊμάρης κλονιζόταν, σταδιακά όλο και περισσότερο, από τα οικονομικά και τα πολιτικά προβλήματα. Το Βερολίνο υπήρξε μάρτυρας όσων συνέβησαν από το 1919 έως το 1933. Οι κάτοικοί του έζησαν τον απόηχο της Συνθήκης των Βερσαλλιών, τις κοινωνικές αναταραχές, τον υπερπληθωρισμό, την χρυσή πενταετία της ανοικοδόμησης, την οικονομική κρίση του 1929 και, τελικά, την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, τον Ιανουάριο του 1933.

 

ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ

Πολλά έχουν ειπωθεί και γραφτεί γι’ αυτή την περίοδο, για την πολιτική κατάσταση και τις συνθήκες που μετέτρεψαν τον Χίτλερ από θορυβώδη θαμώνα μπυραρίας σε καγκελάριο. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, η Γερμανία του Μεσοπολέμου, και ειδικά το Βερολίνο, εμφανίζονται πολύ συχνότερα και στην (αστυνομική ή μη) λογοτεχνία. Από τη μία η οικονομική ύφεση, από την άλλη η ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής ζωής κάνει την περίοδο αυτή ακόμη πιο ελκυστική. Υπάρχει κάτι που μπορούμε να μάθουμε, υπάρχει κάτι που μπορούμε να προλάβουμε; Ίσως αυτή ακριβώς η ανάγκη να βρούμε παραλληλισμούς με το σήμερα έφερε στην Ελλάδα τα Βερολινέζικα Χρονικά 1920-1933 του Γιόζεφ Ροτ.

Ανεξαρτήτως όμως του αν τέτοιου είδους παραλληλισμοί υπάρχουν πραγματικά ή όχι, ο Ροτ ανοίγει στους αναγνώστες ένα παράθυρο στο πραγματικό Βερολίνο της δεκαετίας του 1920, μακριά από στεγνές ιστορικοπολιτικές αναλύσεις και μυθοπλασία. Όπως σωστά παρατηρεί ο Μίκαελ Χόφμαν στον πρόλογο της έκδοσης, ο Ροτ καταγράφει αληθινές, καθημερινές ιστορίες και, μέσα από αυτές, όλα όσα πήγαν στραβά στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η μεγάλη εικόνα σκιαγραφείται μέσα από τον ζητιάνο με τη μικρή τσίγκινη τρομπέτα, την πόρνη που μια νύχτα δεν βρήκε πελάτη, τον Ριχάρδο τον Κόκκινο και τους ψιθύρους στο καφενείο Σβάννεκε. Χωρίς ηθικοπλαστική διάθεση και με ρεαλισμό που ξεχειλίζει από ενσυναίσθηση, ο Ροτ μας μαθαίνει ένα Βερολίνο που δεν υπάρχει πια, μια πόλη που δεν γνωρίζει ακόμη τη δύναμή της – στην πραγματικότητα, τονίζει το ένα και μοναδικό πράγμα που ακόμα και σήμερα διακατέχει τη γερμανική πρωτεύουσα: την ικανότητά της να μεταβάλλεται με τους καιρούς, να αντικατοπτρίζει στον μέγιστο βαθμό την εποχή της, αλλά, τελικά, να μένει πάντα χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμη. Ο Ροτ, όσο καιρό γράφει για το Βερολίνο, επιστρέφει συχνά στην οδό Κουρφύρστενταμ, κι όχι τυχαία:

Ακόμα κι αν στο τέλος της δεν ξεκινούσε άλλος δρόμος, η Κουρφύρστενταμ θα μπορούσε να συνεχίζει, να προχωράει κι άλλο. Οι διαστάσεις της είναι ήδη τρομακτικές. Κι η φοβερή της ικανότητα ν’ ανανεώνεται ασταμάτητα, ν’ «ανακαινίζεται» δηλαδή, πηγαίνει κόντρα σε όλους τους νόμους της νιότης και των γηρατειών. (σελ. 176)

 

VINTAGE ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η επιμονή του Ροτ στην καταγραφή καθημερινών ιστοριών έχει να κάνει με το είδος δημοσιογραφικού κειμένου που υπηρετεί και που πεθαίνει στις μέρες μας, την επιφυλλίδα. Τα κομμάτια του έχουν χαρακτηριστικά χρονογραφήματος, είναι προσεγμένα σε ύφος και πυκνογραμμένα – πράγμα συχνό όταν πρόκειται για κείμενα γραμμένα στα γερμανικά, αλλά δύσκολο όταν ο χώρος που δίνεται είναι περιορισμένος. Ο Ροτ, δημοσιογράφος, αλλά και συγγραφέας, ξεδιπλώνει στις επιφυλλίδες του Βερολίνου το ταλέντο του, χαρίζοντας κείμενα λογοτεχνικά, χωρίς ποτέ να ξεχνά ωστόσο τη δημοσιογραφική του ιδιότητα. Ο κοινωνικοπολιτικός χαρακτήρας που τους προσδίδει είναι πάντα εμφανής, καραδοκεί μέσα στις περιγραφές της καθημερινότητας. Οι επιλεγμένες επιφυλλίδες που αποτελούν το βιβλίο μοιάζουν να γράφτηκαν για να επιτελέσουν ένα σκοπό.

Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τι πρέπει να κάνει ένας δημοσιογράφος που ζει και εργάζεται σε σκοτεινές περιόδους. Η θεωρία, ανεπτυγμένη πολύ μετά την εποχή του Ροτ και, ίσως, εξ αιτίας της, λέει πως οι δυτικές δημοκρατίες βασίζονται στις προειδοποιήσεις των Μέσων. Για να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας, πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση. Ποιο το νόημα όμως να προειδοποιείς ένα λαό που δεν θέλει ν’ ακούσει; Δεν ξέρω την απάντηση. Πάντως ο Ροτ, που έζησε μια εποχή πιο σκοτεινή από όλες αυτές που είχαν ήδη γίνει παρελθόν και από όλες τις άλλες που έφερε το μέλλον, μοιάζει να χτυπούσε το καμπανάκι του κινδύνου. Κι είχε δίκιο – κάτι σάπιο υπήρχε στη Βαϊμάρη:

Γιατί οι βιτρίνες με τα πορτραίτα των ζωντανών, των χαρούμενων, των ευτυχισμένων, δίνουν μια λειψή, λαθεμένη όψη της ζωής. Η ζωή δεν είναι μόνο γάμοι, γυναίκες όμορφες με στρογγυλούς ώμους, γιορτές της πρώτης μετάληψης – σ’ αυτόν τον κόσμο συμβαίνουν και φόνοι, και αποπληξίες και πνιγμοί. Στα Επίκαιρα αυτές τις διδακτικές φωτογραφίες θα έπρεπε να δείχνουν και όχι τις παρελάσεις, τις επίσημες ιεροτελεστίες του πατριωτισμού, τις λουτροπόλεις με τα σιντριβάνια τους, τις ομπρέλες τους, τα ιαματικά νερά τους, τις βαγκνερικές βεράντες των ξενοδοχείων τους. Δεν είναι τόσο ωραία η ζωή όσο τη δείχνουν τα Επίκαιρα. (σελ. 94)

Τα κείμενα της τελευταίας ενότητας του βιβλίου, «Ένας απολίτικος στο Ράιχσταγκ», είναι, παραδόξως, και τα πιο πολιτικά του, τα πιο ανήσυχα. Εδώ η σχέση του Ροτ με το Βερολίνο είναι ψυχρή – δεν υπάρχει συμπάθεια για τους χωροφύλακες του Κοινοβουλίου ούτε για τη βερολινέζικη νεολαία. Το κομμάτι που αφιερώνει στον δολοφονημένο Βάλτερ Ρατενάου είναι χαρακτηριστικό των συναισθημάτων που τρέφει για τη γερμανική πολιτική σκηνή. Ο Περίπατος γύρω από την Στήλη της Νίκης, γραμμένο το 1921 για την εφημερίδα NeuerBerlinerZeitung, είναι, από την άλλη, ενδεικτικός της διορατικότητάς του – προέβλεψε σωστά, από πολύ νωρίς, τη βαθιά επιρροή του εθνικισμού πάνω στην νεότευκτη γερμανική δημοκρατία.

 

«ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΑΜΕ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ»

Αν όμως υπάρχει ένα ανατριχιαστικό στοιχείο στον τρόπο με τον οποίο ο Ροτ μεταχειρίζεται το παρόν του Βερολίνου, αυτό είναι ο τρόπος με τον οποίο διαγράφει την τύχη των Εβραίων. Με αυστροεβραϊκή καταγωγή ο ίδιος, πίστευε πως οι  Εβραίοι είχαν απολέσει την εθνική τους ταυτότητα και είχαν προσεταιριστεί την ταυτότητα της χώρας στην οποία διέμεναν. Με άλλα λόγια, είχαν υπερβεί την ανάγκη ενός έθνους για πατρίδα και είχαν κρατήσει μόνο τα ήθη και έθιμα της θρησκείας των προγόνων τους, που δεν ήταν ενιαία, ούτε διέπονταν από οποιαδήποτε αίσθηση παγκόσμιας συλλογικότητας. Επικρίνει τον σιωνισμό ως βήμα πίσω, όμως αναγνωρίζει τον συνεχή διωγμό των εβραϊκών μειονοτήτων που παραμένουν πάντα  «ξένοι ανάμεσα σε ξένους». Γνωρίζοντας τη συνέχεια της Ιστορίας, τη μαζική εξόντωση του Ολοκαυτώματος και τη μετέπειτα εγκατάσταση στο Ισραήλ, η θεωρία του Ροτ για τους περιπλανώμενους Εβραίους αποκτά διαστάσεις τραγικής ειρωνείας: αντίθετα με τα πρόσωπα του δράματος, οι αναγνώστες ξέρουν ακριβώς τι πρόκειται να συμβεί.

Είναι φανερό πως ο Ροτ δεν περίμενε το εύρος των διωγμών των Ναζί ούτε τη δυναμικότητά τους. Το τελευταίο κείμενο του βιβλίου, γραμμένο το 1933 στη Γαλλία, είναι αφιερωμένο στους εβραίους συγγραφείς των οποίων τα βιβλία κάηκαν δημόσια εκείνη την άνοιξη. Εδώ πλέον δεν έχουμε να κάνουμε με κανονικότητα. Ο Ροτ δεν χρησιμοποιεί ιστορίες Βερολινέζων για να πει αυτό που θέλει, αλλά τη συλλογική ιστορία των Εβραίων. Σκοπός του δεν είναι να καταγράψει τι συμβαίνει στην Γερμανία, ούτε να μιλήσει για τον Πόλεμο που έρχεται – θέλει μόνο να καταγγείλει.

Η μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου είναι ό,τι χρειάζεται η ελληνική έκδοση, γιατί ενώ στο υπόλοιπο βιβλίο επιτρέπει στις λεπτές δόσεις χιούμορ και ειρωνείας να αναδειχτούν, η δουλειά της διακρίνεται στη διαχείριση της αλλαγής του ύφους στο Auto-da-fé. Ο Ροτ έχει πληγεί από την εποχή του, είναι πλέον θυμωμένος:

Είμαστε περήφανοι για την ήττα μας. Ήμασταν η εμπροσθοφυλακή των υπερασπιστών της Ευρώπης, χτυπηθήκαμε πρώτοι. Οι συμπολεμιστές μας, στις φλέβες των οποίων κυλάει «αίμα άριο», μπορούν ακόμα να ελπίζουν ότι θα γλιτώσουν [...] ότι σέβεται και ο Εθνικοσοσιαλισμός το ευρωπαϊκό πνεύμα. Αλλά εμείς, οι συγγραφείς εβραϊκής καταγωγής, δεν διατρέχουμε, δόξα τω Θεώ, τέτοιο κίνδυνο: Εμάς δεν μας απειλεί ο πειρασμός αυτός, της προσέγγισης, της συστράτευσης με τους βαρβάρους. Είμαστε οι μόνοι εκπρόσωποι της Ευρώπης που δεν έχουμε πια το δικαίωμα να επιστρέψουμε στη Γερμανία (σελ. 246)

Είναι φανερό πως ο Ροτ το 1933 δεν πιστεύει πια ότι υπάρχει ελπίδα για τη Γερμανία. Η Βαϊμάρη έχει διαλυθεί και, μαζί της, το Βερολίνο των επιφυλλίδων του δεν υπάρχει πια. Δεν έζησε ποτέ το τέλος του Πολέμου. Χρόνια αλκοολικός, πέθανε εξόριστος στο Παρίσι στις 27 Μαΐου 1939. Στην κηδεία του παρευρέθηκε πλήθος από συγγραφείς και δημοσιογράφους απ’ την Αυστρία και τη Γερμανία, ενώ ο τάφος του συντηρείται μέχρι σήμερα νοτιανατολικά του Παρισιού.

Αν ζούσε, θα γυρνούσε κάποτε στη Γερμανία; Θα έγραφε άραγε κι άλλες επιφυλλίδες; Νομίζω πως ναι. Το μικρόβιο του δημοσιογράφου δεν πεθαίνει ποτέ και, άλλωστε, πάντα υπάρχουν καινούριες ιστορίες να διηγηθείς στο Βερολίνο.   

 

 

 

 

Μυρτώ Λιαλιούτη

Δημοσιογράφος.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά