Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Η μεταπολιτευτική πεζογραφία με το βλέμμα του Δ.Ν. Μαρωνίτη

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Πρόσωπα Φιλολογία Λογοτεχνία Τεύχος 69
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης σε δημόσια ανάγνωση. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης σε δημόσια ανάγνωση. Αρχείο οικογένειας Δ.Ν. Μαρωνίτη

 Η  λογοτεχνία είναι, μαζί με τα καθολικά της νοήματα, και οι ρητορικοί της τρόποι - τα άδυτα που κρύβονται πίσω από την αφηγηματική και τη γλωσσική αρχιτεκτονική της.

Αν με τις αρχαιοελληνικές του μελέτες ο Δ.Ν. Μαρωνίτης μάς έβαλε στα μυστικά ενός σύμπαντος οικείου και ταυτοχρόνως ξένου, χωρίς να διολισθήσει ποτέ στη χρηστομάθεια, με τις νεοελληνικές του ερμηνείες άνοιξε δρόμους για να ενισχύσουμε και να πολλαπλασιάσουμε τα κριτικά μας εργαλεία, για να κάνουμε κτήμα μας την παραδοχή που ο ίδιος πρέσβευε σε όλη του τη ζωή: ότι η λογοτεχνία είναι, μαζί με τα καθολικά της νοήματα, και οι ρητορικοί της τρόποι - τα άδυτα που κρύβονται πίσω από την αφηγηματική και τη γλωσσική αρχιτεκτονική της. Η ποίηση υπήρξε σίγουρα η αιχμή του δόρατος για το νεοελληνικό ερευνητικό πεδίο του Μαρωνίτη, χωρίς, όμως, να τον κρατήσει ποτέ μακριά από την πεζογραφία: αρχής γενομένης από την πρώτη και τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά και φτάνοντας μέχρι τους συγγραφείς των ημερών μας.  

Ανασκαλεύοντας επιφυλλίδες, διαλέξεις, δοκίμια, μελέτες και συνεντεύξεις του Μαρωνίτη, που ξεκινούν από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και φτάνουν μέχρι και μερικούς μήνες πριν από το θάνατό του, θα προσπαθήσω να δείξω επιγραμματικά, μέσα από ορισμένα πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα, δύο κόσμους που συναρθρώνονται αδιαίρετα στις κριτικές του θέσεις για την πεζογραφία της τελευταίας τεσσαρακονταετίας: από τη μια μεριά τον κόσμο των λογοτεχνικών σημασιών και από την άλλη μεριά τον κόσμο των αφηγηματικών τεχνημάτων.                

Γράφοντας για το Κιβώτιο (1975) του Άρη Αλεξάνδρου, ο Μαρωνίτης θα μείνει και θα επιμείνει στο πολιτικό του νόημα, που δεν είναι άλλο από την «οδυνηρή απορία μπροστά στην υποκειμενική ασυνέχεια των γεγονότων και στην αντικειμενική τους διαλεκτική». Απορία που ξεφεύγει από το στενό πλαίσιο της ιστορίας της ελληνικής Αριστεράς, για να κινηθεί σ’ ένα διαχρονικό, ακόμα και οικουμενικό επίπεδο. Με τον ίδιο ολοποιητικό τρόπο θα ερμηνεύσει ο Μαρωνίτης και την πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά, μιλώντας για «μια προσωκρατικού τύπου αντίληψη ολότητας, όπου το ανθρωπολογικό και το κοσμολογικό στοιχείο δεν διχάζονται μεταξύ τους. Θεωρούνται, αντιθέτως, υποχρεωτικώς συνδυάσιμα και η συμβολή τους είναι ούτως ή άλλως τρομακτική. Μέσα στον καθρέφτη του κοσμολογικού το καθημερινό παραμορφώνεται και αποκτά τερατικές διαστάσεις, ενώ στην ανάποδη ρότα το κοσμολογικό ή το κοσμογονικό καταφέρνει, μέχρις ενός σημείου τουλάχιστον, να εξανθρωπιστεί, να αποβάλει κάτι από τον οντολογικό ή τον θεολογικό του τρόμο και να αποκτήσει μιαν άλλου είδους συμπάθεια για την ανθρώπινη αθλιότητα ή για το ανθρώπινο μεγαλείο».  Ο Μαρωνίτης θα κατορθώσει να βρει σταθερούς αρμούς, εντοπίζοντας κάποιες νησίδες ασφαλείας με οικουμενικό και πάλι νόημα, σ’ έναν λόγο ο οποίος τείνει περίπου εκ γενετής προς την εξάντληση και τον αφανισμό του, με το οποιοδήποτε κέντρο αναφοράς του να έχει χαθεί μεταξύ μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού.    

Και από τις λεωφόρους του οικουμενικού στις ατραπούς της τεχνικής.  Συζητώντας  για τον Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά (1989) της Ρέας Γαλανάκη, ο Μαρωνίτης θα αναλύσει διά μακρών τη μεικτή (ποιητική και ρεαλιστική) γραφή της, ενώ λίγο νωρίτερα θα καταπιαστεί με την παραπειστική λειτουργία της προφορικότητας στην Ιστορία (1982) του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, οπότε και θα αποκαλύψει τον πραγματικό της πυρήνα:

Ούτε η πληροφοριακή συνδρομή του αφηγητή ούτε πολύ περισσότερο η εσωτερική προσήλωση του φονιά μπορούν να ακουστούν ως πρωτογενής προφορικός λόγος, ο οποίος, όπως είναι γνωστός, θέτει σε λειτουργία αυτόματη την αίσθηση της ακοής. Μόνο ο παρένθετος, επικουρικός, απρόσωπος και συλλογικός λόγος, που υπόκειται στην πρόταση «καθώς λένε» αναφέρεται στην προφορική πηγή της διήγησης.

Η πανουργία της τεχνικής θα απασχολήσει τον Μαρωνίτη κι όταν θα προσεγγίσει τους νεότερους συγγραφείς. Εξετάζοντας την πεζογραφία του Σπύρου Καρυδάκη, θα κάνει λόγο για «ετερόνομη πρόκληση», που συνίσταται στην «απόκρυψη της δραματικής πλοκής προς όφελος του σκανδαλιστικού εν πολλοίς μύθου. Γιατί αν ο μύθος εμφανίζεται εδώ ερωτόφιλος, η αποσιωπημένη πλοκή αποδείχνεται θανατόφιλη».

Κι αν στον Γιατρομανωλάκη και στον Καρυδάκη η αφήγηση δουλεύει με μετατοπίσεις και αποκρύψεις, στη συλλογή διηγημάτων του Σωτήρη Δημητρίου Το κουμπί και το φόρεμα (2012) τα πάντα θα ρυθμιστούν από την ντοπιολαλιά και τη  γλώσσα:

Το χρέος συνοχής των επί μέρους διηγημάτων μεταξύ τους και με το συνολικό αφήγημα το αναλαμβάνει η περιούσια γλώσσα: μεθοριακή και περιθωριακή, συχνά αγριεύει, μυρίζοντας παντού χώμα της Θεσπρωτίας. Κι αυτό το χώμα ενσαρκώνεται κάθε φορά στο σώμα όσων προσέρχονται και παρέρχονται στα τριάντα δύο διηγήματα του τόμου, αφήνοντας πίσω τους ίχνη ανεξίτηλα.

Με το μυθιστόρημα της Μαρίας Στεφανοπούλου Άθος, ο δασονόμος (2015), ο Μαρωνίτης θα μπει ξαφνικά στα χωράφια της αφηγηματολογίας και της θεωρίας της λογοτεχνίας. Αντί για το φάντασμα της «μεταμνήμης», όπως αποκαλεί η Μarianne Ηirsch τη λογοτεχνική αναπαράσταση των δεσμών που διατηρούν τα μέλη των νεότερων γενεών με τις άφατες εμπειρίες των ανιόντων τους από ένα συλλογικό τραύμα, ο Μαρωνίτης θα προκρίνει την «επιδρομική μνήμη», έναν όρο επινοημένο στο προσωπικό του εργαστήριο:

Ο συντελεστής της μεταμνήμης με παρασύρει σε μια δική μου ιδέα, σύμφωνα με την οποία η μνήμη δεν μοιράζεται μόνον σε ατομική και συλλογική αλλά βαθύτερα διχάζεται σε αναδρομική και επιδρομική. Η αναδρομική έχει συνήθως γεύση νοσταλγίας, ενώ η επιδρομική επέρχεται απρόσκλητη και καταλήγει βασανιστική.

Ο κύκλος κλείνει απότομα, αλλά είναι βέβαιο πως θα ξανανοίξει πολλές φορές αφού τίποτε δεν έχει τελειώσει με τον Μαρωνίτη – μάλλον τώρα όλα αρχίζουν. 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Κριτικός λογοτεχνίας. Έχει γράψει τα βιβλία Μίλτος Σαχτούρης: Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού (1991), Οδόσημα (1999) και μαζί με την Ελισάβετ Κοτζιά επιμελήθηκε την ανθολογία Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία (1995).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά