Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ: ο επιμελητής της ζωής του

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Τεύχος 60
 Ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ. Ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ. André Løyning

Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, Ένας θάνατος στην οικογένεια (Ο αγώνας μου – Βιβλίο πρώτο), μετάφραση από τα νορβηγικά: Σωτήρης Σουλιώτης, Καστανιώτη, Αθήνα 2015, 543 σελ.

Karl Ove Knausgaard, Mystruggle (1,2,3), μετάφραση από τα νορβηγικά στα αγγλικά: DonBartlett, Vintage

Ένας απολογισμός για την αυτοβιογραφική αφήγηση του Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, τους τρεις πρώτους τόμους του εξάτομου Αγώνα – και ένα εκδοτικό φαινόμενο με διεθνείς διαστάσεις. Αναδημοσίευση από το τχ. 60 του Books' Journal, Νοέμβριος 2015

 

Knausgaard.docx. Στην αρχή ήταν ο τίτλος του εγγράφου στην ανοιχτή σελίδα του Word. Κι από κάτω, το απόλυτο κενό. Μόλις έχω επιστρέψει από τη Νιότη του Σορεντίνο. Και ενώ οι γεωμετρικές εικόνες του Ιταλού αναβοσβήνουν νοερά  μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, η σκέψη μένει κολλημένη για δευτερόλεπτα στο αναποδογυρισμένο βιβλίο. Ο τρίτος τόμος από τον Αγώνα του Κνάουσγκορντ. Με τσακισμένα αυτιά στο πάνω μέρος της σελίδας, με δαχτυλιές και σημειώσεις – μπλε και κόκκινο στιλό ή μολύβι, αδιάφορο. Μία από τις πρώτες (γραμμένη τον περασμένο Ιούνιο): «Δείχνει ότι αδιαφορεί για τη φόρμα, ενώ στην πραγματικότητα τον ενδιαφέρει πολύ. Βλ. σελίδα 218».

Σ’ αυτό το σημείο, ο «επιμελητής» μέσα μου ζητάει επίμονα να σβήσω όλη την προηγούμενη παράγραφο, επειδή ακούγεται –και είναι– μπανάλ. Αλλά από όσες δοκίμασα, καμιά δεν έμοιαζε τόσο κοντά στο «σκάνδαλο» Κνάουσγκορντ, τον οποίο ήθελα να πληρώσω κάποια στιγμή με το ίδιο νόμισμα – σε μια φαντασιακή (και τόσο πραγματική) εξοικείωση αναγνώστη και συγγραφέα. Δεν θυμάμαι καν από ποια σελίδα κι έπειτα ήθελα να μου ξεπληρώσει με κάποιο τρόπο τις πολύτιμες ώρες που ξόδεψα το περασμένο καλοκαίρι για να ολοκληρώσω το «έπος της κοινοτοπίας», όπως έχει επικρατήσει στο ιδίωμα της διεθνούς βιβλιοκριτικής.

 

ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΜΙΜΗΣΗΣ

Ξεκίνησε σίγουρα σαν παιχνίδι της μίμησης: στην αρχή θέλεις να διαβάσεις το μυθιστόρημα για το οποίο έγραψαν οι New York Times και το Times Literary Supplement, το Slate και το New York. Στη συνέχεια μαθαίνεις ότι ουσιαστικά θέλεις να διαβάσεις ό,τι και ένας στους 9 Nορβηγούς (500.000 αναγνώστες, σε πληθυσμό 4.500.000). Τον συγγραφέα, η φήμη του οποίου ξεπέρασε τη Σκανδιναβία πολλαπλασιάζοντας τις μεταφράσεις σε όλο τον κόσμο (στην Ελλάδα κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιούνιο από τον Καστανιώτη ο πρώτος τόμος, σε μετάφραση Σωτήρη Σουλιώτη, και επισπεύστηκε οσονούπω η κυκλοφορία του δεύτερου).

Παρεμπιπτόντως, το ίδιο είχε συμβεί και με τον συμπατριώτη του, Γιοστέιν Γκάαρντερ, όταν μια άλλη γενιά, δύο δεκαετίες πίσω, διάβαζε τον Κόσμο της σοφίας (στα ελληνικά από τον Λιβάνη, το 1994).

Και αφού διαβάσεις τους τρεις πρώτους τόμους που έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά (ο Ντον Μπάρτλετ έχει φτάσει ήδη στον έκτο), έχεις εξοικειωθεί με το φαινόμενο του εκδοτικού Zeitgeist που ακούει στο όνομα «Κνάουσγκορντ». Αυτό που διαβάζεις το 2015 έχει γραφτεί την περίοδο 2009 - 2011, όταν ο Καρλ Ούβε ζει με τη δεύτερη σύζυγό του, Λίντα, και τα τρία τους παιδιά στο Μάλμε της Σουηδίας. Είναι οι αναμνήσεις του που εκτείνονται στη νορβηγική επικράτεια της παιδικής και της νεανικμπραντ.......σελ. 35είται στην περιγραφναφής του ηλικίας. Από το εφηβικό πάρτι της Πρωτοχρονιάς, για χάρη του οποίου κουβαλούσε «παράνομο» αλκοόλ επί 70 σελίδες (!), ώς την πατρική βία, από την οποία πασχίζει να ξεφύγει σχεδόν και στους έξι τόμους.

Τώρα είναι που θέλεις να πληρώσεις το συγγραφέα με το ίδιο νόμισμα. Τον νιώθεις αρκετά οικείο για να περιγράψεις στον ίδιο όσα συνέβησαν στη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου και όλων των «δορυφορικών» σημειωμάτων για το καλτ φαινόμενο που έχει ενεργοποιήσει. Να του πεις, για παράδειγμα, ότι κι εσύ άρχισες να διαβάζεις σελίδες επί σελίδων μόνο όταν τα παιδιά έπεφταν για ύπνο στο διπλανό δωμάτιο. Ότι πολλές από αυτές γυρνούσαν μέσα στο μετρό, στις ουρές των δημόσιων υπηρεσιών και στην αναμονή για την ενημέρωση γονέων και κηδεμόνων. Ή ότι οι ώρες έμοιαζαν να μην τελειώνουν ποτέ, ειδικά όταν την εξιστόρησή του διέκοπταν μπανάλ λεπτομέρειες μίας μπανάλ καθημερινότητας. Πόσες φορές να διαβάσεις ότι η μητέρα του γύρισε το κλειδί στην κλειδαρότρυπα, ότι κάποιος άνοιξε το φούρνο, τον έκλεισε, ακούμπησε το φαγητό στον πάγκο, ύστερα έκατσε η οικογένεια να φάει όλη μαζί;

Δικαίωμα από την πλευρά του συγγραφέα: μα, στις επόμενες σελίδες μπορεί κανείς να διαβάσει για Ντοστογιέφσκι, Χαίλντερλιν, Μπητλς, Έλβις Πρίσλεϋ και ευρωπαϊκά κόμικς. Δεκτόν (με καναδυό ενστάσεις – ή εμμονές, αφού τις σηκώνει το κλίμα: σύγχρονο κινηματογράφο δεν βλέπουν στη Νορβηγία; Και γιατί τόση σιωπή για τον Μπομπ Ντύλαν;).

Να πεις στο συγγραφέα ότι καταλαβαίνεις τη βαθύτερη ανησυχία του: πώς θα ανακαλύψει το προσωπικό στυλ γραφής, ενώ στο ασυνείδητό του βαραίνουν οι «ποιητές» του ανυπέρβλητου μοντερνισμού, ο Κνουτ Χάμσουν, ο Μπέκετ, ο Πάουλ Τσέλαν. Όπως κι αν το δει κανείς, αποτελεί ομολογουμένως έκπληξηργησε﷽﷽﷽﷽﷽ ο «Αγώνας» δημιοα απόφρικκς ότι στη σελίδα 115 του αμετάφραστου ακόμη δεύτερου τόμου –Amaninlove– ο Κνάουσγκορντ επικαλείται τον εμβληματικό εβραίο ποιητή:

 

Η μυστηριώδης γλώσσα του που θυμίζει κώδικα δεν είναι καθόλου απροσπέλαστη ή «κλειστή». Ακριβώς το αντίθετο... Οι λέξεις του Πάουλ Τσέλαν δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν με λέξεις. Αυτό που κατέχουν δεν μπορεί να μετασχηματιστεί. Η λέξη υπάρχει μόνο εκεί –και σε καθέναν που την εσωτερικεύει.

 

Και αν όντως υπήρχε η δυνατότητα αυτής της μετωπικής σύγκρουσης, θα του έλεγες σίγουρα ότι μοιράζεστε τον ίδιο ενθουσιασμό για τους Μπούντενμπρουκς του Τόμας Μαν (τους αναφέρει επίσης στον δεύτερο τόμο, σ. 484), αν και μια προσωπική ματαιοδοξία επιμένει ότι έπρεπε να περάσουν οι πρώτες 40 σελίδες με την περιγραφή του δείπνου προκειμένου να αρχίσει η απογείωση.

Να του πεις πάντως πως δεν γίνεται «ποιοτικός» όταν αναφέρει τον Τσέλαν ή τον Μαν, ούτε αδιάφορος όταν περιγράφει ένα παιδικό πάρτι ή την πρώτη ημέρα στο μάθημα κολύμβησης (από τον τρίτο τόμο). Αλλά ότι παραμένει ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ: ένα εκδοτικό σημείο των καιρών που θα περάσει μοιραία από την κρησάρα του χρόνου, ένας συγγραφέας που επιλέγει το μικροσκόπιο αντί για τον μεγεθυντικό φακό, ένας περιηγητής της σκανδιναβικής καθημερινότητας χωρίς άλλες μεγάλες προσδοκίες και ένα ερέθισμα για να χαθεί κανείς με τις ώρες στη ναρκισσιστική απόλαυση της ανάγνωσης, ακόμη και με μια επίφαση (ψυχαναγκαστικής) χαλαρότητας.

Να του πεις ότι καταλαβαίνεις εξ ίσου και μια άλλη βαθύτερη ανησυχία του, όπως την εκμυστηρεύεται στο βιβλίο: να μη νιώσει κάποια στιγμή ότι τα παιδιά του τον φοβούνται. Σ’ αυτό το καλειδοσκόπιο της σκανδιναβικής κοινωνίας χωράνε όσες αμφιθυμίες και σε μια μεσογειακή σάγκα, κι ας μας χωρίζει το κλίμα. Ήταν από την αρχή απορίας άξιο πώς το μεγαλύτερο σε έκταση μυθιστόρημα της εποχής προέρχεται από την κατ’ εξοχήν «λακωνική» και κρυπτική παράδοση της Ευρώπης –τη Σκανδιναβία–, η οποία αποκαλύπτει την εσωτερική της ευαισθησία κυρίως μέσα από την περιγραφή της εγκληματικότητας. Γι’ αυτό ίσως ο Αγώνας δημιούργησε τόσο μεγάλο ντόρο, ύστερα από τον Στιγκ Λάρσον και τον Τζο Νέσμπο.

Ο Κνάουσγκορντ είναι ένας καθημερινός άνθρωπος (everyman) του ευρωπαϊκού Βορρά και, συγχρόνως, ένας ξεχωριστός συγγραφέας με προσωπικές εμμονές. Που αφηγείται μια προσωπική οδύσσεια για το πώς ένας καθημερινός άνθρωπος πασχίζει να γίνει ξεχωριστός συγγραφέας ελέγχοντας τις εμμονές του (τα τηλεφωνήματα με τον ατζέντη του, οι συνεντεύξεις με δημοσιογράφους, οι κριτικές και οι προθεσμίες καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος στη σάγκα). Η μπαναλιτέ είναι τόσο ακραία μέσα στο έργο του που παράγει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: δελεάζει τον αναγνώστη να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στο προφανές. Ναι, ο συγγραφέας «πεινάει σαν λύκος» –κι αυτό είναι κλισέ–, τα δέντρα υψώνονται σε απολύτως στυλιζαρισμένες εικόνες, ένας διάλογος δεν προσφέρει τίποτε άλλο εκτός από αφόρητο ρεαλισμό, αλλά κάποτε η λογοτεχνική έκπληξη σκάει σαν πυροτέχνημα.

Όπως και τα επεισόδια της ζωής του: σε ένα από τα πλέον ανεκδοτολογικά ξυραφιάζει το πρόσωπό του μπροστά στον καθρέφτη, ύστερα από ξέσπασμα αλκοολισμού. Γι’ αυτό, όσο και αν τα φαινόμενα περί απομνημονευμάτων απατούν, το βιβλίο ακολουθεί μυστικά τους κανόνες της μυθιστορηματικής αφήγησης. Με όλα τα προνόμια και όλες τις δεσμεύσεις του ύφους. Από τις πολλές φιλίες του –μια πινακοθήκη προσώπων που μοιραία ανανεώνεται– ο συγγραφέας οφείλει να επιλέξει ορισμένες. Το ίδιο ισχύει και για τις ημέρες που πέρασαν μέσα στην κατάθλιψη, την ανία, τον ενθουσιασμό. Το ίδιο και για τους έρωτες, το σεξ και τα δείπνα 43 ετών (η ηλικία του το 2011, οπότε σταμάτησε η συγγραφή του έκτου τόμου στα νορβηγικά). Για να αποδοθεί το ύφος μιας ζωής, ακόμη και έξι τόμοι είναι σαν κόκκος άμμου μέσα σε παλιοκαιρισμένο καλοκαιρινό βιβλίο.

Αν έχει κάποια σημασία για τον ίδιο, θα του έλεγες επίσης ότι ο δεύτερος τόμος βαραίνει περισσότερο στο ζύγι. Όχι μόνο για την ειλικρίνεια της σχέσης με την οικογένειά του ούτε για το αφήγημα της φιλίας. Αλλά και για την αναφορά στον Ρίτσαρντ Φορντ –που «συλλαμβάνει την ψυχή της Αμερικής»–, για τη σύγκριση Ίψεν και Στρίντμπεργκ, το Summerteeth των Wilco, τον φωτογράφο του εξωφύλλου στο Raindogsτου Τομ Γουέιτς και, σίγουρα, τον πίνακα του Άνσελμ Κίφερ Varus (1976). Αυτή είναι μια στιγμή που του τη χαρίζεις ατόφια χωρίς εκπτώσεις:

 

Εχεις δει την εικόνα του Άνσελμ Κίφερ; Δείχνει ένα δάσος. Το μόνο που βλέπεις είναι δέντρα και χιόνι, με διάσπαρτα κόκκινα στίγματα, και λίγα ονόματα γερμανών ποιητών γραμμένα σε λευκό. Χέλντερλιν, Ρίλκε, Φίχτε, Κλάιστ. Είναι το σημαντικότερο έργο τέχνης από τον πόλεμο, πιθανότατα για όλο τον προηγούμενο αιώνα. Τι απεικονίζει; Ένα δάσος. Τι υποδηλώνει; Μα, το Άουσβιτς, προφανώς. Δεν πρόκειται για μια ιδέα – το έργο φτάνει ως τα θεμέλια του πολιτισμού και δεν μπορεί να εκφραστεί με ιδέες.

 

Ο ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ ΩΣ ΥΦΟΣ

Αλλά κάποτε ο εσωτερικός ρυθμός προδίδει τις προθέσεις του συγγραφέα και τις προσδοκίες του αναγνώστη. Η ανεμπόδιστη πρόσβαση στα προσωπικά τραύματα και η περιφορά των αδιεξόδων, από σελίδα σε σελίδα, μοιάζει λιγότερο αθώα από την αυτοδιαφήμισή της. Είναι σ’ αυτές τις στιγμές που θέλεις να του πεις ότι ο ναρκισσισμός του σκοτώνει την αγωνία της γραφής. Είναι γεγονός ότι δεν θέλει να φτάσει τη μεγάλη λογοτεχνία, αλλά να περιγράψει έναν αγώνα προσωπικής αντοχής. Ο κίνδυνος καραδοκεί, όμως, εκεί όπου η έλλειψη ύφους γίνεται ύφος, με ισχυρότερες ενδείξεις εκείνες του τρίτου τόμου, όπου ο Καρλ Ούβε επιστρέφει στη σχολική ηλικία, τις αναμνήσεις για τη μητέρα του και τις φοβίες για τον πατέρα αφέντη. Εδώ μοιάζει να αποτινάζει από πάνω του το βάρος της «εξομολογητικής λογοτεχνίας» (confessionalliterature), του μεγάλου ρεύματος όπου ανήκει.

Όπου εξομολόγηση, μη βιαστείτε πάντως να βάλετε Προυστ. Η σύγκριση ήταν αναμενόμενη από τη στιγμή που ο Νορβηγός επέλεξε να γράψει το μυθιστόρημα της ζωής του επιλέγοντας ήρωες από το οικογενειακό, συγγενικό και φιλικό περιβάλλον (χωρίς να αποφύγει μέχρι και μηνύσεις, όπως εκείνη του θείου του). Είναι μια σύγκριση που ισχύει και την ίδια στιγμή αυτοακυρώνεται. Ο Κνάουσγκορντ δεν είναι Προυστ, αλλά οι ήρωές του (οι σκανδιναβοί σαραντάρηδες που οφείλουν να επιβιώσουν μέσα στο βασίλειο των παιδιών) είναι εμποτισμένοι από τη συνείδηση του 21ου αιώνα, όπως οι ήρωες του Γάλλου μεταφέρουν τη συνείδηση των αρχών του 20ού. Τους χωρίζει άλλωστε η προσέγγιση της μνήμης. Για τον Προυστ είναι μια θεότητα φιλική – ιδανική για να την προσαρμόσει κανείς στο παρόν. Για τον Κνάουσγκορντ είναι ο μεγαλύτερος «αντίπαλος», αν δώσουμε βάση στις πρώτες σελίδες του τρίτου τόμου:

 

Η μνήμη δεν είναι αξιόπιστο μέγεθος μέσα στη ζωή. Και δεν είναι εξ αιτίας του απλού γεγονότος ότι δεν βάζει ποτέ ως προτεραιότητά της την αλήθεια. Δεν είναι ποτέ η αναζήτηση της αλήθειας που καθορίζει εάν η μνήμη θα επαναφέρει ένα γεγονός με ακρίβεια ή όχι. Η αιτία είναι το προσωπικό συμφέρον. Η μνήμη είναι ύπουλη και χρησιμοποιεί τεχνάσματα, αλλά όχι με τρόπο επιθετικό ή μοχθηρό. Το αντίθετο: κάνει ό,τι μπορεί για να κρατά τον κάτοχό της ικανοποιημένο

 

Και όμως, ύστερα από 1.500 σελίδες, η μνήμη καταλήγει κι εδώ μυθική, ενώ τα γεγονότα που αφηγείται ο συγγραφέας μοιάζουν «πραγματικά». Η ανάκληση του χαμένου χρόνου, όπως είχε αποδείξει ο ιδιοφυής Γάλλος, είναι μια πράξη αυτοθεραπείας. Η πραγματική ζωή βρίσκεται εκτός κειμένου και υπόσχεται, όπως πολλές φορές δείχνει ο ευφυής Νορβηγός, τον αυτοτραυματισμό.

Αλλά θα ήταν λάθος να τελείωνε αυτή η φανταστική συνάντηση χωρίς να του πεις ότι έστω και μέσα από ένα άνισο σύνολο οι αναγνώστες επιστρέφουν στην ασφάλεια της παιδικής ηλικίας. Στην πολυπόθητη σιωπή ενός βιβλίου, η μαγεία του οποίου επενεργεί και όταν επιστρέφουν στις ασήμαντες στιγμές της καθημερινότητας, σύμφωνα με την εύστοχη ιδέα του Τζωρτζ Στάινερ[i]. Ότι τελικά δεν γυρίζουν τις σελίδες τη μία μετά την άλλη, επειδή τα μεγαλύτερα περιοδικά και οι εφημερίδες του πλανήτη γράφουν για τον Κνάουσγκορντ. Αλλά επειδή θέλουν να παρακολουθήσουν realtime τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνει τους λογοτεχνικούς κανόνες για να δημιουργήσει από την αρχή κάτι ολότελα δικό του – ακόμη κι αν η κριτική θέλει να το πλασάρει σαν «νεο-μπιτ ρομαντισμό».

Να του πεις τελικά ότι δεν έχεις πειστεί για τον αυθορμητισμό της γραφής του. Εάν ο Προυστ είναι ο κατ’ εξοχήν curator της αυτοβιογραφίας του, «επιμέλεια» στο αφήγημά του έχει και ο Κνάουσγκορντ (χωρίς καν τη χάρη της ποιητικότητας). Ο κόσμος του Αγώνα δεν είναι μια φωτοτυπία του πραγματικού κόσμου. Αλλά το αποτύπωμα ενός συγγραφέα που προσπαθεί να ξεπεράσει το αίσθημα αποτυχίας και να αποδώσει μία αναπαράσταση του εαυτού του. Όσο το δυνατόν πιστότερη στο αυθεντικό.

Γι’ αυτό και η ανάμνηση ενός πορτρέτου του Ρέμπραντ, κατά την επίσκεψη του Κνάουσγκορντ στο Λονδίνο, μοιάζει κομβική μέσα στο εξάτομο έργο του. Όσα γράφει για τον ζωγράφο ισχύουν χωρίς να αλλάξει ούτε μία λέξη για τη σχέση του άγνωστου αναγνώστη με τον συγγραφέα Κνάουσγκορντ:

 

Όλες οι λεπτομέρειες του προσώπου φαίνονται, όλα τα ίχνη που άφησε η ζωή πάνω του είναι εμφανή. Το πρόσωπο είναι αυλακωμένο, ρυτιδωμένο, σακουλιασμένο, ταλαιπωρημένο από το χρόνο. Όμως, τα μάτια είναι λαμπερά, και αν όχι νεανικά, τουλάχιστον υπερβαίνουν το χρόνο που χαρακτηρίζει το πρόσωπο στο οποίο ανήκουν. Είναι σαν να μας βλέπει κάποιος άλλος, από κάπου μέσα από το πρόσωπο, όπου όλα είναι διαφορετικά. Πιο κοντά στην ψυχή ενός ανθρώπου είναι δύσκολο να έρθεις. Γιατί όλα όσα έχουν να κάνουν με την προσωπικότητα του Ρέμπραντ, οι συνήθειες και τα ελαττώματά του, οι μυρωδιές και οι ήχοι του σώματός του, η φωνή και το λεξιλόγιό του, οι σκέψεις και οι απόψεις του, ο τρόπος συμπεριφοράς του, τα κουσούρια του κορμιού του, όλα όσα συνθέτουν έναν άνθρωπο σε σχέση με τους άλλους, έχουν χαθεί...

 



[i]George Steiner, Η σιωπή των βιβλίων, μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου, Ολκός, Αθήνα 2008, σ. 86.

Δημήτρης Δουλγερίδης

Δημοσιογράφος στα Νέα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, Δεύτερη ανάγνωση (2012).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά