Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Μεσανατολική ρουλέτα

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40
Η Νταρίνα αλ-Τζουντί. Η Νταρίνα αλ-Τζουντί.

«Κλείστε αυτό το κωλοκοράνι!» ουρλιάζει η συγγραφέας στην πρώτη πρώτη αράδα του βιβλίου, την ημέρα της κηδείας του πατέρα της, για να τηρήσει την υπόσχεσή της σ’ εκείνον. Αυτή είναι η μέρα που η Νίνα Σιμόν σταμάτησε να τραγουδά. Η μέρα που έφυγε για πάντα ο πατέρας ο οποίος πίστευε ότι «[γ]ια όλα φταίνε οι θρησκείες, αυτός ο ελεεινός Θεός που έχεσε παντού»

Νταρίνα αλ-Τζουντί, Η μέρα που η Νίνα Σιμόν σταμάτησε να τραγουδά, μετάφραση από τα γαλλικά: Αθηνά Μαροπούλου, Ποταμός, Αθήνα 2013, 160 σελ.

Το καλοκαίρι του 2007, στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, αυτόν τον θρυλικό και υψηλότατων απαιτήσεων στίβο όπου παρουσιάζονται και δοκιμάζονται κάθε είδους θεατρικά και άλλα δρώμενα από το χώρο των παραστατικών τεχνών, έλαμψε με το ταλέντο της η 39χρονη τότε Συριο-Λιβανέζα, Γαλλίδα πλέον, Νταρίνα αλ-Τζουντί, ερμηνεύοντας μόνη πάνω στη σκηνή το «έργο» Η μέρα που η Νίνα Σιμόν σταμάτησε να τραγουδά.

Δεν είδαμε εκείνη την παράσταση, που στη συνέχεια παίχτηκε εκατοντάδες φορές στη Γαλλία και στο εξωτερικό. Όπως οι περισσότεροι, μάθαμε γι’ αυτήν όταν το «έργο» κυκλοφόρησε σε βιβλίο, πρώτα στα γαλλικά, ύστερα και σε άλλες γλώσσες (από τον περασμένο Δεκέμβριο και στα ελληνικά). Είναι το συγκλονιστικό έργο της ζωής αυτής της γυναίκας. Από οικογένεια διανοουμένων, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βηρυτό. Γνήσιο τέκνο του πατέρα της, του δημοσιογράφου και συγγραφέα Ασίμ αλ-Τζουντί, που με τη σειρά του ερχόταν από την παράδοση και την κουλτούρα των μεγάλων αράβων ποιητών του έρωτα, του κρασιού, της χαράς της ζωής, της ελευθερίας και της δημιουργικότητας.

Η παιδική μας ηλικία ήταν έν’ ατέλειωτο πανηγύρι. Οι γονείς μας μας μάθαιναν το νόημα της ομορφιάς. Οι ποιητές, οι δημοσιογράφοι, οι ακτιβιστές χτυπούσαν ακάλεστοι την πόρτα μας κάθε ώρα και στιγμή, κι η μητέρα μου τότε αυτοσχεδίαζε. […] [Σ]υχνά κοιμόμασταν κάτω απ’ το τραπέζι για να μη χάσουμε κανένα ποίημα. Η παιδική μου ηλικία είν’ ένα αδιάκοπο τσούγκρισμα ποτηριών με αράκ, είναι το γέλιο του πατέρα μου που έκανε τους τοίχους να τρέμουν.

Το ολοφώτεινο, ζηλευτό ξεκίνημα της ζωής ενός παιδιού.

Η όποια ελευθερία (σεξουαλική, ερωτική, πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική), έλεγε αυτός ο πατέρας στα κορίτσια του, είναι αδιαπραγμάτευτη. Έχει όμως και τίμημα, παντού, και ιδίως σ’ εκείνες τις μεσανατολικές χώρες με τις απείρως μικρότερες ανοχές από τη Δύση σ’ αυτά τα ζητήματα (βλέπε προγραφές «απίστων» ακόμη και για σκίτσα του Προφήτη).

«Κλείστε αυτό το κωλοκοράνι!» ουρλιάζει η συγγραφέας στην πρώτη πρώτη αράδα του βιβλίου, την ημέρα της κηδείας του πατέρα της, για να τηρήσει την υπόσχεσή της σ’ εκείνον. Αυτή είναι η μέρα που η Νίνα Σιμόν σταμάτησε να τραγουδά. Η μέρα που έφυγε για πάντα ο πατέρας ο οποίος πίστευε ότι «[γ]ια όλα φταίνε οι θρησκείες, αυτός ο ελεεινός Θεός που έχεσε παντού. Μόνο όταν θα μετατρέψουμε τις εκκλησίες και τα τζαμιά σε μπουρδέλα θα ησυχάσουμε».

ΒΥΘΙΣΜΑ ΣΤΟ ΦΑΝΑΤΙΣΜΟ

Το τίμημα είναι σκληρότερο όταν εκφράζεις ανυποχώρητα τέτοιες θέσεις εκεί, όπου μπορείς να ζήσεις μόνο εάν ανήκεις σαφώς σε κάποια από τις μάλλον ασαφείς κι ακατανόητες θρησκευτικές κοινότητες-Εκκλησίες (17 έχει ο Λίβανος!), ή παίζεις (παιζόμενος και εμπαιζόμενος) τα δυσερμήνευτα ακόμη κι από ειδικούς αναλυτές πολιτικά και γεωπολιτικά παιχνίδια του περιβόητου Μεσανατολικού. Σουνίτες και σιίτες μουσουλμάνοι, Δρούζοι, Ισμαηλίτες, χριστιανοί Φαλαγγίτες, ελληνορθόδοξοι, ελληνοκαθολικοί, Μαρωνίτες, Άραβες εθνικιστές, κίνημα Μιραμπιτούν, παλαιστινιακές φράξιες χωρίς τέλος, συριακές, ιρακινές και κυρίως ισραηλινές βλέψεις. Μια κόλαση χειρότερη απ’ αυτή που είδαμε προ ετών στην αλήστου μνήμης πρώην Γιουγκοσλαβία. Αυτά τα δύσκολα θέματα της καταγωγής και του ανήκειν τα έχει εξηγήσει με αριστοτεχνικό τρόπο, μυθιστορηματικά και θεωρητικά, ο πιο λόγιος, διάσημος συμπατριώτης της Νταρίνας αλ-Τζουντί, ο Αμίν Μααλούφ, όπως και ο δικός μας Βασίλης Αλεξάκης. Καθόλου συμπτωματικά, και οι δυο τους με δεύτερη πατρίδα τη Γαλλία.

Κοινωνίες ασκημένες στο φανατισμό και το μίσος. Παραλογισμοί και συμφέροντα. Φρικαλεότητες. Εμφύλιο και άλλο αίμα να τρέχει ποτάμι. Ξέρουμε κι εμείς απ’ αυτά. Ποιος σφάζει ποιον, και γιατί. Σ’ αυτό τον κόσμο, ένα κορίτσι που διεκδικεί το απλούστερο, την ευτυχία, που προσπαθεί να καταλάβει και να σταθεί στα πόδια του, ζει μέσα στον τρόμο και στην τρέλα, περνάει κάθε μέρα ξυστά απ’ το θάνατο και μέσ’ απ’ το θάνατο.

Ακουμπάει απεγνωσμένα στο σεξ και στα ναρκωτικά (πρόσκαιρη παρηγοριά, που χειροτερεύει πολύ τα πράγματα), στη ρώσικη ρουλέτα (ολοζώντανες σκηνές Ελαφοκυνηγού!), και καταλήγει με ζουρλομανδύα στη Φωλιά του Κούκου (για ένα εφιαλτικό διάστημα που θα μπορούσε να έχει σαν υπόκρουση τον «Φάνη» των Κατσιμιχαίων).

Η ζωή μια ζαριά. Να ζεις τυχαία. Να ζεις «με τη μέρα». Μια ζωή κομμάτια, σαν τα τζάμια από τις αδιάκοπες εκρήξεις και σαν τα κτίρια στην TV απ’ τους βομβαρδισμούς.

Μέσα στην παραζάλη, η Νταρίνα αλ-Τζουντί ακούει, σαν τον πατέρα της, Νίνα Σιμόν, μπλουζ και Φεϊρούζ, το ένα πιο μαγικό απ’ το άλλο. Ακούει δηλαδή «αβάσταχτη λαϊκή μουσική», που λέει ο Θωμάς Γκόρπας, λεπτά αισθήματα για αυτιά που καταλαβαίνουν τον πανανθρώπινο πόνο. Και γλιτώνει μια μέρα πετώντας μακριά, στη Γαλλία.

Εκεί ξαναγεννιέται: ηθοποιός από μικρή, πρώτα «παίζει» τη ζωή της στην Αβινιόν κι ύστερα την αφηγείται χύμα στον αλγερινό συγγραφέα Μοχάμεντ Κασίμι, που εκτιμά βαθιά, καταγράφει και διασώζει την πολύτιμη προφορικότητα σ’ αυτό το κοινό τους βιβλίο, φτιάχνοντας μια «μυθοπλασία με αληθινά περιστατικά». (Έχουμε κι εμείς τέτοιους θησαυρούς: τον Κοινό λόγο της Έλλης Παπαδημητρίου.) Εδώ, ο όρος μυθιστορηματική ζωή βρίσκει το νόημά του: μεγάλες αλήθειες κι όποιος αντέξει, αδιανόητες συνθήκες, ακραίες καταστάσεις για γενναίες ψυχές. Μια συγκλονιστική μαρτυρία, τολμηρή, ασεβής και αυθάδης, που, χωρίς να θεωρητικολογεί ούτε στιγμή, μιλάει για τα τσαλαπατημένα δικαιώματα των γυναικών με τις μαντίλες και τις μπούρκες, για το χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, για τη διαφορετικότητα. Μια αυθόρμητη, χειμαρρώδης αφήγηση από μια γυναίκα που κάνει εμάς τους άντρες να ζηλεύουμε. Και κάνει σκόνη ψευτοεμπειρίες, κοριτσίστικες επιπολαιότητες κι ανόητες ομφαλοσκοπήσεις που κατακλύζουν τα ράφια βιβλιοπωλείων και σπιτιών.

Είναι ένα σπάνιο, ακατέργαστο διαμάντι, 160 σελίδες μικρού μεγέθους, πεταμένο μέσα στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή, που αξίζει πραγματικά να βρει το κοινό του.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά