Η συγγραφέας Νίκη Αναστασέα πέθανε στις 12 Φεβρουαρίου, σε ηλικία 72 χρόνων. Από το μυθιστόρημα Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε (Πόλις, 1997, β' έκδ. Κέδρος 2007) έως την Ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου (Καστανιώτη, 2015), τα έργα της ήταν γοητευτικά αλλά όχι εύκολα, κείμενα που αναμετριούνταν ταυτόχρονα με την εποχή μας αλλά και με παλιότερα εξίσου αγαπημένα αναγνώσματα - τα κείμενα του Ντοστογιέφσκι ή του Τόμας Μαν. Το σημείωμα που ακολουθεί, ωστόσο, κάνει μνεία στην παλιά, τη μυητική ενασχόλησή της με το βιβλίο: το επάγγελμα της βιβλιοπώλη, που τίμησε όταν εργαζόταν στην Πολιτεία. [ΤΒJ]

Η καταδίκη του μητροπολίτη Αιγιαλείας Αμβρόσιου, απόφαση σταθμός για την εξέλιξη των πολιτισμικών πολέμων στην Ελλάδα

Μια επίκριση στην κυβέρνηση για τη συμφωνία των Πρεσπών και τις εξελίξεις από τους καθηγητές της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Παναγιώτη Γκλαβίνη και Ιωάννη Στεφανίδη

 Η τρομοκρατία σήμερα στρατολογεί από μία ευρύτερη και ετερόκλητη ριζοσπαστικοποιημένη βάση. Το κράτος πρέπει να κάνει δύο απλά πράγματα: α) να τιμήσει τα θύματα και β) να συντρίψει πολιτικά την τρομοκρατία.

Η ασφάλεια δεν είναι «δεξιό» δικαίωμα. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κοροϊδεύει άλλο, φορτώνοντας σε μια φασματική ακροδεξιά την άρνησή της να εξαρθρώσει την τρομοκρατία.

Επικίνδυνος  λοιπόν  ο   εθνικισμός  και τα συμφραζόμενά του, αλλά ο  αντεθνικιστικός λόγος υπονομεύεται  όταν  εντάσσεται  στην, διά της ιστορικής  αμνησίας,  άκριτη  στήριξη της κυβέρνησης.

Ποιοι έχασαν από τη συμφωνία Τσίπρα - Ιερώνυμου; Η Εκκλησία ως κοινότητα πιστών και το δημοκρατικό αίτημα νέας ρύθμισης των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας. Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Τα Νέα (21/11/2018)

Ο Ισίδωρος Ντογιάκος, που χθες έγινε στόχος τρομοκρατών, δεν είναι τυχαία περίπτωση. Προσωπικώς, μου αρκεί ότι ήταν ο δικαστής που παρέπεμψε τη Χρυσή Αυγή. Οταν εξελέγη, πριν λίγους μήνες, αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ψηφίστηκε από τους 13 στους 15 αρεοπαγίτες του δεκαπενταμελούς ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου που τον έκρινε. Στο συμβούλιο συμμετείχαν ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πέππας και η εισαγγελέας Ξένια Δημητρίου, που φέρονται να είναι οι καταψηφίσαντες.

Μερικές παρεξηγήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση - και οι απαντήσεις τους. Γιατί το ευρωπαϊκό πείραμα παραμένει ζωντανό - και στην αιχμή του είναι βαθύτατα δημοκρατικό. [ΤΒJ]

Από τον Μιχάλη Ροδόπουλο

 

Στην επικοινωνία υπάρχουν πράγματα που γίνονται και λέγονται και πράγματα που δεν γίνονται αλλά σου λένε «καλά τυφλός είσαι και δεν τα βλέπεις;», οπότε είναι σαν να γίνονται. Οι λέξεις - ιδέες έχουν τόσο βαρύ φορτίο που μεταβάλλουν την αντίληψή μας για τον κόσμο χωρίς να αναγκαστικά να αλλάζουν κάτι σε αυτόν. Μια επικοινωνιακή καταιγίδα είναι ικανή να προκαλέσει μαζικές ψευδαισθήσεις, χρήσιμες όπως μάθαμε στην πολιτική. Αρχή κάθε παραπλανήσεως η των ονομάτων διαστροφή.

Τέτοια είναι και εκστρατεία περί θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση. Το ακούς και φαντάζεσαι ότι κάποια σπουδαία τομή θα συντελεστεί στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους. Μετά διαβάζεις τις επιμέρους προτάσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας και συνειδητοποιείς ότι περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να επικρατήσει παγκόσμια ειρήνη αν φωτογραφηθούν γυμνοί καμιά δεκαπενταριά διάσημοι παρά να μετατραπεί η Ελλάδα σε λαϊκό κράτος.

Στην αιτιολογική έκθεση της Κυβερνητικής Πρότασης αναγράφεται ότι στον άξονα σχέσεων Εκκλησίας –Κράτους εντάσσονται δύο προτάσεις.

Η πρώτη λέει θα καθιερώσει τον πολιτικό όρκο. Είναι γνωστό ότι έχουμε κοντή μνήμη αλλά όχι τόσο κοντή που να μην θυμόμαστε ότι η πλειοψηφία των νυν υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να ορκιστεί με πολιτικό όρκο. Αντισυνταγματικώς ορκίστηκαν; Ασφαλώς και δεν ορκίστηκαν παράτυπα και αντισυνταγματικά. Ο πολιτικός όρκος για τους κρατικούς αξιωματούχους ισχύει ήδη εδώ και πολλά χρόνια. Όπως ισχύει και για τους πολίτες. Για παράδειγμα, σε ένα δικαστήριο μπορείς να ορκιστείς στην τιμή και στην συνείδησή σου και όχι στο Ευαγγέλιο ή το Κοράνι. Επομένως, τίποτα δεν καθιερώνει η εν λόγω πρόταση παρά φύκια και μεταξωτές κορδέλες για όσους αρέσκονται να διαβάζουν εκθέσεις ιδεών σε συνταγματικά κείμενα.

Η δεύτερη πρόταση είναι η βαρυσήμαντη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους. Όμως, στο άρθρο 3 του Συντάγματος, αμέσως μετά από αυτή την ηχηρή εξαγγελία, παραμένει η διάταξη που ορίζει ότι «επικρατούσα θρησκεία είναι η ορθόδοξη εκκλησία» (προφανώς εννοεί η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, προχειρότητα στη διατύπωση που καταδεικνύει γενικότερη έλλειψη επεξεργασίας των ζητημάτων). Παρότι στη συνταγματική θεωρία έχουν διατυπωθεί με ισχυρή επιχειρηματολογία απόψεις ότι η επικρατούσα θρησκεία δεν έχει κανονιστικές συνέπειες, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι σταθερή, αναγνωρίζοντας ερμηνευτική επίδραση της επικρατούσας θρησκείας σε πλήθος πολιτειακών θεμάτων, με τελευταίο κριθέν, το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών.

Τι αλλάζει συνεπώς; Όχι πολλά. Είναι ικανή αυτή η κενή νοήματος, ασαφής εξαγγελία για θρησκευτική ουδετερότητα να συνταιριάξει με την ύπαρξη επικρατούσας θρησκείας; Προστίθεται μάλιστα, κατά την πρόταση, και ερμηνευτική δήλωση που δηλώνει κάτι που ισχύει παγίως άνευ αμφισβήτησης: ότι η επικρατούσα θρησκεία δεν επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στην απόλαυση άλλων θρησκειών. Ξεδιαλύνει τα απολύτως πεντακάθαρα δηλαδή, επιβαρύνοντας το συνταγματικό κείμενο με ψευδεπίγραφους τίτλους πατρότητας προοδευτισμού. Εξάλλου το άρθρο 16 του Συντάγματος παραμένει ατόφιο στο σημείο που υπαγορεύει την θρησκευτική συνείδηση ως συνιστώσα της κρατικής παιδείας.

Οι σχέσεις Εκκλησίας - Κράτους διαμορφώνονται σε τρία επίπεδα. Στο συνταγματικό, στο νομοθετικό και σε αυτό των πραγματικών πολιτικών σχέσεων. Η κυβερνητική πρόταση ξεκινάει από την κορυφή του παγόβουνου, χρωματίζοντας ξανά λευκό τον πάγο και αφήνει ανέγγιχτο το κυρίως μέρος. Νομοθετική ατολμία και πραγματικοί εναγκαλισμοί με την Εκκλησία για χάρη του Κυβερνητικού εταίρου, Πάνου Καμμένου, προσπαθούν να ξεχαστούν με ηρωικές εκφράσεις για δήθεν ουδετερότητα.

Η πρόταση κάθε άλλο παρά θρησκευτική ουδετερότητα καθιδρύει. Δεν γίνεται κάποιος όμορφος λέγοντας «γίνομαι όμορφος», δεν ισχύει εδώ η επιτελεστικότητα του λόγου. Είπα και έγινε χωρίς να αναληφθούν συγκεκριμένες δράσεις. Το κυβερνών κόμμα ήθελε να κάνει επικοινωνιακή επίθεση στον προοδευτικό χώρο χωρίς να σπάσει τις αγαστές σχέσεις που έχει με την Εκκλησία. Μια δημιουργική ασάφεια, όπως θα έλεγε και ο πρώην υπουργός Οικονομικών ή μια επικοινωνιακή φούσκα όπως κατάλαβαν όλοι λίγο αργότερα στα Εurogroup.

Σελίδα 1 από 97