Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Να κινείσαι, να συνεχίζεις, να αλλάζεις, να προχωράς

Κατηγορία Κοινωνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Βιογραφία Ψυχιατρική Τεύχος 71
5 Φεβρουαρίου 2009. Ο δημοφιλής νευρολόγος Όλιβερ Σακς (1933-2015) μιλάει στο TEDx. 5 Φεβρουαρίου 2009. Ο δημοφιλής νευρολόγος Όλιβερ Σακς (1933-2015) μιλάει στο TEDx. Steve Jurvetson

 Oliver Sacks, Εν κινήσει. Μια ζωή, μετάφραση από τα αγγλικά: Ευαγγελία Μόσχου, Ροπή, Αθήνα 2016, 445 σελ.

«Αυτό το παιδί θα πάει μπροστά αν δεν το παρακάνει», έγραψε ένας δάσκαλος στον έλεγχο του δωδεκάχρονου Όλιβερ Σακς. Αποδείχθηκε διορατικός. Η ενεργητικότητά του τον οδήγησε σε μια ζωή γεμάτη εμπειρίες. Διάσημος νευρολόγος, επηρεάστηκε από σημαντικούς ανθρώπους (αναφέρει τον Τομ Γκαν, τον Αλεξάντρ Ρ. Λούρια, τον Ουίσταν Όντεν, τον Τζέραλντ Έντελμαν, τον Φράνσις Κρικ). Σε όλη του τη ζωή διεκδίκησε την προσωπική εμπειρία και συχνά κινήθηκε στα άκρα. Αλλά έζησε – και τη γεμάτη πλούτο ζωή του περιέγραψε σε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο του, που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά. [ΤΒJ]

Ξεκίνησα να διαβάζω την αυτοβιογραφία του Όλιβερ Σακς την ημέρα που ένας πολύ στενός φίλος εμφάνισε, ξαφνικά, ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Όσο προχωρούσε η ανάγνωση τόσο περισσότερο μου φαινόταν ότι ο φίλος μου και ο διάσημος νευρολόγος είχαν ένα κοινό: την αέναη κινητικότητα ως βασικό modus vivendi. Πότε πότε σήκωνα τα μάτια μου από το βιβλίο –αναγκαία παύση για να σκεφτώ μια φράση που μου έκανε εντύπωση– και το βλέμμα μου έπεφτε στα αυτοκίνητα που κινούνταν στα δύο ρεύματα κεντρικής λεωφόρου της Αθήνας. Τα λίγα λεπτά που σταματούσαν στα φανάρια, οι μηχανές παρέμεναν αναμμένες. Ένας κόσμος εν κινήσει, «πάντα ρει και ουδέν μένει». Αυτό, συνοψίζει όντως το προσωπικό αφήγημα του συγγραφέα και ένα βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που «δεν διαβάζεται» αλλά βιώνεται ως μια περιδιάβαση στην αέναη ψυχική και σωματική κινητικότητα. Αναρωτιόμουν αν ο φίλος που βρισκόταν στο νοσοκομείο παρέμενε «ακίνητος», δεχόμενος παθητικά τις φροντίδες των ιατρών, αλλά γρήγορα αποφάσισα πως αυτό είναι μια λάθος σκέψη. Το σώμα πάλλεται, σε όποια κατάσταση κι αν βρεθεί, πλην του θανάτου. Ο εγκέφαλος έχει την ικανότητα να προσλαμβάνει ερεθίσματα ακόμη και στον ύπνο – εμείς κινούμε τη ζωή μας, σε κάθε ηλικία, σε κάθε κατάσταση. Η συνεχής αλληλεπίδραση με το εσωτερικό και το εξωτερικό περιβάλλον αποτελεί μια μοναδική συνθήκη της ανθρώπινης εμπειρίας, ακριβώς λόγω του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος που μας επιτρέπει όχι μόνο να προσλαμβάνουμε τα ερεθίσματα, αλλά να τα νοηματοδοτούμε, να τα κάνουμε ιστορία, αφήγηση. Σταμάτησα να ανησυχώ για την υγεία του φίλου μου και άρχισα να σκέφτομαι ότι η νοσηλεία του είναι μια ακόμη εμπειρία, η ζωή του συνεχίζεται – εν κινήσει. Το μόνο για το οποίο λαχταρούσα πια ήταν για την ιστορία που θα μου έλεγε όταν θα έβγαινε από το νοσοκομείο.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροπή και όπως μπορεί κάποιος εύκολα να διαπιστώσει, πρόκειται για φιλόδοξο εγχείρημα. Η μετάφραση είναι τόσο άρτια, που καταφέρνει όχι απλά να αποδώσει όσα εξιστορεί ο ίδιος, αλλά να μεταφέρει στον αναγνώστη τη διάθεση, την εμπειρία της συγγραφής του Σακς, σαν ένα βιβλίο μέσα στο βιβλίο. Παράλληλα με τις σκέψεις και τα συναισθήματα που προκαλούν όσα περιγράφονται, προκύπτουν συναισθήματα και σκέψεις που συνοδεύουν τη διαδικασία συγγραφής του βιβλίου. Πρόκειται  για βιβλίο-χείμαρρο, που δεν προσδίδει ακριβώς ικανοποίηση σε όποιον χαθεί στις σελίδες του, αλλά περισσότερο αγωνία, αναστάτωση και προβληματισμό. Ο Σακς έχει έναν μοναδικό τρόπο να σαρκάζει τα σοβαρά της ζωής. Το κάνει τόσο φυσικά, που δεν μπορείς να γελάσεις, αλλά να απορήσεις πώς γίνεται να υπάρχει μια τόσο αυτονόητη αλήθεια που δεν είχες σκεφτεί ποτέ ώς εκείνη τη στιγμή.  Δεν πρόκειται δηλαδή για ευχάριστο αλλά για κοπιώδες αφήγημα, όπως ταιριάζει στην ιστορία ζωής ενός ανθρώπου.

 

 

 

Η ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Όποιος έχει διαβάσει προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα, θα διαπιστώσει μια μικρή διαφορά. Στα προηγούμενα βιβλία του, ο Σακς συνήθιζε να εξαντλεί κάθε μέσο που παρείχαν οι ικανότητές του προκειμένου να βοηθήσει τον αναγνώστη να καταλάβει την τάδε ή δείνα ψυχιατρική/νευρολογική διαταραχή και το βίωμα που την περικλείει (αν κάτι μας δίδαξε, είναι ότι το ανθρώπινο βίωμα δεν συνοδεύει τις νευρολογικές ή τις ψυχιατρικές διαταραχές, τις εμπεριέχει. Αυτό νοηματοδοτεί την ασθένεια και όχι η ασθένεια το βίωμα). Στην αυτοβιογραφία του, δεν κάνει κανένα κόπο για να βοηθήσει τους αναγνώστες να κατανοήσουν.  Γράφει ελεύθερα, ανεμπόδιστα από την εσωτερική «λογοκρισία» και την ανάγκη του να συναντηθεί με τον αναγνώστη. Γράφει γιατί απολαμβάνει να γράφει. Γιατί είναι μεγάλος, άρρωστος, πονάει και φοβάται το θάνατο, αλλά είναι και συνεπής με το παρελθόν του, δεν βρίσκει κανένα λόγο να αναβάλει την επιθυμία για απόλαυση. Η γραφή δεν είναι απλά ένα μέσο που αναπληρώνει την περιορισμένη πια κινητικότητα του σώματος, αλλά κάτι που του δίνει χαρά, που τον ολοκληρώνει, όπως (ή αντί) το σεξ: μια συνάντηση με τον εαυτό του όπως νόμιζε ότι ήταν, όπως πραγματικά ήταν, όπως τον έζησε και τον κατάλαβε. Γράφει για τη ζωή του όπως την έζησε, όχι όπως τη θυμάται. Γράφει για να επεκτείνει τον χρόνο, την κίνηση, την απόλαυση του να ζεις.

Ο Σακς έπασχε από προσωπαγνωσία. Πρόκειται για σύμπτωμα που συνοδεύει διάφορες νευρολογικές διαταραχές και ουσιαστικά συνίσταται στο να μην μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει το πρόσωπο ανθρώπων που έχει γνωρίσει κατά το παρελθόν (ή/και ούτε και το δικό του). Λόγω αυτού του προβλήματος, αντιμετώπισε αρκετές δυσκολίες στο να αναπτύξει σχέσεις. Ωστόσο, επινοώντας διάφορους τρόπους αντιμετώπισης, κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να παρακάμψει τη δυσκολία και να αναπτύξει βαθιές, ειλικρινείς και μακροχρόνιες προσωπικές, επαγγελματικές και φιλικές σχέσεις. Αυτό που τον βοήθησε ήταν η ανακάλυψη ότι η επικοινωνία και η γλώσσα διαμεσολαβούνται από τον εγκέφαλο, τον νου. Καθορίζονται βέβαια, αλλά δεν εξαντλούνται στα αισθητήρια. Μπορεί να μην είναι δυνατό να διορθωθούν οι αισθητηριακές βλάβες για να αποκατασταθεί, για παράδειγμα, η όραση ενός ανθρώπου, αλλά είναι δυνατόν ο εγκέφαλος, μέσω της ενεργοποίησης άλλων περιοχών, να διορθώσει το προϊόν της οπτικής εμπειρίας. Αυτή η ανακάλυψη αποτέλεσε τη βάση της επιστημονικής του προσέγγισης. Ο Σακς πίστευε ότι όσο άρρωστος κι αν είναι κάποιος διατηρεί μια υγιή νησίδα, η οποία του επιτρέπει να αναπτύξει διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης με τον κόσμο. Όπως γράφει ο ίδιος,

Συναρπαστικές θεωρούσα και τις οπτικές ψευδαισθήσεις. Ανέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο η πνευματική κατανόηση, η διορατικότητα, ακόμα και η κοινή λογική γίνονται ανίσχυρες μπροστά στη δύναμη των στρεβλώσεων της αντίληψης με την οποία εκλαμβάνουμε τον κόσμο μας. Τα ανθρώπινα γυαλιά του Γκίμπσον απέδειξαν παράλληλα τη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού να διορθώνει τις οπτικές διαταραχές, τη στιγμή που οι οπτικές ψειδαισθήσεις έδειχναν την αδυναμία του να διορθώσει όσες σχετίζονται με την αντίληψη.

Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια τα έζησε ως γιος δύο πολύ αυστηρών γονιών, επίσης ιατρών, και ως αδελφός ενός σχιζοφρενούς αδελφού, του Μάικλ. Είχε και άλλα αδέλφια, ωστόσο με τον Μάικλ συνδέθηκε περισσότερο, εξαιτίας της ενοχής και του θυμού που του προκλήθηκαν από την αδυναμία των γονιών του να διαχειριστούν αποτελεσματικά την κατάσταση. Αν οι γονείς του ήσαν διαφορετικοί, η συμβίωση με τον αδερφό του θα ήταν πολύ καλύτερη. Φαίνεται πως, οι Σακς επέλεγαν να αγνοούν τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των παιδιών τους και αναλάμβαναν την ευθύνη της διαχείρισής τους μόνο όταν τα ίδια έπαιρναν την κατάσταση στα χέρια τους. Ασχολήθηκαν ουσιαστικά και κατάφεραν να φροντίσουν τον Μάικλ μόνο ύστερα από απανωτά ψυχωσικά επεισόδια – ώς τότε, αλλά και ανάμεσα στα επεισόδια, τον αγνοούσαν. Κατάφεραν να αποδεχτούν σιωπηρά και ίσως να «συγχωρήσουν» την  ομοφυλοφιλία του Όλιβερ, όταν ο ίδιος είχε ήδη πια φύγει από την Αγγλία, είχε αυτονομηθεί πλήρως και τους είχε συγχωρήσει για τη στάση τους. Από πολύ νωρίς ο Όλιβερ Σακς είχε διαπιστώσει τη σοφία που κρύβεται πίσω από την κοινοτοπία «δεν υπάρχει κακό χωρίς καλό». Διαπίστωνε ότι η δραστική θεραπεία στην οποία κατ’ επανάληψη υποβλήθηκε ο αδερφός του τον ανακούφιζε από πολλά συμπτώματα, με αποτέλεσμα οι γονείς του να τον αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη δεκτικότητα και διάθεση φροντίδας, αλλά του στερούσε κάτι πολύ σημαντικό: το παραλήρημα. Χωρίς αυτό, ο Μάικλ ήταν γυμνός, αδύναμος, άδειος. Υπήρχε δηλαδή και μια θετική λειτουργία της διαταραχής, η οποία ίσως να αποτελούσε αντιστάθμισμα στη μοναξιά, στο κενό και την απουσία της σχέσης του Μάικλ με τους γονείς του.

Η αμφιθυμία του να ζει ως παιδί με έναν σχιζοφρενή αδελφό ο οποίος δεν τον άφηνε να διεκδικήσει την προσοχή και την αγάπη των γονιών του, αλλά και η γνήσια περιέργεια για τον κόσμο στον οποίο ζούσε ο Μάικλ, τον σημάδεψαν. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι, όσα δεν κατάφερε να δώσει ο ίδιος στον αδερφό του ακριβώς επειδή ήταν και αυτός απλά ένα παιδί που αναζητούσε προσοχή και φροντίδα, επιχείρησε να τα δώσει στους ασθενείς του. Προσπάθησε δηλαδή να κάνει μια επανόρθωση τόσο για τον θυμό που ένιωθε ο ίδιος, όσο και για αυτά που έκαναν οι γονείς του. Κατά κάποιον τρόπο, το να ζει σε ένα σπίτι όπου οι γονείς ενοχοποιούσαν τον Μάικλ για τις ανάγκες του τον μετέτρεψε από παρατηρητή σε συμμέτοχο της γονεϊκής δράσης – αισθανόταν συνυπεύθυνος για όλα όσα βίωνε ο αδερφός του: την απόρριψη, την έλλειψη κατανόησης, την άστοχη, ακατάλληλη και μη έγκαιρη φροντίδα, τη μοναξιά. Συναισθήματα που βίωσε και ο ίδιος εξαιτίας της ομοφυλοφιλίας του. Ακόμη χειρότερα, κατάλαβε ότι η μητέρα του δεν τον αγαπούσε γι’ αυτό που πραγματικά ήταν, αλλά για αυτό που εκείνη χρειαζόταν να είναι. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, τον χρησιμοποιούσε.  Για να κερδίζει την αγάπη της, έπρεπε να ταυτίζεται με όσα ήθελε εκείνη, να γίνεται κάποιος άλλος. Η αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας, των αληθινών του επιθυμιών (όχι μόνο ερωτικών, αλλά και επαγγελματικών) είχε αποτέλεσμα να εισπράξει την απόρριψή της. Ωστόσο, φαίνεται ότι αυτό ήταν παράλληλα λυτρωτικό, καθώς τον διευκόλυνε να κατανοήσει ότι διαθέτει το σθένος να κάνει τις επιλογές του και να ζήσει τη ζωή του όπως εκείνος επιθυμεί και όχι ως σκιά της φαντασίωσης που είχαν οι γονείς του για αυτό που υποτίθεται πως ήταν – γλίτωσε έτσι από το να σπαταλήσει μια ζωή στα δίχτυα ενός «ψευδούς εαυτού». Κάνοντας μια συμβολική επανόρθωση για τον αδερφό του μέσω των όσων πρόσφερε στους ασθενείς του, έκανε παράλληλα και μια διόρθωση για τον εαυτό του – κατάφερε να του προσφέρει στην ενήλικη ζωή τη «γονεϊκή» φροντίδα που χρειαζόταν όταν ήταν παιδί. Έτσι μπόρεσε να αφουγκραστεί, να περιθάλψει και να «μεγαλώσει» τον βρεφικό του εαυτό:

Όταν έφυγα από την Αγγλία, στα εικοστά έβδομα γενέθλιά μου, ήταν, μεταξύ πολλών άλλων λόγων, επειδή αναζητούσα μία διέξοδο στην τραγική και απελπιστική κατάσταση του αδερφού μου και στη λάθος μεταχείριση του προβλήματος που αντιμετώπιζε. Υπήρχε και ένα άλλο κίνητρο όμως… Ήθελα να προσπαθήσω να διερευνήσω τη σχιζοφρένεια και τις συναφείς διαταραχές στον ανθρώπινο εγκέφαλο και νου, μελετώντας  τους δικούς μου ασθενείς και εφαρμόζοντας τον δικό μου τρόπο.

Και αλλού:

Όταν το 1951, η μητέρα μου έμαθε για την ομοφυλοφιλία μου και ευχήθηκε να μην είχα γεννηθεί ποτέ, δεν ήταν λόγια που είχε ξεστομίσει γιατί την εξέφραζαν ή τα εννοούσε. Μιλούσε η ψυχική οδύνη και το ενοχικό σύνδρομο μιας μάνας που έχοντας ήδη χάσει τον ένα γιο στο ζοφερό κόσμο της σχιζοφρένειας, φοβόταν τώρα μήπως χάσει και τον άλλο της γιο στην ομοφυλοφιλία, μια «κατάσταση» που για την εποχή μου θεωρούνταν επαίσχυντη και ικανή να στιγματίσει τόσο βαθιά την εικόνα κάποιου, ώστε να σταθεί αρκετή να του καταστρέψει τη ζωή. Αν και δεν είμαι βέβαιος ότι εκείνη τη στιγμή που ξεστόμιζε τα πικρά λόγια της είχα καταλάβει το βαθύτερο νόημά τους και τον ψυχισμό της, εντούτοις όλα έβγαζαν νόημα με την κατάσταση του Μάικλ. Ήμουν κάποτε ο αγαπημένος της γιος, το πιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή της, η αδυναμία της, το «χαϊδεμένο της αγοράκι» και όλα ανατράπηκαν μέσα της όταν αποκαλύφθηκε η κρυφή μέχρι τότε ταυτότητά μου. Έγινα για εκείνη «ένα ακόμα από αυτά τα αφόρητα, πρόσθετα βάρη» που επιδείνωναν τον Γολγοθά της με τη σχιζοφρένεια του Μάικλ.

 

 

 

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ ΤΟ ΣΩΜΑ

Αν κάτι ισχύει σίγουρα για τον Όλιβερ Σακς είναι ότι ριχνόταν σε κάθε εμπειρία ολόκληρος, χωρίς να παραγνωρίζει την αξία και τη γνώση που προέρχεται από το σώμα. Δεν σκεφτόταν απλά για τους ασθενείς του, τους άγγιζε. Δεν ένιωθε απλά χαρούμενος όταν οδηγούσε τη μηχανή του με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ανατρίχιαζε, αφουγκραζόταν την καρδιά του να χτυπά δυνατά, ίδρωνε. Δεν είχε την ανάγκη που είχαν (και έχουν) πολλοί συνάδελφοί του, να υπερτονίζει το «ψυχικό», έναντι του «σωματικού». Κάθε άλλο. Για τον Σακς, εν αρχή ην το σώμα. Το ψυχικό προκύπτει επειδή υπάρχει σώμα που το εμπεριέχει, το λειτουργεί και του δίνει τη δυνατότητα να το αναπαριστά σε βαθμό που η ψυχική λειτουργία μπορεί να μετασχηματίσει τη σωματική.

Το παρακάτω απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό αυτού που υπήρξε και του τρόπου που έζησε ο Σακς. Ένας άνθρωπος που, πάντα, παρά τις δυσκολίες, τους περιορισμούς, τις αντιξοότητες, δεν σταμάτησε ποτέ να κινείται, να συνεχίζει, να αλλάζει, να προχωρά.

Πρόκειται για απόσπασμα επιστολής προς τους γονείς του, με τίτλο «Καναδάς:  Παύση, 1960». Την έγραψε κατά τη διάρκεια περιήγησης στον Καναδά (αφ’ ότου εγκατέλειψε την Αγγλία) και προτού εγκατασταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τότε δεν ήταν άρρωστος, δεν ήξερε ακόμη ότι θα γίνει νευρολόγος, δεν είχε καλά καλά αποφασίσει αν του ταιριάζει το επάγγελμα του ιατρού. Ήξερε όμως ότι θα συνεχίσει να κινείται. Ποιος ξέρει; Ίσως και να εξακολουθεί.

Πόσο πολύ έχω μετακινηθεί και πόσες αποστάσεις, άραγε, έχω καλύψει! Έχω ταξιδέψει σχεδόν τρεις χιλιάδες μίλια σε λιγότερο από δύο εβδομάδες. Τώρα ηρεμία, ακινησία, σταθερότητα… Περισσότερο από ποτέ άλλοτε σε όλη μου τη ζωή. Σύντομα θα αρχίσω να μετακινούμαι και πάλι. Και τότε, ίσως να μη σταματήσω ποτέ…

 

 

 

 

Ειρήνη Αγαπηδάκη

Ψυχολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στην προαγωγή και την αγωγή υγείας, υποψήφια διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής Αθηνών.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά