Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2020

Όταν νικούσαν οι αναρχικοί

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Ιστορία Τεύχος 107
Ο Χοσέ Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι (1896-20 Νοεμβρίου 1936), από καρτ ποστάλ του 1937, που φιλοτέχνησε ο Pelegrin και τυπώθηκε στη Βαλένθια. Ο Χοσέ Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι (1896-20 Νοεμβρίου 1936), από καρτ ποστάλ του 1937, που φιλοτέχνησε ο Pelegrin και τυπώθηκε στη Βαλένθια. Pelegrin / SRI comité provincial de Valencia

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας, μετάφραση από τα γερμανικά: Σπύρος Μοσκόβου, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2019, 424 σελ.

Ενώ αλλού ο επαναστατικός δρόμος οδήγησε στον κομμουνισμό, «η Ισπανία είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο στην οποία οι επαναστατικές θεωρίες του Μπακούνιν μετουσιώθηκαν σε βία κατά προσώπων». Από το 1916 ώς το 1939, η μεγαλύτερη οργανωμένη δύναμη των εργατών και αγροτών ήταν το αναρχικό κίνημα. Οι κομμουνιστές ήταν μια «αριθμητικά ασήμαντη ομάδα» ενώ οι αναρχικοί, που ώς το 1936 διατήρησαν τον ηγετικό ρόλο τους στο ισπανικό εργατικό κίνημα, μπορούσαν να κινητοποιήσουν εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο. Ένας αγωνιστής- ήρωας, ο Ντουρούτι, και μια μοναδική στιγμή της Ιστορίας έφτιαξαν έναν μύθο που διαβάζεται σήμερα και σαν συναρπαστικό μυθιστόρημα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal τχ. 107, Μάρτιος - Απρίλιος 2020. 

 Υπάρχουν κάποια βιβλία που όταν τα τελειώνεις μουρμουρίζεις: «Μα πώς και δεν τα ήξερα εγώ όλα αυτά;» Γιατί ενώ ο ισπανικός εμφύλιος είναι πασίγνωστος και εμβληματικός, η ιστορία του ισπανικού αναρχισμού παραμένει εν πολλοίς άγνωστη – αλλά και ανεξήγητη: πώς γίνεται και σε μια γωνιά της Μεσογείου οι επί αιώνες εξαθλιωμένοι αγρότες και οι χωρίς στον ήλιο μοίρα εργάτες στράφηκαν όχι στον κομμουνισμό (όπως συνέβαινε σχεδόν παντού ολόγυρά τους) αλλά στην αναρχία; Ποιο ήταν το κουκούτσι που ρίχτηκε μέσα στο σκληρό και άνυδρο εκείνο χώμα για να φυτρώσει και να γιγαντωθεί ο πιο μαζικός «αναρχοσυνδικαλισμός»; Πολλές εξηγήσεις έχουν δοθεί, καμία δεν μοιάζει σίγουρη. Και ίσως η πιο συναρπαστική πλευρά της Ιστορίας είναι όταν σκαλώνουμε σε κάτι που δεν εξηγείται. Εκεί δηλαδή όπου θα μπορούσε να είναι και μυθιστόρημα.

«Το ιδιότυπο ημίφως» του ισπανικού αναρχισμού δεν είναι για τους λάτρεις της βεβαιότητας, προειδοποιεί ο Εντσενσμπέργκερ. Το 1936, με το ξέσπασμα του ισπανικού εμφυλίου, το συνδικάτο των αναρχικών CNT είχε μέλη που οι αριθμοί τους κυμαίνονταν μεταξύ ενός εκατομμυρίου και 1.600.000. Και η βεβαιότητα κλυδωνίζεται ακόμα περισσότερο όταν πλησιάσουμε τη μορφή του διασημότερου αναρχικού αγωνιστή, του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι: η βιογραφία του σκοντάφτει συνέχεια πάνω στις ανάγκες ενός ήρωα-μύθου.

Ώς ένα σημείο όλα ξεκίνησαν με τον ίδιο τρόπο: η επαναστατική παράδοση της Ισπανίας αναγόταν, όπως και η ρωσική, στην εποχή του Μπακούνιν. Παρόμοιες κοινωνικές αιτίες υπήρξαν καθοριστικές: το αγροτικό ζήτημα, η καθυστερημένη εκβιομηχάνιση, ένα καθεστώς που είχε μείνει κατά ενάμιση αιώνα πίσω από τη Δύση. Όμως, ενώ αλλού ο επαναστατικός δρόμος οδήγησε στον κομμουνισμό, «η Ισπανία είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο στην οποία οι επαναστατικές θεωρίες του Μπακούνιν μετουσιώθηκαν σε βία κατά προσώπων», σχολιάζει οΕντσενσμπέργκερ.Από το 1916 ώς το 1939, η μεγαλύτερη οργανωμένη δύναμη των εργατών και αγροτών ήταν το αναρχικό κίνημα. Οι κομμουνιστές ήταν μια «αριθμητικά ασήμαντη ομάδα» ενώ οι αναρχικοί, που ώς το 1936 διατήρησαν τον ηγετικό ρόλο τους στο ισπανικό εργατικό κίνημα, μπορούσαν να κινητοποιήσουν εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο.

Ο (90χρονος σήμερα) γερμανός συγγραφέας, δοκιογράφος και ποιητής Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ έγραψε αυτό το βιβλίο τρία χρόνια πριν από το θάνατο του νικητή του ισπανικού εμφυλίου, του δικτάτορα Φράνκο. Και πώς το έγραψε; Παρατηρώντας και ακούγοντας τις φωνές που έρχονταν από όλες τις πλευρές. Από την αρχή ξεκαθαρίζει τη θέση του – μπερδεύοντάς μας: είναι αφηγητής, ναι, αλλά «για να μπορέσει να διηγηθεί την ιστορία του Ντουρούτι είναι υποχρεωμένος να απαρνηθεί τον ίδιο του τον εαυτό ως αφηγητή».Γι’ αυτό συλλέγει μαρτυρίες άλλων, διαφορετικές, αλληλοσυγκρουόμενες, που όμως συνθέτουν τις «ιστορίες που δημιουργούν ιστορία. Γιατί έτσι έχει παραδοθεί η ιστορία από τους παμπάλαιους χρόνους: ως μύθος, ως έπος, ως συλλογικό μυθιστόρημα. Για τους λαούς η Ιστορία είναι και παραμένει ένα μάτσο ιστορίες». Γράφει λοιπόν αυτό το «συλλογικό μυθιστόρημα» πλημμυρισμένο από «ένα μάτσο ιστορίες», μια πολυφωνία μέσα από την οποία αναδύεται ένας άνθρωπος και μια ανεπανάληπτη ιστορία.

Έτσι αντιλαμβάνεται τον εαυτό του το μυθιστόρημα για τον Ντουρούτι: όχι ως βιογραφία που συγκεντρώνει στοιχεία, πόσο μάλλον ως επιστημονική πραγματεία. Το αφηγηματικό του πεδίο είναι ευρύτερο από το πρόσωπο ενός μόνο ανθρώπου. Συμπεριλαμβάνει και το περιβάλλον, το διάλογο με συγκεκριμένες καταστάσεις, χωρίς τον οποίο αυτό το άτομο είναι αδιανόητο. Το ίδιο ορίζει τον εαυτό του μέσα από τον αγώνα του.

Σαν λάβα ξεπηδούν οι προσωπικές αναμνήσεις, εκτιμήσεις και απόψεις, και ο αναγνώστης αφήνεται να κρίνει μόνος του – αλλά και να παρασυρθεί από την αίσθηση μιας εποχής που, από πολλές απόψεις, υπήρξε μοναδική. «Ξαπλώνω ανάσκελα»,γράφει η Σιμόν Βέιλ,[1]«παρατηρώ τα φύλλα, τον γαλανό ουρανό. Υπέροχη μέρα. Αν με πιάσουν, θα με σκοτώσουν… Δεν το κάνουν χωρίς λόγο, οι δικοί μας έχουν χύσει αρκετό αίμα. Είμαι συνένοχός τους, τουλάχιστον ηθικά. Απόλυτη σιωπή».

Η ζωή του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι «διαλύθηκε μέσα στις πράξεις του». Και η αντιφατικότητα της φόρμας που επιλέγει ο Εντσενσμπέργκερ για να αφηγηθεί αυτή τη ζωή «υποδηλώνει μονάχα τις ρωγμές που διατρέχουν το ίδιο το υλικό. Η ανασύνθεση μοιάζει με παζλ, τα κομμάτια του οποίου δεν εφαρμόζουν μεταξύ τους απόλυτα. Και ακριβώς στους αρμούς της εικόνας πρέπει να επιμείνει κανείς».

Ποιος ήταν ο Ντουρούτι; Ένας αγνός λαϊκός αγωνιστής που παρέμεινε μέχρι το τέλος τίμιος και συνεπής στις ιδέες του; (Όταν πέθανε άφησε πίσω του μια αλλαξιά εσώρουχα, δυο πιστόλια, κιάλια κι ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου. Αυτά ήταν όλα τα υπάρχοντά του, ενώ πέρασαν από τα χέρια του χρήματα, όπλα, άνθρωποι, εξουσία.) Ή μήπως ήταν ένας αδίστακτος φανατικός που δολοφονούσε εν ψυχρώ καθαρίζοντας (“Limpiar”[2]) όποιον θεωρούσε αντίθετο στο όραμά του; Ή μήπως πάλι ήταν ένας απλός τυχοδιώκτης, κατά καιρούς εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου που έκλεψε, λήστεψε και λεηλάτησε; Η μία άποψη:

Μια φορά μας κουβάλησαν έναν άντρα που κατείχε τότε στη Σαραγόσα μια πολύ υψηλή θέση. Ήθελαν να τον εκτελέσουν. Ο Ντουρούτι κάλεσε τους φρουρούς του και τους ρώτησε: «Ποια ήταν η στάση αυτού του άντρα στο αγρόκτημά του; Πώς φερόταν στους χωρικούς που του δούλευαν;» Η απάντηση ήταν «Όχι άσχημα». «Ε, τότε τι θέλετε; Να τον σκοτώσουμε μόνο και μόνο επειδή ήταν κάποτε πλούσιος; Μα αυτό θα ήταν ανοησία». Μου παρέδωσε τον άντρα και μου είπε: «Φρόντισε να γίνει δάσκαλος δημοτικού εδώ στο χωριό και να προσφέρει έντιμη δουλειά».[3]

Και η άλλη άποψη:

Μια μικρή διεθνής ομάδα με 22 πολιτοφύλακες από τις πιο απίθανες χώρες, μετά από μια ελαφρά μάχη στην Αραγώνα, συνέλαβε ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι που πολεμούσε με τους φασίστες. Έτρεμε ακόμα, επειδή είχε δει τους συντρόφους του να χάνουν τη ζωή τους δίπλα του. Στην πρώτη ανάκριση δήλωσε ότι τον είχαν πιέσει με τη βία να μπει στις τάξεις του Φράνκο. Του έκαναν έρευνα· βρήκαν πάνω του ένα μενταγιόν με την Παναγία και μια ταυτότητα μέλους της Φάλαγγας. Τον έστειλαν στον Ντουρούτι ο οποίος επί μια ολόκληρη ώρα του ανέπτυξε τα πλεονεκτήματα του αναρχικού ιδανικού και μετά του έθεσε το δίλημμα ή να πεθάνει ή να ενταχθεί αμέσως στις τάξεις αυτών που τον είχαν πιάσει αιχμάλωτο, και να πολεμήσει εναντίον των πρώην συντρόφων του. Ο Ντουρούτι έδωσε στο παιδί είκοσι τέσσερις ώρες διορία για να αποφασίσει. Το αγόρι είπε όχι και εκτελέστηκε.[4]

Ίσως μια απάντηση δίνει η μαρτυρία του Ιλιά Έρενμπουργκ:[5]«“Πες μου”, [μου είπε ο Ντουρούτι], “ξέρεις αυτή την εσωτερική ρωγμή; Σκέφτεσαι το ένα και κάνεις το άλλο: όχι από δειλία, αλλά από ανάγκη”. Του απάντησα ότι μπορούσα να τον καταλάβω πολύ καλά. Στον αποχαιρετισμό μού χτύπησε ελαφρά τον ώμο, όπως συνηθίζουν στην Ισπανία. Τα μάτια του έμειναν στη μνήμη μου. Μέσα τους ζευγαρωνόταν αδάμαστη θέληση με παιδική αμηχανία – ένα εντελώς ασυνήθιστο αμάλγαμα». Και του Μιχαήλ Κολτσόφ:[6] «Ο Ντουρούτι ελέγχει το περιβάλλον του αυταρχικά, στα μάτια του όμως έχει κάτι το υπερβολικά συναισθηματικό, σχεδόν θηλυκό, μερικές φορές έχει το βλέμμα πληγωμένου ζώου…»

Στο βιβλίο του Εντσενσμπέργκερ, πάντως, ο Ντουρούτι είναι ένας μυθιστορηματικός ήρωας – ακόμα και άθελά του. Μέσα από την ιστορική αφήγηση συμπυκνώνονται ένα σωρό μικρά μυθιστορήματα που από μόνα τους θα συνέθεταν το συναρπαστικό μωσαϊκό ενός larger-than-life υπαρκτού, πλην άπιαστου προσώπου. (Αλλά μήπως αυτό δεν ισχύει για κάθε ιστορική αφήγηση; Κόβοντας μια οποιαδήποτε φέτα ιστορίας δεν ανακαλύπτουμε μέσα της, σαν αμύγδαλα, καρύδια και σταφίδες μέσα στο γλυκό, ένα σωρό μυθιστορήματα;) Είναι ένας αληθινός ήρωας που «κλαίει με λύσσα» όταν τα πυρομαχικά τελειώνουν και οι πολιτοφύλακές του αμύνονται μόνο με χειροβομβίδες, και είναι εκείνος που τελικά θα γίνει αυτό που όλοι ζητούν απ’ αυτόν, δηλαδή ένας μύθος.

anarchy taroslide1

1936, Βαρκελώνη, Ισπανία. Αναρχική εκπαιδεύεται στα όπλα, για την απόκρουση των φασιστών. Φωτογραφία της Γκέρντα Τάρο.

                                                                                                                                                     Gerda Taro / International Center of Photography

Δυο μυθιστορήματα

Από το Μπουένος Αίρες όπου έχουν καταφύγει επικηρυγμένοι για ένοπλη ληστεία (που έκαναν ή δεν έκαναν – δεν θα μάθουμε), ο Ντουρούτι μαζί με τον φίλο του Φρανθίσκο Ασκάσο επιβιβάζονται σε πλοίο, γιατί και πάλι πρέπει να δραπετεύσουν. Αγοράζουν ναύλα πρώτης θέσης για να μην τους ψάξουν, καθώς για τους επιβάτες τρίτης θέσης ο έλεγχος είναι αυστηρότατος, όμως ανάμεσα στους κομψούς επιβάτες της πρώτης ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μέσ’ στο γάλα: δεν βγάζουν τους σκούφους τους, δεν καθαρίζουν τα φρούτα τους με μαχαιροπήρουνα. Για να μην τους ανακαλύψουν λοιπόν, κι επειδή είναι κι οι δύο αθλητικοί τύποι, εμφανίζονται ως παίκτες του χάντμπολ: οι υπόλοιποι επιβάτες τούς αποδέχονται πλήρως και έτσι αποβιβάζονται χωρίς κανέναν έλεγχο.

Αλλά και στο Παρίσι, όπου επιδιώκουν να δολοφονήσουν τον βασιλιά Αλφόνσο ΙΓ’ που θα έρθει σε επίσημη επίσκεψη, ακολουθεί κάτι ανάλογο:

Είναι στη φύση κάθε Ισπανού, ακόμα κι αν είναι προλετάριος, να εμφανίζεται σαν σπουδαίος κύριος, αν όχι σαν Ισπανός ευγενής. Αυτό το χάρισμα το διέθεταν και οι δυο μας σύντροφοι, οπότε το αξιοποίησαν με το παραπάνω τις ημέρες πριν από την επίσημη επίσκεψη. Για να ξεφύγουν από το δίχτυ των χαφιέδων της αστυνομίας πήγαιναν στα μέρη όπου σύχναζε η υψηλή κοινωνία. Έπαιζαν τένις στο κλαμπ, είχαν αγοράσει μάλιστα ακόμα και το δικό τους πολυτελές αυτοκίνητο... [7]

Μυθιστορηματική είναι η αφήγηση και του επόμενου περιστατικού.

Θυμάμαι ότι μια μέρα οι Αρχές έκαναν κατάσχεση στο τυπογραφείο μας: πήραν το κυλινδρικό πιεστήριο της εφημερίδας μας, της Solidaridad Obrera. [...] Η εφημερίδα δεν μπορούσε πια να κυκλοφορήσει. Τα μηχανήματα βγήκαν σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, κι εκεί εμφανίστηκαν πολλοί επιχειρηματίες κι έκαναν τις προσφορές τους. Μόνο που δεν έμειναν μόνοι. Εμφανιστήκαμε κι εμείς στην αίθουσα δημοπρασιών, τουλάχιστον είκοσι άντρες, ανάμεσά τους κι ο Ντουρούτι κι ο Ασκάσο. Ο Ντουρούτι σηκώθηκε και πρόσφερε είκοσι πεσέτες για το πιεστήριο. Αυτό φυσικά ήταν ένα τίποτα. Οι επιχειρηματίες σηκώθηκαν όρθιοι κι άρχισαν να φωνάζουν: «Χίλιες πεσέτες!» Αλλά πριν προλάβει καλά καλά ο πρώτος να δώσει προσφορά, ένιωσε κιόλας κάτι παγωμένο και ατσάλινο στα πλευρά του, οπότε φυσικά απέσυρε στο άψε-σβήσε την προσφορά του. Μετά ήρθε η σειρά του Ασκάσο. Φώναξε: «Τέσσερα δούρο!» Κι αυτά ήταν είκοσι πεσέτες. Όποιος ήθελε να πλειοδοτήσει ένιωθε το ρεβόλβερ στα πλευρά του και προτιμούσε να σωπάσει. Τελικά ο υπεύθυνος της δημοπρασίας δεν είχε άλλη λύση: σήκωσε το σφυράκι του και κατακύρωσε σε μας το μηχάνημα, για είκοσι πεσέτες, για ένα κομμάτι ψωμί. [8]

 

Κάτι το οπερετικό

Όταν η Ιστορία έχει τα κέφια της, καμία μυθοπλασία δεν παραβγαίνει μαζί της. Το καλοκαίρι του 1936, η CNT και ο σκληρός πυρήνας της, FAI (Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία), έχουν καταλάβει σημαντικά πόστα της Βαρκελώνης ύστερα από ένοπλες συγκρούσεις με τους φασίστες πραξικοπηματίες. Το σκηνικό εναλλάσσεται ανάμεσα στο γραφικό και το τραγικό, το ηρωικό και το γκανγκστερικό, όπως και οι βολές των ελεύθερων σκοπευτών – που και αυτούς τους φανταζόμαστε λίγο σαν χολλυγουντιανούς σταρ, με στολές βεστιαρίου:

Στη Ράμπλας, πίσω από κάθε δέντρο στεκόταν κι ένας άντρας των Ειδικών Δυνάμεων με την ξιφολόγχη πανέτοιμη· συχνά έβλεπε κανείς ακόμα και τακτικές δυνάμεις του στρατού. Ιδίως οι Μαυριτανοί με τα γιαταγάνια τους προκαλούσαν φόβο. Πάντως το όλο είχε και κάτι το οπερετικό. Οι κυρίες σεργιάνιζαν μπροστά από τα μαγαζιά. Μετά ακουγόταν ξαφνικά ένα σφύριγμα. Από τις ταράτσες εκσφενδονίζονταν χειροβομβίδες, οι βιτρίνες κατέβαιναν με μεγάλο σαματά, οι κυρίες κουνούσαν μικρά λευκά μαντήλια και σωριάζονταν κάτω μέσα στα καταστήματα ή στα πεζοδρόμια. Μετά από λίγο όλα πάλι σώπαιναν, οι σφυρίχτρες σήμαιναν το τέλος του συναγερμού. Οι άνθρωποι σηκώνονταν και τίναζαν τη σκόνη από τα ρούχα τους, σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό.[9]

«Υπήρξε ποτέ στο παρελθόν μια τέτοια Βαρκελώνη;» αναρωτιέται ο Μιχαήλ Κολτσόφ[10] και «Τι συμβαίνει στην Ισπανία;» ρωτά η Σιμόν Βέιλ:[11] «Εξαναγκασμός και αυθορμητισμός, ιδανικό και ανάγκη μπερδεύονται τόσο πολύ μεταξύ τους, ώστε να δημιουργείται τεράστια σύγχυση όχι μόνο στα αντικειμενικά ζητήματα αλλά και στη συνείδηση αυτών που εμπλέκονται στα τεκταινόμενα ως δρώντα πρόσωπα ή ως παρατηρητές». Υπήρξε ποτέ μια τέτοια ιστορία; αναρωτιέται και ο αναγνώστης. Οι εικόνες που αναπηδούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου είναι εκρηκτικές, ακριβώς γιατί ρέουν χωρίς έμφαση, σχεδόν αδιάφορα, μέσα από τις μαρτυρίες εκείνων που τις έζησαν – και όπως ξέρουμε, τη στιγμή που ζεις κάτι δεν καταλαβαίνεις τι ακριβώς είναι αυτό που ζεις. Σχεδόν παρενθετικά αναφέρεται εκείνο το πρωινό του Δεκεμβρίου του 1933, όταν «η ταχεία από τη Βαρκελώνη μπήκε στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό τυλιγμένη στις φλόγες· της είχαν ρίξει βόμβες και είχε πιάσει φωτιά». Σχεδόν χαμογελά κανείς διαβάζοντας ότι στην Ράμπλας (κεντρικό δρόμο της Βαρκελώνης) «ούτε καν καπέλα δεν έβλεπε κανείς. Η κυβέρνηση είχε προειδοποιήσει τον κόσμο να μη φορά καπέλα· κάτι τέτοιο θα φαινόταν “αστικό” και θα δημιουργούσε κακήν εντύπωση». Και σχεδόν προσπερνά κανείς (αλλά μετά επιστρέφει και ξαναδιαβάζει) την περιγραφή της Επιτροπής των Πολιτοφυλακών που δημιουργήθηκε τον Ιούλιο του 1936, όταν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της Ισπανίας είχαν καταρρεύσει και υπήρχε ανάγκη για ένα νέο όργανο εξουσίας, αφού οι αναρχικοί δεν ήθελαν (ως αναρχικοί) να μπουν στην κυβέρνηση:

Στην Επιτροπή των Πολιτοφυλακών εκπροσωπούνταν και άλλες αντιφασιστικές ομάδες. Έπαιρνα μέρος στις συνεδριάσεις ως εκπρόσωπος της Esquerra, ενός αριστεροφιλελεύθερου κόμματος. Πηγαίναμε στις συνεδρίες σαν τυπικοί αστοί διανοούμενοι, με γραβάτα, σακάκι και πένα, και πέφταμε πάνω σε μια ομάδα αναρχικών που έμπαιναν μέσα αξύριστοι, με τις στολές της μάχης, με ρεβόλβερ, οπλοπολυβόλα και φυσιγγιοθήκες μέσα στις οποίες μετέφεραν τη δυναμίτιδά τους. Αρχηγός τους ήταν ένας άντρας που [...] έμοιαζε με γίγαντα: ο Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι. [12]

Μια ουτοπία, μια μοναδική στιγμή στο χρόνο· και όπως πάντα, ούτε μαύρο ούτε άσπρο. Ούτε καλοί ούτε κακοί. «Υπήρχε μεγάλο μίσος για τους πλούσιους;» αναρωτιέται η Σιμόν Βέιλ. «Ναι· αλλά ακόμα μεγαλύτερο ανάμεσα στους φτωχούς».

 

Το τέλος του ήρωα, η αρχή του μύθου

Ο Ντουρούτι έπρεπε, είπαμε, να γίνει μύθος – αυτή ήταν η τελευταία και μεγαλύτερη προσφορά του στον αγώνα. «Το τέλος του ήρωα λειτουργεί ως οιωνός αλλά και ως επιταγή», εξηγεί ο Εντσενσμπέργκερ. «Μόνο αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή αποκρυσταλλώνεται ο μύθος». Και για ένα μύθο, ό,τι κι αν πεις χωράει: «Ο μύθος συλλέγει ανέκδοτα, περιπέτειες, μυστικά· παίρνει αυτά που χρειάζεται και αποβάλλει όσα του είναι άχρηστα». Μήπως μέσα σ’ αυτά που αποβάλλονται υπάρχει και μια δόση αλήθειας; Δεν πειράζει: η Ιστορία πάντα ήξερε, μπροστά στους μύθους, να κάνει μερικά βηματάκια πίσω. Ο θάνατος του Ντουρούτι-μύθου πέρασε από σαράντα κύματα, αλλά πάντα ηρωικά – όποια κι αν ήταν η εκδοχή δηλαδή, έπρεπε να «τον έφαγαν οι εχθροί». Μόνο που η αλήθεια κάποια στιγμή ειπώθηκε από τον Ραμόν Γκαρθία Λόπες[13]– η ανθρώπινη, εύθραυστη σαν τα παιχνίδια της μοίρας αλήθεια: το αυτόματο που κρατούσε ο Ντουρούτι χτύπησε κατά λάθος πάνω στον αναβατήρα του αυτοκινήτου του, εκπυρσοκρότησε και τον πέτυχε στο στήθος. Δεν πειράζει· μπροστά στους μύθους, η αλήθεια υποχωρεί ευγενικά και γίνεται μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Και η κηδεία του ήρωα, με την περιγραφή της οποίας αρχίζει το βιβλίο, συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις και τις μεγαλοπρέπειες που αξίζουν σε ένα μύθο που τώρα παγιώνεται: στα κεντρικά γραφεία των Αναρχικών, όπου μέχρι την Επανάσταση στεγαζόταν το Βιομηχανικό και Εμπορικό Επιμελητήριο της Βαρκελώνης, μια πλημμύρα ανθρώπων πηγαινοέρχεται γύρω από τη σορό σε κάτι που θα μπορούσε να είναι και γιορτή, και θεατρικό υπερθέαμα. Μεγάλες πινακίδες στις πλαϊνές πόρτες δηλώνουν «Ο Ντουρούτι σας καλεί να εισέλθετε» και «ο Ντουρούτι σας καλεί να εξέλθετε»· κάποιοι παρακολουθούν από τον εξώστη της αίθουσας, κάποιοι καπνίζουν την πίπα τους, κάποιοι βγάζουν το σκούφο τους και άλλοι όχι· οι σύντροφοι χαιρετιούνται μεταξύ τους και υπάρχει μια ατμόσφαιρα προσμονής, «κάτι τραγικό μαζί και κωμικό». Αλλά το πένθος είναι αληθινό, και βαθύ.

Ο θάνατος είναι στην Ισπανία σαν ένας φίλος, ένας σύντροφος, ένας εργάτης που τον ξέρει κανείς από το χωράφι ή από το συνεργείο. Όταν έρχεται, δεν κάνει κανείς για λόγου του μεγάλες φασαρίες.

Η προσπάθεια ενταφιασμού θα αποτύχει λόγω του ασύλληπτα μεγάλου πλήθους που συρρέει από παντού και την (πάλι) κωμικοτραγική έλλειψη οργάνωσης και συντονισμού των επισήμων, των έφιππων, της μπάντας, των στεφανιών. Μπροστά στο μνήμα, οι βαστάζοι κάνουν στροφή και μεταφέρουν το φορτίο στο νεκροφυλακείο. Ο ενταφιασμός θα γίνει τελικά την επόμενη μέρα.

 

Αναρχικοί – δηλαδή τι;

Διαβάζοντας γι’ αυτούς τους αναρχικούς, και ο πιο σκληρός κυνισμός κοντοστέκεται. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για μιαν ουτοπική αντίληψη ενός κόσμου χωρίς κράτος, εξουσία, ιδιοκτησία, χρήμα, αλλά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η γνήσια πίστη τους σε αυτόν. Μέσα από το φόβο αυτών των επί αιώνες αδικημένων για την κρατική εξουσία και την πολιτική, αναδύεται μια συγκινητική και τραγική αθωότητα. Δεν δέχονταν να σχηματίσουν κυβέρνηση ακριβώς επειδή ήσαν αναρχικοί – και έτσι συνεργούσαν άθελά τους στην παραχώρηση της εξουσίας που είχαν κερδίσει με το αίμα τους. Η περίφημη φράση του Ντουρούτι (από ραδιοφωνικό του διάγγελμα) ότι «Παραιτούμαστε από όλα, εκτός από τη νίκη» ηχούσε υπέροχα, αλλά κανένας δεν την καταλάβαινε. Πώς ακριβώς θα ερχόταν αυτή η νίκη; Και όταν τελικά αναγκάστηκαν να γλιστρήσουν προς το συμβιβασμό, ήρθε η ήττα. «Η απόλυτη ηθική επιταγή που έθεταν στον εαυτό τους και στο κίνημα» γράφει ο Εντσενσμπέργκερ, «απέβη τελικά μοιραία για τους ίδιους». Η εξήγηση του Τρότσκι:

Οι αναρχικοί αναζήτησαν στα συνδικάτα τους καταφύγιο από τα αιτήματα της «πολιτικής». Αποδείχθηκαν ο πέμπτος τροχός στην άμαξα της αστικής δημοκρατίας. Σύντομα έχασαν κι αυτή τη θέση, μια και κανένας δεν χρειάζεται πέμπτο τροχό. Αρκεί και μόνο ο τρόπος που δικαιολόγησαν τη στάση τους! «Δεν καταλάβαμε την εξουσία, όχι επειδή δεν θα μπορούσαμε να το πράξουμε, αλλά επειδή είμαστε εναντίον κάθε μορφής δικτατορίας». Και μόνο μια τέτοια επιχειρηματολογία αποδεικνύει επαρκώς ότι ο αναρχισμός είναι μια αντεπαναστατική διδασκαλία. Όποιος αρνείται την κατάκτηση της εξουσίας, την εδραιώνει στα χέρια αυτών που την είχαν ανέκαθεν, δηλαδή των εκμεταλλευτών...[14]

Κι έπειτα, ο εχθρός δεν ήταν μόνον ο φασίστες. Ήταν και οι κομμουνιστές της Σοβιετικής Ένωσης. «Είμαστε αναρχοσυνδικαλιστές»λέει ο Ντουρούτι. «Αγωνιζόμαστε για την επανάσταση. Ξέρουμε τι θέλουμε. Για μας δεν σημαίνει και πολλά πράγματα το ότι κάπου στον κόσμο υπάρχει μια Σοβιετική Ένωση που χάρη της δικής της ηρεμίας και ειρήνης ο Στάλιν παρέδωσε στη φασιστική βαρβαρότητα τους Γερμανούς και Ιταλούς εργάτες». Οι κομμουνιστές υποσκέλισαν τους σοσιαλδημοκράτες «εκ δεξιών», σημειώνει ο Εντσενσμπέργκερ, «για να εδραιωθούν ως το κατ’ εξοχήν κόμμα των μικροαστών· είναι αυτονόητο ότι ακολουθούσαν έτσι αποκλειστικά τις οδηγίες που έφθαναν από τη Μόσχα· τα συμφέροντα των Ισπανών εργατών δεν έπαιζαν κανέναν απολύτως ρόλο». Το ΚΚ στη Μαδρίτη χαρακτήρισε το κίνημα των εργατών ως «αστική επανάσταση» και ο Φραντς Μπόρκεναου αναρωτιέται:[15]

Δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατόν κομμουνιστές οι οποίοι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ανακάλυψαν παντού στον κόσμο επαναστατικές συνθήκες, ενώ στην πραγματικότητα ούτε λόγος δεν μπορούσε να γίνει για τέτοιες (προκαλώντας σημειωτέον έτσι τεράστια ζημιά), δεν καταλαβαίνω λοιπόν πώς είναι δυνατόν αυτοί οι κομμουνιστές να μην αντιλαμβάνονται τι συνέβη, τώρα που για πρώτη φορά μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917 ξέσπασε μια επανάσταση στην Ευρώπη.

Οι κομμουνιστές δεν αντιλαμβάνονταν, αλλά ούτε και ο περισσότερος άλλος κόσμος. Νομίζω ότι τίποτα δεν ηχεί πιο αληθινό μέσα σ’ αυτό το βιβλίο από τα λόγια του Ντουρούτι, όταν μιλά γι’ αυτούς τους δικούς του ανθρώπους που επί αιώνες «ζούσαν σε καλύβες και τρώγλες». Μιλά γι’ αυτούς αλλά και για τον εαυτό του, γιατί είναι πραγματικά ένας από αυτούς – και δεν θέλει να είναι τίποτα παραπάνω: «Μην ξεχνάτε όμως ότι ξέρουμε και να χτίζουμε. Γιατί εμείς είμαστε αυτοί που έχτισαν όλα αυτά τα παλάτια και τις πόλεις στην Ισπανία, στην Αμερική και παντού στον κόσμο. […] Εμείς κουβαλάμε μέσα μας έναν καινούργιο κόσμο, κι αυτός ο κόσμος μεγαλώνει κάθε στιγμή που περνάει». Αλλά ο κόσμος γκρεμίστηκε. Ήταν μάλλον αναπόφευκτο, όπως για όλες τις ωραίες ουτοπίες.

«Απλά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα», έγραψε η Σιμόν Βέιλ,[16]«το ότι η επανάσταση προκαλεί αυτόματα μια υψηλότερη, σαφέστερη και εντονότερη συνειδητοποίηση των κοινωνικών διαδικασιών. Το αντίθετο συμβαίνει, τουλάχιστον όταν η επανάσταση παίρνει τη μορφή του εμφυλίου. Μέσα στη δίνη του χάνεται κάθε αντιστοιχία μεταξύ αρχών και πραγματικότητας· εξαφανίζεται κάθε κριτήριο με το οποίο θα μπορούσε να αποφανθεί κάποιος για ενέργειες και θεσμούς· η κοινωνική ανατροπή γίνεται άθυρμα της απλής σύμπτωσης».

Υπήρχε όμως και κάτι άλλο· ο Εντσενσμπέργκερ είναι συναρπαστικά διεισδυτικός:

Αυτό που υπόσχονταν οι αναρχικοί, αλλά δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσουν, ήταν ένας εντελώς επίγειος, απόλυτα αυριανός κόσμος, στον οποίο θα έπαυαν να υπάρχουν κράτος και εκκλησία, οικογένεια και ιδιοκτησία. Οι θεσμοί αυτοί όμως δεν ήταν μόνο μισητοί αλλά και οικείοι, και το μέλλον της αναρχίας δεν ξυπνούσε μόνο πόθους αλλά και κρυμμένους φόβους με αυθόρμητη δύναμη.

Για μένα, η πιο αιχμηρή κόψη του βιβλίου περιμένει μέχρι το τέλος. Όπως περιμένουν υπομονετικά αυτοί οι αναρχικοί, «σημερινοί πια ογδοντάρηδες» (ογδοντάρηδες το 1972, όταν εκδόθηκε το βιβλίο) για να εμφανιστούν σαν σιωπηλές σκιές – αθόρυβες αλλά αδάμαστες: ένας ζει επισκευάζοντας ντουλάπες για τα σπίτια ξεμωραμένων αριστοκρατών, άλλος έχει ένα μικρό τυπογραφείο, άλλος μικρό εκδοτικό οίκο, άλλος ζει σε θλιβερό αγροτόσπιτο… Ο Εντσενσμπέργκερ τους συνάντησε διεσπαρμένους στη Γαλλία, στην Ισπανία, στη Λατινική και την Κεντρική Αμερική, και περιέγραψε τον κόσμο τους: «ιδιότυπος, γεωγραφικά εκτεταμένος αλλά παρ’ όλα αυτά στενός· ένας κόσμος με τους δικούς του άγραφους κανόνες, με τον δικό του κώδικα προτιμήσεων». Δεν έχουν μείνει αλώβητοι από την απογοήτευση και τη ζήλεια, τη διχόνοια και την αποξένωση, από όλες τις πληγές της ήττας. Αλλά αυτή η γερασμένη επανάσταση δεν έχει χάσει το ανάστημά της. Ο Εντσενσμπέργκερ φωτίζει, με λεπτότατη ειρωνεία, τη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτούς τους αληθινούς αγωνιστές και τις ποικίλες, ανέμελες και κακομαθημένες μορφές του σημερινού «αναρχισμού»:

Ο ισπανικός αναρχισμός, για τον οποίο αυτοί οι άντρες κι αυτές οι γυναίκες αγωνίστηκαν σε όλη τη ζωή τους, δεν ήταν ποτέ μια σέχτα στο περιθώριο της κοινωνίας, μια διανοουμενίστικη μόδα, ένα παιχνίδι των αστών με τη φωτιά. Ήταν ένα προλεταριακό κίνημα. Και με τον νεοαναρχισμό των σημερινών φοιτητικών ομάδων έχει λιγότερη σχέση απ’ όσην υποδηλώνουν τα μανιφέστα και τα συνθήματα. Αυτοί οι ογδοντάρηδες βλέπουν με ανάμικτα συναισθήματα την αναγέννηση που γνώρισαν οι ιδέες τους στον παρισινό Μάη και αλλού. Σχεδόν όλοι δούλευαν χειρωνακτικά σε όλη τους τη ζωή. […] Τα συνθήματα για την «κοινωνία του ελεύθερου χρόνου», οι ουτοπίες της σχόλης, όλα αυτά τους είναι ξένα.

Κλείνοντας αυτό το βιβλίο, σε εξαιρετική μετάφραση του Σπύρου Μοσκόβου, ευγνωμονείς αυτόν που κάθησε και έγραψε «ένα μάτσο ιστορίες».

 

 


[1]Σελ. 225. Η Σιμόν Βέιλ έτρεξε μαζί με πολλούς άλλους και πολέμησε στο τάγμα του Ντουρούτι εναντίον των φασιστικών δυνάμεων του Φράνκο.

[2]«Τώρα λοιπόν προελαύνει στο χωριό το τάγμα του Ντουρούτι. Το πρώτο μέτρο που παίρνει λέγεται limpiar: αναλαμβάνουν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος φασισμού που μπορεί να υπάρχει στη Σάντα Μαρία». Μαρτυρία Φρανκ Γέλινεκ, σελ. 276.

[3]Μαρτυρία Χεσούς Αρνάλ Πένα, σελ. 226.

[4]Σιμόν Βέιλ, σελ. 230.

[5]Μαρτυρία Ιλιά Έρενμπουργκ, σελ. 242.

[6]Σελ. 313.

[7]Μαρτυρία Νίνο Ναπολιτάνο, σελ.94.

[8]Μαρτυρία Χουάν Φερέρ, σελ.132.

[9]Μαρτυρία Μαντλέν Λένινγκ, σελ. 137.

[10]Σελ. 248.

[11]Σελ. 260.

[12]Μαρτυρία Τζάουμε Μιραβίτγες, σελ. 191.

[13]Σελ. 389.

[14]Λέων Τρότσκι, σελ. 197.

[15]Σελ. 255.

[16]Σελ. 260. Η Βέιλ εγκατέλειψε αφού, όπως έγραψε, «δεν ένιωθε καμιά εσωτερική ανάγκη να συμμετέχει σε έναν πόλεμο που δεν έφερνε πια αντιμέτωπες πεινασμένες μάζες αγροτών με γαιοκτήμονες και την συνεργό τους Εκκλησία, αλλά τις ευρωπαϊκές δυνάμεις μεταξύ τους –δηλαδή τη Ρωσία, τη Γερμανία και την Ιταλία».

Καρολίνα Μέρμηγκα

Καρολίνα Μέρμηγκα. Συγγραφέας. Βιβλία της: Ερωτευμένες (2005), Σήμερα δεν θα πεθάνω (2010), Συγγενής (2013), Ο Έλληνας γιατρός (2017), Κάτι κρυφό μυστήριο (2019).