Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Κωνσταντίνος Καντιώτης, ένας δευτεραγωνιστής της Επανάστασης

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Ιστορία Τεύχος 107
Η διάβαση του ποταμού Προύθου στη Μολδαβία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη τον Φεβρουάριο του 1821. Λιθογραφία του Peter von Hess, Μόναχο, 1852. Ο πρωτότυπος πίνακας βρίσκεται στη Στοά Arcaden του κήπου του Λουδοβίκου στο Μόναχο. Αντίγραφο του βρίσκεται στην Αθήνα στο Μουσείο Μπενάκη. Ο πίνακας απεικονίζει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με στολή ιερολοχίτη (το σήμα του Ιερού Λ¨οχου δεν απεικονίζεται με ακρίβεια, αφού λείπει ο σταυρός), να περνάει τον Προύθο, που τότε ήταν σύνορο της νότιας Ρωσίας με την ηγεμονία της Μολδαβίας, και ως επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης. Τον υποδέχεται ο ηγεμόνας της Μολδαβίας, Μιχαήλ Σούτσος, επίσης μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Ο Καντιώτης ακολούθησε, μεταξύ άλλων, και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κάνοντας δουλειά για την Επανάσταση, «χωρίς ιδιοτέλεια και μίζερες διαμαρτυρίες».  Η διάβαση του ποταμού Προύθου στη Μολδαβία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη τον Φεβρουάριο του 1821. Λιθογραφία του Peter von Hess, Μόναχο, 1852. Ο πρωτότυπος πίνακας βρίσκεται στη Στοά Arcaden του κήπου του Λουδοβίκου στο Μόναχο. Αντίγραφο του βρίσκεται στην Αθήνα στο Μουσείο Μπενάκη. Ο πίνακας απεικονίζει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με στολή ιερολοχίτη (το σήμα του Ιερού Λ¨οχου δεν απεικονίζεται με ακρίβεια, αφού λείπει ο σταυρός), να περνάει τον Προύθο, που τότε ήταν σύνορο της νότιας Ρωσίας με την ηγεμονία της Μολδαβίας, και ως επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης. Τον υποδέχεται ο ηγεμόνας της Μολδαβίας, Μιχαήλ Σούτσος, επίσης μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Ο Καντιώτης ακολούθησε, μεταξύ άλλων, και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κάνοντας δουλειά για την Επανάσταση, «χωρίς ιδιοτέλεια και μίζερες διαμαρτυρίες». Μουσείο Μπενάκη

Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Κωνσταντίνος Καντιώτης, Κερκυραίος. Ελάσσων Φιλικός, αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών / Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Αθήνα 2019, 144 σελ.

Η εικόνα της συμβολής ενός ήσσονος στο μείζον γεγονός μεταφέρει στοιχεία για την προετοιμασία του Αγώνα στο επίπεδο των αφανών. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 107, Μάρτιος 2020.

Όποιος έχει εντρυφήσει στη μελέτη της Γαλλικής Επανάστασης δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την έκταση της αρχειακής τεκμηρίωσης και την εκμετάλλευση της συλλογής των στοιχείων για έργα που διαχέονται στο ευρύ κοινό: βιογραφίες μειζόνων και ελασσόνων, εμπεριστατωμένη εργογραφία για το φαινόμενο στην επαρχιακή Γαλλία, πρόσβαση διαδικτυακού χαρακτήρα στο τεράστιο υλικό της Bibliothèque Νationale de France, εφαρμογή των νέων ιστοριογραφικών τάσεων (για παράδειγμα, η υποδειγματική αναζήτηση της σημασίας του επαναστατικού λεξιλογίου από τη Lynn Hunt στο πλαίσιο της λεγόμενης «γλωσσικής στροφής»), αναπαράσταση της καθημερινότητας της περιόδου. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί εύλογα αν η έλλειψη πολλών από τα παραπάνω στην περίπτωση της Ελληνικής Επανάστασης οφείλονται σε αντικειμενικούς παράγοντες, την απουσία συγκρίσιμου σε όγκο αρχειακού υλικού, λόγου χάρη, ή προκύπτει από τις τύχες της ελληνικής ιστοριογραφίας σε συνδυασμό με τις πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις μετά τα μέσα του 20ού αιώνα. Εν όψει της έντονης κινητικότητας του πεδίου στο φως της επετείου των 200 ετών από την έκρηξή της, το 2021, έχει νόημα να αποσαφηνιστεί το ζήτημα, εφόσον ένας ιστοριογραφικός κορεσμός δεν θα ήταν παράδοξος, ιδιαίτερα μετά τη δυσχερή ιδεολογικά στιγμή του Μεσοπολέμου, μεταξύ δύο ιδιαίτερα κρίσιμων χρονολογιών, του 1922 και του 1940. Κατανοητή θα ήταν επίσης και η επιφυλακτικότητα: η παρατήρηση του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου ότι στην Ελλάδα «η ιστορία έχει χαρακτήραν πρακτικώτερον του συνήθους» μπορεί να εφαρμοστεί εδώ στο ακέραιο.

Ωστόσο, με την εξαίρεση ορισμένων σημαντικών ονομάτων τα οποία μετρά κανείς στα δάχτυλα και εξίσου ολιγάριθμων νεότερων, η Επανάσταση παρέμεινε εδώ και αρκετές δεκαετίες χέρσο πεδίο σε σχέση με την εξαντλητική μελέτη άλλων περιόδων, ακόμη και όταν ο διεθνής ιστοριογραφικός διάλογος θα μπορούσε να είχε αναζωπυρώσει την αξιολόγησή της – φερ’ ειπείν η εκτεταμένη και πολωμένη συζήτηση για τον εθνικισμό τη δεκαετία του 1990 όπου θα ήταν δυνατόν να αναδειχθεί διά της ελληνικής περιπτώσεως η σχηματικότητα των προσεγγίσεων και η ανάγκη συνθετικής αντιμετώπισης του φαινομένου, κάτι που όντως προέκυψε αργότερα, δεν κινητοποίησε ιδιαίτερα (με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως αυτή του Πασχάλη Κιτρομηλίδη) τους έλληνες ερευνητές.

 

 

Στις ρωγμές της Ιστορίας

Κι όμως, δυναμική υφίσταται. Το μικρό βιβλίο του ομότιμου διευθυντή του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών / Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών, Βασίλη Παναγιωτόπουλου, Κωνσταντίνος Καντιώτης, Κερκυραίος. Ελάσσων Φιλικός, Αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης (εκδ. ΕΙΕ / ΙΙΕ), πρώτο στην εκδοτική σειρά «Ιστορική Βιβλιοθήκη 1821», γραμμένο από έναν βετεράνο ιστορικό με ανυπολόγιστη προσφορά, υποδεικνύει πως ακόμη και περιορισμένο πληροφοριακό υλικό, αν φωτιστεί από την κατάλληλη γωνία με τα κατάλληλα ερωτήματα, μπορεί με τις φωτοσκιάσεις του να αναδείξει πολλαπλές λεπτομέρειες. Η ανάγκη της ανάδυσης ησσόνων προσώπων, δευτεραγωνιστών της Επανάστασης, είναι σαφής και προέρχεται από το γεγονός της απαραίτητης στάθμισης των δεδομένων. Για τις κορυφαίες μορφές του Αγώνα διαθέτουμε πλέον σχετικά επαρκή γνώση. Προφανώς θα θέλαμε ακόμη περισσότερη, και ο βίος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ή του Γεώργιου Καραϊσκάκη (πρόσφατη η επανακυκλοφορία των αντίστοιχων πολύτιμων τόμων των Δημήτρη Δημητρόπουλου και Διονύση Τζάκη από την εφημερίδα Τα Νέα, ως τμήμα σειράς που επιμελήθηκε παλαιότερα ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος) απέχει από το να είναι οριστικά και αμετάκλητα καταγεγραμμένος σε σχέση με το μεταβαλλόμενο κοινωνικό και ιδεολογικό σκηνικό της εποχής τους. Οπωσδήποτε, οι συνθήκες της ζωής αρματολών και κλεφτών ή οι αρχειακές ελλείψεις που συνεπάγεται η διασπορά του βίου των ετεροχθόνων θέτουν περιορισμούς. Κυρίως, όμως, η σχετικά τεκμηριωμένη παρουσία προσώπων όπως ο Δημήτριος Υψηλάντης ή ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος δεν μας λέει πολλά για την εμπειρία των κατώτερων βαθμίδων: είναι οι ελάσσονες εκείνοι που μας προσφέρουν το μέσον, την «κανονικότητα», αν ισχύει και επιτρέπεται ο όρος, της Επανάστασης. Πρόσωπα όπως ο Πέτρος Ομηρίδης-Σκυλίτσης, ο Θανάσης Ραζικότσικας, ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος, ο ιερομόναχος Γεράσιμος Παπαδόπουλος στις αντίστοιχες μελέτες των Γιάννη Κόκκωνα, Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, Βασίλη Κρεμμυδά, Νίκου Κοταρίδη, αποτυπώνουν την πρόσληψη της εξέγερσης σε διαφορετικά επίπεδα, υποδεικνύουν αντιστάσεις που κάμπτονται ή ενισχύονται και υποδηλώνουν την αναμέτρηση του ατόμου με νεωτερικές έννοιες.[1] Ο χωρόχρονος της Επανάστασης είναι το πεδίο εντός του οποίου ο Ταμπακόπουλος μετατρέπεται από τοκογλύφο σε αγωνιστή, ο Γεράσιμος από καχύποπτο παρατηρητή σε σφοδρό επικριτή της. Οι δυνατότητες και οι όψεις που αναδεικνύουν διευρύνουν χαρακτηριστικά την κατόπτευση του επαναστατικού γεγονότος.

Η περίπτωση του Καντιώτη είναι ένας παρόμοιος φακός, ένα πεδίο εστίασης ευρύτερων συμπεριφορών. Μέλος μάλλον σχετικά εύπορης αστικής κερκυραϊκής οικογένειας, με σπουδές στην Πάδοβα, εμφανίζεται ως «αρχιοικονόμος» και πρόσωπο εμπιστοσύνης (αλλά, ως κατώτερος κοινωνικά, όχι φίλος) του Ιωάννη Καποδίστρια στην Πετρούπολη μεταξύ 1816 και 1820. Πρόκειται για πρόσωπο από εκείνα που κατά κανόνα χάνονται στις ρωγμές της Ιστορίας και η ανάδυσή τους από αυτές καθίσταται ζήτημα ερευνητικής συγκυρίας. Εδώ, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά ο Παναγιωτόπουλος, έχουμε ένα όνομα που «δεν είχε θέση ούτε στα ελληνικά εγκυκλοπαιδικά λεξικά, με εξαίρεση λίγες άστοχες αράδες του Καμπούρογλου στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» και διασώζεται ουσιαστικά εξαιτίας της σύνδεσής του με εκείνα άλλων: ο ιστορικός το απαντά στη διάρκεια της αναζήτησης τεκμηρίων για τον Γεώργιο και τον Αλέξανδρο Καντακουζηνό.[2] Φιλικός της διασποράς ο Καντιώτης, εμπλέκεται στην καθημερινότητα της συνωμοτικής δραστηριότητας: επιστολογραφία, επαφές, διευκόλυνση συναντήσεων, οικονομικές δραστηριότητες. Είναι ο ενδιάμεσος στις διαπραγματεύσεις Εμμανουήλ Ξάνθου - Ιωάννη Καποδίστρια για την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας το 1820, διεκπεραιώνει την αγορά ενός μικρού τυπογραφείου (αναφέρεται επιστολικά ως «σεντούκι» στη συνθηματική γλώσσα των Φιλικών, σημειώνει ο Παναγιωτόπουλος) το οποίο θα τυπώσει στις αρχές του 1821 στο Κισνόβι τα πρώτα εθνικά χρεωστικά ομόλογα για τη χρηματοδότηση της Ελληνικής Επανάστασης. Σε αντίθεση με τον πάτρωνά του, ανώτατο κρατικό λειτουργό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ο οποίος έχει μεν «προσχωρήσει στη νεωτερικότητα», παραμένει όμως αυτή τη στιγμή αμήχανος ακόμη ως προς την επαναστατική ρήξη, ο Κωνσταντίνος Καντιώτης, μικρότερο κοινωνικό μέγεθος, «έχει κάνει ένα βήμα παραπάνω, ένα άλμα ίσως». Η ένταξή του στον κύκλο του Αλέξανδρου Υψηλάντη τον φέρνει στο επίκεντρο της επαναστατικής προετοιμασίας στη Μολδαβία και, αργότερα, στην εστία της εξέγερσης στην Πελοπόννησο – η μετακίνησή του στον άξονα της νεωτερικότητας έχει και γεωγραφική διάσταση.

Το πιο ενδιαφέρον ίσως στοιχείο του βιβλίου, πέρα από τις μικρές, ζωηρές λεπτομέρειες των μυστικού χαρακτήρα δοσοληψιών, είναι τα δρομολόγια και τα δίκτυα, οι διαδρομές και οι διασυνδέσεις των επίδοξων επαναστατών. Χωρίς ανά την Ευρώπη ταξίδια και συγκρότηση ιστού επαφών δεν θα υπήρχε Επανάσταση.[3] Στον νοητό χάρτη του βιβλίου, ο πρωταγωνιστής του διασχίζει την ήπειρο από Βορρά προς Νότο: Αγία Πετρούπολη, Κισνόβι, Κέρκυρα, Τεργέστη, Πελοπόννησος, Μεσολόγγι, Αγκόνα. Στη διάρκεια των ταξιδιών αυτών συναντά και συνεργάζεται με τον Εμμανουήλ Ξάνθο, τον Αλέξανδρο Καντακουζηνό, τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, και, κυρίως, τον Ιωάννη Καποδίστρια. Σε κάθε περιοχή έχει συγκεκριμένη αποστολή να επιτελέσει και η αποτελεσματικότητά του επαινείται. Την ίδια στιγμή, οι μετακινήσεις σημαίνουν ενίοτε το πέρασμα στην επιρροή διαφορετικών προσώπων, τα οποία με τη σειρά τους ταυτίζονται με διακριτούς τόπους. Για παράδειγμα, τον Αύγουστο του 1821, όταν ο Καντιώτης βρίσκεται στην Πελοπόννησο, η ομάδα του Δημητρίου Υψηλάντη στην οποία μετέχει, φαίνεται να διασπάται και ο ίδιος, όπως και ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός, να προσχωρεί σε εκείνη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου – μια μεταγραφή από την ομάδα του Κισνοβίου στην ομάδα της Πίζας. Όπως και να έχει το πράγμα, δεν θα μείνει για πολύ, σύντομα θα αναχωρήσει για τη Ραγούζα επιχειρώντας να επιστρέψει στη Ρωσία όπου παραμένουν η σύζυγος και η νεογέννητη κόρη του. Ναυαγεί, ίσως, στο Δυρράχιο, συλλαμβάνεται από τις αυστριακές αρχές και κρατείται για λίγο στο Γκρατς. Τον συναντάμε στα αρχεία στην Κέρκυρα μεταξύ 1824-1827, λιμενάρχη της Αίγινας επί Καποδίστρια, σε υπηρεσιακή αποστολή στη Γαστούνη και τον Πύργο, το 1830 να επιστρέφει στην Κέρκυρα. Εκτοτε, τα ίχνη του χάνονται.

 

 

Πόσοι λανθάνουν στα αρχεία;

Υποδειγματικά ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος διασταυρώνει τις πηγές, ελέγχει τις μαρτυρίες, συσχετίζει τα άτομα, ανασυνδυάζει τα λίγα υπαρκτά δεδομένα, ώστε να προκύψει το περίγραμμα του βίου ενός πρώιμου Φιλικού. Αυτή η σκιαγράφηση και πτυχές της συνεργασίας των εταιριστών φωτίζει και μέρος της καθημερινής δραστηριότητας των πολλών στις απαρχές της Επανάστασης ανασυστήνει και νέα ερωτήματα αναδεικνύει.[4] «Ο Καντιώτης βίωσε από μετρίας ευθύνης θέσεις ή και εντελώς από το περιθώριο την εθνική αποκατάσταση, χωρίς ιδιοτέλεια και μίζερες διαμαρτυρίες ώς το τέλος», καταλήγει ο ιστορικός αποτιμώντας την. Πόσοι άλλοι σαν εκείνον λανθάνουν στα αρχεία;

 


[1]Γιάννης Κόκκωνας, Ο πολίτης Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης, 1784-1872. Μελέτη της συμμετοχής ενός ελάσσονος σε γεγονότα μείζονος σημασίας, ΕΜΝΕ-Μνήμων, Αθήνα 2003· Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Προμαχώντας στο Μεσολόγγι. Έργα και ημέρες του Θανάση Ραζικότσικα, 1798-1826, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2007· Βασίλης Κρεμμυδάς, Εταιρεία τοκογλυφίας. Ν. Ταμπακόπουλος και Σία, 1816-1820. Η τοκογλυφία στην Πελοπόννησο στο τέλος της Τουρκοκρατίας, Gutenberg, Αθήνα 2013· Νίκος Κοταρίδης, Περί της επαναστάσεως των λεγομένων Ελλήνων. Η μαρτυρία του ιερομόναχου Γεράσιμου (1836), Opportuna, Αθήνα 2017.

[2]Βασίλης Παναγιωτόπουλος (εισαγωγή – σχόλια – επιμέλεια), Δύο Πρίγκηπες στην Ελληνική Επανάσταση. Επιστολές αυτόπτη μάρτυρα και ένα υπόμνημα του Πρίγκηπα Γεωργίου Καντακουζηνού για την Ελληνική Επανάσταση, ΕΙΕ / Ασίνη, Αθήνα 2015.

[3]Βλ. ενδεικτικά Οι πόλεις των Φιλικών: οι αστικές διαδρομές ενός επαναστατικού φαινομένου, πρακτικά ημερίδας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2018.

[4]Χαρακτηριστική η υπόδειξη από τον Παναγιωτόπουλο της δυνατότητας διερεύνησης των μεταβολών που φέρει η ανατροπή των συνθηκών ζωής των αστικών οικογενειών των Φιλικών, με αφορμή τη δύσκολη θέση της συζύγου του Καντιώτη το 1823 στο Κισνόβι κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης απουσίας του.

Μάρκος Καρασαρίνης

Διδάκτορας σύγχρονης ιστορίας του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης. Συνεργάζεται με το Βήμα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά