Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020

Το κράτος ως εκσυγχρονιστική και αναχρονιστική μηχανή

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Ιστορία Τεύχος 106
H οδός Σταδίου, στο ύψος των Χαυτείων, όπως την απαθανάτισε τα Χριστούγεννα του 1960 ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας, καταγράφοντας μια κοινωνία προόδου που αποδείκνυε το δυναμισμό της μέσω των καταναλωτικών της δυνατοτήτων.  H οδός Σταδίου, στο ύψος των Χαυτείων, όπως την απαθανάτισε τα Χριστούγεννα του 1960 ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας, καταγράφοντας μια κοινωνία προόδου που αποδείκνυε το δυναμισμό της μέσω των καταναλωτικών της δυνατοτήτων. Κώστας Μπαλάφας / Μουσείο Μπενάκη

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Φάσεις και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους στον 20ό αιώνα 1910-2001, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2019, 230 σελ.

Το έργο του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου για τον 20ό αιώνα υποστηρίζει ότι, στην Ελλάδα, τουλάχιστον από τον πρώτο βενιζελισμό έως την είσοδο της χώρας στην ευρωζώνη, το υποκείμενο της ιστορίας είναι το κράτος – μια σχεδόν σκεπτόμενη δύναμη, μια οντότητα που οριακά διαθέτει λογισμό και σίγουρα υπόσταση. Ο ιστορικός αναδεικνύει τη θεμελιώδη εθνοκρατική αρχή, φωτίζοντας την καταστατική δημοκρατική συνθήκη του 20ού αιώνα και, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, την κατανόηση του κράτους ως ιστορικού πρωταγωνιστή. Ένα βιβλίο εθνικής αυτογνωσίας. Αναδημοσίευση από το τεύχος 106 του Books' Journal, Φεβρουάρος 2020 [ΤΒJ]

Το βιβλίο του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου, Φάσεις και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους, είναι ένα έργο αιρετικό. Δεν του φαίνεται. Και αυτό είναι ακριβώς η αιτία της αιρετικότητάς του. Ακολουθεί όλες τις μορφολογικές συμβάσεις του καιρού μας. Αλλά καθώς ο αναγνώστης βυθίζεται στην απόλαυση της ανάγνωσης, αντιλαμβάνεται τη φιλοδοξία του εγχειρήματος και τους πνευματικούς κινδύνους στους οποίους ο συγγραφέας εκθέτει τον εαυτό του. Οι κίνδυνοι αυτοί λειτουργούν σαν μάρτυρες της σπάνιας νοητικής γενναιοδωρίας του κειμένου, με πολλές ανταποκρίσεις στην ίδια την πνευματική συγκρότηση του συγγραφέα του.

Το πρώτο στοιχείο που καθιστά το έργο αυτό αιρετικό είναι η γλώσσα του. Το κείμενό του λειτουργεί ως αυταξία, με την πολλαπλή επεξεργασία των εννοιών (κάτι σαν τριπλή διύλιση, όπως θα έλεγε ένας ποτοποιός) που προσφέρει, με τις λεπτές προσβάσεις στην ιστορική ύλη την οποία φτιάχνει, με τις γέφυρες του χτες με το σήμερα που κατασκευάζει. Ένα κείμενο που περιέχει τον αναγνώστη χωρίς να τον αιχμαλωτίζει.

Ο αναγνώστης αυτός μπορεί αρχικά να νομίζει ότι κάνει αβλαβή διέλευση μέσα σε οικείο πέλαγος, αλλά θα διαψευστεί γρήγορα. Τα ωραία ελληνικά του Σωτηρόπουλου δεν του χαρίζουν καμία ευκολία. Η γλώσσα αυτή της ιστορικής επιστήμης, των κοινωνικών επιστημών και της προσωπικής του λογοτεχνικής καλλιέργειας μπορεί να μην τον βασανίζει στο όνομα του κύρους που προσφέρει μια δύσκολη ανάγνωση, αλλά σηκώνει ψηλά τον πήχη της αναμέτρησης με θεμελιώδη ζητήματα του παρελθόντος και –εν τέλει– του δικού μας καιρού.

Με άλλα λόγια, το βιβλίο του Σωτηρόπουλου, ως έργο ενός διανοούμενου-ιστορικού (κάποιου που πρωταρχικά στοχάζεται την ιστορική αλλαγή και κατόπιν συνδυάζει το στοχασμό του με την ιστορική ύλη) είναι αιρετικό, γιατί καλεί σε μια συντεταγμένη πνευματικής περιπέτειας. Με ακρίβεια, επιστημοσύνη, αυστηρότητα, αλλά χωρίς ακροβατικές επιδείξεις, συναισθηματικές ταυτίσεις, και χωρίς τη στρυφνότητα και το «κύρος» ενός άκαμπτου επιστημονισμού, το βιβλίο αυτό οργανώνει μια συγκεκριμένη διαδρομή στο εθνικό παρελθόν, αποφασίζει για τους μεγάλους σταθμούς της επίσκεψής μας, χωρίς να χειραγωγεί τις λεπτομέρειές του. Η γλωσσική του ποιότητα είναι και για τον συγγραφέα και για τον αναγνώστη μια άσκηση ελευθερίας, μια αναμέτρηση με σημαντικούς εννοιολογικούς καταναγκασμούς και, ταυτόχρονα, μια εγκεφαλική χαρά της γνώσης.

Ο Σωτηρόπουλος έγραψε λοιπόν ένα βιβλίο ήσυχο. Όχι όμως και φρόνιμο.

Και εδώ έρχεται η δεύτερη συστάδα αρετών του έργου. Αρετές «του περιεχομένου» που δεν υπολείπεται σε αιρετικότητα και αυτό. Αρετές που διακρίνουν το βιβλίο από το πλήθος της τρέχουσας επιστημονικής παραγωγής και από ορισμένες πολύ ισχυρές ιδεολογικές προϊδεάσεις. Οι υποθέσεις εργασίας του Σωτηρόπουλου, οι ιστορικοί συλλογισμοί και τα προσφυή παραδείγματα που επιλέγονται κομίζουν κάτι διαφορετικό.

Επιστροφή στο ελληνικό κράτος

Ο Σωτηρόπουλος, πιο συγκεκριμένα, θέτει ξανά το κράτος στη θέση του ιστορικού πρωταγωνιστή. Επιστρέφει στην καταγωγή της πολιτικής, στο θεμέλιο της ισχύος, στην κοιτίδα της ελληνικής κοινωνίας. Χωρίς να το εξαντλεί και, ενίοτε, αφήνοντάς μας ανικανοποίητους με τη συντομία του και τις κάπως λειψές βιβλιογραφικές του παραπομπές, ανατέμνει την ιστορική εμπειρία μέσα από μια σφοδρή διαφοροποίηση από τις τρέχουσες ερευνητικές επιλογές. Μας φέρνει στο νου τη σημασία του πολέμου στη συγκρότηση της ειρήνης, της διοίκησης στη σύνθεση των οικονομικών ανταγωνισμών, της γραφειοκρατίας στην οργάνωση των πληθυσμών, εν τέλει του κράτους στην διάρθρωση, ή και στην ίδια την ύπαρξη, ας το πούμε χωρίς περιστροφές, της ελληνικής κοινωνίας.

Με άλλα λόγια, στο βιβλίο αυτό, ο Σωτηρόπουλος φέρνει τον ιστορικό συλλογισμό για την ελληνική κοινωνία σε ένα σχεδόν αφετηριακό σημείο. Στη στοιχειώδη, πρωταρχική προϋπόθεση της σύγχρονης, νεωτερικής λειτουργίας. Στην κρατική λειτουργία. Σε ένα σχεδόν αφετηριακό σημείο, επαναλαμβάνω. διότι ο Σωτηρόπουλος δεν προβαίνει σε μια αμιγή επιστροφή. Δεν υπόκειται σε κάποια αταβιστική ροπή προς την όποια «καταγωγή» του νεοελληνικού κράτους.

Κάνοντας την αντίστροφη διαδρομή από αυτήν που διήνυσε η ελληνική ιστοριογραφία, δεν καταλήγει σε μια πολιτική και διπλωματική ιστορία της Ελλάδας. Διανύει μεν προς τα πίσω την πνευματική διαδρομή της ιστορικής επιστήμης, αλλά δεν οδηγείται σε κάποια «εθνολογική» αφετηρία – εξάλλου, ρητά στο βιβλίο, δηλώνει την αδιαφορία του για το δίλημμα εθνογένεση- εθναφύπνηση και τα παράγωγά του. Το ελληνικό κράτος και το ελληνικό έθνος και το ελληνικό έθνος-κράτος υπήρξαν (και υπάρχουν). Και αυτό αρκεί για να εντρυφήσει κανείς στις περιπέτειές τους, μας δείχνει ο Σωτηρόπουλος. Αρκεί να μπορεί η ιστορική σκέψη να επιστρέφει (πολλές φορές) σε μια αφετηρία. Επαναλαμβάνω όμως εδώ ότι αυτή η επιστροφή που κάνει ο Σωτηρόπουλος δεν είναι ένα γενεαλογικό μάζεμα του ιστοριογραφικού κουβαριού, όπως ξετυλίχθηκε από την Ιστορία του ελληνικού έθνους και τον ιστορικιστισμό ή τις ρομαντικές θεωρήσεις του λαού, τη στενή πολιτική ιστορία και τον μαρξιστικό τους αντίλογο, την Σχολή των Annales και την οικονομική ιστορία, τη φιλολογική μετάπλαση της περιπέτειας των ιδεών από τον Δημαρά και τους επιγόνους του ή την τριβή με την πολιτική φιλοσοφία και τη βιογραφική μέθοδο καθ’ οδόν προς την πολιτισμική ιστορία, τις εκδοχές της γλωσσικής στροφής, τα ρεύματα της αποδόμησης και της προφορικότητας. Όχι, το βιβλίο αυτό καίτοι επιστρέφει, και διανύει την ιστοριογραφική λεωφόρο ανάποδα, δεν επιστρέφει σε συμβάσεις που έχουν καταργηθεί και υποχρεώσεις που έχουν εκπέσει.

Επιστρέφει λοιπόν, αλλά εμπρός. Σε μια αιρετική και όχι σε μια αντιδραστική κίνηση. Η πραγματική επιστροφή, όμως, τέτοια είναι. Επιστρέφεις στον τόπο σου και τίποτα δεν είναι ακριβώς όπως το άφησες. Όπως είναι το ταξίδι προς άγνωστο προορισμό. Όταν φτάσεις εκπλήσσεσαι σχεδόν πάντα από κάτι οικείο που θα βρεις. Ποιος είναι όμως αυτό ο «άλλος τόπος της επιστροφής» για την ελληνική ιστοριογραφία του Σωτηρόπουλου, εφόσον αποκλείσαμε την εθνολογική, τη ρομαντική ή τη διπλωματική-πολιτική ιστορία;

Ο Σωτηρόπουλος στο βιβλίο του επιστρέφει και μας μεταφέρει στην ιστορία του ίδιου του κράτους, του κράτους ως δύναμης εξουσίας πάνω στους πληθυσμούς αλλά και ως μηχανής εκσυγχρονισμού της εθνικής κοινωνίας και ως τόπου της πολιτικής επιθυμίας ανταγωνιστικών κοινωνικών και πολιτισμικών δυνάμεων.

Το αιρετικό αυτής της επιστροφής έχει να κάνει ακριβώς με την επιλογή του συγγραφέα να δώσει τα ιστορικά πρωτεία στην εθνοκρατική κυριαρχία και στις πραγματικότητές της. Να παρακολουθήσει, με άλλα λόγια, τις φάσεις και τις αντιφάσεις εκείνης της εθνικής στρατηγικής που συναρτούσε την εθνική κυριαρχία με την κοινωνική πρόοδο και τη γενική ευημερία με τον θεμελιωτικό προσανατολισμό της χώρας στο δυτικό στρατόπεδο. Και το κάνει αυτό, τη στιγμή που οι παγκόσμιες διανοούμενες ελίτ έρχονται σε αντιπαράθεση με την ίδια την έννοια της ιστορίας των εθνών κρατών, την ώρα που η κοινωνική επιστήμη και η ιστοριογραφία επιδίδονται σε μια συστηματική υπονόμευση και ηθική απαξία των μεγάλων εθνικών ενοτήτων και των θεμελιωδών τους μορφοποιήσεων. Το κάνει ενάντια σε εκείνο το ιστοριογραφικό ρεύμα που υποβαθμίζει τις κυρίαρχες μορφές της εθνικής ταυτότητας σαν το κράτος και την κυριαρχία του, όπως αναδύονται με την άνθηση της καπιταλιστικής οικονομίας και με το βιομηχανικό της όραμα αλλά και με τις δημόσιες πολιτικές παρεμβάσεις και τη σοσιαλδημοκρατική εμπλοκή του κράτους στην αγορά.

Το βιβλίο μιλάει για τις μεγάλες κοινωνικές ενότητες και, ενίοτε, για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος του 20ού αιώνα παράγει τους όρους μιας μεγάλης κοινωνικής ενότητας και υπηρετεί το πάθος για ομοιότητα, την ώρα που το τελευταίο αποσύρεται (προσωρινά;) από τη δημόσια σκηνή και από το ιστοριογραφικό στερέωμα, υπέρ της διαφορετικής επιθυμίας και της γενεαλογίας των ιδιαίτερων ταυτοτήτων.

 

 

Κράτος και έθνος

Το βιβλίο του Σωτηρόπουλου τολμά λοιπόν όχι να αντιπαρατεθεί με τον πολιτισμικό σχετικισμό των προσεγγίσεων που θέτουν την ετερότητα, την απειθαρχία και τη διαφορά στο επίκεντρο της ιστορίας –πουθενά εξάλλου, και ορθά, δεν αμφισβητεί την ερευνητική σημασία αυτών των πεδίων– αλλά, κυρίως, τολμά να υπενθυμίσει την προϋπόθεση, την εγγύηση, το μοναδικό έως σήμερα ικανοποιητικό πλαίσιο για την πραγμάτωση όλων αυτών, τη θεμελιώδη εθνοκρατική αρχή, την καταστατική δημοκρατική συνθήκη του 20ού αιώνα και, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, την κατανόηση του κράτους ως ιστορικού πρωταγωνιστή.

Ο Σωτηρόπουλος υποστηρίζει ότι, στην Ελλάδα, τουλάχιστον από τον πρώτο βενιζελισμό έως την είσοδο της χώρας στην ευρωζώνη, το κράτος είναι το υποκείμενο της ιστορίας, μια σχεδόν σκεπτόμενη δύναμη, μια οντότητα που οριακά διαθέτει λογισμό και σίγουρα υπόσταση. Σε τι πρωταγωνιστεί όμως ακριβώς αυτό το ελληνικό κράτος; Ποιας ιστορίας είναι το υποκείμενο; Με ποιόν τρόπο το ελληνικό κράτος διαχειρίζεται το ελληνικό έθνος – ή την ελληνική κοινωνία;

Το υπαινίχθηκα και παραπάνω. Το ελληνικό κράτος, ως υποκείμενο της ιστορίας, δεν είναι τόσο, ή δεν είναι μόνο, μια δύναμη επιβολής. Στο βιβλίο του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου είναι μαζί με αυτό και κάτι άλλο. Κυρίως κάτι άλλο. Είναι το υποκείμενο της εθνικής πορείας στον σύγχρονο κόσμο, είναι ο οδηγός στα διάφορα στάδια της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και της εθνικής αναδίπλωσης. Το ελληνικό κράτος παρουσιάζεται σαν ένα πλήθος μηχανισμών, αντιφάσεων, ανθρώπινου κεφαλαίου και δικτύων, ειδικευμένου προσωπικού, τεχνικής ελίτ και γραφειοκρατικών ειδημόνων. Το κράτος λειτουργεί ως τόπος συντεταγμένης συνάντησης της κοινωνίας με τα παράδοξα και τις δυσκολίες του σύγχρονου κόσμου στη νεωτερική περιπέτεια του 20ού αιώνα. Στη νεωτερική αυτή περιπέτεια, η ελληνική κοινωνία μετέχει πλήρως (ωστόσο όχι πάντοτε επιτυχώς) μέσα από το κράτος και τις πολιτικές του.

Οι φάσεις και οι αντιφάσεις για τις οποίες μιλάει το βιβλίο είναι η κινησιολογία του κράτους ως εκσυγχρονιστική μηχανή.

Μπορούμε να αντλήσουμε παραδείγματα που το επιβεβαιώνουν από πολλές ιστορικές περιόδους. Ας αποτολμήσουμε εδώ ένα σχετικά κοντινό σε εμάς. Η δεκαετία του 1980 έχει, σε ό,τι αφορά την κοινωνία, έντονα εκσυγχρονιστικά στοιχεία –είναι η εποχή όπου απογειώνεται ο σύγχρονος ατομικισμός, ο καταναλωτικός ευδαιμονισμός και η υπερφιλελεύθερη ιδεολογία της αυτοπραγμάτωσης– και αυτό έκτοτε δεν έχει επιστροφή, έχει γίνει ο πολιτισμικός μας ορίζοντας. Έντονα εκσυγχρονιστικά στοιχεία λοιπόν στην κοινωνία, αλλά όχι στην οικονομία ή στο πολιτικό σύστημα.

Πώς προέκυψαν όμως αυτά; Τι επέτρεψε την ανάδυσή τους και τη μόνιμη εγκατάστασή τους; Πώς αυτός ο εκσυγχρονισμός της ηθικής καθημερινότητας και η ανάδυση του ατόμου μπόρεσε να γίνει ενώ ήταν στην εξουσία το σοσιαλιστικό και τριτοκοσμικό ΠΑΣΟΚ; Πώς είναι δυνατόν ο υστερικός κρατισμός της περιόδου να συνέπεσε με την ατομικιστική κουλτούρα των μεσαίων στρωμάτων και με την αφομοίωση της ομόλογης δυτικής ποπ κουλτούρας;

Η απάντηση είναι ότι αυτή ακριβώς η εκτεταμένη κρατική παρέμβαση στην οικονομία (με τις καταστροφικές της συνέπειες στην παραγωγική βάση και στον δημόσιο δανεισμό) επέτρεψε την ανοδική κοινωνική κινητικότητα των μαζών και την επαγγελματική τους ασφάλεια: τις ιστορικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης της μεσαίας τάξης και της μελλοντικής της υπονόμευσης (μια άλλη ιστορία που δεν είναι της παρούσης). Ο κοινωνικός εκσυγχρονισμός της ύστερης μεταπολίτευσης προϋπέθετε πολιτικές εισοδηματικές, αστικές, προνοιακές, εθνικές, ιδεολογικές και συναισθηματικές. Παράδοξες; Αντιφατικές εκ πρώτης όψεως; Σε κάθε περίπτωση είναι το παιδί αυτών των πολιτικών, όχι κάποιας αυτοτελούς οικονομικής ανάπτυξης.

 

 

Η θεμελιώδης αξία του κράτους

Ας συγκλίνουμε πάλι στο βιβλίο του Σωτηρόπουλου και στον τρόπο με τον οποίο βλέπει το κράτος. Όπως υπαινίχθηκα πιο πάνω, η επιστροφή στο κράτος ως εθνική και κοινωνική απαρχή δεν σημαίνει και μια συντηρητική αναδίπλωση στο κράτος-καταστολέα, παρ’ ότι η στρατιωτική μηχανική και ο πολλαπλός ρόλος του στρατού στην ιστορία της χώρας είναι παρόντα. Σημαίνει το κράτος ως εκσυγχρονιστική μηχανή αλλά και ως αναχρονιστική μηχανή. Σημαίνει το κράτος που προάγει τη χειραφέτηση των κοινωνικών δυνάμεων αλλά και την εμποδίζει. Ο Σωτηρόπουλος πετυχαίνει να επισκέπτεται τη θεμελιώδη αξία του κράτους χωρίς να γίνεται ένας παραδοσιακός μελετητής της εθνικής ιστορίας διά της πολιτικής, της διοίκησης, των κυβερνήσεων κ.λπ. Το πετυχαίνει επειδή ενσωματώνει –αδιόρατα μάλλον για τον αναγνώστη– πλήθος επιστημονικών εργαλείων που η ιστορία σπανίως δανείζεται με τόση επιτυχία.

Θα τολμήσω να πάω ακόμα παραπέρα και να υποθέσω ότι ο Σωτηρόπουλος μιλά για την κινησιολογία του κράτους ενώ περιγράφει την ιστορία μιας χώρας. Αυτό είναι το όμορφο και το παράδοξο στο βιβλίο του γιατί, εκτός από τους σύγχρονούς του με τους οποίους συνομιλεί ισότιμα (Στάθης Καλύβας, Γιάννης Βούλγαρης, Κώστας Κωστής, Χρυσάφης Ιορδάνογλου, και όσους ακόμα αποτόλμησαν εδώ και κάποιον καιρό να υποθέσουν ότι Ελλάδα είναι μια χώρα που, παρά τις υστερήσεις της, διαρκώς συντονίζεται με τα κυρίαρχα δυτικά και καπιταλιστικά ζητούμενα), διαχειρίζεται την παρακαταθήκη του Πουλαντζά, του Μαξ Βέμπερ και του Μαρσέλ Γκοσέ, ίσως και τον Τάλκοτ Πάρσονς. Χωρίς να κατονομάζονται όλοι αυτοί, ο ενήμερος αναγνώστης νιώθει έντονη την παρουσία τους στον τρόπο με τον οποίο χτίζεται η προσέγγιση του κρατικού θεσμού και οργανώνεται η επαφή του τελευταίου με τις κοινωνικές δυναμικές.

Με άλλα λόγια, αν ο Σωτηρόπουλος γράφει την ιστορία ενός κράτους για να μάθουμε τις περιπέτειες μιας χώρας είναι γιατί ενσωματώνει τη θεμελιώδη ιδέα που θέλει το κράτος του 20ού αιώνα να είναι εν τέλει ο θεσμός που εγκιβωτίζει τις φάσεις και τις αντιφάσεις ολόκληρης της κοινωνίας. Και τούμπαλιν –ειδικά σε ό,τι αφορά την Ελλάδα–, η κοινωνία δομείται και οργανώνεται κρατικά. Απ’ αυτή την άποψη, θα έλεγα ότι ο Σωτηρόπουλος γίνεται ένας βεμπεριανός και πουλαντζιανός ιστορικός, που συνομιλεί και με το έργο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά.

Απ’ αυτή την άποψη, ο Σωτηρόπουλος υπερβαίνει τους δύο κυρίαρχους αντικρατισμούς τους καιρού μας. Τον φιλελεύθερο θεωρητικό αντικρατισμό που έβλεπε μέχρι πρόσφατα την Ελλάδα σαν μια χώρα χωρίς κοινωνία, πολίτες και οικονομία υπό το τυραννικό κράτος, μια χώρα αρχαϊκή, βαλτωμένη στη μιζέρια του πελατειασμού. Και τον αριστερό αντικρατισμό που βλέπει στο κράτος ένα όργανο του δυτικού αποικιοκρατικού και ρατσιστικού πολιτισμού, της πατριαρχίας, της εθνικής ομοιομορφίας και όλων των συμβατικών τρόπων ζωής που ισοπεδώνουν το «αληθές» των ταυτοτήτων, το διασπαστικό της επιθυμίας κ.λπ. Μάλιστα, ο λόγος που υπερβαίνει τις δυο και συνομιλούσες τελικά αυτές παραδόσεις δεν είναι όπως είπαμε η καταστατική επιστροφή στο κράτος αλλά η λεπτή περιγραφή του ως μηχανής εκσυγχρονισμού από τη μια αλλά και η αναγωγή του σε αντικαθρέφτισμα ολόκληρου του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Τι συμβαίνει όμως όταν αυτή η ομολογία κράτους και κοινωνίας παύει να λειτουργεί; Τι συμβαίνει όταν το κράτος και η κοινωνία αποσυντονίζονται; Ή όταν υπερταυτίζονται, για να δανειστώ κάτι από τη σύγχρονη τέχνη; Εδώ, το βιβλίο του Σωτηρόπουλου μας δίνει μόνο ενδείξεις. Που μπορούμε να τις εκλάβουμε και ως υπόσχεση για μια μακροσκοπική ανάλυση του φαινομένου σε ένα μελλοντικό του έργο.

 

 

Αποσυντονισμός κοινωνίας - κράτους

Θα αναφερθώ εν είδη καταληκτήριας παρατήρησης σε δύο παραδείγματα αποσυντονισμού της σχέσης κοινωνίας και κράτους την οποία διαχειρίζεται θαυμάσια ο συγγραφέας.

Το πρώτο είναι η πολύ διεισδυτική περιγραφή της δεκαετίας του 1960 και της πορείας της χώρας προς τη δικτατορία. Ο Σωτηρόπουλος περιγράφει την εξάντληση του μοντέλου του κρατικού δεσποτισμού και την ανάδειξη ενός νέου σχεδίου εμπλοκής του κράτους στη ζωή των ανθρώπων. Αυτό που ονομάζει λαϊκιστικό και που, ουσιαστικά, έρχεται να εξισορροπήσει τα οφέλη της ανοικοδόμησης και να ισοφαρίσει το καθεστώς του κοινωνικού αποκλεισμού λόγω πολιτικών φρονημάτων. Η κοινωνία εδώ εκπέμπει πληροφορίες που το κράτος αδυνατεί να υποδεχτεί. Η πύκνωση των αιτημάτων θεσμικού εκσυγχρονισμού από μια κοινωνία που έχει ήδη εκσυγχρονιστεί διαλύει την όποια κρατική λειτουργικότητα και οδηγεί στην πολιτική εκτροπή και την εθνική οπισθοδρόμηση.

Το δεύτερο παράδειγμα αφορά την ύστερη μεταπολίτευση, όπου σταδιακά το κράτος καταλαμβάνεται από την κοινωνία, χάνοντας την αυτονομία του έναντι αυτής. Η κοινωνία είχε ήδη μετασχηματιστεί σε κοινωνία ειδικών συμφερόντων και ατόμων. Ήταν μια κοινωνία σε παροξυστικό ναρκισσισμό που ουσιαστικά υποχρέωνε το κράτος να δέχεται όλα τα αιτήματά της, και μάλιστα να δανείζεται εκ μέρους της χωρίς να ονοματίζεται το χρέος της. Εν τέλει ονοματίστηκε, όπως ξέρουμε, επί δικαίων και αδίκων.

----

*Ελαφρώς επεξεργασμένη μορφή ομιλίας στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου, που έγινε στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, στις 4 Δεκεμβρίου 2019.

 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά