Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Τοκβίλ, ένας ρουσσωικός φιλελεύθερος

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Ιστορία Φιλοσοφία Πολιτική επιστήμη Τεύχος 72
O Αλέξης ντε Τοκβίλ από τον Ονορέ Ντωμιέ, 1849. O Αλέξης ντε Τοκβίλ από τον Ονορέ Ντωμιέ, 1849. Honoré Daumier / National Gallery of Art

Ναυσικά Παπανικολάτου, Η δημοκρατική πολιτεία στον Αλέξης ντε Τοκβίλ, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016, 440 σελ.

Δεν πρόκειται για ακόμα ένα εγκώμιο του Τοκβίλ, πίσω από το οποίο κρύβεται η κυρίαρχη σήμερα στη χώρα ρηχή, ρηχότατη ένθεν και ένθεν, αντίληψη γι’ αυτόν και τον φιλελευθερισμό. Η Ναυσικά Παπανικολάτου αναλύει το συνολικό έργο του Τοκβίλ χωρίς να κάνει αγιογραφία. Η συγγραφέας δημιουργεί το κατάλληλο επιστημονικό και πνευματικό  κλίμα για την ανάδειξη του πραγματικού και όχι του επιθυμητού Τοκβίλ.

Στο βιβλίο που παρουσιάζει και αποτιμά τη ζωή και το έργο του Αλέξης ντε Τοκβίλ, η Ναυσικά Παπανικολάτου δεν καταθέτει ένα ισοζύγιο θετικών και αρνητικών πλευρών του μεγάλου στοχαστή. Δεν έχουμε ανάγκη από τέτοιες προσεγγίσεις. Ο Τοκβίλ τον οποίο διερευνά η Παπανικολάτου δεν είναι Κλασσικά Εικονογραφημένα χωρίς εικόνες. Είναι ένας δύσκολος Τοκβίλ, όπως δύσκολη είναι η υψηλή σκέψη. Τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία στο έργο του αναδεικνύονται μέσα από την ενότητά του, όχι μέσα από τη διάσπασή του.

Η σκέψη του Αλέξης ντε Τοκβίλ (1805-1859) ήταν πάντα στο προσκήνιο της συζήτησης για το τι είναι δημοκρατία και ποιοι είναι οι κίνδυνοι που την απειλούν. Αλλά μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», το 1989, επανήλθε ως προπαγανδιστικό εργαλείο κατά των κοινωνικών διεκδικήσεων και αναφορών.Είχαμε έναν Τοκβίλ με το κεφάλι κάτω (κοινωνική συμμετοχή) και τα πόδια ψηλά (αντιπροσωπευτική δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία). Το μεγάλο εγχείρημα της συγγραφέως είναι ότι ξαναβάζει τα πράγματα στη θέση τους, χωρίς να ξεχνά την καχυποψία του Τοκβίλ τόσο κατά του «ατομικισμού», όσο και κατά των κινδύνων που γεννά το πάθος για την ισότητα και οι αλόγιστες κοινωνικές διεκδικήσεις.

Η προσέγγιση κάθε κλασικού συγγραφέα απαιτεί ένα σημείο από το οποίο καλούμαστε να παρακολουθήσουμε τη σκέψη του. Κατά την άποψή μου, αυτό το αρχιμήδειο σημείο στο έργο του Τοκβίλ βρίσκεται στην άποψη του Μακιαβέλλι ότι δεν καθιστούν μια κοινωνία ισχυρή και ευημερούσα οι νόμοι, αλλά οι ίδιοι οι χαρακτήρες και οι συμπεριφορές των ανθρώπων της. Από το σημείο αυτό αρχλιζει η προσέγγιση του Τοκβίλ και από την Παπανικολάτου. Σε αντίθεση με τη σύγχρονη κυριαρχία της λεγόμενης θεσμικής θεώρησης, σύμφωνα με την οποία οι θεσμοί είναι το άλφα και το ωμέγα για την κατανόηση της επιτυχίας ή της αποτυχίας μιας κυβέρνησης και μιας κοινωνίας, ο Τοκβίλ και η ανάλυση της συγγραφέως υποστηρίζουν ότι η ανάπτυξη και η εξέλιξη της δημοκρατικής πολιτείας εξαρτώνται από τα ήθη, τους χαρακτήρες και τις συμπεριφορές μιας κοινωνίας.

Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει πλήρως τον Τοκβίλ, αλλά και τη νεωτερική σκέψη, αν δεν κατανοήσει ότι το επίκεντρο των ενδιαφερόντων τους, αντίθετα από ό,τι συνέβαινε στην αρχαιοελληνική σκέψη, δεν εντοπίζεται στην ανάλυση των νόμων, αλλά στην ανάλυση των χαρακτήρων (βλ. και τον Μοντεσκιέ) που παράγουν τους νόμους. Αυτόν τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά των Αμερικανών παρατηρεί άμεσα στο κλασικό έργο του, Δημοκρατία στην Αμερική, ο Τοκβίλ. Το ίδιο κάνει και στο Παλαιό Καθεστώς, όπου μέσω της ανάλυσης επιστολών, υπομνημάτων, κρατικών εγγράφων, τετραδίων παραπόνων των τάξεων, παραδίδει στους αναγνώστες την εικόνα της γαλλικής κοινωνίας πριν από την Επανάστασή της.

 

 

Δημοκρατία και συμμετοχή

Η συγγραφέας χρησιμοποιεί την αρχή ή την προτεραιότητα των ηθών για να εντοπίσει στον Τοκβίλ όχι απλώς έναν υπερασπιστή της δημοκρατίας, της προτεραιότητας της ελευθερίας έναντι της ισότητας, της ανάδειξης των κοινωνικών ενώσεων και των συνεταιρισμών, της αποκέντρωσης, του διαχωρισμού των εξουσιών, της σημασίας που έχει η ευγένεια και ο σεβασμός ως ενδείξεις ανωτερότητας. Αυτά είναι δεδομένα όταν αναφέρεται κανείς στον Τοκβίλ. Αυτό που τον κάνει ιδιαίτερο είναι η περιφρόνηση που επιδεικνύει στα γραπτά του προς τον ατομικισμό και, κατά συνέπεια, προς εκείνους τους πολίτες που ενδιαφέρονται μόνο για τα στενά προσωπικά τους συμφέροντα, για τον πλουτισμό τους. Ξεχωριστές είναι και οι επιφυλάξεις που επιδεικνύει στο πλήθος, στην τυραννία της πλειοψηφίας.

Ο Τοκβίλ θεωρεί ότι η συμμετοχή στα κοινά είναι το φρούριο της δημοκρατίας, ενώ ταυτοχρόνως στρέφει τα πυρά του κατά εκείνων των εξελίξεων που στη νεωτερική κοινωνία ευνοούν τις πολιτικές ιδιώτευσης, ατομικής περιχαράκωσης και αποβλάκωσης. Βεβαίως, όπως παρατηρεί η συγγραφέας, ο φόβος του, από την έξαρση του πάθους για την ισότητα, προκύπτει λόγω του ότι θεωρεί την πολιτική ελευθερία ως υπέρτατη αξία. Ωστόσο, «δεν θα μπορέσει να συλλάβει τον πολιτικό χαρακτήρα των κοινωνικών διεκδικήσεων. Η κοινωνική δημοκρατία στην ανάγνωσή του θα κληροδοτήσει στη σύγχρονη δημοκρατία μια βασική αντίθεση, γιατί τελικά η κοινωνική διαδικασία –η ισότητα των συνθηκών– απορροφά και ανατρέπει την πολιτική διαδικασία – την πολιτική ελευθερία» (σελ. 31).

Η σύνθεση της ισότητας των συνθηκών με την πολιτική ελευθερία (η σύνθεση, με άλλα λόγια, της Rèpubliqueή της Πολιτείας με τη δημοκρατική κοινωνική τάξη στη Δημοκρατία της Αμερικής) είναι το σενάριο το οποίο χρησιμοποιεί ο Τοκβίλ για να αποδείξει πόσο δύσκολη είναι η ανάπτυξη της δημοκρατίας στη Γαλλία.

Στην Αμερική, η ισότητα των συνθηκών προέκυπτε από τις φυσικές συνθήκες, τα ήθη, τις συνήθειες της συμμετοχής στη ζωή των τοπικών κοινοτήτων και από μια θρησκεία που το πνεύμα της επέτρεπε την ανάπτυξη της δημοκρατικής πολιτείας. Αυτά τα ήθη και οι φυσικές συνθήκες ισότητας καθιέρωσαν τη «ρεπουμπλικανική δημοκρατία», όπου η πολιτεία διασφαλίζει τη δημοκρατία «διατηρώντας την ενότητα και προστατεύοντας τη διαφορετικότητα – τα ατομικά δικαιώματα και το δημόσιο συμφέρον» (σελ. 12).

Η κοινοτική ελευθερία και ανεξαρτησία, η βρετανική μορφή αποικισμού, ο χαρακτήρας των μικρών αγγλοαμερικανικών πολιτειών, η ισότητα των συνθηκών στις κοινότητες, η ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας με την παντοδυναμία του λαού, η κοινοτική κουλτούρα και  το πνεύμα της αποτελούν τις αφετηρίες της αμερικανικής Δημοκρατικής Πολιτείας. Η ισότητα των συνθηκών ως βασική αρχή της δημοκρατικής κοινωνικής κατάστασης, σε συνδυασμό με το γενικό πνεύμα μιας κοινωνίας, καθορίζουν τη μορφή της αμερικανικής δημοκρατίας. Η μη ύπαρξη των παραπάνω συνθηκών στη Γαλλία υπερπροσδιορίζει τις δυσχέρειες της γαλλικής δημοκρατίας.

Ο Τοκβίλ, αφού καταδεικνύει τις αφετηριακές αρχές της δημοκρατίας στην Αμερική, παρατηρεί όλα τα αντίθετα φαινόμενα που διέπουν τη γαλλική κοινωνική και πολιτική ζωή. Αναλύει δηλαδή την Αμερική για να μιλήσει για τη Γαλλία και τις εκεί δυσκολίες ανάπτυξης του δημοκρατικού εγχειρήματος. Στη Γαλλία αναπτύχθηκαν όλες οι διαδικασίες που οδήγησαν σε φθορά το οικοδόμημα του Παλαιού Καθεστώτος, το οποίο ναι μεν είχε κληρονομήσει από το μεσαίωνα σημαντικούς θεσμούς τοπικής ελευθερίας, αλλά κατάφερε σταδιακά να τους εκφυλίσει. Ο Τοκβίλ θεωρεί ότι το μεγάλο ζήτημα στο Παλαιό Καθεστώς δεν ήταν η κυριαρχία των ευγενών, αλλά ο σταδιακός διαχωρισμός των προνομίων τους από τα πολιτικά και τα διοικητικά τους καθήκοντα. Η κοινωνία άρχισε να φθείρεται όχι λόγω των συνθηκών κληρονομικής ανισότητας, αλλά λόγω της άρνησης της αριστοκρατίας να ασκήσει τον διοικητικό της ρόλο.

Αντιθέτως, ο διοικητικός ρόλος των εξουσιών ήταν εξασφαλισμένος στις συνθήκες ισότητας και συμμετοχής στην Αμερική. Ή μάλλον, πιο σωστά, στην Αμερική, λόγω των ηθών και των συνθηκών συμμετοχής όλων των πολιτών στις μικρές πολιτείες, είχαν εξασφαλιστεί οι συνθήκες ισότητας χωρίς να χρειάζεται καμία επαναστατική παρέμβαση. Στη Γαλλία, ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας και της διακυβέρνησης στα χέρια της βασιλικής κυβέρνησης και της πρωτεύουσας των Παρισίων, η κατάργηση των μεσαιωνικών ελευθεριών των επαρχιών και η απίσχνανση των εξουσιών των τοπικών κοινωνιών, ο διορισμός ή ακόμη χειρότερα η εξαγορά των διοικητικών λειτουργιών διαμόρφωσαν μια κατάσταση έτοιμη να κυριαρχηθεί από τα πάθη για την ισότητα των συνθηκών. Η επανάσταση ήταν αναπόφευκτη.

Η γαλλική αριστοκρατία, αποκομμένη από τα διοικητικά της καθήκοντα, αλλά διατηρώντας τα προνόμιά της, μετατράπηκε σε μια παρασιτική τάξη. Το μόνο που μπορούσε να προκαλέσει ήταν το μίσος των χωρικών. Η απομόνωσή της από το λαό αποκάλυψε τις ατέλειες της βασιλικής εξουσίας. Σε μια κοινωνία όπου όλα τα πρακτικά ζητήματα λύνονταν από τους τοποτηρητές της κεντρικής εξουσίας με βασιλικά διατάγματα, δεν υπήρχε έδαφος να συζητιούνται τα άμεσα πρακτικά ζητήματα. Αυτό είχε συνέπεια, από τα μέσα του 18ου αιώνα, να κυριαρχήσουν οι γενικές και αφηρημένες θεωρίες για το φυσικό δίκαιο και την πρωτοκαθεδρία του Λόγου.

Στη Γαλλία, οι άνθρωποι των γραμμάτων, που δεν είχαν ούτε υψηλή κοινωνική θέση ούτε πλούτη, εξήψαν σε υψηλό βαθμό το αντιθρησκευτικό συναίσθημα, λόγω της ταύτισης της Εκκλησίας με το καθεστώς, αλλά και το πάθος για την ισότητα και την ελευθερία. Ένας λαός που είχε ξεχάσει να αυτενεργεί και να ενδιαφέρεται για τα μέρη του κοινωνικού οικοδομήματος, ήταν φυσικό να θελήσει να γκρεμίσει το οικοδόμημα, δηλαδή την κοινωνία, συνολικά. Αυτός ο λαός, αντί να διορθώσει κάποιους νόμους, κατάργησε όλους τους νόμους.

Τα σημαντικότερα σφάλματα ήταν η μετατροπή από την ίδια τη μοναρχία της αριστοκρατίας της σε κάστα, η απουσία πολιτικών ελευθεριών και ο συγκεντρωτισμός. Εάν η μοναρχία δεν είχε διαχωρίσει τόσο προκλητικά την αδρανή αριστοκρατία από τις άλλες τάξεις, τότε τα πάθη δεν θα είχαν εξαφθεί τόσο πολύ και δεν θα φτάναμε στις ακρότητες της Γαλλικής Επανάστασης. Όσο όμως ακόμη κατά διάρκεια της Επανάστασης εξισορροπούνταν το πάθος για την ισότητα με την επιθυμία για ελευθερία, η Επανάσταση είχε ένα μεγαλείο. Από τη στιγμή που το πάθος για την ισότητα επικράτησε του πάθους για την ελευθερία, η Επανάσταση μετατράπηκε σε δεσποτισμό. Τελικά, η Επανάσταση επανέφερε θεσμούς που προϋπήρχαν και είχαν ξεχασθεί (επαναφορά της γενικής συνέλευσης) αλλά, επειδή οι άνθρωποι δεν ήσαν προετοιμασμένοι γι' αυτό, τους οδήγησε σε πλήρη εκφυλισμό. Στην πορεία προς τον δεσποτισμό δεν υπήρξαν αναχώματα.

Η Γαλλική Επανάσταση περιφρονούσε τα ατομικά δικαιώματα και είχε για μεσολαβητή της τη βία, γιατί βασικός φορέας της ήταν ο λαός γενικά. Για τον Τοκβίλ, παρατηρεί η Ναυσικά Παπανικολάτου,

ο ακραίος χαρακτήρας της Γαλλικής Επανάστασης οφείλεται στον φιλοσοφικό της χαρακτήρα, στο γεγονός ότι διά του επαναστατικού δόγματος εκλογίκευσε την ίδια τη βία, κάτι που της επέτρεψε να υπερβεί όλους τους κανόνες που έθεταν έως τότε η θρησκεία και τα ήθη της ανθρωπότητας, και να προσπαθήσει να ξεριζώσει ακόμη και αυτά τα στοιχεία του Παλαιού Καθεστώτος που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα στη νέα κοινωνία. (σελ. 117)

Ο Τοκβίλ υποστήριζε ότι οι Αμερικανοί ποτέ δεν είχαν κληρονομικά προνόμια και αποκλειστικά δικαιώματα τα οποία θα έπρεπε να καταργήσουν για να φέρουν τη δημοκρατία. Αντιθέτως, οι Γάλλοι έπρεπε να πάρουν την πολιτική εξουσία για να καταργήσουν τα δικά τους κληρονομικά προνόμια. Στην Αμερική το δημόσιο συμφέρον συναντιόταν με τα ιδιωτικά συμφέροντα, είναι δηλαδή συνισταμένη των ιδιωτικών συμφερόντων, γι’ αυτό και δεν χρειάζεται να υπάρξει μια ανώτερη εξωτερική εξουσία για να το επιβάλει. Στην Αμερική οι άνθρωποι περιορίζουν μόνοι τους την ελευθερία τους ώς εκεί που δεν θίγουν την ελευθερία των άλλων. Η ελευθερία και η λαϊκή κυριαρχία ταυτίζονται από θέσεις αρχής. Επίσης, η σύγκρουση ανάμεσα στα ατομικά δικαιώματα και τα κοινωνικά δικαιώματα, ανάμεσα στην ατομική ελευθερία και το κοινό καλό έχει λυθεί από τις συνθήκες και τα ήθη. Στη Γαλλία, αντίθετα, για να λυθεί το ζήτημα της δυσαρμονίας ατομικών ελευθεριών και συνθηκών ισότητας, ελευθερίας και ισότητας, χρειαζόταν μια Επανάσταση.

Ο Τοκβίλ ανησυχούσε για την ανάπτυξη του επαναστατικού πνεύματος αλλά και επειδή η γαλλική πολιτική ζωή μετατοπιζόταν, από τα ζητήματα της κυβέρνησης και των πολιτειακών θεσμών στα προβλήματα της ιδιοκτησίας και του κοινωνικού καθεστώτος. Ανησυχούσε, όμως, εξ ίσου, όταν έβλεπε ότι η άλλη κατεύθυνση ήταν η αντικατάσταση των πολιτικών παθών από το κυνήγι της ευζωίας. Η αδράνεια των μαζών ήταν το άλλο αρνητικό πρόσωπο του γαλλικού «κώδικα αταξίας». Η συνετή και έντιμη διακυβέρνηση απειλούνταν από τον δεσποτισμό, από το επαναστατικό πνεύμα, αλλά και από το κυνήγι της ευζωίας και της ατομικής ωφέλειας. Ο Τοκβίλ πίστευε ότι οι άνθρωποι θέλουν την ισότητα μέσα στην ελευθερία και, αν δεν το μπορούσαν αυτό, την ήθελαν έστω και σε συνθήκες δουλείας. Του ήταν ακατανόητο αυτό που επισημαίνει η Παπανικολάτου, παραπέμποντας στον Κλωντ Λεφόρ, ότι «η ισότητα και η ελευθερία αγγίζονται και, θα προσθέταμε, κατακτώνται, οι άνθρωποι είναι ίσοι γιατί είναι ελεύθεροι και είναι ελεύθεροι γιατί είναι ίσοι…» (σελ. 353).

Η τοκβιλιανή προβληματική ήταν αναπόσπαστα δεμένη με την ανησυχία για το ότι η απελευθέρωση από τον δεσποτισμό συνοδευόταν από την πρόσδεση του δημοκρατικού ανθρώπου στον «κηδεμόνα». Ο «δημοκρατικός κηδεμόνας» ήταν το ίδιο, αν όχι και περισσότερο, επικίνδυνος με τον «τύραννο». Ταυτοχρόνως, το «πάθος της ισότητας» και η «μεγάλη δημοκρατική επανάσταση» οδηγούσαν από τα μεγάλα και εξαιρετικά στα μέτρια και τα καθημερινά. Σ' αυτό το πλαίσιο, ο μοντέρνος κηδεμόνας εμφανιζόταν ως ο γενικός συντονιστής του κτητικού ατομικισμού της νεωτερικής κοινωνίας. Ο σύγχρονος άνθρωπος επιθυμούσε να διατηρήσει τις ελευθερίες του και γι' αυτό τις παραχωρούσε έναντι της ασφάλειας που παρέχει ο κηδεμόνας. Σ' αυτόν τον προβληματισμό, ο Νικόλας Σεβαστάκης διακρίνει το φάντασμα του μηδενισμού που, αν και είναι παρόν, παραμένει αθέατο και διακριτικό.[1]

 

 

Επανάσταση και Ολοκληρωτισμός

Ας προσέξουμε όμως εδώ. Και η Παπανικολάτου προσέχει. Επικαλούμενη τις θέσεις της Χάνα Άρεντ, αλλά και των Κλωντ Λεφόρ, Μαρσέλ Γκωσέ και πολλών άλλων, μας προειδοποιεί να μην ταυτίζουμε την επανάσταση με τον ολοκληρωτισμό. Η Άρεντ, στο βιβλίο της Για την Επανάσταση (1963), αντιμάχεται την άποψη στοχαστών όπως ο Ραιημόν Αρόν και ο Φρανσουά Φυρέ, οι οποίοι ταύτισαν την έννοια της επανάστασης με τον ολοκληρωτισμό. Η Άρεντ, αντιθέτως, υποστήριζε ότι η πορεία των επαναστάσεων προς τη βία και τον ολοκληρωτισμό δεν είναι νομοτελειακή, αλλά αποτέλεσμα της μετατόπισης των επιδιώξεών τους τους από την επίτευξη της δημόσιας ελευθερίας προς άλλους εξωπολιτικούς στόχους. Κατ’ αυτήν, η Γαλλική Επανάσταση στηρίχτηκε στο μοντέλο του κοινωνικού συμβολαίου, που έχει ως βάση του την εκχώρηση των δικαιωμάτων μέσω της συναίνεσης στη γενική βούληση του κυρίαρχου λαού. Επειδή όμως αυτό είναι αδύνατο, η γενική βούληση μετατράπηκε σε ένα έξυπνο μέσο για να τεθεί ένα πρόσωπο, ο Ροβεσπιέρος αρχικά, ο Βοναπάρτης αργότερα, ο Λένιν και ο Στάλιν αλλού και ύστερα, στη θέση του αποκλειστικού και αναντικατάστατου «εκπροσώπου» του πλήθους. Αυτό το ατομικιστικό πλήθος, ο Τοκβίλ το φοβόταν πολύ.

Η Αμερικανική Επανάσταση, αντιθέτως, κινήθηκε στη βάση του μοντέλου της κοινωνικής συμφωνίας, που στηρίζεται στη δύναμη των αμοιβαίων υποσχέσεων και συμφωνιών μεταξύ των αποίκων. Δεν έγινε για να περιορίσει την προϋπάρχουσα αυταρχική εξουσία, αλλά για να εγκαθιδρύσει μια δημοκρατική εξουσία. Η κοινή δράση των αποίκων οδήγησε στη διαμόρφωση μιας εξουσίας που όχι μόνο εγκαθιδρύθηκε αλλά και διατηρήθηκε με τα καινοφανή, τότε, μέσα της υπόσχεσης και της συμφωνίας.[2]

Πέρα λοιπόν από τη συνταύτιση του ατομικού συμφέροντος με το κοινό καλό, η Δημοκρατική Πολιτεία στην Αμερική –κατά την Παπανικολάτου (σελ. 180)– στηρίζεται στην αλληλεξάρτηση των εξουσιών, στον καίριο λόγο του Ανώτατου Δικαστηρίου, στην ύπαρξη μιας ομοσπονδιακής κυβέρνησης που ενεργεί ως «εθνική» και όχι στην ευρωπαϊκή διάκριση νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας.

 

 

Πολιτείες, Ομοσπονδία και πολίτες

Στο ακανθώδες ζήτημα της σχέσης της διακυβέρνησης των Πολιτειών και της διακυβέρνηση της Ομοσπονδίας, στη διάρκεια της σύνταξης του Ομοσπονδιακού Συντάγματος, υπήρχαν δύο τάσεις. Μια μερίδα ήθελε την ένωση ως συνασπισμό Ανεξάρτητων Πολιτειών, μια άλλη ήθελε τη συνένωση όλων των κατοίκων των πρώην αποικιών σ’ έναν και μοναδικό λαό. Αν γινόταν δεκτή η πρώτη λύση, ο συνασπισμός δηλαδή και όχι η εθνική κυβέρνηση, η κυριαρχία θα ανήκε στην πλειοψηφία των Πολιτειών και όχι στην πλειοψηφία των πολιτών. Αν επικρατούσε η δεύτερη λύση, τότε οι Πολιτείες θα έμεναν χωρίς καμία εξουσία. Αποφάσισαν τελικά να εφαρμόσουν ένα σύστημα ελέγχων και ισορροπιών των ίδιων των λειτουργιών του αντιπροσωπευτικού συστήματος:

Οι Ιδρυτές συνεπώς ήθελαν μια αντιπροσωπευτική κυβέρνηση η οποία θα ασκεί εξουσία με τη συναίνεση του λαού, αλλά που θα στηρίζεται στις ρεπουμπλικανικές αρχές του κοινού καλού και της δικαιοσύνης, έτσι όπως ορίστηκαν από το Σύνταγμα. (σελ. 180)

Η κάθε ξεχωριστή αμερικανική πολιτεία δεν εκπροσωπεί μια πλειοψηφία, αν και προέρχεται από τη λαϊκή ψήφο. Η κάθε ξεχωριστή αμερικανική ομοσπονδιακή πολιτεία δεν είναι φορέας της λαϊκής κυριαρχίας. Ο ρόλος της είναι η προστασία των ιδιαίτερων υποθέσεών της. Μόνο η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση εξουσιοδοτείται να εκφράζει τη λαϊκή κυριαρχία και το συνολικό δημόσιο συμφέρον των πολιτών. Η Ομοσπονδία αντλεί την εξουσία απ’ ευθείας από το Σύνταγμα. Φύλακας αυτού του Συντάγματος και της ίδιας της Ομοσπονδίας είναι το Ανώτατο Δικαστήριο, τα ήθη και η θρησκεία, η συμμετοχή στη ζωή των κοινοτήτων και η ελευθερία του Τύπου. Η κυβέρνηση της Ομοσπονδίας δεν αντιπροσωπεύει συμφέροντα, όπως οι Πολιτείες, αλλά καλείται να προασπίζει ατομικά δικαιώματα.

Ακόμη πιο σωστά, στόχος της Ομοσπονδίας είναι η προάσπιση των ιδιωτικών συμφερόντων από τον εαυτό της, από την ίδια δηλαδή την κυβέρνηση, όσο και η προφύλαξή της κυβέρνησης από τα συμφέροντα της πλειοψηφίας. Η δε νομοθετική εξουσία από την πλευρά της πρέπει να ελέγχει και να εξισορροπεί τα ατομικά συμφέροντα, ώστε κανένα από αυτά να μην απειλεί την ατομική ελευθερία και την ιδιοκτησία. Αυτή όμως η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να εξασφαλιστεί παρά μόνο από ένα σώμα ανεξάρτητο και μη εκλεγμένο από αυτά: από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Βεβαίως, όταν στα παραπάνω τίθεται προς εξέταση το ζήτημα της δουλείας, η αμηχανία του Τοκβίλ είναι προφανής. Ο Τοκβίλ, κατά την Παπανικολάτου, «δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις όποιες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες μπορεί να υποθάλπει η δουλεία, αντίθετα, επικεντρώνεται στην επιρροή που έχει στην ηθική και πνευματική κατάσταση των Αμερικανών του Νότου» (σελ. 310). Ο Τοκβίλ παραδέχεται ότι η κατάσταση της δουλείας γεννά κινδύνους για τη δημοκρατία. Μια δημοκρατία που δεν απειλείται από τα διαφορετικά συμφέροντα, αφού τα ήθη και οι παραδόσεις της και όχι τόσο οι θεσμοί της τα εξισορροπούν, κινδυνεύει όμως από την ποικιλία των χαρακτήρων και των παθών που γεννά η δουλεία. Αυτή η ηθική και η πνευματική ανομοιογένεια του αμερικανικού λαού απειλεί –κατά τον Τοκβίλ και επισημαίνεται από τη συγγραφέα– το μέλλον της Ένωσης.

Πώς όμως είναι δυνατόν να αποτραπούν δυο τάσεις που εμφανίζονται στο πλαίσιο της δημοκρατικής πολιτείας και είναι η τυραννία της πλειοψηφίας και ο ατομικισμός; Επίσης, πώς αποτρέπεται η πλήρης υποδούλωση της νομοθετικής εξουσίας στις θελήσεις της τυραννικής πλειοψηφίας, καθώς και η συγκέντρωση στην εκτελεστική εξουσία όλων των άλλων εξουσιών; Επίκαιρα θέματα και σήμερα, λόγω της επικράτησης στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, όσο και λόγω του τρόπου με τον οποίο κυβερνιέται η σημερινή Ελλάδα.

Ο Τοκβίλ, είναι αλήθεια, ταλαντεύεται ανάμεσα στο εγκώμιο της πολιτικής συμμετοχής και το φόβο του πλήθους. Αλλά την ίδια στιγμή ο δήθεν συντηρητικός Τοκβίλ –όπως σωστά επισημαίνει η συγγραφέας– δεν προτείνει περιστολή της ελευθερίας αλλά τη διεύρυνσή της, τη διεύρυνση της συμμετοχής των πολιτών στα κοινά, την παιδεία και, κυρίως, τη διοικητική αποκέντρωση. Όσον αφορά την παιδεία, για τον Τοκβίλ ήταν το βασικό κριτήριο για τη διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου. Όχι τα κληρονομικά δικαιώματα ή ο πλούτος, αλλά η παιδεία και μόνο η παιδεία οδηγεί στη διεύρυνση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων:

Η ανάγκη της εκπαίδευσης των ατόμων μιας δημοκρατούμενης κοινωνίας σε πολίτες που γνωρίζουν να ασκούν τα δικαιώματά τους αποτελεί για τον Τοκβίλ το εχέγγυο που διασφαλίζει τη σταθερότητα και τη διάρκεια της δημοκρατικής πολιτείας. (σελ. 122)

Ποια παιδεία όμως; Μόνο αυτή που καλλιεργεί τη μετριοπάθεια. Η αποτροπή της επικράτησης των παθών της ισότητας μπορεί να στηριχθεί στη μείωση των ανισοτήτων, αλλά και στη διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου στα πολύ φτωχά στρώματα. Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι δυο πράγματα: η δικαιοσύνη και η μετριοπάθεια. Χωρίς αυτά, η δημοκρατική πολιτεία κινδυνεύει τόσο από την πλειοψηφία όσο και από τον ατομικισμό, κινδυνεύει όμως και από την έκρηξη των παθών της ισότητας. Το πνεύμα του ατομικισμού δημιουργεί επικίνδυνες και τυραννικές πλειοψηφίες.

Κατά την Παπανικολάτου ο καχύποπτος έναντι της «λαϊκής κυριαρχίας» του πλήθους Τοκβίλ συγχέει την παντοδυναμία της πλειοψηφίας με την τυραννία:

Με άλλα λόγια δεν διαχωρίζει ανάμεσα σε μια πλειοψηφία που κυβερνά εν ονόματι της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά παραβιάζει τις αρχές που την εξουσιοδότησαν να την εκπροσωπήσει και είναι συνεπώς υπόλογη στους κανόνες της δημοκρατικής διαδικασίας και  στην παντοδυναμία της πλειοψηφίας που αντλεί τη δύναμή της από το γενικό πνεύμα ή το «κοινωνικό φαντασιακό» (Καστοριάδης). (σελ. 259)

 

 

Τοκβίλ, Ρουσσώ, Μαρξ

Σε ποιο ρεύμα σκέψης θα κατέτασσα τον Τοκβίλ μετά την ανάγνωση του βιβλίου της Ναυσικάς Παπανικολάτου; Ας προσεγγίσουμε την απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μέσα από την προσέγγιση μιας τριπλής σχέσης. Πολλοί στη σχέση Ρουσσώ - Τοκβίλ - Μαρξ ανακαλύπτουν στον Ρουσσώ τον υπερασπιστή της άμεσης δημοκρατίας και τον εχθρό της αντιπροσωπευτικής, στον Τοκβίλ τον υποστηρικτή της ατομικής ελευθερίας και επιλογής και τον εχθρό της ισότητας και στον Μαρξ τον οπαδό της ισότητας και του κράτους, τον εχθρό όμως της ελεύθερης ατομικότητας. Δεν υπάρχει πιο μονομερής ανάγνωση.

Ο Ρουσσώ είναι διαπρύσιος κήρυκας του διαχωρισμού των εξουσιών, επικριτής του φιλελευθερισμού, αλλά και μη φιλελεύθερος οπαδός της ελευθερίας και της συμμετοχικής δημοκρατίας. Ο Τοκβίλ είναι σφοδρός επικριτής του ατομικισμού. Σ’  αυτόν αποδίδει όλα τα κακά που συμβαίνουν στην κοινωνία και, ταυτοχρόνως, είναι θιασώτης της αυταξίας των ελευθεριών, της συμμετοχικής δημοκρατίας και της αυτενέργειας του κάθε πολίτη. Ο Τοκβίλ, στην ουσία, είναι ένας ρουσσωικός φιλελεύθερος. Και ο Μαρξ ως αφετηρία της θεωρίας του έχει τα άτομα (Γερμανική Ιδεολογία) και ως κατάληξη την απελευθέρωση των ατόμων από τις προσωπικές και εμπράγματες εξαρτήσεις τους, ενώ ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι ο κρατισμός. Ο Μαρξ αποτελεί έναν κατ' ουσίαν οπαδό του ατομικού κοινωνισμού ή της κοινωνικής ελευθερίας του ατόμου.

Στην κρίση για τέτοια διανοητικά μεγέθη οποιαδήποτε μονομέρεια –σοσιαλιστική, δημοκρατική, ρεπουμπλικανική ή φιλελεύθερη– είναι καταστροφική. Με δεδομένη τη σχετική υποτίμηση του κοινωνικού ζητήματος από τον Τοκβίλ, αν και όχι στο βαθμό που του αποδίδεται,[3] δεν θα καταλάβουμε πόσο επίκαιρος είναι αν δεν συνειδητοποιήσουμε ότι, μολονότι φοβόταν τις συνέπειες της ισότητας των συνθηκών, ήξερε πολύ καλά ότι δεν μπορεί να υπάρχει ελευθερία χωρίς αυτή την ισότητα. Η ισότητα συνθηκών απομακρύνει τους ανθρώπους, η ελευθερία τούς ενώνει, αλλά χωρίς ισότητα η ελευθερία δεν βρίσκει έδαφος να πατήσει.

Αν σήμερα εγκαταλείψουμε αυτό το πρόταγµα, τότε θα ενεργήσουμε, όπως µας προειδοποιούσε ο Τοκβίλ:

Όταν το παρελθόν δεν ρίχνει το φως του στο μέλλον, τότε ο νους του ανθρώπου σκοτεινιάζει.

Το βιβλίο της Παπανικολάτου μας βοηθά να μη σκοτεινιάσει ο νους μας.

 

 


[1] Νικόλας Σεβαστάκης, Φιλόξενος Μηδενισμός, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008.

[2] Χάνα Άρεντ, Για την Επανάσταση, μετάφραση: Αγγελική Στουπάκη, Αλεξάνδρεια, 2007.

[3] Αλέξις ντε Τοκβίλ., Μνημόνιο  για τη Φτώχεια, Πόλις, 2005, μτφ: Ελίζα Παπαδάκη 

Γιώργος Σιακαντάρης

Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, διετέλεσε επιστημονικός διευθυντής στο ΙΣΤΑΜΕ. Βιβλία του: Οι μεγάλες απουσίες. Η ελληνική δημοκρατία σε άμυνα (2011), Ζαν-Ζακ Ρουσσώ: Ο φιλόσοφος της πεφωτισμένης δημοκρατίας (2012).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά