Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ιστορικές πηγές και οι μύθοι του Δεκέμβρη

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Ιστορία Τεύχος 72
Αθήνα, 11 Ιανουαρίου 1945. H στιγμή της υπογραφής της ανακωχής, ανάμεσα στα βρετανικά στρατεύματα και στον εΛΑΣ. Ο διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, αντιστράτηγος ρόναλντ Σκόμπυ (καθιστός), υπογράφει υπό το βλέμμα του Χιου Μαϊνγουέριγκ (όρθιος). Διακρίνονται ακόμα ο συνταγματάρχης του εΛΑΣ Θεόδωρος Μακρίδης (Έκτορας) και οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ Γιάννης Ζέβγος (Ταλαγάνης), Δημήτρης Παρτσαλίδης και Αθανάσιος (Θάνας) Αθηνέλης. Η φωτογραφία είναι του Dmitri Kessel, από το λεύκωμα Dmitri Kessel, Ελλάδα του ’44, εκδ. Άμμος. Αθήνα, 11 Ιανουαρίου 1945. H στιγμή της υπογραφής της ανακωχής, ανάμεσα στα βρετανικά στρατεύματα και στον εΛΑΣ. Ο διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, αντιστράτηγος ρόναλντ Σκόμπυ (καθιστός), υπογράφει υπό το βλέμμα του Χιου Μαϊνγουέριγκ (όρθιος). Διακρίνονται ακόμα ο συνταγματάρχης του εΛΑΣ Θεόδωρος Μακρίδης (Έκτορας) και οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ Γιάννης Ζέβγος (Ταλαγάνης), Δημήτρης Παρτσαλίδης και Αθανάσιος (Θάνας) Αθηνέλης. Η φωτογραφία είναι του Dmitri Kessel, από το λεύκωμα Dmitri Kessel, Ελλάδα του ’44, εκδ. Άμμος. Dmitri Kessel

Πέτρος Μακρής Στάικος, Ο Δεκέμβρης του 1944. Τέσσερα άγνωστα κείμενα,  Ίκαρος, Αθήνα 2014, 176 σελ.

Με το πέρασμα του χρόνου, όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα μυθοποιούνται, συνήθως με την μεγιστοποίηση πλευρών ή την ηρωοποίηση προσώπων. Οι εμφύλιοι όμως μάλλον αποσιωπούνται. Στην εμφυλιακή σύγκρουση του Δεκέμβρη έχουμε σήμερα και τα δύο φαινόμενα, αποσιώπηση από την πλευρά των νικητών και μύθους από την πλευρά των ηττημένων. Ένας από αυτούς είναι ότι η αντίσταση του ΕΑΜ στον Άξονα και  η σύγκρουση του Δεκέμβρη είναι ένα και το αυτό, δύο επεισόδια στην προσπάθεια για εθνική ανεξαρτησία και ελευθερία. Ένας δεύτερος ότι το ΕΑΜ επιθυμούσε ομαλό και δημοκρατικό πέρασμα της χώρας στην μετακατοχική εποχή και ότι οι Βρετανοί το υποχρέωσαν να αναμετρηθεί μαζί τους στρατιωτικά.

 

Το βιβλίο του Πέτρου Μακρή Στάικου, Ο Δεκέμβρης του 1944, δημοσιεύει  τέσσερα άγνωστα κείμενα εκείνης της εποχής, τα οποία ρίχνουν φως σε διαφορετικές πλευρές της σύγκρουσης και μας επιτρέπουν να την δούμε πέραν των μύθων.

Το πρώτο κείμενο του βιβλίου έχει τίτλο: «Σχέδιο-Πρόταση για την πρόληψη της κατάληψης της εξουσίας στην Ελλάδα από τον ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ κατά τον τερματισμό της κατοχής του Άξονα».

Αφορά σχέδιο που συνέταξε ο John Melior Stevens, υπεύθυνος του ελληνικού τμήματος (Greek Desk, Β6) της SOE[i] Καΐρου τον Ιούλιο 1944.Ο Stevens έπεσε με αλεξίπτωτο κατά τη διάρκεια του 1943 στην Ελλάδα δύο φορές, την πρώτη στην Πίνδο και τη δεύτερη στην Πελοπόννησο. Απέκτησε έτσι άμεση εικόνα της κατάστασης. Ήταν βέβαιος ότι το ΕΑΜ θα επιδιώξει να καταλάβει στρατιωτικά την εξουσία. Πράγμα που επιβεβαίωσε η επίθεση και η διάλυση από τον ΕΛΑΣ των άλλων ένοπλων αντιστασιακών οργανώσεων, στις αρχές του 1944.

Το καλοκαίρι του 1944, οι σκέψεις για τον μεταπολεμικό κόσμο και πώς αυτός θα διαμορφωθεί από γεωπολιτική άποψη είχαν καταλάβει τα διάφορα επιτελεία των συμμάχων. Η ραγδαία προέλαση των Σοβιετικών στην Ανατολική Ευρώπη προοιωνιζόταν μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές στην περιοχή μετά τον πόλεμο. Στην Ελλάδα, η κατάρρευση του πλέγματος εξουσίας της Κατοχής σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη έλλειψη δημοκρατικών θεσμών και νομιμοποιημένων πολιτικών δυνάμεων, θα δημιουργούσε ιδιαίτερο κενό εξουσίας.

 

Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Δύο συγκροτήματα δυνάμεων θα το διεκδικούσαν. Πρώτον η κυβέρνηση του Καΐρου με τις πολιτικές και  στρατιωτικές δυνάμεις που είχαν σχηματισθεί γύρω της, τις εντός της χώρας φίλιες πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις (ΕΔΕΣ, Αστυνομία, Χωροφυλακή και Χ) και την αμέριστη  υποστήριξη των Βρετανών. Επεδίωκε σε γενικές γραμμές την εγκατάσταση δημοκρατικού καθεστώτος. Το συγκρότημα αυτό ήταν διασπασμένο αφ’ ενός σε σχέση με το μέλλον της βασιλείας, αφ’ ετέρου  λόγω της διαφορετικής στάσης τμημάτων του απέναντι στους Γερμανούς. Μειονέκτημα του, ότι οι ανέπαφες πολιτικά δυνάμεις που ηγούνταν του συγκροτήματος βρίσκονταν έξω από την Ελλάδα. Πλεονέκτημα. ότι είχε κατορθώσει με τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας να αποσπάσει την αποδοχή της πολιτικής και στρατιωτικής πρωτοκαθεδρίας από το ΕΑΜ.

Δεύτερον οι δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που συγκροτούνταν κυρίως από το ΚΚΕ και τα μικρότερα συμμαχικά κόμματα· με πλεονέκτημα την αντίσταση αλλά και τη στρατιωτική κυριαρχία μετά τον ενδοκατοχικό εμφύλιο· καθώς και  με την προσδοκία υποστήριξης των Σοβιετικών που βρίσκονταν στα βουλγαρικά και στα γιουγκοσλαβικά σύνορα. Επεδίωκε καθεστώς Λαϊκής Δημοκρατίας.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, επιτελικοί αξιωματικοί και των δύο συγκροτημάτων συντάσσουν σχέδια στρατιωτικής κατάληψης της εξουσίας. Τον Αύγουστο του 1944 συντάσσεται το τρίτο σχέδιο από τον ΕΛΑΣ – είχαν προηγηθεί, το καλοκαίρι του 1943, το σχέδιο του Θ. Μακρίδη που απέκλειε κατάληψη της Αθήνας σε περίπτωση παρουσίας Αγγλικού Στρατού και η μετέπειτα τροποποίησή του. Τα σχέδια αυτά παραμένουν άφαντα, ίσως να έχουν χαθεί για πάντα. Πληροφορίες για το περιεχόμενό τους έδωσαν αργότερα διάφορα στελέχη.

Όμως, χάριν του βιβλίου του Πέτρου Μακρή Στάικου έχουμε το σχέδιο των Βρετανών γραμμένο από τον J. M. Stevens. Σ’ αυτό φαίνεται καθαρά πως πιστεύει ότι το ΕΑΜ  θα «επιχειρήσει να καταλάβει την εξουσία με τη χρήση βίας […] επίθεση από τα βουνά εναντίον των πόλεων-κλειδιών σε συνδυασμό με εξεγέρσεις»· από την άλλη πλευρά, οι Βρετανοί είναι απόλυτα αποφασισμένοι να την αποτρέψουν, έστω κι αν τελικά θα χρειαζόταν να μεταφέρουν 80.000 εμπειροπόλεμους στρατιώτες από το μέτωπο της Ιταλίας· η  αποτροπή θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον με άμεση και έγκαιρη παρέμβαση  (πριν ολοκληρωθεί η εγκατάσταση της εξουσίας του ΕΛΑΣ στις πόλεις), που θα γινόταν με βρετανικά στρατεύματα (μόνο από λευκούς), επιστρατευμένες εγχώριες δυνάμεις (Χωροφυλακή, Αστυνομία Πόλεων, νέες μονάδες και με άνδρες που θα προέρχονται από τα Τάγματα Ασφαλείας, δίχως τους  διοικητές που θα έπρεπε να συλληφθούν) και τον Ελληνικό  Στρατό της Μέσης Ανατολής. Επίσης, θεωρούσε απαραίτητο να μην περάσουν κατά την αποχώρηση των Γερμανών όπλα στον ΕΛΑΣ, ενώ προέβλεπε κάποιου είδους συνεννόηση Γερμανών και Βρετανών για την έγκαιρη πληροφόρηση της αποχώρησης τους, ώστε να μειωθεί ο  χρόνος του κενού εξουσίας· η ολοκλήρωσή του σχεδίου θα γινόταν σε τρεις φάσεις, καθεμία θα εξασφάλιζε πλεονεκτήματα για την επόμενη. Το σχέδιο δεν πιθανολογούσε κίνηση προώθησης του Σοβιετικού Στρατού στην Ελλάδα. Γνώριζε τις σφαίρες επιρροής στα Βαλκάνια.

Η διαμάχη για αν το ΕΑΜ είχε σκοπό την αντίσταση ή την κατάληψη της εξουσίας θεωρώ ότι είναι δίχως νόημα.  Όλες  οι πολιτικές δυνάμεις νομιμοποιούνται να έχουν σκοπό την εξουσία. Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο το επιδιώκουν και ποιο είναι το περιεχόμενο του  προγράμματος που πρόκειται να εφαρμόσουν, ίσως ακόμη και η γενικότερη θεώρηση του κόσμου. Εδώ λοιπόν είναι καθαρό ότι έχουμε την προσφυγή στην βία, ως μέσο κατάληψης της εξουσίας ή, με άλλους όρους, κοινωνική επανάσταση –εκδηλώνεται κατά τη λενινιστική άποψη, όταν η εξουσία περπατάει στον δρόμο–, παρά τη βέβαιη αιματηρή  σύγκρουση, καταστροφή και δυστυχία που θα προκαλούσε σε μια χώρα καθημαγμένη, «με τεράστια ανεργία, χωρίς οδικές και θαλάσσιες συγκοινωνίες, με ελλείψεις στα περισσότερα βασικά αγαθά διατροφής, με τράπεζες εκτός λειτουργίας, με 500 χιλιάδες αστέγους και 1.200 χωριά τελείως κατεστραμμένα, με ταμεία λαφυραγωγημένα από τους Γερμανούς και με ένα κράτος που στερούνταν  εσόδων».[ii]

Το σχέδιο του Stevensδεν εφαρμόστηκε στις λεπτομέρειές του, δείχνει όμως τις επιδιώξεις και τη στρατηγική των Βρετανών που, μετά τις συμφωνίες Λιβάνου και Καζέρτας, μάλλον πίστεψαν ότι η συμβολική τους παρουσία αρκούσε για να επιβάλει την ομαλή πορεία. Αλλά η εξέλιξη των πραγμάτων έδειξε ότι ο Stevensείχε δίκιο το ΕΑΜ, επιδίωξε τη δημιουργία τετελεσμένων με τα όπλα και όταν αυτό απειλήθηκε κατέφυγε στην ανοικτή σύγκρουση.

***

Το δεύτερο κείμενο έχει τίτλο: «23η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία, Επιχειρήσεις  στην Ελλάδα, Οκτώβριος 1944-Ιανουάριος 1945 (Operation sin Greece,15 October1944-7 January1945)»,  (ΤΤ)

Αποτελεί αναφορά των δράσεων της συγκεκριμένης ταξιαρχίας, που μέχρι την 5η Δεκεμβρίου ήταν διοικητικό κέντρο όλων των βρετανικών δυνάμεων, ενώ μετά, μέχρι την Ιανουαρίου, απετέλεσε τον πυρήνα της Στρατιωτικής Διοίκησης Αθήνας.

 

 

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΑΙ  ΠΡΩΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τους πανηγυρισμούς της απελευθέρωσης της χώρας ακολούθησε μία περίεργη κατάσταση. Σχεδόν σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα εγκαταστάθηκε, με τα όπλα, το καθεστώς που έμεινε στην ιστορία ως Εαμοκρατία. Παράλληλα έρχονται η Ελληνική Κυβέρνηση, η Ορεινή Ταξιαρχία, ο Ιερός Λόχος, δυνάμεις του Ελληνικού Ναυτικού και αποβιβάζονται βρετανικές δυνάμεις, ενώ το παζλ συμπληρώνουν η Χωροφυλακή, η Αστυνομία Πόλεων, ο ΕΔΕΣ στην Ήπειρο, ο Φωστερίδης στη Δράμα, η Χ και τα Τάγματα Ασφαλείας. Για ένα διάστημα, όλες αυτές οι δυνάμεις συνυπάρχουν και κάνουν κινήσεις σκακιέρας προσπαθώντας να βελτιώσουν τη θέση τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις ήρθαν σε σύγκρουση πριν από τον Δεκέμβρη. Το  ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήθελε να ολοκληρώσει την κατάληψη των πόλεων της ηπειρωτικής Ελλάδας· η Καλαμάτα είχε ισχυρές δυνάμεις Ταγμάτων Ασφαλείας, η κατάληψή της έγινε δυνατή μετά από λουτρό αίματος. Στην περιοχή της Δράμας ο Φωστερίδης νικήθηκε με τη συνδρομή του Βουλγαρικού Στρατού κατοχής, που πρόσφατα είχε βάλει στα πηλίκιά του το σφυροδρέπανο. Στην Αθήνα, αντίθετα με την πρόβλεψη του Stevens, ο ΕΛΑΣ δεν έκανε  προσπάθεια στρατιωτικής κατάληψης κατά το κενό 12 έως 18 Οκτωβρίου· παρά κάποιες ένοπλες συγκρούσεις, μέχρι τον Δεκέμβρη υπήρξε αυτοσυγκράτηση.

Το κείμενο της ΤΤ αναφέρει σχετικά:

Στην ίδια την Αθήνα, όπου η επιρροή της κυβέρνησης είναι μεγαλύτερη, η κατάσταση ήταν επιφανειακά ανώμαλη για πολιτισμένη πόλη, όμως για τον κόσμο ήταν ομαλή […] τα βράδια ακούγονταν πολλοί πυροβολισμοί. […] Το μόνο που έμοιαζε φανερό είναι ότι ορισμένοι Έλληνες ήταν αποφασισμένοι να εξολοθρεύσουν άλλους. Το επόμενο πρωί όμως όλοι οι Έλληνες ήταν χαμογελαστοί και ευγενικοί.

 

 

ΕΡΗΜΩΣΗ, ΠΕΙΝΑ, ΑΛΛΗΛΟΣΠΑΡΑΓΜΟΣ

Ενώ το ΕΑΜ ασχολείται με τη δημιουργία τετελεσμένων, οι Άγγλοι διεισδύουν με λιγοστές δυνάμεις (10.000) άνδρες σε όλη τη χώρα  για να αποτρέψουν την ανθρωπιστική κρίση και να έλθουν σε επαφή με ευρύτατα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού. Φέρνουν τρόφιμα για τους λιμοκτονούντες (η κατάσταση του επισιτισμού είναι ίδια μ’ εκείνη του χειμώνα 1941-42). Καλούνται να επιλύσουν και άλλα επείγοντα καθημερινά προβλήματα. ασφάλειας, διαιτησίας, μετακίνησης. Το  κείμενο της ΤΤ αναφέρει: «Η αποστολή απέπλευσε στις 13 Οκτωβρίου. […] Καθήκον της ήταν η τήρηση του νόμου και της τάξης στην Ελλάδα, όμως με την αρχική ευθύνη της περιορισμένη στην Αθήνα […] [Οι] πρώτες 24 ώρες [χαρακτηρίζονται] με μία λέξη: ΧΑΟΣ. […] Στις έξι εβδομάδες που ακολούθησαν, η ιστορία της Ταξιαρχίας διακρίνεται από υποχρεώσεις που επεκτείνονταν σε όλη την Ελλάδα […] σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής: τον οικονομικό, τον πολιτικό, τον δικαστικό, τον ιατρικό, τον στρατιωτικό, τον αστυνομικό, τις επικοινωνίες… Βαθμιαία καταλάβαμε πως [το ΕΑΜ] αποτελούσε «κράτος εν κράτει» και ως τέτοιο δεν μπορούσε να το εμπιστεύεται κανείς απόλυτα […] οπουδήποτε στάθμευαν βρετανικές δυνάμεις, η σύλληψη ατόμων από την Πολιτοφυλακή δεν ήταν επιτρεπτή χωρίς την παρουσία Βρετανών, οι οποίοι επιθεωρούσαν τακτικά τους φυλακισμένους. Αντίστοιχα, κάθε κατηγορία εναντίον προσώπου ήταν σεβαστή. […] Οι απόψεις του “κράτους εν κράτει” ήταν αποδεκτές, όμως έπρεπε να προστατευθούν τα συμφέροντα του άοπλου Κράτους. […] Τα αποσπάσματα που ακολουθούν […] δείχνουν το είδος των προβλημάτων που έπρεπε να αντιμετωπισθούν [από τον επικεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος στην Άμφισσα]»:

Κύριε

Λαμβάνω την τιμή να ζητήσω να πληροφορηθώ σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες οφείλω να προβώ στις ακόλουθες περιπτώσεις, όταν δε όλες οι μέθοδοι διπλωματικής παρέμβασης θα έχουν πλέον εξαντληθεί:

  1. Για την προστασία της ζωής των κατοίκων της Άμφισσας.
  2. Για την προστασία της ιδιωτικής περιουσίας στην Άμφισσα.
  3. Όταν ένας πολίτης που ανήκει σε κάποια πολιτική παράταξη ζητά βρετανική προστασία και ένοπλοι οπαδοί άλλης παράταξης απαιτούν την παράδοσή του.
  4. Όταν ένας Βρετανός πολίτης ζητά βρετανική προστασία και ένοπλοι οπαδοί ελληνικής πολιτικής  παράταξης απαιτούν την παράδοσή του.
  5. Εάν ο Μητροπολίτης Άμφισσας και 15 άλλοι πολίτες που σήμερα κρατούνται από την Αστυνομία του ΕΑΜ ως πολιτικοί αιχμάλωτοι διατρέξουν άμεσο κίνδυνο να εκτελεστούν με συνοπτικές διαδικασίες ή να μεταφερθούν για περαιτέρω κράτηση σε άλλο, λιγότερο εμφανές σημείο…

 

 

Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

Ο ΕΛΑΣ, αρχές Δεκεμβρίου, καλείται να εφαρμόσει τη συμφωνία της Καζέρτας και να αποστρατευθεί μέχρι τις 10 του ίδιου μηνός. Το ΕΑΜ συμφωνεί, υπαναχωρεί και απαιτεί το ίδιο για ΕΔΕΣ,  Ορεινή Ταξιαρχία, Ιερό Λόχο, Χωροφυλακή καθώς και την εκκαθάριση της Αστυνομίας Πόλεων. Η κυβέρνηση και οι Άγγλοι αρνούνται. Θεωρούν τα προαναφερθέντα σώματα μέρος των κανονικών δυνάμεων του κράτους (δέχονται για τον ΕΔΕΣ), και επιμένουν  στην διάλυση του ΕΛΑΣ. Η Εαμοκρατία, η ντε φάκτο κατάληψη της εξουσίας απειλείται· το ΕΑΜ προετοιμάζεται για τη ρήξη, μεταφέρει το αρχηγείο του από το κέντρο της Αθήνας, αποσύρει τους υπουργούς του από την κυβέρνηση και καλεί τον αθηναϊκό λαό σε διαδήλωση την 3η Δεκεμβρίου προς τη Βουλή. Η διαδήλωση πραγματοποιήθηκε, παρά την απαγόρευσή της, και χτυπήθηκε στην πλατεία Συντάγματος[iii] «από πυροβολισμούς που ρίχθηκαν από το κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης της Αθήνας. Υπήρξαν νεκροί –16 ή 17– και πολλοί τραυματίες».[iv] Στις 4 Δεκεμβρίου, κατά την κηδεία των θυμάτων, επαναλαμβάνεται η επίθεση. Οι συγκρούσεις γενικεύονται, το ΕΑΜ απαντά με τα όπλα και καταλαμβάνει τα αστυνομικά τμήματα της Αθήνας. Εν τω μεταξύ, ο πόλεμος μαίνεται, οι Γερμανοί έχουν υποχωρήσει αλλά δεν έχουν νικηθεί ακόμα.  Στο Δυτικό Μέτωπο οι στρατιές των συμμάχων είναι καθηλωμένες, το ίδιο και στο μέτωπο της Ιταλίας, οι ελπίδες για κατάληψη της Βιέννης και της Βουδαπέστης εντός του 1944 ή τις αρχές του 1945 από τις συμμαχικές στρατιές που ενεργούσαν στην Ιταλία είναι αποδυναμωμένες. Οι  Γερμανοί κάνουν τη μεγάλη αντεπίθεση στις Αρδέννες στις 16 Δεκεμβρίου. Οι Σοβιετικοί επιχειρούν στην Ουγγαρία. Στην Αθήνα ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει τα Αστυνομικά Τμήματα, ο  Ριζοσπάστης γράφει  «βροντάει το τουφέκι και το πολυβόλο» και καλεί: «Πολίτες της Αθήνας όλοι στην μάχη!» Παράλληλα προσβάλλει τον ΕΔΕΣ για να ολοκληρώσει την Εαμοκρατία στην Ήπειρο. Η εμφύλια, αλλά και ενδοσυμμαχική σύγκρουση που έμεινε στην ιστορία με το όνομα «Δεκεμβριανά» έχει αρχίσει.

Ο στρατιωτικός συγγραφέας του κειμένου της ΤΤ επιβεβαιώνει ότι οι Βρετανοί δεν περίμεναν μείζονα σύγκρουση, πίστευαν ότι μόνον με το κύρος τους και την πιθανή απειλή δύναμης θα απέτρεπαν την κατάληψη της εξουσίας από το ΕΑΜ. Μ’ αυτήν την αντίληψη ένα τάγμα αλεξιπτωτιστών την παραμονή των Δεκεμβριανών είχε πάρει εντολή να μετακινηθεί στο μέτωπο της Ιταλίας. Όσο για την προσβολή της διαδήλωσης με τα όπλα αναφέρει:

Μία έντιμη και αντικειμενική εξήγηση της επανάστασης[v] του ΕΛΑΣ θα ήταν ίσως η εξής: με αφορμή ένα ατυχές περιστατικό, μια κατάσταση πολιτικής αστάθειας, λόγω αμοιβαίας δυσπιστίας, εξελίχθηκε ραγδαία σε εμφύλιο πόλεμο.

Στις 5 Δεκεμβρίου, το βράδυ, ο Σκόμπυ κήρυξε στρατιωτικό νόμο. Σύμφωνα με την ΤΤ, το σχέδιο που εκπόνησε, για την εκδίωξη του ΕΛΑΣ από την Αθήνα, προέβλεπε ότι θα το κατόρθωνε σε τρεις μέρες.  Χρειάσθηκαν τριάντα τρεις, η ενίσχυση με πολλές δυνάμεις που αφαιρέθηκαν από τα μέτωπα της Ιταλίας, η επιστράτευση και ο εξοπλισμός νέων μονάδων Ελλήνων με την χρησιμοποίηση ανδρών των ταγμάτων ασφαλείας, καθώς και μεγάλες απώλειες (ίσως αναλογικά περισσότερες από αυτές των μαχών στην Ιταλία). Στις 11/12 έρχεται ο Στρατάρχης Αλεξάντερ, ο οποίος συναντά δύσκολη κατάσταση  για τις βρετανικές δυνάμεις και τον Σκόμπυ να θέλει να διατάξει τον περιορισμό τους στο αεροδρόμιο. Αποφασίζει να τον αντικαταστήσει. Τελικά φέρνει πρόσθετες εμπειροπόλεμες δυνάμεις, συγκροτεί τη Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών, με διοικητή τον υποστράτηγο Χόκσγουωρθ και τοποθετεί τον επιτελικό συνταγματάρχη Μαϊνγουέριγκ δίπλα στον Σκόμπυ.

Τα Χριστούγεννα καταφθάνουν Τσώρτσιλ και Ήντεν (24/12-27/12), εμβληματική κίνηση που σκοπό έχει να δείξει την αποφασιστικότητά τους στο θέμα. Διαβουλεύονται με τις πολιτικές δυνάμεις ενώ μετέχουν και στην άκαρπη (οι όροι του ΕΑΜ κρίνονται απαράδεκτοι), διαβούλευση για εκεχειρία, Αλλάζει και η κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Πλαστήρα, ενώ ορίζεται αντιβασιλιάς ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός.

Μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου οι βρετανικές δυνάμεις αποκρούουν επιθέσεις, διεξάγουν αποστολές με συγκεκριμένους στόχους, απελευθέρωσης πολιτών ή στρατιωτικών, ελέγχου των φυλακών Αβέρωφ, φύλαξης του διαδρόμου Πειραιά-Αθήνας και αποτροπής επέκτασης του χώρου ελέγχου του ΕΛΑΣ. Μόνον στις 4/1/1945, μετά την ενίσχυση των βρετανικών δυνάμεων (φθάνουν στις 60.000), παίρνουν την πρωτοβουλία και απωθούν μέσα σε μία μέρα τον ΕΛΑΣ από την Αττική. Οι απώλειες ήταν  βαριές εκατέρωθεν, εξ ίσου βαριές με τις απώλειες αμάχων πολιτών καθώς και την καταστροφή της υποδομής της πρωτεύουσας.

Η σοβαρότερη επίθεση που εκδήλωσε ο ΕΛΑΣ θεωρείται από την  ΤΤ εκείνη στα «Παραπήγματα» (μετέπειτα ΕΑΤ-ΕΣΑ και σήμερα Πλατεία Ελευθερίας). Εκεί στάθμευαν σημαντικές   δυνάμεις, ενώ υπήρχαν αποθηκευμένο υλικό, πυρομαχικά και καύσιμα. Έγινε τη νύχτα της 13ης Δεκεμβρίου και προκάλεσε πανικό αλλά και  σημαντικές απώλειες σε έμψυχο υλικό, σε εξοπλισμό και σε πολεμοφόδια στους Βρετανούς. Απέτυχε στο στόχο της  να εξουδετερώσει μια σημαντική μονάδα και να επεκτείνει τα όρια της ζώνης έλεγχου του ΕΛΑΣ. Αυτή ήταν η τελευταία μεγάλη του ενέργεια.

Η παράθεση των γεγονότων του Δεκέμβρη από την αναφορά της ΤΤ τελειώνει στις 5 Ιανουαρίου του 1945, με την επισήμανση  ότι η στρατιωτική δύναμη των Βρετανών που πήρε μέρος τις 33 μέρες της σύγκρουσης «διαλύθηκε χωρίς δόξες και τιμές. Οι αξιωματικοί της διασπάσθηκαν στις κανονικές τους θέσεις και καθήκοντα το βράδυ της 7ης Ιανουαρίου, ο πρώτος αξιωματικός του Γενικού Επιτελείου κατέβηκε τα σκαλοπάτια, αφήνοντας πίσω του μόνον σκοτεινά γραφεία. Όπως έγραφε ο T.S. Eliot

Έτσι τελειώνει ο κόσμος  / Έτσι τελειώνει ο κόσμος / Έτσι τελειώνει ο κόσμος  / Όχι μ’ έναν βρόντο αλλά μ’ έναν λυγμό».[vi]

Στον επίλογο του κειμένου παρατηρεί με θλίψη:

Θα ταίριαζε ίσως, η ιστορία της επανάστασης να τελειώσει εκεί που ξεκίνησε, δηλαδή με μία πορεία. Λίγο μετά την απελευθέρωση[vii] της Αθήνας, πραγματοποιήθηκε μια ευχαριστήρια παρέλαση για τους Βρετανούς. Άνθρωποι που την παρακολούθησαν, ορκίζονται πως η αντιπροσωπεία των οδηγών τραμ που συμμετέσχε σ’ αυτήν, ήταν ακριβώς η ίδια με εκείνη που συμμετείχε στις οργανωμένες πορείες της 3ης  Δεκεμβρίου.[viii]

Το κείμενο της ΤΤ, όπως επισημαίνει ο Πέτρος Μακρής Στάικος, περιγράφει τα γεγονότα διαφορετικά απ’ ό,τι μας έχει συνηθίσει η γλώσσα των στρατιωτικών κειμένων. Δεν θριαμβολογεί αλλά τα παραθέτει όπως έγιναν αντιληπτά από τους στρατιωτικούς. Κυρίως επιμένει στα προβλήματα και στις δυσκολίες που συνάντησε, κρίνει τα επιτεύγματα των αντιπάλων, τις ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες, τα προτερήματα (την αποφασιστικότητα των μαχητών και τη δυνατότητα να ανασυγκροτούνται) και τα μειονεκτήματα (έλλειψη σαφούς επιτελικού σχεδίου και  στρατηγικού στόχου), και έχει μεγάλη δόση χιούμορ – η περιγραφή της μετάβασης του στρατάρχη Αλεξάντερ από τον Πειραιά στο στρατηγείο της Αθήνας είναι  αντίστοιχη σεναρίου βωβών κωμωδιών του Χόλλυγουντ.

***

Το τρίτο κείμενο έχει τίτλο: «Αντιναυάρχου Δημητρίου Οικονόμου, Σχετικά με την διαδρομή της φάλαγγας των ομήρων του ΕΛΑΣ, που απελευθερώθηκε στο χωριό Μπλέσσια-Αμυγδαλιές».

Αποτελεί έκθεση του Δ. Οικονόμου με ημερομηνία 29/1/1945 (πέντε ημέρες μετά την απελευθέρωσή του) προς τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό. Περιγράφεται εν συντομία η διαδρομή της φάλαγγας 160 ανθρώπων, ως επί το πλείστον ηλικιωμένων και των δύο φύλων, οι οποίοι είτε είχαν θέσεις στο καθεστώς της κατοχής, είτε ήταν απλώς άνθρωποι με κάποια οικονομική θέση, δίχως να κατηγορούνται για κανένα αδίκημα αλλά ανήκαν σε μια εχθρική κατά τους δεσμώτες τους τάξη, καθώς επίσης και 16 αιχμάλωτοι άγγλοι στρατιώτες και ένας Γερμανός. Μεταφέρθηκαν από το Περιστέρι στον Ασπρόπυργο.  Ξεκίνησαν στις 5 Ιανουαρίου στις 3 π.μ. μαζί με τους αποχωρούντες στρατιώτες του ΕΛΑΣ, μέσα στο κρύο του χειμώνα, δίχως κατάλληλη ένδυση και υπόδηση, πεζή, μέσω της παλιάς εθνικής οδού, προς Λιβαδειά, όπου έφτασαν στις 8/1. Από εκεί, μέσα σε χιονοθύελλα έφτασαν στην Αράχωβα στις 9/1 και, στη συνέχεια, μέσω διαφόρων σταθμών, οδηγήθηκαν τελικά στις Αμυγδαλιές στις 16/1. Η φάλαγγα των ομήρων, δηλαδή, περπατούσε ένδεκα μέρες συνεχώς σε ορεινές περιοχές μέσα στο κρύο του χειμώνα και κοιμόταν σε ακατάλληλα καταλύματα, στα οποία κάποιες φορές χωρούσαν μόνον όρθιοι. Φυσικά, δεν έφτασαν όλοι. Οι βραδυπορούντες εκτελούνταν, ενώ κάποιοι αρρώστησαν και πέθαναν. Από τους 160 έφθασαν οι 130, ενώ στις 24/1 απελευθερώθηκαν 92, όχι οι Άγγλοι (παρά την συμφωνία της ανακωχής),  ο Γερμανός και μερικοί Έλληνες. Το σύντομο κείμενο  έχει σκοπό να δώσει πληροφορίες στον Ερυθρό Σταυρό ώστε να μεριμνήσει για την τύχη των μη απελευθερωθέντων και όχι να περιγράψει τις κακουχίες που είχαν υποστεί.

***

Το τέταρτο κείμενο είναι: «τα Πρακτικά της διάσκεψης με τους εκπροσώπους της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ, στο Στρατηγείο των Χερσαίων Δυνάμεων και του Στρατιωτικού Συνδέσμου στην Ελλάδα (8-11 Ιανουαρίου 1944)».

Αφορούν τη διάσκεψη για την υπογραφή ανακωχής που έγινε στο κτίριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού στην Αθήνα μεταξύ του Βρετανικού Στρατού και του ΕΑΜ

Στις 12 /12/44, ο στρατηγός Σκόμπυ είχε θέσει δύο όρους για την παύση των εχθροπραξιών: (α) οι κανονικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ να αποχωρήσουν πέραν των ορίων της Αττικής, (β) οι πολίτες εκείνοι των Αθηνών, οι οποίοι έλαβαν τα όπλα προς υποστήριξη του ΕΛΑΣ, να τα καταθέσουν και να τα παραδώσουν (διέταξε, δηλαδή, τον αφοπλισμό μόνον του εφεδρικού ΕΛΑΣ).

Στις 27/12, το ΕΑΜ έθεσε όρους, ουσιαστικά νικητή, που κρίθηκαν απαράδεκτοι από την κυβέρνηση.

Οι όροι του Σκόμπυ παρέμειναν σε ισχύ μέχρι τις 7/1, οπότε αποσύρθηκαν. Στις 8 /1, στο στρατηγείο των βρετανικών δυνάμεων, έφθασε τμηματικά η Αντιπροσωπεία του ΕΑΜ (Α/ΕΑΜ) για να ζητήσει ανακωχή και να διαπραγματευτεί τους όρους της. Αποτελούνταν από τον Μήτσο Παρτσαλίδη, τον Γιάννη Ζέβγο και τους ταγματάρχες Θόδωρο Μακρίδη και Θάνα Αθηνέλλη. Τους δέχτηκε ο συνταγματάρχης Μαϊνγουέριγκ ως εκπρόσωπος των βρετανικών δυνάμεων. Το βράδυ της ίδιας μέρας ξεκίνησε η διάσκεψη. Το κείμενο των πρακτικών, υπογεγραμμένο από όλους τους συμμετέχοντες,  είναι σημαντικό για πολλούς λόγους. Πρώτον, είναι αναμφισβήτητα ακριβές και έγκυρο. Δεύτερον, δίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η τελική συμφωνία της  Βάρκιζας (τα πρακτικά έχουν χαθεί). Μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε δίχως μύθους τους στόχους, τις θέσεις, τις αντιλήψεις και τις αρχές αλλά και την ικανότητα των δύο πλευρών να διαπραγματεύονται.

Στο ξεκίνημα, ο Μαϊνγουέριγκ αμφισβητεί την κανονικότητα της αντιπροσωπείας –έχουν φθάσει τμηματικά λόγω των συνθηκών που επικρατούν στην πρωτεύουσα, ενώ οι μισοί έχουν έλθει ως αντιπρόσωποι του ΕΑΜ και οι άλλοι του ΕΛΑΣ–, επιβάλλει να συζητά μόνο με έναν και να υπογράψουν όλοι. Τους ξεκαθαρίζει ότι εκείνος δεν θέλει τίποτα από αυτούς και ότι αντιθέτως εκείνοι ήρθαν να ζητήσουν. Οι διαπραγματεύσεις γίνονται στην έδρα των Βρετανών που, μαζί με τις αμφισβητήσεις, δημιουργεί καταφανώς στην αντιπροσωπεία ένα αίσθημα κατωτερότητας.

Ακολούθως η Α/ΕΑΜ ζητάει  να γίνει διαβούλευση πάνω στους όρους που έχουν αποσυρθεί, μετά την επισήμανση ότι αυτοί δεν υπάρχουν πια, δίνουν ένα υπόμνημα με τους δικούς τους όρους. Απορρίπτεται επειδή περιέχει ζητήματα πέραν της κατάπαυσης του πυρός  και παρουσιάζεται ένα χαρτί συγκεκριμένης συμφωνίας με άρθρα από τους Άγγλους, που μετά την κατ’ άρθρον συζήτηση  καλούνται να το υπογράψουν ή να φύγουν. Πάνω σ’ αυτό το χαρτί γίνονται ολοήμερες συζητήσεις για τρεις μέρες. Η Α/ΕΑΜ θέτει πολιτικά ζητήματα τα οποία αμέσως απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι δεν αφορούν την ανακωχή αλλά τη μετέπειτα συμφωνία με την Ελληνική Κυβέρνηση. Η συζήτηση επικεντρώνεται στον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ της Πελοποννήσου, τη χάραξη αποστρατιωτικοποιημένων ζωνών πίσω από τη γραμμή ανακωχής, και την απελευθέρωση των αιχμαλώτων και των ομήρων από τον ΕΛΑΣ – θέμα στο οποίο επιμένει ιδιαίτερα η Α/ΕΑΜ.

Οι Άγγλοι επιβάλλουν πλήρως τις απόψεις τους, κυρίως επειδή η Α/ΕΑΜ, αποκομμένη παντελώς από τη δική της πλευρά και με τη συνεχή παρελκυστική συζήτηση επί των ίδιων θεμάτων, έχει να αντιμετωπίσει νέες καταστάσεις επί του στρατιωτικού πεδίου, για το οποίο αποκλειστικές πληροφορίες δίνονται από τους Βρετανούς. Μοιάζει να μην έχει επαρκή συνείδηση της διαμορφωμένης κατάστασης. Στη διαπραγμάτευση, ο Μαϊνγουέριγκ επέμεινε ότι ο Βρετανικός Στρατός ακολουθεί αρχές, ενώ η Α/ΕΑΜ βρέθηκε ευθύς εξ αρχής σε δύσκολη θέση, γιατί παραδέχτηκε ότι συνέλαβε ομήρους που χρησιμοποιούσε ως ασπίδα για την αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Αυτό είχε αποτέλεσμα, πέραν της νίκης επί του πεδίου των Άγγλων, να τους δώσει ηθικό πλεονέκτημα που εξαργυρώθηκε στη συμφωνία. Επίσης, ο βρετανός διαπραγματευτής επέμεινε ότι πρόκειται για μια στρατιωτική ανακωχή και όχι για επίλυση του πολιτικού ζητήματος, ενώ η Α/ΕΑΜ ήθελε πολιτική διαπραγμάτευση και επιχειρηματολογούσε με το επιχείρημα του αντιγερμανικού αγώνα και της αλληλεγγύης των συμμαχικών δυνάμεων (σαν να μην είχε διαταραχτεί από τις αιματηρές συγκρούσεις των 33 ημερών). Κάποια στιγμή, παρακάλεσαν να μην επιμείνουν οι Άγγλοι για τον αφοπλισμό της Πελοποννήσου και για την απελευθέρωση των ομήρων, με το επιχείρημα ότι δεν θα μπορούσαν να τα περάσουν στον κόσμο τους.

Τελικά, φεύγοντας, πήραν πολύ λιγότερα από αυτά που τους προσφέρονταν πέντε μέρες πριν, όπως σαφώς φαίνεται στο χάρτη της ανακωχής[ix]. Πέραν της Αττικής, υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν πολύ μεγάλες περιοχές.

Την τραγική αποτυχία τους, το άσκοπο αιματοκύλισμα, την καταστροφή της πρωτεύουσας και την ενίσχυση των ακραίων μέσα στο αστικό πολιτικό συγκρότημα, τη στρατιωτική απόπειρα κατάληψης της εξουσίας  την έκαναν μύθους, ότι οι διωγμοί τους έγιναν επειδή αγωνίσθηκαν για την ελευθερία και ότι οι Βρετανοί παρέσυραν τις δημοκρατικές δυνάμεις που επιθυμούσαν την ομαλότητα σε στρατιωτική αναμέτρηση.

Η ανακωχή άρχισε στις 15/1/1945. Μια ημέρα πριν,σύμφωνα με ανακοινωθέν του Σκόμπυ, «διαδηλώσεις μεγάλου πλήθους κόσμου […] εξέφρασαν ευχαριστίας προς τους Άγγλους διά την απελευθέρωσιν της πόλεως».

 



[i]Special Operations Office, Γραφείο Ειδικών Επιχειρήσεων.

[ii] Θωμαδάκης Σ., «Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της καταχόμενης Ελλάδας», Η Ελλάδα στην δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα, Θεμέλιο, 1984, σ 117-144.

[iii] Εβδομήντα δύο χρόνια μετά, ο αριθμός των νεκρών και  οι πυροβολισμοί κατά της διαδήλωσης παραμένουν αίνιγμα. Κατά τον Πέτρο Μακρή Στάϊκο, οι νεκροί ήταν 11, ενώ ο Αριστομένης Προβελέγγιος, επικεφαλής μπλοκ του ΕΑΜ, έριξε πρώτος χειροβομβίδα στην πόρτα του σπιτιού που διέμενε ο Γ. Παπανδρέου με συνέπεια να σκοτωθεί ένα αρχιφύλακας. Κατόπιν αυτού και της προσπάθειας των διαδηλωτών να καταλάβουν της Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, πυροβόλησαν οι αστυνομικοί, βλ. Πέτρος Μακρής Στάϊκος, «Η μάχη της Αθήνας, 70 Χρόνια από τα Δεκεμβριανά», έκδοση της Καθημερινής, Δεκέμβριος 2014. Κατά τη δική του μαρτυρία, ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος δηλώνει στην εφημερίδα Guardian ότι τη διαδήλωση πυροβόλησαν οι αστυνομικοί από την ταράτσα των Παλαιών Ανακτόρων. Οι συντάκτες του άρθρου. συμβάλλοντας στη μυθολογία, γράφουν ότι ήταν οι Βρετανοί που πυροβόλησαν, ενώ ανεβάζουν τους νεκρούς σε 28. Βλ. Ed Vulliamy and Helena Smith, Athens 1944: “Britain’s dirty secret”, Sunday 30 November 2014 08.00 GMT, Last modified on Saturday 28 March 2015 18.22 GMT.

[iv]Γιώργος Μαργαρίτης, Τα Δεκεμβριανά του 1944, Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012, http://ellinikosemfilios.blogspot.gr/2012/12/1944.

[v] Χρησιμοποιεί τον όρο επανάσταση  για την εξέγερση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

[vi] Απόσπασμα από την Έρημη Χώρα, χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη.

[vii] Χρησιμοποιεί τον όρο απελευθέρωση για την ήττα του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ.

[viii] Προφανώς εννοούνται οι πορείες προς την πλατεία Συντάγματος (σημείωση του Πέτρου Μακρή Στάικου).

[ix] Ελευθερία, 16/1/45.

Λάκης Δόλγερας

Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά