Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Εμβέρ Χότζα: ο κομμουνιστής δικτάτορας της Αλβανίας

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Ιστορία Τεύχος 69
O Εμβέρ Χότζα στα Τίρανα. Ήταν ο επί 46 χρόνια αυταρχικός πρόεδρος του τρίτου πιο φτωχού κράτους στον κόσμο, της κομμουνιστικής Αλβανίας.   O Εμβέρ Χότζα στα Τίρανα. Ήταν ο επί 46 χρόνια αυταρχικός πρόεδρος του τρίτου πιο φτωχού κράτους στον κόσμο, της κομμουνιστικής Αλβανίας. Archives of the Center for Albanian Studies - London

Blendi Fevziu, Enver Hoxha: The Iron Fist of Albania, μετάφραση στα αγγλικά από τα αλβανικά: Majlinda Nishku, επιμέλεια: Robert Elsie, Ι.Β. Τauris, 2016, 312 σελ.

Με το θάνατο του Ιωσήφ Βησαριὀνοβιτς Τζουκασβίλι, το 1953, ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση για το κομμουνιστικό σταλινικό μοντέλο στην Ευρώπη.  Ενα γεγονός-σταθμός, που οδήγησε σε μακρά περίοδο εσωτερικού διαλόγου και ζυμώσεων στα Κομμουνιστικά Κόμματα και στην διαδικασία αποσταλινοποίησης του Νικήτα Κρουστσώφ στη Σοβιετική Ενωση. Αύρα ανανέωσης και μεταρρυθμίσεων πνέει απ’ άκρου εις άκρον στο «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Με μια και μοναδική εξαίρεση: την Αλβανία, όπου ο σταλινισμός επιβιώνει, αναλλοίωτος, έως τις αρχές της δεκαετιας του 1990. Την Αλβανία του Εμβέρ Χότζα. (Aναδημοσίευση από το Books' Journal τχ. 69, Σεπτέμβριος 2016)

 Η στυγνή σταλινική δικτατορία που επέβαλε ο Εμβέρ Χότζα, από τον Νοέμβριο του 1944 έως το θανατό του, τον Απρίλιο του 1985, συνεχίστηκε από το διάδοχό του, Ραμίζ Αλία, μέχρι την ανατροπή του τελευταίου, το 1990. Ήταν ένα καθεστώς που βασίστηκε στη (και επιβίωσε επί μισό αιώνα χάρη στη) δημιουργία ενός εφιαλτικού κατασταλτικού μηχανισμού, στην πλήρη απουσία αντικαθεστωτικών που απέκοψε μια ευρωπαϊκή χώρα από όλο τον υπόλοιπο πλανήτη.

Η κατάρρευσή του, το 1991, άφησε ένα λαό φοβισμένο και αποπροσανατολισμένο, έπειτα από δεκαετίες ζόφου και απηνών διώξεων, μια οικονομία αντίστοιχη με τις χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, μια διαλυμένη κοινωνία βυθισμένη σε ακραία φτώχεια και μια ανάπηρη, έως σήμερα,  δημοκρατία.

Στο επόμενο ένα τέταρτο του αιώνα από την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος, η προτεραιότητα για την καθημερινή επιβίωση δεν επέτρεψε στους Αλβανούς να εντρυφήσουν στο παρελθόν και να σκιαγραφήσουν την προσωπικότητα του, επί τέσσερις δεκαετίες, ηγέτη τους. Τη συλλογική μνήμη διέβρωσε η κομμουνιστική προπαγάνδα και η εξωραϊσμένη εικόνα του κομμουνιστή δικτάτορα. Ποιος, όμως, ήταν, στην πραγματικότητα, ο Εμβέρ Χότζα; Ποια η ιδιωτική του ζωή, πίσω από τη βιτρίνα; Πώς συμπεριφέρθηκε σε φίλους και συντρόφους; Πώς διαχειρίστηκε τη χώρα; Τι ήταν αυτό που τον ώθησε σε συνεχή αλλαγή στρατηγικών συμμἀχων έως ότου κλείσει τον λαό του σε ένα αυστηρά φυλασσόμενο κάτεργο;

Στα εύλογα ερωτήματα που εγείρει αυτή η μυστηριώδης προσωπικότητα επιχειρεί να απαντήσει ο αλβανός δημοσιογράφος Μπλέντι Φεβζίου (BlendiFevziu), βασισμένος σε αρχειακό υλικό και συνεντευξεις με δεκάδες πολίτες – συνεργάτες, φίλους αλλά και θύματα του ιδιόρρυθμου βαλκάνιου Στάλιν. Απέσπασε μαρτυρίες ηγετικών στελεχών του κομμουνιστικού καθεστώτος που τόλμησαν να μιλήσουν  μετά από πολλά χρόνια. Μέρος του υλικού το οποίο συγκέντρωσε ο Φεβζίου προβλήθηκε, υπό μορφή ντοκιμαντέρ, στην αλβανική τηλεόραση, το 2003, και κυκλοφόρησε σε βιβλίο στα αλβανικά, το 2012. Θεωρήθηκε υβριστικό από συγκεκριμένους κύκλους και προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις νοσταλγών του παρελθόντος και εθνικιστικών κύκλων σε Αλβανία και Κόσοβο, έως του ακραίου σημείου, ένθερμοι οπαδοί του Χότζα, να ρίξουν στην πυρά εκατοντάδες αντίτυπα.

Ωστόσο, στα Τίρανα, η βιογραφία του Εμβέρ Χότζα γνώρισε τεράστια επιτυχία και πραγματοποίησε έξι εκδόσεις. Η μετάφρασή της στα αγγλικά από τον εκδοτικο οικο I.B. Tauris, μας βοηθά να κατανοήσουμε, όσο αυτό είναι δυνατό, την άγνωστη, σκοτεινή και πολύπλοκη προσωπικότητα του Εμβέρ Χότζα.

 

Ένας μουσουλμάνος από το Αργυρόκαστρο

Ο Εμβέρ Χότζα γεννήθηκε στο οθωμανοκρατούμενο Αργυρόκαστρο, στη Νότια Αλβανία, το 1908. Ο πατέρας του ήταν μουσουλμάνος ιμάμης και μετανάστευσε στις ΗΠΑ όταν ο γιος του ήταν παιδί. Σε συνέντευξη σε αλβανική εφημερίδα το 2003, ο συμπολίτης του, συγγραφέας Ισμαήλ Κανταρέ, είπε:

Οι Χότζα ήταν νεοφερμένοι στο Αργυρόκαστρο. Φαίνεται από το επίθετο. Υπήρχαν μερικές οικογένειες, όπως η δική μου, με ιστορία αιώνων στην πόλη, αλλά οι Χότζα δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτές. Ηταν ξενομερίτες δίχως ερείσματα στην τοπική κοινωνία.

Μετά τη μετανάστευση του πατέρα, την κηδεμονία και την ανατροφή του Χότζα αναλαμβάνει ο θείος του, Χαϊσέν Χότζα, δήμαρχος της πόλης, ριζοσπάστης, άθεος και αντι-ιμπεριαλιστής. Παρά ταύτα, μας πληροφορεί ο Φεβζίου, ο Χότζα σε όλη τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του στο Γαλλικό Λύκειο στην Κορυτσά, δεν έδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την πολιτική. Οι άνθρωποι που τον γνώρισαν, καθηγητές και συμμαθητές του, αναφέρονται σε έναν μέτριο μαθητή, δίχως προσωπικότητα ή προσόντα, ο οποίος περνούσε εντελώς απαρατήρητος.

Με την αποφοίτησή του από το λύκειο,το 1930, γίνεται δεκτός στη σχολή Βοτανολογίας του Πανεπιστημίου του Μονπελιέ στη Γαλλία. Σπουδές που, όπως κατά καιρούς επαναλάμβανε, του προκαλούσαν ανία. Εγκαταλείπει το πανεπιστήμιο χωρίς να πάρει πτυχίο και, το 1935, μετακομίζει στο Παρίσι. Με χρήματα του γαμπρού του Μπάχρι Ομάρι (BahriOmari), εθνικιστή αντιβασιλικού, αυτοεξόριστου στην Ιταλία, ο απολιτικός Εμβέρ, αυτοανακηρύσσεται, εν μία νυκτί, εκπρόσωπος των αλβανών κομμουνιστών στο Παρίσι και αναμειγνύεται σε κύκλους γάλλων κομμουνιστών διανοουμένων, εκδοτών, φιλοσόφων και καλλιτεχνών της avant-garde, συνδαιτυμόνων στα φιλολογικά σαλόνια του μαρξιστή κοσμικού και ομοφυλόφιλου, Πωλ Βαγιάν Κουτυριέ (PaulVallant-Couturier). Οι ατέρμονες συζητήσεις και μαρξιστικές αναλύσεις, που λαμβανουν χώρα στην πολυτελή κατοικία του Βαγιάν-Κουτυριέ, αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση των κομμουνιστικών πιστεύω του  Εμβέρ Χότζα. Κυκλοφορούσε, μάλιστα, ευρέως, η φήμη ότι, κατά τη διάρκεια της 12μηνης παραμονής του στο Παρίσι, ο Χότζα είχε ομοφυλοφιλικές εμπειρίες. Παρέμεινε βαθειά γαλλόφιλος, ώς το θάνατό του.

Στα τέλη του 1935 εγκαταλείπει το Παρίσι και εγκαθίσταται στις Βρυξέλλες. Προσλαμβάνεται  λογιστής  στην αλβανική πρεσβεία αλλά, λίγους μήνες αργότερα, απολύεται κατηγορούμενος για αμέλεια, σε σκάνδαλο υπεξαίρεσης μεγάλου ποσού βελγικών φράγκων, μια υπόθεση που δεν έφθασε ποτέ στη δικαιοσύνη.

Το 1937  επιστρέφει στην Κορυτσά και διορίζεται καθηγητής στο γαλλικό λύκειο, στο οποίο παραμένει ώς το 1939. Στη διάρκεια των δύο αυτών χρόνων, επιχείρησε αρκετές φορές, δίχως επιτυχία, να μεταναστεύσει στην Αμερική.

 

 

Από την αφάνεια στην κορυφή

Με την εισβολή των Ιταλών στην Αλβανία και την αναχώρηση του Βασιλιά Ζόγου, το 1939, το γαλλικό λύκειο κλείνει και αντικαθίσταται από ιταλική σχολή. Ο Χότζα μετακομίζει στα Τίρανα, φιλοξενείται στο διαμέρισμα παιδικού του φίλου από το Αργυρόκαστρο ενώ, ταυτόχρονα, απασχολείται σε  δουλειές του ποδαριού. Στη διάρκεια του Β᾽ Παγκόσμιου Πολέμου μπαίνει στην Αντίσταση και, σε ελάχιστο χρόνο, ένα άτομο δίχως κομματική δράση, με μέτρια μορφωτικά προσόντα, εντελώς άσημο και, κατά γενική ομολογία αντιπαθές και άφιλο, αναρριχάται στην ανώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Πώς κατόρθωσε να εκτιναχθεί στην εξουσία σε τόσο σύντομο διάστημα; «Είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της αλβανικής ιστορίας», υποστηρίζει ο βιογράφος του.

Από τη δεκαετία του 1920, στην Αλβανία εμφανίζεται μια πανσπερμία μαρξιστικών γκρουπούσκουλων, σε χρόνια αντιπαράθεση μεταξύ τους.  Με την κήρυξη του Πολέμου, ο Στάλιν αναθέτει στον Τίτο και τους γιουγκοσλάβους παρτιζάνους την οργάνωση και την ένταξη όλων αυτών των ομάδων σε ένα ενιαίο Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Τίτο οργανώνει ειδική αποστολή με επικεφαλής τον βετεράνο συνεργάτη του, Μιλαντίν Πόποβιτς, διοικητή των παρτιζάνων και μοιραίο ανθρωπο στην κομματική ανέλιξη του Χότζα. Δύο ήταν οι βασικοί λόγοι για την επιλογή του Εμβέρ Χότζα από τον Πόποβιτς. Πρώτον, ότι ήταν νεοφερμένος και τελείως αμέτοχος στις κομματικές αντιπαραθέσεις και έριδες. Και δεύτερον, επειδή ήταν ο μόνος μουσουλμάνος, κατ’ όνομα και όχι κατ’ ουσίαν, μεταξύ των υπολοίπων ηγετικών στελεχών που ήταν χριστιανοί. Οι Γιουγκοσλάβοι ήθελαν ένα κόμμα και έναν ηγέτη υποχείριά τους, αλλά με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απήχηση στις διάφορες φυλετικές και θρησκευτικές κοινότητες της χώρας.

Ο Φεβζίου αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου του στο ρόλο των Γιουγκοσλάβων στις πολιτικές εξελίξεις της Αλβανίας πριν και κατά τη διάρκεια του Πολέμου, καθώς και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Ο Στάλιν δεν θέλησε ποτέ να ασχοληθεί σοβαρά με την Αλβανία, γι’ αυτό παραχώρησε στον Τίτο την απόλυτη  πρωτοβουλία κινήσεων στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού.

Με τη δημιουργία του ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος Αλβανίας, το 1941, τίθενται στο περιθώριο ιστορικά στελέχη του κινήματος. Με εντολή του Τίτο, ο Μιλαντίν Πόποβιτς κινεί νήματα και  μηχανισμούς προκειμένου να προωθήσει στο αξίωμα του γενικού γραμματέα τον Εμβέρ Χότζα. Το 1943, χρονιά αποχώρησης του ιταλικού στρατού και εισβολής των ναζί, ο Χότζα εκλέγεται γενικός γραμματέας από το συνέδριο του Κόμματος και, στα τέλη του 1944, αναλαμβάνει επικεφαλής της πρώτης μεταπολεμικής μεταβατικής κυβέρνησης. Στο χρονικό διάστημα, ανάμεσα στα δύο σημαντικότερα γεγονότα στην ζωή και τη σταδιοδρομία του, ο Χότζα επιδόθηκε σε ένα πρωτοφανούς βιαιότητας πογκρόμ εναντίον των εσωκομματικών του αντιπάλων.

Στις 24 Μαΐου 1944, ο Εμβέρ Χότζα εκλέγεται επικεφαλής του Αντιφασιστικού Εθνικού Απελευθερωτικού Συμβουλίου από το Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλβανίας στην Πρεμετή και, στις 28 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, οι κομμουνιστές εισβάλλουν στα Τίρανα. Αρχίζει η μακροχρόνια περίοδος κομμουνιστικής διακυβέρνησης του Χότζα.

 

 

Συμμαχίες

Από το 1943, η παρουσία των Βρετανών στην Αλβανία είναι σημαντική. Με εξαίρεση τους παρτιζάνους του Τίτο, η Βρετανία ήταν η μόνη σύμμαχος και χορηγός της αλβανικής αντίστασης κομμουνιστών και εθνικιστών. Ο Χότζα εκμεταλλεύτηκε άριστα το παιχνίδι του ανταγωνισμού Βρετανών και Αμερικανών με τη Σοβιετική Ενωση. Η αδιαφορία του Στάλιν για τις εξελίξεις και τις προοπτικές μιας ασήμαντης βαλκανικής χώρας ήταν για τους Βρετανούς σαφής ένδειξη ότι η Αλβανία δεν θα έπαιζε ρόλο στον μεταπολεμικό σχεδιασμό της Ευρώπης. Δεν υπολόγισαν τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του Χότζα. Με την άνοδό του στην εξουσία, στο τέλος του 1944, γίνονται σαφείς οι προτιμήσεις του. Διατάζει τη σύλληψη όσων συνεργάστηκαν με τις βρετανικές και τις αμερικανικές αποστολές. Από την πλευρά τους, Βρετανία και ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν την κυβέρνησή του, απαιτώντας την τήρηση των εμπορικών συμφωνιών που είχαν συνάψει με το προπολεμικό καθεστώς του βασιλιά Ζόγου.

Η υποστήριξη των Βρετανών προς την ελληνική αντιπροσωπεία υπό τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, στην Ειρηνευτική Διάσκεψη του Παρισιού, τον Αύγουστο 1946, δίνει την αφορμή στον Εμβέρ Χότζα να προχωρήσει στην οριστική ρήξη με το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι απαιτήσεις της Ελλάδας για την επαναχάραξη των συνόρων είχαν την απόλυτη στήριξη των Βρετανών. Ο Τσαλδάρης απεκάλεσε την Αλβανία φασιστικό κράτος με επιθετικές βλέψεις. Η ελληνική πλευρά διένειμε στους συμμετέχοντες αντίγραφο της  φασιστικής εφημερίδα Tomori, στην οποία ο άρθρογράφος Ομέρ Νισάνι (Omer Nishani) καλούσε τον αλβανικό λαό να υποστηρίξει το Φασιστικό Κόμμα. «Αυτός ο πρώην φασίστας είναι σήμερα πρόεδρος της Αλβανίας» φώναξε ο έλληνας πρωθυπουργός και, παράλληλα, μοίρασε αντίγραφα της διαταγής επίθεσης εναντίον της Ελλάδας από τον Σπίρο Μοϊσίου (Spiro Moisiou), τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων στη μεταπολεμική κυβέρνηση του Εμβἐρ Χότζα. Ο  Moϊσίου ήταν επικεφαλής των αλβανών φασιστών στη διάρκεια της ελληνοϊταλικής σύρραξης και προέβη σε εγκλήματα πολέμου στην περιοχή της Καστοριάς. 

Οι Βρετανοί είχαν έναν ακόμη λόγο να μισούν τον Χότζα. Τη βύθιση δύο πολεμικών σκαφών του Βασιλικού Ναυτικού, τον Οκτώβριο του 1946, στο αποκαλούμενο Κανάλι της Κέρκυρας. Τα πλοία ανατινάχθηκαν όταν έπεσαν σε ναρκοπέδιο για τη δημιουργία του οποίου το Λονδίνο κατηγόρησε, ευθέως, τα Τίρανα. Ο Χότζα αρνήθηκε κάθε ανάμειξη, ισχυριζόμενος ότι η χώρα του δεν διέθετε τεχνογνωσία ναρκών, όμως οι Βρετανοί είχαν στη διάθεσή τους στοιχεία που απεδείκνυαν ότι ήταν έργο του Χότζα σε συνεργασία με τους Γιουγκοσλάβους. Η Βρετανία προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Συνήγορος της αλβανικής πλευράς ορίστηκε  ο γάλλος νομικός και πολιτικός Πιέρ Κοτ (Pierre Cot), ο οποίος προέβαλε το επιχείρημα ότι η ανατίναξη των βρετανικών πολεμικών πλοίων ήταν προσχεδιασμένη ενέργεια δεξιών κύκλων στη Βρετανία, στόχος των οποίων ήταν η δαιμονοποίηση του καθεστώτος των Τιράνων. Το επιχείρημα απερρίφθη και το δικαστήριο επεδίκασε στην Αλβανία την πληρωμή αποζημίωσης ύψους 843.947 στερλινών.Για τα επόμενα 40 χρόνια, ο Χότζα αρνήθηκε την καταβολή της αποζημίωσης, με αποτέλεσμα οι Βρετανοί να παρακρατήσουν στην Τράπεζα της Αγγλίας όλα τα αποθέματα χρυσού της Αλβανίας τα οποία είχαν υπεξαιρέσει οι ναζί κατά την υποχώρησή τους. Το 1991, ο Μπέντρι Σπαχίου (BedriSpahiu), πρώην ανώτατος αξιωματούχος της κυβέρνησης, αποκάλυψε ότι οι Γιουγκοσλάβοι είχαν τοποθετήσει τις νάρκες κατόπιν εντολής του Εμβέρ Χότζα, ώστε να αποτραπεί προσάραξη του βρετανικού στόλου στις αλβανικές ακτές.

 

 

Η σοβιετική περίοδος

Τον Ιανουάριο του 1946, ο Χότζα ανακηρύσει επίσημα τη χώρα του Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας και πραγματοποιεί την πρώτη επίσημη επίσκεψη στο Βελιγράδι. Σύμφωνα με μια σειρά πηγές, που παραθέτει ο Φεβζίου, ο Εμβέρ Χότζα είχε βαθιά απώθηση προς τους Γιουγκοσλάβους, παρ’ ότι του άνοιξαν το δρόμο προς την εξουσία. Εν μέρει λόγω του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου, αλλά και εξ αιτίας ένός αισθήματος κατωτερότητος έναντι του Τίτο. Από την πρώτη του επίσκεψη στο Βελιγράδι, ο Χότζα συνειδητοποίησε τη διαφορά ανάμεσα σε μια κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα και στα Τίρανα, ένα χωριό στις εσχατιές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η διάρρηξη των σχέσεων Βελιγραδίου-Μόσχας, το 1948, είναι η ευκαιρία που αναζητά ο Χότζα. Διακόπτει τις σχέσεις του με τη Γιουγκοσλαβία και, την ίδια χρονιά, επισκέπτεται τη Μόσχα, εγκαινιάζοντας μια περίοδο στενής συνεργασίας, που θα διακοπεί, οριστικά, το 1961, οκτώ χρόνια μετά το θάνατο του Στάλιν, με την έναρξη της διαδικασίας αποσταλινοποίησης και του προγράμματος μεταρρυθμίσεων του Νικήτα Xρουστσώφ.

Ενώ ο Φεβζίου αφιερώνει πολλά κεφάλαια στις σχέσεις της Αλβανίας με τη Γιουγκοσλαβία και τη Σοβιετική Ενωση, διόλου ασχολείται με τη βραχύβια συμμαχία Αλβανίας - Κίνας, η οποία τερματίζεται με το θάνατο του Μάο Τσε Τουνγκ το 1976 και τα μετέπειτα ανοίγματα του Πεκίνου προς τη Δύση.

Παρά την προβληματική σε βαθμό σχιζοφρένειας προσωπικότητά του και τις αιφνίδιες και αψυχολόγητες μεταπτώσεις στη συμπεριφορά και τις αλλαγές συμμαχιών, το μόνο σταθερό σημείο στον Εμβέρ Χότζα, έως το θάνατό του, παρέμεινε η αφοσίωση και η λατρεία προς τον Στάλιν και το πρότυπο διακυβέρνησής του.

 

Διώξεις

Ένα από επαναλαμβανόμενα θέματα, το litemotiv του βιβλίου του Μπλέντι Φεβζίου, είναι η συνεχής αναφορά στις απηνείς διώξεις του Χότζα εναντίον πολιτικών αντιπάλων, πραγματικών ή φανταστικών. Αρχικά, διώκονται  οι δωσίλογοι, υψηλόβαθμα στελέχη της εθνικιστικής Δεξιάς και οι οπαδοι της βασιλείας, κάτι που έχει κάποια λογική εξήγηση. Στη συνέχεια, οι διώξεις επεκτείνονται σε παλιούς συνεργάτες και ανώτατα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλβανίας – διώκει ακόμη κι όσους είχε παρασημοφορήσει για τη δράση τους στην αντίσταση. Η αναζήτηση εχθρών μετατρέπεται σε εμμονή. Μαζί με την παλιά αστική τάξη και τους ιερωμένους, στα 40 χρόνια της μονοκρατορίας του, ο Χότζα εξολόθρευσε σύσσωμη τη διανόηση, πρώην υπουργούς, τους συνυπογράψαντες την Ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας το 1912, τα ιδρυτικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος, παιδικούς φίλους, συμμαθητές, τον άνθρωπο που του χορήγησε υποτροφία για να σπουδάσει στο Μονπελιέ και τον συμπατριώτη του που τον φιλοξένησε για ένα χρόνο στο Παρίσι. Τον Χότζα, διέκριναν έντονη καχυποψία και βαθύ μίσος προς τους μορφωμένους αστούς. Έφτασε στο σημείο να εκτελέσει ακόμα και τον γαμπρό του Μπάχρι Ομάρι, ο οποίος τον είχε ευεργετήσει, στηρίζοντάς τον οικονομικά σε δύσκολους καιρούς.

Το 1967, ο Εμβέρ Χότζα ανακηρύττει την Αλβανία ως το μοναδικό αθειστικό κράτος στον κόσμο.  Σφραγίζει όλες τις εκκλησίες και τα τζαμιά και κατεδαφίζει μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς. Είναι αδυσώπητος με τους ιερείς, τους οποίους εκτελεί με συνοπτικές διαδικασίες – και απαγορεύει τα γἐνια, τα οποία συνδέει με την Ορθόδοξη Εκκλησία αλλά και με το Ισλάμ. Καλλιεργεί και  συστηματικά προωθεί την προσωπολατρία και την αρχή του ενός ανδρός. Οι δεκαέξι τόμοι της Αυτοβιογραφίας του γίνονται υποχρεωτική διδακτέα ύλη στα σχολεία. Ο Χότζα, ή θείος Εμβέρ, όπως απαιτεί να τον αποκαλούν, ξαναγράφει την ιστορία της Αλβανίας με κεντρικό και μοναδικό πρωταγωνιστή τον ίδιο. Αυτοβιογραφείται ως  πατέρας του αλβανικού κομμουνισμού, ιδρυτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλβανίας και  μοναδικός ηγέτης της αντίστασης κατά Ιταλών και Γερμανών. Επρόκειτο για τεράστια ψέματα τα οποία μπορούσαν να καταρρίψουν μόνο όσοι τυχεροί πρόλαβαν να διαφύγουν στο εξωτερικό. Οι περισσότεροι που παρέμειναν στην Αλβανία και γνώριζαν την αλήθεια για τον βίο και την πολιτεία του Χότζα βρήκαν βίαιο θάνατο ή χάθηκαν στα αλβανικά γκουλάγκ.

Ο Χότζα κράτησε, για τέσσερις δεκαετίες, το λαό του σε ομηρεία υπό το φόβο της ξένης εισβολής. Μετέτρεψε την Αλβανία σε οχυρό, κατασκευάζοντας 750.000 πυροβολεία, εκατοντάδες χιλιάδες υπόγειες αποθήκες πυρομαχικών κατά μήκος των ακτών και των συνόρων με την Ελλάδα ενώ γέμισε με  υπόγεια μπούνκερ το κέντρο των  μεγάλων πόλεων. Τα οχυρωματικά έργα κατασκευάστηκαν από χιλιάδες πολιτικούς κρατουμένους, καταδικασμένους σε καταναγκαστική εργασία, και ο Τζόσιπ Ζαγκάλι (JosipZagali), αρχιτέκτονας και επιβλέπων των έργασιών, εκτοπίστηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως σε ένα από τα  αιφνίδια και παράλογα κύματα πογκρόμ εναντίον εχθρών της επανάστασης.

 

 

Βllok

Από το 1960 ώς το θάνατό του, ο Εμβέρ Χότζα και όλα τα μέλη του Πολιτμπιρό ζουν στο Bllok, έναν σιδηρόφρακτο θύλακα-φρούριο στο κέντρο των Τιράνων. ToBllok διαθέτει σχολεία, νοσοκομεία, κινηματογράφο και καταστήματα για τους προνομιούχους ενοίκους. Οι κάτοικοί του δεν αναμειγνύονται με τα πλήθη, παντρεύονται μεταξύ τους, κυβερνούν και λαμβάνουν αποφάσεις από τα σαλόνια των πολυτελών κατοικιών τους. Με τη δημιουργία του Bllok, ο Χότζα αποκτά την αλβανική εκδοχή του Κρεμλίνου.Το κεφάλαιο που αφορά το Bllokέχει όλα τα στοιχεία αυταρχικών τόπων όπως περιγράφονται στα δυστοπικά μυθιστορήματα του Στάνισλαβ Λεμ ή του Στήβεν Κινγκ. Μεταξύ άλλων, λειτουργούν εκεί καταστήματα πολυτελείας για την αγορά εισαγόμενων τροφίμων και ενδυμάτων, αίθουσα αναψυχής στην οποία η νομενγκλατούρα απολάμβανει απαγορευμένες για τους Αλβανούς ταινίες του Χόλλυγουντ, φαρμακεία με σκευάσματα δυτικής προέλευσης τα οποία εφοδίαζαν συστηματικά  οι αλβανοί διπλωμάτες.

Προκειμένου να εξασφαλίσουν μόνιμη διαβίωση στον επίγειο παράδεισoτου Bllok, οι φίλοι και συνεργάτες του Χότζα έφθαναν σε ακραία σημεία. Υποχρέωναν τα παιδιά τους σε γάμους σκοπιμότητας, αναλόγως των συμφερόντων τους, ώστε να διασφαλίσουν συμμαχίες και ασυλία. Απώτερος στόχος όλων ήταν να παντρέψουν το παιδιά τους με κάποιον από τους γιους, την κόρη ή τους στενούς συγγενείς του Χότζα. Όμως ακόμα κι αυτό δεν αποτελούσε απόλυτη εγγύηση για την ασφάλεια και τη μακροημέρευσή τους.

Οι ένοικοι του Bllokζούσαν με το φόβο της εκάστοτε ψυχικής διάθεσης του δικτάτορα, την αιφνίδια και άνευ λόγου απέλασή τους και την αντικατάστασή τους από οικογένειες κομματικών αξιωματούχων, που ζούσαν εκτός του φρουρίου κι οι οποίες έδιναν γην και ύδωρ προκειμένου να απολαύσουν τα προνόμια που παρείχε η  προστασία του ηγέτη. Ο Φεβζίου σκιαγραφεί ρεαλιστικά την ατμόσφαιρα του διάχυτου φόβου και της καχυποψίας που μετέτρεπε τη ζωή των ενοίκων σε διαρκή εφιάλτη.

Ένα από τα μειονεκτήματα του βιβλίου του Φεβζίου είναι η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στις σχέσεις μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας. Εκτός της αναφοράς του στη στάση της Ελλάδας κατά τη Διάσκεψη των Παρισίων το 1946 και τη στήριξη των Βρετανών στις ελληνικές συνοριακές διεκδικήσεις, το μόνο στοιχείο που αφορά τις ελληνοαλβανικές σχέσεις είναι η πληροφορία ότι ο Στάλιν εἰχε δώσει σαφείς οδηγίες στον Εμβέρ Χότζα να αποφύγει κάθε εμπλοκή και ανάμειξη στον ελληνικό Εμφύλιο.

Άλλη μἰα σύντομη παρένθεση, στο σημείο αυτό. Ο Φεβζίου δεν είναι ιστορικός ή πολιτικός επιστήμων και, ως εκ τούτου, δεν διαθέτει την αναλυτική ικανότητα αξιολόγησης και σύνθεσης των ιστορικών και πολιτικών δεδομένων. Αντλεί το υλικό του από τα Απομνημονεύματα του Εμβέρ Χότζα, από τα πολύ περιορισμένα κρατικά αρχεία και, κυρίως, από βιβλία, μαρτυρίες και συνεντεύξεις που εκδόθηκαν ή έλαβαν χώρα μετά το 1991, με πρόσωπα που έζησαν κοντά στον δικτάτορα και διώχθηκαν. Η διαχείριση του υλικού, σε ό,τι αφορά τις πυκνές και συχνές αλλαγές συμμαχιών του καθεστώτος του Χότζα, είναι προβληματική. Τα κεφάλαια τα οποία αναφέρονται σε αυτά τα θέματα βρίθουν από επικαλύψεις, επαναλήψεις και ένα χρονικό πίσω-μπρος που κουράζει και μπερδεύει τον αναγνώστη. Ο Φεβζίου παραθέτει πολλά ονόματα ανθρώπων οι οποίοι πρωταγωνίστησαν στη νεότερη Ιστορία της Αλβανίας,  αλλά δεν είναι καθόλου οικεία στον ξένο αναγνώστη. Γίνεται σαφές ότι το βιβλίο απευθύνεται, πρωτίστως, στο αναγνωστικό κοινό της Αλβανίας. Τα πιο προσβάσημα και  ενδιαφέροντα κεφάλαιά του είναι αυτά που αναφέρονται στην προσωπική ζωή και στον περίπλοκο χαρακτήρα του Εμβέρ Χότζα.

 

 

Διχασμένη προσωπικότητα

Η σχέση του Ισμαήλ Κανταρέ, του μοναδικού αλβανού συγγραφέα γνωστού εκτός συνόρων, με τον Εμβέρ Χότζα είναι πολύπλοκη και ανεξιχνίαστη, ακόμα και για το βιογράφο του κομμουνιστή δικτάτορα. Είχαν και οι δύο κοινή καταγωγή από το Αργυρόκαστρο και τα πατρικά τους σπίτια ήταν πολύ κοντά. Δεν γνώριζε ό ένας τον άλλον όσο ο Χότζα ζούσε στη γενέθλια πόλη, λόγω διαφοράς ηλικίας, ωστόσο συναντήθηκαν πολύ αργότερα. Συγκεκριμένα, το 1971, όταν ο Ισμαήλ Κανταρέ είχε ήδη γίνει γνωστός στο εξωτερικό. Τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς, ο Κανταρέ και η σύζυγός του προσκλήθηκαν από τη Νεσμιγιέ, την προεδρική σύζυγο, σε γεύμα με το ζεύγος Χότζα. Ο  Ισμαήλ Κανταρέ είχε ολοκληρώσει ένα μυθιστόρημα με θέμα τις αλβανο-σοβιετικές σχέσεις με πρωταγωνιστή τον Εμβέρ Χότζα. Αφού δείπνησαν σε πολύ θερμή ατμόσφαιρα, ο Χότζα ρώτησε για το βιβλίο στο οποίο, όπως είπε, ο Κανταρέ του έκανε την τιμή να τον θέσει στο επίκεντρο της υπόθεσης.  Σε συνέντευξή του, το 2009, ο Κανταρέ υποστήριξε ότι σε όλη τη διάρκεια της συνάντησης ο Χότζα δεν έκανε ούτε μία αναφορά σε πολιτική ή κομμουνισμό, μιλούσε μόνο για λογοτεχνία. Το βιβλίο του Κανταρέ κυκλοφόρησε το 1973 με τίτλο Ο χειμώνας της μεγάλης μοναξιάς, αλλά ατυχώς για τον συγγραφέα προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις  κυβερνητικών στελεχών. Θεωρήθηκε μη πατριωτικό και ηττοπαθές και αποσύρθηκε από τα βιβλιοπωλεία. Ενώ όλοι ανέμεναν τη σύλληψη και τη φυλάκιση του συγγραφέα, ο Κανταρέ το διόρθωσε, του έδωσε τις πατριωτικές πινελιές που απαιτούσε η λογοκρισία και το βιβλίο επανακυκλοφόρησε το 1974, με τίτλο Oμεγάλος χειμώνας.

Η περίπτωση του Ισμαήλ Κανταρέ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και οι σχέσεις του με το καθεστώς παραμένουν αδιευκρίνιστες. Στοιχεία μάς δίνει μόνο ο ίδιος, όταν, μετά την κατάρρευση του καθεστώτος, ενδύθηκε το μανδύα του αντικαθεστωτικού. Τα ερωτήματα, ωστόσο, είναι πολλά. Πώς ο συγγραφέας ήταν γνωστός, πρωτίστως, στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ήδη από το 1960, όταν ο Χότζα είχε φυλακίσει και εξοντώσει όλη την αλβανική διανόηση στα απανωτά πογκρόμ της 40ετούς δικτατορίας του; Πώς, επί είκοσι πέντε χρόνια, ώς το θάνατο του δικτάτορα, ο Ισμαήλ Κανταρέ ταξίδευε ελεύθερα στο εξωτερικό και διέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Γαλλία; Πώς τον άφηνε ανενόχλητο η λογοκρισία;

Στα ερωτήματα αυτά, ο Φεβζίου δεν δίνει απαντήσεις. Ο Ισμαήλ Κανταρέ είναι φετίχ για τους Αλβανούς. Τον θεωρούν τον μόνο διανοούμενο που έβγαλε τη χώρα από τη λήθη της ιστορίας. Έτσι εξηγείται το αδιαπέραστο πέπλο σιωπής για τις σχέσεις του με το καθεστώς Χότζα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι συνεργάτηκε, αλλά δεν υπάρχουν αποδείξεις. Γνωρίζοντας, ωστόσο, ότι πολλά από τα κρατικά αρχεία καταστράφηκαν, κατόπιν άνωθεν εντολής, δεν είναι αυθαίρετη η διατύπωση εύλογων ερωτημάτων όσον αφορά τις αντιστασιακές περγαμηνές που προβάλλει ο ίδιος ο Ισμαήλ Κανταρέ.

 

 

 

Η εξόντωση ενός πρωθυπουργού

Μια αυγουστιάτικη ημέρα του 1981, ο επί 27 χρόνια πρωθυπουργός, Μεχμέτ Σέχου, βρισκόταν στο γραφείο του, όταν τον επισκέφθηκε ο  δευτερότοκος γιος του, Σκεντέρ, για να του ανακοινώσει ότι ήταν ερωτευμένος με νεαρή γυναίκα την οποία σκόπευε να παντρευτεί. Ο Σκεντέρ δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει τις σπουδές του στη Σουηδία, αλλά ο πατέρας του τον ενθάρρυνε να κάνει οικογένεια και να εγκατασταθεί στην πατρική κατοικία, όπως κάθε πιστός στην οικογενειακή παράδοση Αλβανός. Η εκλεκτή του Σκεντέρ ήταν η αθλήτρια Σίβα Τουρντίου, κόρη του καθηγητή πανεπιστημίου Καζίμ Τουρντίου, με εκλεκτή παρουσία στους κύκλους των διανοουμένων. Ο Τουρντίου δεν ήταν κομμουνιστής και είχε υποστεί τις συνἐπειες της άρνησής του να συμπορευτεί με το καθεστώς, φυλακίσεις και εκτοπίσεις. Η σύζυγός του, μητέρα της υποψήφιας νύφης, ήταν συγγενής του Αρσί Πίπα, πρώην πολιτικού κρατουμένου ο οποίος, αμέσως μετά την απελευθέρωση του, το 1956, διέφυγε στο εξωτερικό και εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ. Ήταν ο μοναδικός αλβανός αντικαθεστωτικός που ανέλαβε ενεργό δράση κατά του καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα. Εδινε διαλέξεις στα αμερικανικά πανεπιστήμια, συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης, είχε εκπομπές στα ραδιόφωνα Ελεύθερη Ευρώπη και Φωνή της Αμερικής, ενώ παράλληλα δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Με το άκουσμα του ονόματος, ο Μεχμέτ Σέχου χλώμιασε. Αμφιταλαντεύτηκε για μερικές ημέρες, αλλά στο τέλος η πατρική αγάπη υπερίσχυσε και πήρε την απόφαση να στηρίξει την επιλογή του γιου του, χωρίς να συμβουλευτεί τον Εμβέρ Χότζα, με τον οποίο τον συνέδεε στενή φιλία 40 χρόνων – κάτι που αποδείχθηκε τεράστιο λάθος. Η ευλογία προς τους ερωτευμένους οδήγησε στο διασυρμό και στον εξευτελισμό του Σέχου από τον Εμβέρ Χότζα, αλλά κι από το Πολιτικό Γραφείο, από όλα τα όργανα του κόμματος και της κυβέρνησης. Ο αρραβώνας διαλύθηκε, αλλά η ζωή του Μεχμέτ Σέχου είχε φθάσει σε οδυνηρό αδιέξοδο. Ο πρωτότοκος γιος του, Μπασκίμ Σέχου, γράφει:

 Μέσα σε τρεις μήνες, από τον Σεπτέμβριο ώς τον Δεκέμβριο του 1981, η καριέρα του πατέρα μου καταστράφηκε. Δεν έκανε τίποτα για να το αποτέψει. Αντί να παλέψει, κατηγόρησε τον εαυτό του και υπέκυψε αμαχητί στη θέληση του φίλου, βασανιστή και δολοφόνου του, Εμβέρ Χότζα.

Ο Σέχου λοιδορήθηκε και απομακρύνθηκε από όλα τα κομματικά και κρατικά όργανα. Την ίδια στιγμή, ο Ραμίζ Αλία, άτομο δίχως ιδιότητες και  προσόντα, μια μετριότητα που ο Σέχου ποτέ δεν υπολόγησε, προάγεται σε στενό φίλο και συνεργάτη του Χότζα. Σε έκτακτη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου, στις 17 Δεκεμβρίου 1981, την οποία συνεκάλεσε ο Ραμίζ Αλία, ο Μεχμέτ Σέχου υφίσταται χυδαίες επιθέσεις και ταπεινώσεις. Την επομένη το πρωί, αυτοπυροβολείται στο κεφάλι με το ρεβόλβερ-ενθύμιο της αντάρτικης δράσης του. Άφησε μια επιστολή στον Χότζα στην οποία τον ικέτευε να προστατεύσει τη συζυγο και τα παιδιά του. Στην επιστολή δείχνει ως  δολοφόνο του τον Ραμίζ Αλία, τον  οποίο αποκαλεί Ιάγο. Η επιστολή καταλήγει: 

Θυσιάζω τη ζωή μου για το Κόμμα, τον Ηγέτη του και το Σοσιαλισμό. Ζήτω ο Μαρξισμός-Λενινισμός. Θάνατος στον Ιμπεριαλισμό, τον Χρουστσωφικό Ρεβιζιονισμό, τον Κινεζικό Σοσιαλ-Ιμπεριαλισμό.

Η περίπτωση Σέχου είναι κατ’ εξοχήν ενδεικτική του αδυσώπητου χαρακτήρα του Εμβέρ Χότζα. Μετά από μισό αιώνα  στενής φιλίας και συνεργασίας, οδήγησε τον πρωθυπουργό του στην αυτοκτονία, και στη συνέχεια φυλάκισε και εξόρισε την οικογένειά του, με αποτέλεσμα το θάνατο ενός εκ των γιων του. Το 1991, η χήρα του Χότζα, Νεχμιγιέ, ἐγκλειστη στις φυλακές, ρωτήθηκε από τον εκπρόσωπο του αλβανικού παραρτήματος της Επιτροπής του Ελσίνκι, Φάτος Λουμπόνια, επίσης θύμα του Χότζα, ο οποίος εξέτισε 17 χρόνια φυλακή, έως ὀτου αφεθεί ελεύθερος με την κατάρρευση του κομμουνισμού: «Καταλαβαίνω αυτά που έκανες στους πολιτικούς αντιπάλους και τους πρώην συντρόφους σου, αλλά γιατί τόσο μίσος εναντίον των παιδιών τους, τα οποία κράτησες στην αγκαλιά σου όταν ήταν μωρά και μεγάλωσαν με τα δικά σου;» Η Νεσμιγιέ τον κοίταξε με άδειο βλέμμα και απάντησε: «Δεν ήξερα ότι ήσουν στη φυλακή».

 

 

Τα χρόνια της απομόνωσης

Στις αρχές του 1983, ένα ακόμη βιβλίο του Εμβέρ Χότζα εμφανίστηκε στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων με τίτλο Οι Τιτοϊστές (Titistet).  Την εποχή εκείνη, ο αλβανός δικτάτορας ζούσε έγκλειστος στη βίλα του, μετά την επιδείνωση της υγείας του από μια σειρά εγκεφαλικά επεισόδια, το πρώτο εκ των οποίων το υπέστη το 1973. Περνούσε το χειμώνα στα Τίρανα και τα καλοκαίρια στην εξοχική του κατοικία στο Πόγραδετς, στις όχθες της λίμνης Οχρίδας. Το μόνο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της κακόγουστης προεδρικής κατοικίας ήταν οι τεράστιες βιβλιοθήκες που κάλυπταν όλους τους τοίχους του κτιρίου. Ο Χότζα λάτρευε τα βιβλία και κάθε χρόνο εμπλούτιζε τη συλλογή του με εκατοντάδες καινούργια. Ήταν σε απ᾽ ευθείας επαφή με γάλλους εκδότες, οι οποίοι τον εφοδίαζαν ανελλιπώς με τους καταλόγους τους. Επιπλέον, η γαλλική κυβέρνηση είχε θεσπίσει ειδικό κονδύλιο μερικών χιλιάδων γαλλικών φράγκων για την αγορά βιβλίων για τον Εμβέρ και τρία ακόμα υψηλόβαθμα στελέχη του Πολιτμπιρό. Επίσης, ο αλβανός δικτάτορας διάβαζε καθημερινά τη γαλλική εφημερίδα Monde καθώς και τη γαλλική έκδοση της International Herald Tribune. Δεδομένου ότι στα χρόνια της δικτατορίας του υπήρχε μόνο μια πτήση της AirFrance την εβδομάδα προς τα Τίρανα, τις διάβαζε όλες αναδρομικά.

Στα κρατικά αρχεία αναγράφεται ότι η βιβλιοθήκη του Εμβέρ περιείχε 25.000 τόμους. Ενα μεγάλο μέρος περιλαμβάνει βιβλία ιστορίας, βιογραφίες ή απομνημονεύματα μεγάλων φιλοσόφων και πολιτικών. Διέθετε, επίσης, σημαντικό αριθμό βιβλίων με προσωπική αφιέρωση, μεταξύ άλλων, από τους Πωλ Ελυάρ, Λουί Αλτουσέρ, Μάο Τσε Τουνγκ και Ντολόρες Ιμπαρούρι. Τα περισσότερα από τα βιβλία του, τα οποία βρίσκονται στη συλλογή της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Τιράνων, ήταν απαγορευμένα από τη λογοκρισία. Τον έλκυαν ιδιαίτερα μελέτες θεωριών συνωμοσίας και μυστικών οργανώσεων, βιβλία με βρυκόλακες και αστυνομικά μυθιστορήματα. Διέθετε όλη τη συλλογη των βιβλίων της Άγκαθα Κρίστι. Ήταν φανατικός βιβλιοφάγος και κλειδωνόταν με τις ώρες στο υπόγειο της έπαυλής του, το οποίο φιλοξενούσε παλιές συλλογές βιβλίων. Όπως μας πληροφορεί ο Ισμαήλ Κανταρέ, τα βιβλία ήταν το μοναδικό, μετά την πολιτική, πάθος του Εμβέρ Χότζα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Χότζα χάνει κάθε ενδιαφέρον για τη λειτουργία της κυβερνησης και του κόμματος και αφιερώνεται στην ανάγνωση και τη συγγραφή. Έγραψε συνολικά 68 βιβλία τα οποία, για προπαγανδιστικούς λόγους, μεταφράστηκαν σε μια σειρά γλώσσες και κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό. Επρόκειτο για μια επιχείρηση που επιβάρυνε τον φτωχό προϋπολογισμό της χώρας με εκατομμυρία δολλάρια. Το 1984 η υγιεία του επιδεινώθηκε επικίνδυνα.  Βίντεο με οικογενειακές σκηνές, τα οποία βρέθηκαν 25 χρόνια μετά το θάνατο του Χότζα, δείχνουν μια  σκελετωμένη φιγούρα να μεταφέρεται, σχεδόν στα χέρια, σε αυτοκίνητο, για μια πολύ σύντομη βόλτα στο κέντρο των Τιράνων.

Ο Εμβέρ Χότζα πεθαίνει τον Απρίλιο του 1985. Τον  διαδέχεται ο Ραμίζ Αλία, ο οποίος θα συνεχίσει την πολιτική του απομονωτισμού και των απηνών διώξεων του προκατόχου του. Στην κηδεία του Χότζα παραβρέθηκαν εκπρόσωποι σκληροπυρηνικών μαρξιστικών κομμάτων και αντιπροσωπεία κοσοβάρων αποδήμων από την Αυστραλία και τις ΗΠΑ. Οι σκηνές του  οδυρόμενου πλήθους συγκρίνονται σε πάθος με εκείνες στην κηδεία του Μάο Τσε Τουνγκ. Οι κλαίοντες είναι οι ίδιοι  που,  έξι χρόνια αργότερα, το 1991, θα κατεδάφιζαν και θα ποδοπατούσαν το άγαλμα του Εμβἐρ Χότζα στην πλατεία Σκεντέρμπεη.

 

 

Απολογισμός

Το 1984, η Αλβανία ήταν η τρίτη φτωχότερη χώρα στον κόσμο, με κατά κεφαλήν εισόδημα 15 δολάρια το μήνα και με πολίτες που επιβίωναν λαμβάνοντας μικρές μερίδες συσσιτίου. Δέκα κάτοικοι των Τιράνων μοιραζόταν 50 τετραγωνικά, σε όλη τη χώρα υπήρχαν μόνο 1.265 αυτοκίνητα.

Ο Φραντς Γιόσεφ Στράους, πρωθυπουργός της Βαυαρίας, ήταν ο πρώτος δυτικός ηγέτης που επισκέφθηκε τα Τίρανα το 1984, καθ’ οδόν προς την Ελλάδα. Ο γιος του, Μαξ, που τον συνόδευε, περιγράφει το ταξίδι ως  σουρεαλιστικό εφιάλτη :

Μας πήρε τρεις ημέρες με αυτοκίνητο να φθάσουμε στα Τίρανα, μια πόλη βυθισμένη ατο απόλυτο σκοτάδι. Δεν είδα ούτε ένα αυτοκίνητο εκτός από κάποια κουφάρια φορτηγών ανατολικογερμανικής κατασκευής. Δεν υπήρχαν ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι ούτε αποχετευτικό σύστημα, αλλά πληθώρα αγαλμάτων του Λένιν και του Στάλιν. Επισκεφθήκαμε την Έκθεση Αλβανικής Τεχνολογίας. Στο επίκεντρό της ήταν τοποθετημένο ένα τρακτέρ που έφερε τον όνομα του Εμβέρ Χότζα. Μόλις τό είδε φίλος, στέλεχος της Μερσέντες Μπενζ,  ανεφώνησε: «αυτά τα χρησιμοποιούσαμε πριν τη δεκαετία του ’20».

Ο απολογισμός της σταλινικής δικτατορίας που κράτησε σαράντα έξι χρόνια είναι τραγικός: 5.037 άνδρες και 408 γυναίκες εκτελέστηκαν, 16.788 άνδρες και 7.367 γυναίκες καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 35 χρόνων, 70.000 άτομα εκτοπίστηκαν και 354 ξένοι πολίτες αντιμετώπισαν το εκτελεστικό απόσπασμα – οι 95 από το Κόσοβο.

Τον Μάιο του 1992, τα οστά του Χότζα μεταφέρθηκαν από το Μαυσωλείο του στην πλατεία Σκεντέρμπεη, στο Δημοτικό Νεκροταφείο των Τιράνων. Την ίδια στιγμή, τα οστά πολλών εκ των θυμάτων του ενταφιάστηκαν στο Κοιμητήριο των Μαρτύρων του Εθνους.

Το βιβλίο του Μπλέντι Φεβζίου δεν μπορεί να εκληφθεί ως επιστημονική ιστορική διατριβή για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ωστόσο είναι το πρώτο που εστιάζει σε μια σκοτεινή και καθ’ όλα άγνωστη προσωπικότητα, τον άνθρωπο που καταδυνάστευσε μια μικρή βαλκανική χώρα επί 45 χρόνια. Με δεδομένο ότι οι κομμουνιστικές σπουδές, σε παγκόσμιο επίπεδο, ασχολήθηκαν και ασχολούνται εντελώς επιπόλαια με τη συγκεκριμένη περίοδο της αλβανικής ιστορίας (υπάρχουν έως σήμερα μόνο 60 πανεπιστημιακές μελέτες για την Αλβανία του Χότζα, σε αντίθεση με τις 160 για τη Βουλγαρία του Ζίφκοφ και τις 441 για τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου), το βιβλίο του Φεβζίου θα μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμη βάση δεδομένων για μια πιο επισταμένη και διεισδυτική επιστημονική ανάλυση του αλβανικού φαινομένου.

 

 

Μαρία Καστρισιανάκη - Guiton

Δημοσιογράφος, Ανταποκρίτρια στην Αγγλία της Deutche Welle. 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά