Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

La La Land

Κατηγορία Διάλογος
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Διάλογος Τεύχος 75 web only
Mια από τις χιλιάδες εικονογραφικές εκδοχές της Πολυάννας, του γνωστού παιδικού αφηγήματος της Ελεάνορ Πόρτερ. Mια από τις χιλιάδες εικονογραφικές εκδοχές της Πολυάννας, του γνωστού παιδικού αφηγήματος της Ελεάνορ Πόρτερ. Φωτογραφία Αρχείου

Από την κ. Κερασένια Παπαλεξίου λάβαμε κείμενο περίπου 7.500 λέξεων, απάντηση στην κριτική για το βιβλίο της Εισαγωγή στην Οντολογία των Προσωκρατικών που υπέγραφε, στο τεύχος 74, ο συνεργάτης μας καθηγητής Παναγιώτης Θανασάς (εδώ: http://booksjournal.gr/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1/item/2545-h-polyanna-sth-milhto). Ολόκληρο το κείμενο της κ. Παπαλεξίου, για λόγους δεοντολογικούς αλλά και για όσους ενδιαφέρονται να σχηματίσουν πλήρη αντίληψη, δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού μας, εδώ, υπό τον τίτλο που η ίδια επέλεξε. Ο συνεργάτης μας, καθηγητής Παναγιώτης Θανασάς, ασκεί το δικαίωμά του στην ανταπάντηση, που παρατίθεται στο τέλος του κειμένου της κ. Παπαλεξίου. (Στη χάρτινη έκδοση δημοσιεύθηκαν, λόγω χώρου αλλά όχι μόνο, επιλεγμένα αποσπάσματα του κειμένου της κριθείσας.)  

O κ. Π. Θανασάς στο δημοσιευθέν κείμενό του-κριτική στο τεύχος 74, αναφερόμενος στο έργο μου Εισαγωγή στην Οντολογία των Προσωκρατικών,  παρέλειψε (σκοπίμως ή  συμπτωματικά) να παραθέσει και την απάντησή μου, όπως θα επέβαλλαν τα ακαδημαϊκά ειωθότα. Παραθέτω αυτούσια την απάντησή μου στην κριτική του  ενώπιον του Τμήματος στο οποίο έθεσα υποψηφιότητα, έτσι όπως ακριβώς εστάλη στη Γραμματεία του Τμήματος (22/1/2017) και κοινοποιήθηκε σε όλα τα μέλη ΔΕΠ, συνεπώς και στον κ. Θανασά.

Κάθε περαιτέρω συζήτηση επί του θέματος, σε ό,τι με αφορά, παρέλκει.

Τόσο ο Χ. Θεοδωρίδης στην περίφημη Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (εκδ. Εστία, Αθήνα, 1982, σσ. 156, 436), όσο και ο Ευάγγελος Παπανούτσος (Γνωσιολογία, Ίκαρος, Αθήνα 1973, σσ. 268-281) –και οι δύο, προφανώς, μέλη της συντακτικής ομάδας του Marie Claire– κάνουν λόγο για τον ιντελεκτουαλισμό σε επίπεδο εννοιολογήματος. Στη βάση αυτή  χρησιμοποιείται και από τη γράφουσα.

(Ειρήσθω εν παρόδω, το εν λόγω περιοδικό είναι εξαιρετικό στο είδος του...)

Στην απάντησή μου στο δημοσιευθέν κείμενο αντιπαρέρχομαι το ύφος του συντάκτη του κειμένου και επικεντρώνομαι σε μια εν τοις πράγμασι επιχειρηματολογία με στόχο ο αναγνώστης να κρίνει αντικειμενικά.

Κατά πρώτο λόγο αναφέρω τα γενικά χαρακτηριστικά της κριτικής:

 

Χαρακτηριστικά Κριτικής

  • H κριτική ασκείται, κατά μείζονα λόγο, με την παράθεση αποσπασμάτων του βιβλίου μου με θαυμαστικά, sic, σύντομους  ειρωνικούς χαρακτηρισμούς, απορριπτικό ύφος, χωρίς  αντιπροτάσεις. Δεν υπάρχει σε κάποιο  σημείο του κειμένου τεκμηριωμένη κριτική ή  απόπειρα επιχειρηματολογίας.
  • Απομονώνονται τμήματα λόγου από το σύνολο ώστε να δημιουργηθεί λανθασμένη εντύπωση. Ειδικότερα: απομονώνεται το συμπέρασμα (ώστε να φαίνεται περίεργο ή αστήριχτο) από τον προηγηθέντα συλλογισμό.
  • Διαπιστώνεται παρέμβαση στη σύνταξη και τη στίξη του κειμένου μου. Μετατρέπεται μια δευτερεύουσα πρόταση στο τέλος μιας παραγράφου σε κύρια πρόταση (μιας γραμμής), η οποία απομονωμένη από το «σώμα» της παραγράφου δημιουργεί προβλήματα κατανόησης.
  • Παρατίθενται  «λίστες»   αποσπασμάτων του βιβλίου χωρίς  στοιχειοθετημένη κριτική, απλά με χαρακτηρισμούς:  12 αποσπασμάτων, με ειρωνικούς χαρακτηρισμούς αλλά καμιάτεκμηρίωση, 2η λίστα 9 αποσπασμάτων, τα οποία απλά χαρακτηρίζονται ειρωνικά ως «πρωτότυπες» θέσεις, 3η λίστα 3ε πισημάνσεων,οι οποίες παρατίθενται απλά ως «επισημάνσεις».
  • Παρατηρείται το σύνηθες φαινόμενο της αυτοαναίρεσης της «επιχειρηματολογίας». Στην προσπάθεια άσκησης κριτικής ο κριτής αναιρεί τον κριτή. Ο συντάκτης του κειμένου αναιρεί τον  εαυτό του (παραπέμπουμε στην ηλεκτρονική πηγή: Εγκυκλοπαίδεια Πλάτωνος Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού), ασκώντας κριτική στην αναφορά μου στον Νουμήνιο. Αναρωτιέται για την ύπαρξη «κάποιου»  Νουμηνίου από την Απάμεια της Συρίας, ο οποίος αναφέρεται στο βιβλίο μου. Ο ίδιος, όμως, ως μέλος επιστημονικής ομάδας έχει συγγράψει  λήμμα με αυτήν ακριβώς την πληροφορία στην ανωτέρω ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια. Ο ίδιος ως μέλος της επιστημονικής ομάδας τοποθετεί τη γέννηση του Νουμηνίου αρχικά τον 2ο αι. π.Χ. και λίγες γραμμές μετά τον 2ο αι. μ.Χ…
  • Διατυπώνονται ευθέως κατηγορίες (παράλειψης) βαρύτατες και  συκοφαντικές για την ποιότητα του έργου μου,  χωρίς να έχει ελεγχθεί επαρκώς το βιβλίο (για παράδειγμα επισημαίνεται η παράλειψη ενός βιβλίου σε συγκεκριμένη θεματική  -το οποίο υπάρχει-,  εκτός αυτού όμως υπάρχουν και άλλα τρία του ιδίου συγγραφέα), όπως προκύπτει από τα επιχειρήματα που παραθέτω,  αλλά και οι γνώσεις του γράφοντος την κριτική επί του θέματος.
  • Επισημαίνεται βιβλιογραφικά η απουσία αναφοράς σε βιβλίο της δεκαετίας του ΄60 (Κ. Αξελού), ενώ λίγο παρακάτω χλευάζεται η φιλοσοφική παραγωγή των δεκαετιών 60 – ’70.
  • Η μόνη βιβλιογραφική παράλειψη που μου προσάπτεται είναι η δεύτερη διδακτορική διατριβή του Κ. Αξελού για τον Ηράκλειτο.
  • Εν τέλει, υποσημειώνονται με τη μέγιστη δυνατή έμφαση, τυπογραφικά λάθη, τα οποία υπάρχουν σε κάθε βιβλίο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να προλαμβάνονται. Ενδεικτικά, παραθέτω σημεία τέτοιας κριτικής σε βιβλίο που αφορά στην Οντολογία των Προσωκρατικών, ένα από τα κεντρικότερα και δυσκολότερα κεφάλαια της Ιστορίας της Φιλοσοφίας αλλά και της Συστηματικής: Marsilio Ficino (ο οποίος αναγράφεται ως Marcilio), Jean Frère, ο οποίος απλογραφείται ως Frere, Vegetti (ο οποίος αναγράφεται ως Vegeti).

 

Ειδικότερα

Στην επισήμανση ότι «Το ακριβές περιεχόμενο αυτής της ‘εισαγωγικής’ στόχευσης δεν διευκρινίζεται σε κανένα σημείο της εργασίας» απαντώ ως εξής: Συνολικά σε 50 και πλέον σελίδες εστιάζω στο ζήτημα στης εξήγησης της «Εισαγωγής» που έγραψα. Πιο συγκεκριμένα: Ο Πρόλογος του βιβλίου  έχει ως αντικείμενο παρουσίασης τη φύση της «Εισαγωγής» αυτής, αλλά επίσης και τα κεφάλαια ΙΙ.1., ΙΙ.2., ΙΙΙ. Παραπέμπουμε στη σελ 17: «Στόχος της παρούσας μελέτης είμαι μια εισαγωγική παρουσίαση της οντολογίας των Προσωκρατικών με γνώμονα: α. στη συνοπτική παρουσίαση του φάσματος της οντολογίας τους, β. την ανάδειξη των κύριων οντολογικών ζητημάτων, γ. την απλή και κατανοητή γλώσσα…. Στόχος  ήταν η θεμελιώδης σύνοψη της οντολογίας τους…..». Εξηγώ για ποιον λόγο είναι «εισαγωγή» απαριθμώντας τρεις λόγους. Οι α και β από αυτούς είναι και ολόκληρα σχεδόν κεφάλαια (κεφάλαιο ΙΙ.1. Εισαγωγικά και ΙΙ.2. Οι Προσωκρατικοί, κεφάλαιο ΙΙΙ. Η Οντολογία των Προσωκρατικών – ΙΙΙ.1.  -  ΙΙΙ.4. –ΙΙΙ.5.)

Ως προς την άποψη ότι δεν καταφέρνω, π.χ., να εισαγάγω τον αρχάριο αναγνώστη στις βασικές έννοιες της σκέψης των Προσωκρατικών, και ειδικότερα της οντολογίας τους, ούτε γενικότερα στην προβληματική της οντολογίας ή ευρύτερα της φιλοσοφίας οφείλω να επισημάνω τα εξής:

 Στόχος της παρούσας έρευνας δεν ήταν η εισαγωγή στην προβληματική της «φιλοσοφίας ευρύτερα» ή μια «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία». Θα ήταν κάτι εξαιρετικά γενικό. Άρα δεν μπορεί να αποτελεί μειονέκτημα.  Τέτοια φιλοδοξία δεν υπήρχε όντως. Γενικότερα στη διεθνή βιβλιογραφία των τελευταίων 30-40 ετών δεν υπάρχει ιδιαίτερη έμφαση σε ανάλογη προβληματική συγγραφής  στο φάσμα που υποτίθεται ότι εννοεί ο όρος «γενικότερη προβληματική της οντολογίας».(Εξαιρώ εδώ την εξαιρετική έκδοση του Γ. Τζαβάρα «Εισαγωγή στην Οντολογία», εκδ. Gutenberg 2009). Ειδικότερα ως προς την πρώτη επισήμανση της κριτικής: «δεν καταφέρνει, π.χ., να εισαγάγει[1] τον αρχάριο αναγνώστη… και ειδικότερα της οντολογίας τους»παραπέμπω στα εξής σημεία του βιβλίου που εισάγουν τον αναγνώστη στις βασικές έννοιες της σκέψης των Προσωκρατικών και ειδικότερα της οντολογίας τους:

1.Στην εισαγωγή βιβλίου [Η αίσθηση του φιλοσοφείν], όπου αποτυπώνονται οι βασικοί άξονες της πρώιμης αυτής φάσης του φιλοσοφείν, η μετάβαση από το κοσμολογικά στα οντολογικά αφηγήματα (σ. 23), η νέα θέαση του ανθρώπου και της φύσης (σ. 24-32). Από τη σ.33 και εξής γίνεται αναφορά στα  βασικά σημεία του φιλοσοφείν των Προσωκρατικών. Τα σημεία αυτά είναι: «Η διερώτηση», σσ. 33-35, «Η απελευθέρωση από τα είδωλα», σσ.35-45. Ειδικότερα, η  σ.41 αναφέρεται: στις «πρώιμες φάσεις της αρχαιο- ελληνικής σκέψης η αίσθηση του φιλοσοφείν αποτυπώνει τα εξής: 1. Τα κοσμολογικά ενδιαφέροντα, 2. την αναζήτηση του όντος, 3.την αναζήτηση της γνώσης ως ρυθμιστή της ζωής, 4. τη σχέση γνώσης  και αγνωσίας. 

2. Στο Κεφάλαιο ΙΙ: Οι Προσωκρατικοί, ΙΙ.1. Εισαγωγικά σ. 63.

3. Στο Κεφάλαιο ΙΙΙ, σ. 119 (εισαγωγικά στην Οντολογία των Προσωκρατικών), ΙΙΙ.4.: Οι θεμελιώσεις της Οντολογίας των Προσωκρατικών σ. 140: Ενότητα και Πολλαπλότητα, Ον και μη Ον, Οι οντολογικές αντιθέσεις, Η κίνηση, Η έννοια της μεταβολής, Η έννοια της ολότητας, Η συμπλοκή του οντολογικού με το γνωσιολογικό. ΙΙΙ.5. Κοινά χαρακτηριστικά στις οντολογικές προσεγγίσεις των Προσωκρατικών, σ. 192.

Για το ότι απαγκιστρώνομαι από την ανάγκη έκθεσης επιχειρημάτων δεν έχω να απαντήσω παρά τα εξής: Στο βιβλίο υπάρχουν:

- 678 παραπομπές-υποσημειώσεις σε σύνολο 250 σελίδων

-108 βιβλιογραφικές αναφορές (οι πιο σημαντικές)

-270 αποσπάσματα από πηγές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, όπου παρατίθεται όλο το απόσπασμα (και όχι μόνο η φιλολογική αρίθμηση), ώστε να είναι δυνατός ο άμεσος έλεγχος  των γραφομένων (μέσα από την επιβεβαίωση των πηγών).

Τα ανωτέρω φανερώνουν προσπάθεια «απαγκίστρωσης» από την ανάγκη έκθεσης επιχειρημάτων; Επιπλέον, βασικός μεθοδολογικός άξονας (ο οποίος αναφέρεται και στον Πρόλογο του βιβλίου, σ.18) ήταν η προσέγγιση των κοινών σημείων οντολογικού ενδιαφέροντος των Προσωκρατικών και όχι η κατά φιλόσοφο παρουσίαση της οντολογίας του. Δηλαδή, με απασχόλησε να αναζητήσω και να παραθέσω τους κοινούς άξονες των οντολογικών αναζητήσεων των φιλοσόφων αυτών. Τη μεθοδολογική αυτή επιλογή στηρίζω στο αντίστοιχο κεφάλαιο ΙΙΙ, και πιο συγκεκριμένα στο ΙΙΙ.4 (Οι θεμελιώσεις της οντολογίας των Προσωκρατικών), σ. 140,  και στο ΙΙΙ.5. (Κοινά χαρακτηριστικά στις οντολογικές προσεγγίσεις των Προσωκρατικών), σ. 192. Και μόνον οι τίτλοι του ΙΙΙ.4 και  του ΙΙΙ.5.  φανερώνουν τη μεθοδολογική οπτική.

Στην επισήμανση ότι η «Η εργασία είναι ίσως εισαγωγική με ένα νόημα ευρύτερο….προσωκρατικής σκέψης» δεν αναφέρεται τίνι τρόπω  «η εργασία διαρρηγνύει τα παραδεδομένα ακαδημαϊκά μέτρα».Τήρησα όλους τους ακαδημαϊκούς και επιστημονικούς κανόνες συγγραφής και εργάστηκα με πλουσιότατη βιβλιογραφία, ικανοποιητικές παραπομπές και μεθοδολογία που εξηγώ στην εισαγωγή και στο κεφάλαιο για την Οντολογία στους Προσωκρατικούς.

Ο γράφων την κριτική με αιχμηρό τρόπο αναφέρει ότι δεν υπεισέρχομαι σε εννοιολογικές διασαφήσεις περί σουρρεαλιστικών αντιλήψεων και δεν αναφέρω καν ότι η σύνδεση υπερρεαλισμού και προσωκρατικής φιλοσοφίας έχει γίνει από τον ίδιο τον Μπρετόν. Κατ’αρχάς θεωρώ ότι η αναφορά αυτή είναι υποβολιμαία και συκοφαντική, όπως θα αποδείξω αμέσως παρακάτω. H φράση ότι «δεν αναφέρει καν ότι η σύνδεση υπερρεαλισμού και προσωκρατικής φιλοσοφίας έχει γίνει από τον ίδιο τον Μπρετόν» διαψεύδεται από το ίδιο το κείμενο. Και αυτό δεν είναι θέμα εκτίμησης αλλά απλής ανάγνωσης των σελίδων που παραθέτω. Η σύνδεση  αυτή υπάρχει σε ικανότατο βαθμό, με περισσότερες αναφορές από αυτές που «υποδεικνύει» το κείμενο της κριτικής. Μου καταλογίζεται ότι δεν υπεισέρχομαι σε «εννοιολογικές διασαφήσεις»: παραπέμπω  στην υποσημείωση μου αρ. 596 (μια από  τις μεγαλύτερες του βιβλίου) στη σελ. 205, στην οποία αναφέρω ακριβώς τις διασαφήσεις, οι οποίες απαιτούνται για την ανάλυσή μου, με ακρίβεια και τη μέγιστη δυνατή πλαισίωση. Η υποσημείωσή μου αυτή έχει ως εξής:

«Είναι χρήσιμη εδώ η διασάφηση πως ο όρος «σουρρεαλισμός» ανωτέρω δεν είναι δυνατόν να εκλαμβάνεται στη λογοτεχνική απόδοσή του, παρά το ότι επιχειρείται η ανί-χνευση κάποιων ομοιοτήτων. Τόσο το (πρώτο) Μανιφέστο του André Breton (1924) [André Breton, Μανιφέστα του σουρρεαλισμού, μετ. Ε. Μοσχονά, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1972, 33-34, 39-43] όσο και η αρχική επινόηση του όρου από τον Guillaume Apollinaire (1917) [ο οποίος χαρακτήρισε το έργο του Οι Μαστοί του Τειρεσία (“Les Mamelles de Tirésias”) ως «υπερρεαλιστικό δράμα» (drame surréaliste) θέλοντας να δώσει έμφαση με τον όρο αυτό σε μια δυναμι-κότητα, δημιουργικότητα που μεταπλάθει και δεν αυτοματοποιεί απλά τα πράγματα], είναι οι αφετηρίες, απλώς, που θα καταστήσουν τη χρήση του όρου στα ανωτέρω συμφρα-ζόμενα ως ένα εργαλείο κατανόησης του προσωκρατικού λόγου στην παραστασιακή του αυτή διάσταση. Η σχετική συζήτηση για το υπερρεαλιστικό κίνημα άρχισε με την έκ-δοση του αρχικού μέρους των «Μαγνητικών Πεδίων» (Les Champs Μagnétiques) το 1919 από τους André Breton και Philippe Soupault, εκδότες του περιοδικού Littérature. Άλ-λοι σημαντικοί υπερρεαλιστές είναι οι Louis Aragon, Paul Éluard, Philippe Soupault. Γενικότεραεπίτουθέματοςπβ., Henning, E., The Spirit of Surrealism, Cleveland Museum of Art, 1979, Nadeau, M., The history of Surrealism, Νew York Macmillan 1965, και Penguin books 1978, Balakian, Anna, Surrealism: The Road to the Absolute, Cambridge University Press, 1986».

Αναφέρεται 6 φορές ο Μπρετόν σε  τρία βιβλία του,  και στο έργο, του οποίου την παράλειψη με έμφαση μου καταλογίζει, και σε άλλα δυο βιβλία (τα οποία αγνοεί μάλλον ο συντάκτης του κειμένου):

Α.  Στα Μανιφέστα του σουρρεαλισμού, όπου αναφέρονται και συγκεκριμένες σελίδες

Β. Στα  Μαγνητικά Πεδία (το οποίο μάλλον δεν είχε υπόψη του), των André Breton και Philippe Soupault

Γ. Αλλά και σε τρίτο, LeSurréalisme et la peinture,Gallimard, Paris 1965, (σσ. 207-208), στο οποίο επίσης αναφέρω σελίδες,  όπου εστιάζω στο περίφημο μπρετονικό «εσωτερικό πρότυπο», συνδέοντάς το ακριβώς με τις ηρακλείτειες ρήσεις, σε πολύ πιο εξειδικευμένη και μελετημένη αναφορά από αυτή που προχείρως προτείνεται από τον γράφοντα. 

Προς ενημέρωση, λοιπόν, υπάρχουν και άλλα δυο βιβλία του Μπρετόν (στα οποία παραπέμπω) και τα οποία σχετίζονται με το θέμα μας.  Συνεπώς, όχι μόνο «αναγνωρίζω» οφειλές, αλλά και τις εμπλουτίζω τρεις φορές περισσότερο από αυτές που είχε υπόψη του ο γράφων. Άρα η κατηγορία ότι «οικειοποιούμαι ξένη πνευματική εργασία» δεν προκύπτει, καθώς πουθενά δεν αναφέρω ότι για πρώτη φορά γράφονται τα περί σουρρεαλισμού, αλλά ταυτόχρονα  αναφέρω τρία βιβλία του Μπρετόν, ενώ στο κείμενο της κριτικής αποτίμησης γίνεται λόγος για  ένα, αλλά είναι συκοφαντική. Επίσης, το γεγονός ότι δεν αναφέρω το βιβλίο του Αξελού, «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία»,  είναι μια υποκειμενική εκτίμηση (κατά την άποψή μου αναχρονιστική) και δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλειψη. Αναφέρομαι σε άλλα, κατά την κρίση μου, πολύ πιο εξειδικευμένα, όπως  του Ch. Kahn, Η τέχνη και η σκέψη του Ηράκλειτου,  αλλά κυρίως του PrierR. Ad., ArchaicLogic: symbolandstructureinHeraclitus, ParmenidesandEmpedocles, το οποίο θεωρώ αντιπροσωπευτικότερο,   του Έλληνα Ακαδημαϊκού,  Ε. Μουτσόπουλου, Η Προσωκρατική διανόησις, από του μύθου εις τον λόγον, 1978, ο οποίος, όπως αναφέρω, κάνει λόγο για τον εξεικονισμό του παρμενίδειου όντος, σελ. 213, όπως και του D. Sedley, τον οποίο επίσης αναφέρω, σελ. 215.  Γενικότερα στο επίμαχο κεφάλαιο για το σουρρεαλισμό οι βιβλιογραφικές αναφορές μου,  οι οποίες στηρίζουν τα όσα γράφονται και αναδεικνύουν τη μελετημένη προσέγγισή του στην αδιάψευστη βάση της ακαδημαϊκής μεθόδου,  είναι οι εξής:

  1. AndreBretonΜανιφέστα του σουρρεαλισμού,
  2. Andre Breton,LeSurréalisme et la peinture
  3. Andre Breton, Philippe Soupault,ΜαγνητικάΠεδία
  4. GuillaumeApollinaire, Οι Μαστοί του Τειρεσία
  5. Henning E., The Spirit of surrealism
  6. Nadeau M., The history of surrealism
  7. Balakian Anna, Surrealism: the road to the Absolute
  8. Popper K., The World of Parmenides
  9. Ρουσου Ευ., Προσωκρατικοί, Ηράκλειτος
  10. Ρουσου Ευ., Προσωκρατικοί, Ιστορική Εισαγωγή
  11. McKirachan R., Philosophy before Socrates
  12. Prier R. Ad., Archaic Logic: symbol and structure in Heraclitus, Parmenides and Empedocles.
  13. Kirk G.S.-Raven J.E.-Schofield M., ΟιΠροσωκρατικοίΦιλόσοφοι
  14. Morgan K., Myth and Philosophy, from the Presocratics to Plato
  15. Miller Patrick Lee, Becoming God: Pure Reason in Early Greek Philosophy
  16. Νεχαμά, Αλ., «Οι τρεις οδοί διζήσιος του Παρμενίδη», Δευκαλίων
  17. Reinchardt K., Parmenides und die Geschichte der Griechischen Philosophie
  18. Taran L., Parmenides: A text with translation, commentary and Critical Essays
  19. Stokes M.C.,  One and Many in Presocratic Philosophy
  20. Barnes J., The Presocratic Philosophers, Thales to Zeno
  21. Gallop D., Parmenides of Elea: fragments: A text and translation with introduction
  22. Μουρελάτου Α. Φ., «Ηράκλειτος, Παρμενίδης και η απλοϊκή μεταφυσική των πραγμάτων»,Δευκαλίων
  23. Wedin M.V., Parmenides’ Grand deduction, A logical reconstruction of the Way of Truth
  24. CornfordF.M., Η άγραφη φιλοσοφία
  25. VegettiM., Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας
  26. SedleyD., «Παρμενίδης και Μέλισσος», Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι
  27. ZellerNestle, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας
  28. KahnCh., Ο Αναξίμανδρος και οι απαρχές της ελληνικής κοσμολογίας
  29. Warren J., Presocratics
  30. BroadieS., Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι
  31. Δεσποτόπουλου Κ., Φιλοσοφία και διαλεκτική

Λίγο πιο κάτω ο συντάκτης του κειμένου της κριτικής μέσα στην αμηχανία του εφευρίσκει και άλλη μια παράλειψη: «Μία ακόμη ενασχόληση, την οποία η Παπαλεξίου αποφεύγει, είναι η εννοιολογική ανάλυση και διασάφηση της χρήσης όρων (και παραγώγων τους) όπως ο «μονισμός». Δεν θα σταθώ εδώ στο  ότι κάποιος μπορεί «να ενασχολείται με εννοιολογικές αναλύσεις ή διασαφήσεις ή να αποφεύγει να ενασχολείται» αλλά  στην ουσία.

Στη σελίδα 72 υπάρχει μια ολόκληρη παράγραφος με τον προσδιορισμό της έννοιας, αλλά και υποσημείωση (αρ. 138) στην ίδια παράγραφο με άρθρο της Finkelberg, Aryeth, (“TheMilesianMonisticDoctrineandtheDevelopmentofPresocraticThought”,  Hermes 117, Bd. H. 3  (1989), 258), το οποίο αναφέρεται ακριβώς στο μονισμό των Μιλησίων: «(Η φιλοσοφία των Μιλησίων) εισήγαγε τη μονιστική αντίληψη ως προς την προέλευση και λειτουργικότητα αυτού του κόσμου. Η μονιστική αυτή αντίληψη βασίστηκε σε δυο βασικά δόγματα, ότι ο κόσμος γεννήθηκε από ένα απλό υλικό και ότι ο κόσμος συνίσταται σε αυτή την υλική αρχή. Η ιδέα αυτή είναι στο βάθος η ιδέα της ενότητας και προετοιμάζει το έδαφος διαχωρισμού της οντολογίας από την κοσμογονία». Επίσης  κάνω επιλεκτικές αναφορές και στο έργο της Curd, Patricia, Η κληρονομιά του Παρμενίδη. Ο ελεατικός ενισμός και η ύστερη προσωκρατική σκέψη,εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2008, στο οποίο επεξηγείται επαρκώς ο όρος. Επιπλέον στη σελίδα 80 εξηγώ τον υλικό μονισμό με παραπομπή στον J. Barnes, ThePresocraticPhilosophers. Thales to Zeno, vol. I, Routledge &Kegan Paul, London, 1979, σσ. 38-39. Αλλά και στη σελίδα 121 έχω ακόμη μια υποσημείωση (321) για τον J. Barnes, όπου επεξηγεί τον όρο (μονιστές) στις σελίδες 176-177 του βιβλίου του.

Αναφέρω 4 εξειδικευμένες επί του όρου βιβλιογραφικές αναφορές και επεξηγώ τον όρο σε μια παράγραφο στη σελίδα 72 και σε άλλη μια, την καταληκτική, στη σελίδα 80. Πως προκύπτει η παρατήρηση συνεπώς ότι δεν υπάρχει διασάφηση;

H άποψη, επίσης, ότι δεν ανατρέχω σε σύγχρονη βιβλιογραφία αλλά «εμπιστεύομαι» περισσότερο την κλασική και όχι εξειδικευμένη, θεωρώ ότι είναι αβάσιμη, καθώς:

Είναι επιλογή του συγγραφέα η βιβλιογραφία την οποία θα παραθέσει. Οι κλασικές εργασίες ουδόλως πρέπει να αντιμετωπίζονται υπεροπτικά και υποτιμητικά (Zeller-Nestle, Windelband-Heimsoeth, Kirk-Raven-Schofield) και σίγουρα δεν νομίζω ότι απομειώνουν τη μελέτη μου. Επιπλέον το βιβλίο μου αναφέρεται στο σύνολο των Προσωκρατικών. Υπάρχουν και οι εξής βιβλιογραφικές αναφορές που χρησιμοποιούνται επαναληπτικά : 

Αυγελή, Ν., Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη  2001.

Βέικου, Θ., Προσωκρατικοί, 4η έκδοση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995.

Chatelet, Fr., (ed.), Η Φιλοσοφία, Από τον Πλάτωνα στον Θωμά τον Ακινάτη, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1989.

Cornford, F. M.,Η άγραφη φιλοσοφία, εκδ. Έρασμος, Αθήνα 1990.

Curd, Patricia, Η κληρονομιά του Παρμενίδη. Ο ελεατικός ενισμός και η ύστερη προσωκρατική σκέψη,μτφρ. Ε. Κεκροπούλου, Έ. Μαργέλη, Θ. Δαρβίρη, Κ.Αναστασοπούλου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2008.

Diels H. – Kranz, W.,Οι Προσωκρατικοί, Οι Μαρτυρίες και τα Αποσπάσματα, τ. Α΄, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα2007.

Horkheimer, Μ., Adorno, Τ., Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εκδ. νήσος, Αθήνα 1996.

Kahn, Charles, Η., Αναξίμανδρος και οι απαρχές της ελληνικής κοσμολογίας, εκδ. Πολύτυπο, Aθήνα 1982.

Kahn, Charles, H., Ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι,εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2001.

Kahn, Charles, H., ΤheArtandThoughtofHeraclitus, CambridgeUniversity, 1979, μετφρ. στα ελληνικά Κ.Αναστασοπούλου, Η τέχνη και η σκέψη του Ηράκλειτου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2011.

Long, A. A.,Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι, Συναγωγή συστατικών μελετημάτων, εκδ. Παπαδήμα, 2η έκδ.,Αθήνα 2007.

Μαραγγιανού-Δερμούση, Ε., Οι Προσωκρατικοί, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2011.

Και οι ακόμα πιο  εξειδικευμένες μελέτες για τους Προσωκρατικούς (σύγχρονες και κλασικές), όπως:

Bailey, Cyril, The Greek Atomists and Epicurus, Oxford at the Clarendon Press, 1928.

Barnes, J., The Presocratic Philosophers, Thales to Zeno, vol. I, Routledge & Kegan Paul, London, 1979.

Barnes, J., The Presocratic Philosophers, Empedocles to Democritus, vol. II, Routledge & Kegan Paul, London, 1979.

Burckert, W., Lore and Science in Ancient Pythagoreanism, Cambridge Mass, 1972.

Cherniss, H. F., Aristotle’s Criticism of Presocratic Philosophy, Baltimore 1935.

Curd, Patricia, The Legacy of Parmenides: Eleatic monism and Later Presocratic Thought, Princeton Univeristy Press 1998.

Couprie, D. L., Heaven and Earth in Ancient Greek Cosmology, From Thales to Heraclides Ponticus, Springer, U.S.A. 2011.

Furley, D. J. – Allen, R. E., (ed.), Studies in Presocratic Philosophy, The Beggings of Philosophy, Routledge & Kegan Paul, London 1970.

Gallop, D., Parmenides of Elea: fragments: A text and

translation with introduction, University of Toronto Press 1991.

Hadot, P., What is Ancient Philosophy? The Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, London 2002.

Hermann, Arnold, To Think like God, Pythagoras and Parmenides, The Origins of Philosophy, Parmenides Publishing, Las Vegas 2004.

Hussey, Ed., The Presocratics, Duckworth, London 1972.

Irwin, T., A history of Western Philosophy, 1, Classical Thought, O.U.P., 1989.

Kenny, Antony, From Empedocles to Wittgenstein, Historical Essays in Philosophy, Oxford Clarendon Press, 2008.

Kingsley, P., Ancient Philosophy, Mystery and Magic: Empedocles and Pythagorean Tradition, Oxford University Press 1995.

Kirk, G. S., Heraclitus: The Cosmic Fragments, A Critical Study, Cambridge University Press 2010 (1ηέκδοση1954).

Lloyd, G. E. R., Methods and Problems and Greek Science, selected papers, Cambridge University Press 1991.

McKirahan, D. Richard, Philosophy Before Socrates, An Introduction with Texts and Commentary, 2nd ed., Hackett Publishing, Indianapolis 2010.

Miller, L. Patrick, Becoming God: Pure reason in Early Greek Philosophy, Cintinuum Studies in Ancient Philosophy, London 2011.

Morgan, K., Myth and Philosophy,  from the Presocratics to Plato, Cambridge University Press 2000.

Popper, K., The World of Parmenides, Essays on Presocratic Enlightenment, Routledge, London andNew York 1998.

Prier, Raymond, Adolph, Archaic logic: symbol and structure in Heraclitus, Parmenides and Empedocles, Mouton, The Hague-Paris 1976.

Reinhardt, Κarl, Parmenides und die Geschichte der Griechischen Philosophie, Bonn 1916 (4th ed. Klostermann,Frankfurt 1985.

Roussos, E., Heraklit-Bibliographie, Darmstadt, Wissenschaftliche

Buchgesellschaft 1971.

Sandywell, Barry, Presocratic Reflexivity: the construction of Philosophical Discourse c. 600-450 BC, Logological Investigations, Routledge, London and N. York 1991.

Sinclair, Natalie, Pimm, David, Higginson, William (eds), Mathematics and the Aesthetic, New Approachesto an Ancient Affinity, Springer, Canada 2006.

Stokes, M. C., One and Many in Presocratic Philosophy, Cambridge Mass, 1971. Sweeney, Leo, S. J., Infinity in the Presocratics, A bibliographical and Philosophical Study, Dordrecht Springer, Netherlands 1972.

Taylor, C. C. W., (ed.), The Routledge history of philosophy, Vol. 1, From the beginnings to Plato, Routledge, London, N.Y. 1997.

Warren, James, Presocratics, Routledge, London, N.Y., 2014.

Wedin, Michael V., Parmenides’ Grand deduction, A Logical Reconstruction of the Way of Truth, Oxford University Press 2014.

West, M. L., Early Greek Philosophy and the Orient, Oxford at the Clarendon Press, 1971.

Wright, M. R., Empedocles: The extant fragments, Bristol Classical Press, UK 1995.

Wright, M. R.,Ιntroducing Greek Philosophy, Acumen, UK. 2009.

Βλαστού, Γρ., «Σημείωση για το βέλος του Ζήνωνα», Δευκαλίων τ. 2, (1974), 301-318.

Bredlow Andrè Luis, “Parmenides and the grammar of Being” Classical Philology, vol. 106, N. 4 (October 2011), University of Chicago Press, 283-298.

Cherniss, H. F., “The Characteristics and effects of Presocratic Philosophy”, Journal of the History of Ideas, vol. 12, No.3, (Jun. 1951), 319-345.

(Cherniss, H. F., “The Characteristics and effects of Presocratic Philosophy”, in Furley, D. J. – Allen, R.E., (ed.), Studies in Presocratic Philosophy, vol. I,

Routledge & Kegan Paul, London, 1970).

Colvin, M., “Heraclitus and Material Flux in Stoic Psychology” Oxford Studies in Ancient Philosophy, vol. XXVIII (Summer 2005), 257-272.

Cornford, F. M., “Mysticism and Science in the Pythagorean Tradition”, The Classical Quarterly, Vol. 16 ( 3-4 ), July (1922), 137-150.

Cornford, F. M., “Innumerable Worlds in Presocratic Philosophy”, The Classical Quarterly, vol. 28, No. 1 (Jan. 1934), 1-16.

Cosgrove, M. R., “The Unknown “knowing Man”: Parmenides B1. 3” Classical Quarterly, (May 2011), 28-47.

Coxon, A. H., “Parmenides on Thinking and Being”, Mnemosyne, vol. 56 (2003), 210-212.

Δραγώνα-Μονάχου, Μ., «Αφετηρία για τη χαρτογράφηση μιας αρχαϊκής γνωσιολογίας», Δευκαλίων, τ. 3,(1974), 365-385.

Δραγώνα-Μονάχου, Μ., «Το πρόβλημα των ομοιομερειών του Αναξαγόρα και η ιστορία του», Φιλοσοφία, Κ.Ε.Ε.Φ., Ακαδημία Αθηνών, τ. 7, (1977), 162-231.

 Frère, Jean, «Ο Παρμενίδης, στοχαστής του κόσμου», Δευκαλίων, 33/34 Αθήνα (1981), 87-96.

Guthrie, W. K. C., “The Presocratic World Picture”, Harvard Theological Review, vol. 45, Νο. 2 (April 1952), 87-104.

Κύρκου, Β., «“Διάθεσις” και “Διαθιγή”, δύο έννοιες από την κοσμολογία των Προσωκρατικών», Ελληνικά 28, (1975), 275-291.

Lesher, J. E., “Mind’s Knowledge and Powers of Control in Anaxagoras DK B12”, Phronesis 1995, Vol. XI/2 (August 1994), 130-142.

Μουρελάτος, Α. Φ., «Ηράκλειτος, Παρμενίδης και η απλοϊκή μεταφυσική των πραγμάτων», Δευκαλίων 33/34 (1981), 57-55.

Μουρελάτος, Α. Φ., «Η διάκριση καθόλου και καθέκαστα στον Δημόκριτο», Υπόμνημα στη Φιλοσοφία, (2004), εκδ. Πόλις, 7-27.

Μπιτσάκης, Ε., «Η αλληλεπίδραση, εννοιολογικός πυρήνας των φυσικών θεωριών», Φιλοσοφία, Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας, Ακαδημία Αθηνών, τ. 7, Αθήναι 1977, 87-109.

Νεχαμάς, Α., «Οι τρεις οδοί διζήσιος του Παρμενίδη», Δευκαλίων 33/34 (1981), 113-129.

Ρούσσου, Ευ., «Σχεδίασμα ιστορικής εισαγωγής στους Ελεάτες», Δευκαλίων, 33/34 Αθήνα (1981), 41-56.

Finkelberg, Aryeth, “The Cosmology of Parmenides”, The American Journal of Philology, Vol. 107, No. 3, (Autumn 1986), 303-317.

Finkelberg, Aryeth, “The Milesian Monistic Doctrine and the Development of Presocratic Thought”, Hermes 117, Bd. H. 3 (1989), 257-270.

Verdenius, W. J., “Notes on the Presocratics”, Mnemosyne, vol. 1 (1948), Brill, 8-14.

Wolfe, C. J., “Plato’s and Aristotle’s answers to the Parmenides Problem”, The Review of Metaphysics (June 2012), 747-764.

Υπάρχει ακόμη μια απρόσμενη απορία την οποία πρέπει να λύσουμε. Αφορά στους λόγους για τους οποίους το πρώτο υποκεφάλαιο φέρει τίτλο ταυτόσημο με εκείνον ολόκληρου του Κεφαλαίου («Η παραστασιακότητα στην οντολογία των Προσωκρατικών») και η οποία εκβάλλει στην επιστημονικότατη διαπίστωση ότι «η υιοθέτηση κοινού τίτλου για το μείζον (κεφάλαιο) και το έλασσον (υποκεφάλαιο) αποτελεί μία ακόμη καινοτομία».

Kατ’αρχάς καινοτομία αποτελεί η άποψη  ότι ο τίτλος  κεφαλαίου είναι το μείζον και ο τίτλος του υποκεφαλαίου είναι το έλασσον. Ο τίτλος το κεφαλαίου εστιάζει στο μείζον του συνόλου των αναπτυγμένων υποκεφαλαίων, συνεπώς  είναι δυνατόν  να είναι ταυτόσημος με ένα από αυτά.  Αυτή δεν είναι καινοτομία. Προϋπήρχε στο φιλοσοφικό συγγραφείν. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω:

Ι. Δελλης, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2009, κεφάλαιο 9ο: Τίτλος: Θεωρίες περί της αλήθειας, Υποκεφάλαιο: Οι θεωρίες για την αλήθεια

HannahArendt, Περί Βίας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2000, τίτλος βιβλίου και τίτλος τριών κεφαλαίων (Περί βίας) ίδιος (σσ. 65, 95, 119)

Στην άποψη ότι το τελευταίο κεφάλαιο (αναφορικά προς τις επιδράσεις των Προσωκρατικών) δεν είναι εξαντλητικό, επισημαίνω ότι στόχος του κεφαλαίου αυτού προφανώς και ήταν κάποιες ενδεικτικές αναφορές της  επίδρασης των Προσωκρατικών,  όπως αναφέρω στο τέλος. Δεν ήταν στις προθέσεις μου να αναφερθώ διεξοδικά στο ζήτημα των επιδράσεων, αλλά να επικεντρωθώ στο κεντρικό μου θέμα, στην Οντολογία των Προσωκρατικών. Η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου αναφέρεται ακριβώς σε αυτό (κάθε άλλη προσπάθεια να συνδυάσω ανεπιτυχώς ή όχι τον Sartre με ονόματα πόλεων πραγματικά είναι διασκεδαστική).

Επίσης, δεν ξέρω αν πρέπει κανείς να «απολογηθεί» γιατί χρησιμοποιεί το Montaigne  και όχι το Μονταίνιος. Προφανώς και είναι θέμα επιλογής του συγγραφέα. Δεν είναι κατανοητό, όμως, και για ποιο λόγο είναι κατακριτέο το «ελληνικοποιημένο»  Κίρκεγκωρ. Υπάρχει μεταφρασμένο στα ελληνικά το βιβλίο: Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Φιλοσοφικά ψιχία ή κνήσματα και περιτμήματα, μετφρ. Κ. Παπαγιώργης,  εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1998. Τη διεύθυνση της σειράς έκδοσης είχε ο Κωστής Παπαγιώργης.

Στην άποψη του συντάκτη του κειμένου της κριτικής: «Η παρατεθείσα φράση αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της υπερρεαλιστικής ερμηνευτικής μεθόδου για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, και η οποία εφαρμόζεται εδώ δια των τεχνικών του ελεύθερου συνειρμού και της αυτόματης γραφής. Σε αυτή την τελευταία έχει εξάλλου αναφερθεί και η ίδια η συγγραφέας ενωρίτερα (σ. 215), αποδίδοντας στους Προσωκρατικούς «μια υποψία αυτόματης γραφής (η οποία κάθε άλλο παρά αυτόματη ήταν)». Το ίδιο ισχύει, mutatis mutandis, και για το δικό της ερμηνευτικό ενέργημα: αφήνει να αιωρηθεί μια υποψία αυτόματης γραφής, η οποία κάθε άλλο παρά αυτόματη είναι», θα τοποθετηθώ με ευθύτητα και παρρησία:

Αδυνατώ να συλλάβω το νόημα της παραγράφου ώστε να απαντήσω.

Η ψιλή επίκληση της διαλεκτικής (…)

[«Κι αν κάποιος διαβλέπει σε αυτήν τη φράση μια αντίφαση, τότε είναι πιθανώς άμοιρος της διαλεκτικής – μιας έννοιας στην οποία η Παπαλεξίου επανέρχεται αδιάπτωτα:  (ακολουθούν οι σελίδες στις οποίες αναφέρω τον όρο «διαλεκτική»). Όπως πιστεύει η Παπαλεξίου, και μόνη η ψιλή επίκληση της «διαλεκτικής» είναι ικανή να επιλύει μεγάλο μέρος των φιλοσοφικών προβλημάτων].

Δεν καταλαβαίνω το λόγο της δυσφορίας του γράφοντος στις αναφορές μου περί διαλεκτικής στον Ηράκλειτο, κυρίως. Δεν θα έπρεπε να γίνει αναφορά στη διαλεκτική τους Προσωκρατικούς – ενταγμένη και αξιολογημένη στο πνεύμα της προσωκρατικής φιλοσοφίας; Δεν θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στη διαλεκτική στον Ηράκλειτο; Είναι παγκοίνως γνωστό και παντοιοτρόπως κατατεθειμένο  ότι η σύλληψη της ηρακλείτειας διαλεκτικής είναι η απαρχή των ιστορικο-φιλοσοφικά διαλεκτικών εκφάνσεων όχι μόνο χρονικά και όχι, κατ’ανάγκη, σε ένα επίπεδο συμφωνίας ή στοίχισης προς αυτή. Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής που καταθέτω στο βιβλίο μου, η άποψη του  κειμένου της κριτικής : «Όπως πιστεύει η Παπαλεξίου, και μόνη η ψιλή επίκληση της «διαλεκτικής» είναι ικανή να επιλύει μεγάλο μέρος των φιλοσοφικών προβλημάτων» είναι απλώς κατώτερη των περιστάσεων. Πάντως, στο βιβλίο του  Αξελού για τον Ηράκλειτο,  του οποίου η παράλειψη μου καταλογίζεται, υπάρχει ολόκληρο κεφάλαιο με τον τίτλο «Διαλεκτική»( Κ. Αξελός, Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1974, σ. 45-57)

Επίσης από ποιο σημείο της μονογραφίας  προκύπτει ότι η διαλεκτική επιλύει μεγάλο μέρος των φιλοσοφικών προβλημάτων; Αναρωτιέμαι στην Προσωκρατική φιλοσοφία θα μπορούσαμε να μιλάμε για μεθόδους επίλυσης φιλοσοφικών προβλημάτων;

Ως προς έτερο σημείο της κριτικής θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι είναι διαφορετική η χρήση του όρου σύγχρονοι φιλόσοφοι, από την αναφορά στην ιστορικο-φιλοσοφική περίοδο της σύγχρονης φιλοσοφίας.  Όπως υπάρχει μια γενικευτική τάση σύνοψης όταν αναφερόμαστε σε φιλοσόφους της αρχαιότητας, χωρίς να εξειδικεύουμε περισσότερο (Προσωκρατικούς, Κλασικούς, κ.ά.).

 

 

Η πρωτοτυπία της πρωτοτυπίας

«Οι  πρωτότυπες  θέσεις που με κάθε αφορμή διατυπώνει η Παπαλεξίου είναι πολλές. Θα καταγράψω εδώ μερικές μόνο από αυτές» (αναφέρονται αποσπάσματα ενός ή δυο στίχων)

Θεωρώ ότι η καταγραφή και μόνον μερικών απόψεων από τον γράφοντα,  χαρακτηρισμένων ως πρωτότυπων, δεν αρκεί. Επίσης  δεν αντιλαμβάνομαι τη φράση «πρωτότυπες θέσεις». Στόχος  της συγγραφής μου πάντως δεν είναι η «πρωτοτυπία». Μήπως αντί να παρατίθενται απλά αποσπάσματα από το βιβλίο μου να υπήρχε και κάποια απόπειρα εξήγησης του «πρωτότυπου» ως μεμπτού; 

Και συνεχίζεται η κριτική ως εξής: «Η συγγραφέας προβαίνει όμως και σε άλλες επισημάνσεις όπως: (αναφορά 3 προτάσεων)»

Και εδώ ακολουθείται η ίδια μέθοδος από τον συντάκτη του κειμένου της κριτικής, δηλαδή  η απλή παράθεση επισημάνσεων. Από πότε οι επισημάνσεις αποτελούν μειονεκτικό στοιχείο γραφής; Δεν αναφέρεται ποιο είναι ακριβώς το πρόβλημά τους. Αν και δεν αντιλαμβάνομαι και εδώ σε τι ακριβώς πρέπει να απαντήσει κάποιος όταν του καταλογίζονται «επισημάνσεις» (με ειρωνικό χαρακτήρα), δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι σε όλες αυτές τις επισημάνσεις μου είμαι όσο δυνατόν περισσότερο σαφής γίνεται. Ειδικότερα ως προς την τρίτη φράση – επισήμανση είμαι σαφής τόσο με τη διατύπωση εντός τού κυρίως κειμένου όσο και με την υποσημείωση 122 (Η αγάπη της σοφίας – φιλο (ω) /σοφία). Η φιλοσοφία δεν είναι συστηματοποιημένος όρος στην Προσωκρατική περίοδο του φιλοσοφείν.

Γενικότερα, παρατηρούμε ότι υπάρχει μια κατάχρηση του όρου ερμηνευτική (ειδικά το «ερμηνευτικά κλειδιά») από τον συντάκτη του κειμένου, χωρίς να φαίνεται μια κάποια λείανση του όρου στο φιλοσοφικό ορίζοντα. Επιπλέον, παραθέτω κάποιες βαρύγδουπες εκφράσεις-  επισημάνσεις των «στοιχείων της κριτικής», τις οποίες αδυνατώ να συλλάβω, αλλά μιας και κατατίθενται καλό θα ήταν να υπάρχουν και  κάποιες διευκρινίσεις. Τι ακριβώς σημαίνει η φράση «ερμηνευτικός  σουρρεαλισμός»  ή «φιλοσοφικός  ντανταϊσμός»; Υπάρχουν αυτοί οι όροι στη φιλοσοφία;

Στην κριτική, τώρα, του συντάκτη του κειμένου της κριτικής ως προς τις παραπομπές μου στον Αριστοτέλη και το είδος της βιβλιογραφίας που συμβουλεύτηκα απαντώ:

Δεν διαφοροποιούμαι από τις χιλιάδες σελίδες που έχουν γραφεί για την αριστοτελική σύλληψη του πρώτου κινούντος (το αντίθετο μάλιστα, αναφέρω ενδεικτικά τον Cherniss, Hadot, κ. ά.), ΔΕΝ  ερμηνεύω τη φράση που αναφέρει ο συντάκτης του κειμένου (δεν έχω αυτή την παραπομπή στο βιβλίο μου, αλλά το 1272a  στο οποίο στηρίζω το συλλογισμό μου),  ΔΕΝ ΑΝΑΦΈΡΟΜΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ  στην εν λόγω παρεκβατική αναφορά, άλλα στους Προσωκρατικούς (Ξενοφάνη). Σε προηγούμενη φάση της κριτικής που υπέστην  «κατηγορήθηκα» ότι προσκολλήθηκα σε κλασικές εργασίες και τώρα τις ακυρώνω;

 

 

Στυλιστικά και άλλα

Αναφέρεται από τον συντάκτη του κειμένου ότι χρησιμοποιώ τη λέξη«ίδωμα» (σ. 51, 67, 134, 206, 210) – αντί π.χ. της «θέασης». Γράφει μάλιστα ότι δεν  διστάζω να χρησιμοποιήσω «τον θαυμασμό» (σ. 75) εκεί όπου κάθε άλλος μελετητής θα έκανε λόγο για «το θαυμάζειν»·

Δεν ξέρω αν είναι θα έπρεπε να απολογηθεί κανείς γιατί χρησιμοποιεί τη λέξη «ίδωμα» αντί της λέξης «θέαση»  ή τη λέξη «θαυμασμός» αντί για το «θαυμάζειν». (Πάντως,γράφουμε ορθά τη λέξη «ίδωμα» και όχι «είδωμα»…). Υποθέτω ότι είναι στυλιστική  η συμβουλή του.

Επιπλέον, μου καταλογίζεται ότι  από το Λεξικόν της Προσωκρατικής φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών καταγράφεται, για ανεξιχνίαστους λόγους, μόνο ο δεύτερος τόμος, που περιλαμβάνει τα λήμματα Κ-Ω.

Το ανεξιχνίαστο «έγκλημα» έχει μια λογική εξήγηση. Τον  δεύτερο τόμο επεξεργάστηκα και συμβουλεύτηκα. Αναζήτησα τους όρους που εντάσσονταν στην αλφαβητική σειρά (Κ-Ω).

Τέλος, ο συντάκτης του κειμένου της αποτίμησης από τη μια ξορκίζει και ειρωνεύεται τη φιλοσοφική παραγωγή της δεκαετίας του ’60 και ’70 «θεωρώντας» ότι «θυμίζει η συγγραφή μου κείμενα αυτής της περιόδου», και από την άλλη υποσημειώνει την παράλειψή μου να αναφέρω βιβλίο της δεκαετίας του ‘60, του Κ. Αξελού, ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία. Το βιβλίο αυτό είναι η μια από τις δυο διδακτορικές του διατριβές, η οποία φυσικά δεν εκδόθηκε το 1976, όπως γράφει ο συντάκτης του κειμένου (τότε μεταφράστηκε  στα ελληνικά στις εκδόσεις Εξάντας, είχε εκδοθεί στα ελληνικά όμως και το 1974 επίσης από τις ίδιες εκδόσεις), αλλά εκπονήθηκε στη δεκαετία του ’60 και  εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Leseditions  deMinuit το 1962.

METHODUSNOVA: ΑΓΑΝΑΚΤΩ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ

Πιο συγκεκριμένα, κατά τον γράφοντα τα της κριτικής: «πίσω από τον φιλόσοφο που όλοι γνωρίζαμε ως Νουμήνιο (2ος αι. μ.Χ.), κρύβονται (σ. 234) αφενός κάποιος «Νουμήνιος», τον οποίο εντάσσει στον Νεοπυθαγορισμό του 1ου αι. μ.Χ., και αφετέρου κάποιος «Νουμίνιος ο εκ της Απαμείας Συρίας (2ος αι. μ.Χ.)».

Τον Νουμήνιο ορθώς συνεπώς τον τοποθετώ στον 2ο αι. μ.Χ., όταν κάνω λόγο συγκεκριμένα για αυτόν (τον τοποθετώ γενικότερα στους Νεοπυθαγόρειους, αλλά υποσημειώνω ότι σημείο ακμής του Νεοπυθαγορισμού είναι ο 1ος αι. μ.Χ.). Κακώς φυσικά που δεν διατήρησα το «η» στη δεύτερη γραφή και εκ παραδρομής προέκυψε ένα «ι». Για το ότι κατάγεται από την Απάμεια δεν μπορώ να κάνω κάτι. Εκείνο που μπορώ να επισημάνω, όμως, είναι το λήμμα της Εγκυκλοπαίδειας του Πλάτωνος του Ιδρύματος  Μείζονος  Ελληνισμού, η οποία έχει μια επιστημονική επιτροπή στην οποία μετέχει ο συντάκτης του κειμένου, επιτροπή η οποία συνέταξε το συγκεκριμένο λήμμα. Σε αυτό το λήμμα λοιπόν, αρχικά αναφέρεται ο Νουμήνιος («που όλοι ξέρουμε») τον  2ου αι.π. Χ. , κι έπειτα ότι γεννήθηκε στην Απάμεια της Συρίας τον 2ο αι. μ.Χ..

Αυτός ο «κάποιος» Νουμήνιος ο εκ της Απαμείας Συρίας (2ος αι. μ.Χ.)  βρίσκεται σε ιστοσελίδα χρημοτοδοτούμενου προγράμματος του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, το οποίο έχει ως μέλος της επιστημονική του επιτροπής τον κ. Θανασά,  τον συντάκτη (μεταξύ άλλων) του λήμματος, δηλαδή, που μας δίνει την πληροφορία που του προκαλεί θαυμασμό, ειρωνεία και άλλα δυσφορίας συναισθήματα, ανεξέλεγκτα. Δυσφορεί ο ίδιος με αυτά που γράφει; http://n1.xtek.gr/ime/gymnasium/?p=lemma&id=399&lang=1)

Παραθέτω το λήμμα ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΜΕΝΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ:

Νουμήνιος

Ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του μεσοπλατωνισμού (2ος αιώνας π.Χ.. Η σκέψη του άσκησε μεγάλη επίδραση στον Πλωτίνο, τον Πορφύριο και τους χριστιανούς στοχαστές.

Βίος και έργο

Ο Νουμήνιος γεννήθηκε στην Απάμεια της Συρίας, όπου και δίδαξε στα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Αναφέρονται τίτλοι επτά έργων του από τα οποία όμως έχουν σωθεί μόνο κάποια αποσπασμάτα. Ενδεικτικοί τίτλοι έργων του είναι το Περί Αγαθού και το Περί αφθαρσίας ψυχής…  

…τρείς αρχές του κόσμου που προετοιμάζουν το έδαφος για το δόγμα της Αγίας Τριάδας.

(οι ανοιχτές παρενθέσεις που ουδέποτε κλείνουν, οι λάθος τονισμοί, ο τονισμός του αριθμητικού «τρείς», είναι μερικά  μόνο από αυτά που  μπορεί να παρατηρήσει κάποιος στην ιστοσελίδα. )

Για να αλλάξουμε κλίμα…Μου προσάπτεται επίσης λόγος «πειστικής αμεσότητας και διαυγούς αποδεικτικότητας»: Όντως, έτσι πρέπει να είναι ο λόγος των μελετητών, όταν τα  αποσπάσματα της γραφής τους  στηρίζονται σε αδιάψευστες ακαδημαϊκές και επιστημονικές μεθόδους, όπως είναι οι εξής βιβλιογραφικές αναφορές :

 

  • «Το παρμενίδειο Ποίημα [...] υπερβαίνει το μισό του αρχικού του μεγέθους» (σ. 89).

Ως προς το συγκεκριμένο παραθέτω την υποσημείωση  212  του βιβλίου μου (Cornford, Η Άγραφη Φιλοσοφία, σελ. 7), η οποία αφορά ακριβώς σε αυτή τη φράση (φράση  του Cornford). Ο συντάκτης του κειμένου διαφωνεί με τον Cornford τον οποίο επικαλούμαι εγώ. Βεβαίως και είναι δικαίωμα του κάθε μελετητή να διαφωνεί με τον Cornford, αλλά είναι υποχρεωμένος να ξεκαθαρίζει με ποιον διαφωνεί (όχι με την Παπαλεξίου, αλλά με τον Cornford)

  • Ο Παρμενίδης «ανοίγει το δρόμο της ερμηνείας του όντος ως πραγματικότητα ή πραγματικό, και όχι μόνο ως υπαρκτικό» (σ. 155).

Στη  συγκεκριμένη φράση του βιβλίου μου έχω  την υποσημείωση  441 των Kirk-Raven-Schofield. Εννοείται ότι η προσπάθεια απόδοσης μιας φιλοσοφικής παρατήρησης αγγλικού κειμένου έχει μια ιδιαιτερότητα στη ροή του λόγου.

  • «για τον Λόγο το φυσικό είναι εμποτισμένο με λόγο» (σ. 29)

Tο να απομονώνουμε ένα τμήμα μιας πρότασης – και μάλιστα όχι ολοκληρωμένο - δεν είναι λογικό. Η πρόταση, της οποίας τμήμα αναγράφεται στο κείμενο της αποτίμησης,  αφορούσε στον Ηράκλειτο, όπου η λέξη Λόγος είναι εννοιολόγημα. Η πρόταση έχει ως  εξής: «Ο Λόγος του Ηράκλειτου θα αποδώσει αυτό το λογικό χαρακτήρα της φύσης με τον τελειότερο τρόπο: για τον Λόγο το φυσικό είναι εμποτισμένο με λόγο και με νόηση»[2]  και στηρίζεται στην υποσημείωση 33, στο έργο του Σέξτου του Εμπειρικού Προς Μαθηματικούς!

  • «Oι πλουραλιστές οντολόγοι είναι οι ρέοντες, δηλαδή, κατά πρώτο λόγο ο Ηράκλειτος, αλλά και όσοι επηρεάστηκαν καθοριστικά από τη σκέψη του, χωρίς όμως να μπορούμε να τους ονομάσουμε Ηρακλειτικούς» (σ. 121)· ωστόσο: «Η αναμέτρηση [...] με τους ρέοντες (Ηρακλειτικοί) [...]» (σ. 122).

H απάντηση εδώ είναι απλή, στη δεύτερη περίπτωση (σελ. 122) αναφέρομαι σε συγκεκριμένο  λήμμα από τον Θεαίτητο (152e)  και τον Διογένη τον Λαέρτιο (IX,6), οι οποίοι συνδέουν  τους ρέοντες με τον Ηράκλειτο.  Απαντούν δηλαδή οι ίδιοι οι φιλόσοφοι. Η παρατήρηση είναι παραπλανητική.

  • Η «έννοια της ἀλλοίωσης [sic – ...] αποτυπώνει ένα καθεστώς κατάστασης» (σ. 173).

Απομονώνεται (με στίξη του συντάκτη του κειμένου) το τελευταίο μέρος της πρότασης μιας παραγράφου, την οποία παραθέτω, διότι νομίζω ότι η ίδια η παράγραφος εξηγεί την κατάληξή της:

«Η έννοια της μεταβολής, πάντως, στους Προσωκρατικούς δεν έχει υποστεί την επεξεργασία της αριστοτελικής αντίστοιχης έννοιας490, η οποία περιλαμβάνει τέσσερα είδη κίνησης: την ουσιακή (τη γένεση και τη φθορά), την ποσοτική (αύξηση και ελάττωση), την ποιοτική (αλλοίωση), την τοπική (φορά)491. Θα ήταν πιο κοντά ίσως στην έννοια της ἀλλοίωσης της αριστοτελικής φιλοσοφίας492 (Περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς, 314a: «Περὶ δὲ γενέσεως καὶ φθορᾶς τῶν φύσει γενομένων καὶ φθειρομένων, ὁμοίως κατὰ πάντων, τάς τε αἰτίας διαιρετέον καὶ τοὺς λόγους αὐτῶν, ἔτι δὲ περὶ αὐξήσεως καὶ ἀλλοιώσεως, τί ἑκάτερον, καὶ πότερον τὴν αὐτὴν ὑποληπτέον φύσιν εἶναι ἀλλοιώσεως καὶ γενέσεως, ἢ χωρίς, ὥσπερ διώρισται καὶ τοῖς ὀνόμασιν. Τῶν μὲνοὖν ἀρχαίων οἱ μὲν τὴν καλουμένην ἁπλῆν γένεσιν ἀλλοίωσιν εἶναί φασιν, οἱ δ' ἕτεροι ἀλλοίωσιν καὶ γένεσιν. Ὅσοι μὲν γὰρ ἕν τι τὸ πᾶν λέγουσιν εἶναι καὶπάντα ἐξ ἑνὸς γεννῶσι, τούτοις μὲν ἀνάγκη τὴν γένεσιν ἀλλοίωσιν φάναι καὶ τὸ κυρίως γινόμενονἀλλοιοῦσθαι»), αλλά διαφορετική από την έννοια τηςἀλλοίωσης και της φοράς που αναφέρει ο Πλάτωνστον Θεαίτητο493. Και στις δύο περιπτώσεις η έννοιατης μεταβολής είναι συνθετότερη οντολογικά από τηνέννοια της ἀλλοίωσης, η οποία αποτυπώνει ένα καθεστώς κατάστασης, ενώ η μεταβολή αναδεικνύει τησημασία των διεργασιών». (Η τελευταία αυτή φράση με τα έντονα γράμματα απομονώθηκε από το υπόλοιπο της παραγράφου)

(490 Μ.τ.Φ., 983a 26, 1013a 24, 1027a 29.

491 Πβ. Zeller-Nestle, ένθ’ ανωτ., 228.

492 Πβ. Μουρελάτου, Α. Φ., «Ηράκλειτος, Παρμενίδης και η απλοϊκή μεταφυσική των πραγμάτων», ένθ’ανωτ., 64).

 

Κατά ανάλογο τρόπο, απομονώνοντας τμήματα προτάσεων, αποσιωπώντας παραπομπές που στηρίζουν τα γραφόμενο ή παραθέτουν αυτούσιες απόψεις,  ο συντάκτης του κειμένου στην ουσία  δυσφορεί με Cornford, Kirk-Raven-Schofield, Σέξτο Εμπειρικό, Gramsci, Πλάτωνα, Διογένη τον Λαέρτιο, Αριστοτέλη, ZellerNestle, Μουρελάτο (η σειρά καταγραφής είναι τυχαία)

 

METHODUS (SUPER) NOVA: ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ (;)

«Ενώ όλοι οι μελετητές του Πλάτωνα αναγνωρίζουν ως ένα από τα κύρια μελήματα της θεωρίας (ή υπόθεσης) των Ιδεών την ανάγκη δικαιολόγησης, θεμελίωσης και τεκμηρίωσης της πολλαπλότητας των ονομάτων που αποδίδονται σε ένα ον, η Παπαλεξίου επισημαίνει πως ηδυνατότητα να«υπάρχουν δυο ονομασίες για ένα ον [είναι] πράγμα αστείο, κατά τον Πλάτωνα» (σ. 143).

Ουδόλως εννοώ αυτό που, υποθέτω, ότι εννοεί ο γράφων. Η προσεκτική ανάγνωση του κειμένου το αναδεικνύει.   Να απαντήσω, όμως,  πως «η Παπαλεξίου επισημαίνει πως η δυνατότητα να «υπάρχουν δυο ονομασίες για ένα ον [είναι] πράγμα αστείο, κατά τον Πλάτωνα» (σ. 143)» είναι λάθος. Δεν το λέω εγώ αυτό (θα το ήθελα πολύ να το είχα πει εγώ …),αλλά ο  Πλάτων  στον  Σοφιστή, όπως αναφέρω στην  υποσημείωση 308 (Σοφιστής, 244c-e), που υπάρχει ακριβώς σε αυτή τη φράση («Το τε δυο ονόματα ομολογειν είναι μηδέν θέμενον πλην εν καταγελαστόν που»).   Παραθέτω, όμως  και το προηγηθέν απόσπασμα του βιβλίου μου,  το οποίο όλως περιέργως δεν αναφέρεται:

«Ο χειρισμός της ενότητας/πολλαπλότητας ήταν βασικό πεδίο σύγκρουσης των οντολόγων. Τα ερωτήματα που προέκυψαν ήταν σημαντικά: Πίσω από τα «πολλαχῇ διεσπαρμένα»396 βρίσκεται το ένα, ή αυτή η ίδια η πολλαπλότητα εκφράζει το είναι των πραγμάτων; Μήπως πίσω από την πολλαπλότητα (η οποία μπορεί να εκφράζεται ως αντίθεση, για παράδειγμα, θερμού-ψυχρού) εννοούμε ένα ον με δύο μορφές, εφόσον «ον» ονομάζουμε και το θερμό και το ψυχρό397; Αν πούμε πάλι πως το ον είναι ένα, τότε δεν ομολογούμε πως στην πραγματικότητα υπάρχουν δυο όντα, το ον και το ένα, αν κάθε ονομασία παραπέμπει σε ον; Αλλιώς θα πρέπει να παραδεχθούμε πως υπάρχουν δυο ονομασίες για ένα ον, πράγμα αστείο, κατά τον Πλάτωνα398».

 

  • Τέλος, το  βιβλίο μου θυμίζει παλαιότερες εποχές… – τότε που η φιλοσοφία δεν είχε ακόμη εκπέσει σε ερευνητική δραστηριότητα με αξιώσεις επιχειρημάτων, τεκμηρίωσης και θεωρητικής θεμελίωσης.

 

Καμία περίοδο φιλοσοφικής συγγραφής δεν πρέπει να «εξορίζουμε» ή να μεμφόμαστε. Η κάθε περίοδος και ο κάθε μελετητής προσφέρει. Στον ελληνικό χώρο η εργογραφία των δεκαετιών 1960-70 δεν είναι αμελητέα: Κ. Αξελός, Θ. Βέικος, Κ. Βουρβέρης, Κ. Δεσποτόπουλος, Ε. Μουτσόπουλος,  Ι. Θεοδωρακόπουλος, κ.ά.. Για να μην αναφέρουμε την πλουσιότατη και εξαιρετικά γόνιμη συγγραφικά περίοδο για την υπόλοιπη Ευρώπη και όχι μόνο: Αdorno, Horkheimer, Althusser, Η. ArendtT.Kuhn, κ. ά..

 

Δεν αντιλαμβάνομαι, βέβαια, τη φράση «τότε που η φιλοσοφία δεν είχε ακόμη εκπέσει σε ερευνητική δραστηριότητα με αξιώσεις επιχειρημάτων, τεκμηρίωσης και θεωρητικής θεμελίωσης».  Εκπίπτει η φιλοσοφία, όταν αυτή αποτελεί ερευνητική δραστηριότητα με επιχειρήματα, κ.λπ.;

Συμπερασματικά, σε μια βιβλιοκρισία, κατά κανόνα, ο συγγραφέας έχει ως στόχο να εξετάσει κριτικά και επιστημονικά τις θέσεις, τις απόψεις και τα επιχειρήματα τα οποία παρουσιάζονται σε ένα βιβλίο ή ένα άρθρο. Οδηγός στην κριτική του είναι, κάτω από κανονικές συνθήκες, ο λόγος, το επιχείρημα και η νηφαλιότητα. ‘Οπου συμφωνεί με τις παρατιθέμενες θέσεις το αναφέρει, και όπου διαφωνεί, αιτιολογεί τη διαφωνία του και αναπτύσσει την δική του ορθή -κατά την άποψή του- θέση. Μια επιστημονική βιβλιοκρισία, όπως αυτές που κατά κανόνα γράφονται στα Πανεπιστήμια του εξωτερικού, ακόμη κι όταν διαφωνεί ή ασκεί κριτική στο κρινόμενο έργο, αποτελεί ένα άλλο φιλοσοφικό, επιστημονικό έργο που αξίζει να αναγνωσθεί και να παραδοθεί στους μεταγενέστερους. Τέτοιου επιπέδου λ.χ. ήταν οι κριτικές που άσκησε ο περίφημος ‘Εγελος στη φιλοσοφική σκέψη του Καντ. Εν προκειμένω προκαλεί ερωτηματικά η  έλλειψη επιστημονικότητας και αντικειμενικής επιχειρηματολογίας του κειμένου της αποτίμησης. Βρίθει εμπάθειας και υπολείπεται σε γνωστικού χαρακτήρα παρατηρήσεις. Θεωρώ ότι στόχος του γράφοντος την αποτίμηση είναι όχι η προαγωγή της έρευνας και της φιλοσοφίας αλλά η προσωπική μου προσβολή και επιστημονική μείωση.  Επιμελώς απέφυγα να απαντήσω σε προσωπικούς χαρακτηρισμούς που δέχθηκα για το έργο μου για να μην αναγκαστώ να ανταπαντήσω στο ίδιο ύφος. Για το λόγο αυτό παρέθεσα τα επιχειρήματά μου ώστε να επιτευχθεί μια αντικειμενική αποτίμηση του συγκεκριμένου έργου μου.

-ΚΕΡΑΣΕΝΙΑ ΠΑΠΑΛΕΞΙΟΥ

 

 

Ο συνεργάτης μας Παναγιώτης Θανασάς παρατηρεί:

Υποστηρίζοντας μια όντως εντυπωσιακή αντίληψη περί δεοντολογίας και «ακαδημαϊκών ειωθότων», η κ. Παπαλεξίου με εγκαλεί επειδή δεν φρόντισα εγώ για τη δημοσίευση του δικού της κειμένου-«απάντησης». Ομολογώ ότι, ακόμη και αν μπορούσα ή έπρεπε να το κάνω, θα δίσταζα να την εκθέσω τόσο πολύ – όσο πράττει η ίδια, δημοσιεύοντας αυτό το συμπίλημα ανακριβειών, ακυρολεξιών και παρανοήσεων. Ο καχύποπτος αναγνώστης ίσως θεωρήσει ότι η κ. Π. κάνει πως δεν καταλαβαίνει· η υποψία αυτή θα ήταν εντούτοις αδικαιολόγητη. Όλως ενδεικτικώς:

1. Η συγγραφέας όντως δεν κατανοεί πως το πρόβλημα με τον φιλόσοφο Νουμήνιο είναι ότι εμφανίζεται στη μονογραφία της με δύο γραφές και με δύο χρονολογήσεις – δημιουργώντας έτσι την εντύπωση ότι υπάρχει ένας Νουμήνιος του 1ου αι. και ένας Νουμίνιος  του 2ου αι.

2. Η συγγραφέας όντως δεν κατανοεί ότι αυτό που της καταλογιζόταν στη βιβλιοκρισία δεν ήταν ότι αγνοεί τον Μπρετόν, αλλά ότι πουθενά δεν αναφέρει ρητά πως η σύνδεση υπερρεαλισμού και προσωκρατικής φιλοσοφίας έχει γίνει πρώτα από αυτόν.

3. Η συγγραφέας, από την άλλη, δεν διστάζει να ισχυριστεί ψευδώς ότι ο τίτλος του έργου της Arendt, Περί Βίας (Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2000), είναι συγχρόνως τίτλος και των τριών επιμέρους κεφαλαίων του βιβλίου. (Τα κεφάλαια είναι βεβαίως άτιτλα.) Ούτε διστάζει να μου αποδώσει ψευδώς τον τίτλο του «επιστημονικού συνεργάτη» για ένα λήμμα, το οποίο είναι μεν πολύ καλό, αλλά στη συγγραφή, επιμέλεια ή κρίση του οποίου δεν είχα την παραμικρή εμπλοκή.

4. Κάποιο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δικαιολογία της κ. Π. ότι η ακατανόητη φράση «το παρμενίδειο Ποίημα υπερβαίνει το μισό του αρχικού του μεγέθους» έχει παραληφθεί από ελληνική μετάφραση κειμένου του Cornford. Βέβαια, η συγγραφέας δεν τη θέτει (ως όφειλε) εντός εισαγωγικών· παρασιωπά ότι η φράση αφορά το πρώτο μόνο μέρος (την Αλήθεια) και όχι το σύνολο του ποιήματος· παραπέμπει σε λάθος σελίδα της έκδοσης (7 αντί 12)· και κυρίως: παραβλέπει ότι η μετάφραση που άκριτα υιοθετεί είναι κακή και ακατανόητη. Το πρωτότυπο λέει: «The only Presocratic document which extends to more than half its original size is the first part of Parmenides’ poem». Δηλαδή: τα σωζόμενα σήμερα τεκμήρια (document) περιέχουν πάνω από το μισό του μέρους της Αλήθειας.

Τέλος: μεταξύ φιλοσοφούντων, και δη εξοικειωμένων με τη σωκρατική-πλατωνική παράδοση, είναι μάλλον οξύμωρο η χρήση ειρωνικού ύφους να επικρίνεται ως αμάρτημα! Τα λοιπά ας αφεθούν στην κρίση του επαρκούς αναγνώστη.


[1] Κατά την άποψή μου ο σωστότερος γραμματικός τύπος εν προκειμένω είναι: «εισάγει», διαρκείας δηλαδή και όχι στιγμιαίος χρόνος. Η «εισαγωγή» είναι μια διαρκής και επίπονη προσπάθεια και όχι κάποια στιγμιαία απόπειρα, ιδίως όταν το ίδιο το έργο είναι μια «εισαγωγή».

[2] Σέξτ.  Εμπ., Προς Μαθημ.,VII, 128.

2 σχολια

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά