Υπάρχει κανείς που να διερωτάται ακόμη γιατί οι ξένοι εξακολουθούν να στηρίζουν σε τέτοιο βαθμό τον κύριο Τσίπρα; Νομίζω κανείς. Πλην όμως για τους λάθος λόγους. Γιατί, λέει, τους τα περνάει όλα... Γιατί δεν ανοίγει μύτη στη χώρα... Γιατί αν έπαιρνε τα μέτρα αυτά η ΝΔ, τότε θα καιγόταν το Σύνταγμα... Τον πραγματικό λόγο, τον μάθαμε τις μέρες αυτές. Για ορισμένους από εμάς, που τα λέμε εδώ και καιρό, απλώς τον επιβεβαιώσαμε. Οι ξένοι θέλουν τον Αλέξη Τσίπρα στην εξουσία για να μας οδηγήσει αυτός εκτός Μνημονίου.

Η ασφάλεια, κυρίως η εσωτερική, έχει ταυτιστεί με αυτό που συνηθίζουμε, απλουστευτικά τις περισσότερες φορές, να αποκαλούμε «βαθύ κράτος». Αποτέλεσμα αυτής της ταύτισης είναι να προσεγγίζεται με όρους συνωμοσιών, σκοτεινών σχεδίων, αδιαφάνειας και, σε μεγάλο βαθμό, ως αντιθετική με την ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και τη δημοκρατία. 

Στη Μόρια της Λέσβου εξελίσσεται η ταπείνωση της χώρας – και είναι μία ντροπή ενυπόγραφη, ένας εξευτελισμός κυβερνητικού προγραμματισμού. Το μεταναστευτικό είναι ο τόπος της καθολικής εξαέρωσης του συμβολικού φορτίου αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε μεταπολιτευτικό αγωνιστικό δικαιωματισμό. Άλλος ένας καταστατικός μύθος που όταν δοκιμάστηκε στην πράξη απέτυχε παταγωδώς.

Ένα σύντομο σημείωμα με αφορμή το «Επίμετρο» του πρόσφατου βιβλίου του φιλόσοφου και συγγραφέα Στέλιου Ράμφου, Καλώς άρχειν και άρχεσθαι. Περιδιάβασι στα Πολιτικά του Αριστοτέλους, με νεοελληνικό επίμετρο, Αθήνα, Αρμός, 2017, σ. 201.

Το όνομα του νέου κόμματος αποφασίστηκε να είναι «Κίνημα Αλλαγής». Πασοκοποίηση είπαν κάποιοι αφού και η λέξη Κίνημα και η λέξη Αλλαγή είναι σάρκα εκ της σαρκός  του ΠΑΣΟΚ. Με αυτές τις δυο «λεξούλες» ο Ανδρέας Παπανδρέου άλλαξε την πορεία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ναι, τους αντιτείνουν κάποιοι άλλοι, αλλά τελευταία ήταν ο Θεοδωράκης που κινούνταν μεταξύ δυο συνθημάτων: από το «είμαστε στο Κέντρο της Αλλαγής» στο «είμαστε Κίνημα Αλλαγής». Ακριβώς.

Για να αντιμετωπίσουμε την τρομοκρατία, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ορισμένα ελάχιστα. Δεν χωρούν αστερίσκοι, ευέλικτες προσεγγίσεις στον εξτρεμισμό και στον ακτιβισμό και θεωρητικές περιδινίσεις περί καλής και κακής βίας. Και το κράτος οφείλει να προστατεύει τους πολίτες του και τη δημόσια τάξη, είναι κομμάτι της αρμοδιότητάς του που του έχει εκχωρήσει ο συνταγματικός νομοθέτης...

Και εκεί που είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε πώς πέρασε εβδομάδα χωρίς να έχουμε νέα του, εκείνος μας λυπήθηκε. Μεγάθυμος και ελεήμων. Και όπως το συνηθίζει, χρησιμοποίησε έναν ανυποψίαστο (;) συντάκτη ξένου μέσου ενημέρωσης, των Times του Λονδίνου εν προκειμένω, για να μας πληροφορήσει πώς περνά την μέρα του.

Στην Ελλάδα χρειάζεται μερικές φορές ένα γεγονός-καταλύτης για να προκύψει μία ευρύτερη συζήτηση γύρω από ορισμένα θέματα που συνηθίζουμε να τα θάβουμε κάτω από το χαλί, χωρίς φυσικά να τα έχουμε επιλύσει. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η συζήτηση για την τρομοκρατία η οποία πυροδοτήθηκε με αφορμή τη διήμερη άδεια που έλαβε ο καταδικασμένος τρομοκράτης της 17 Νοέμβρη, Δημήτρης Κουφοντίνας.

Οι εκλογές στην Κεντροαριστερά πάντα προξενούν ένα ενδιαφέρον ιδιαίτερο. Μπορεί να μην έχουν την δόξα παλαιότερων εποχών –διάολε, ούτε μία τηλεοπτική εκπομπή στα mainstreammediaγια την αξιολόγησή τους μετά το πέρας των αποτελεσμάτων–, είναι όμως το ταυτοτικό μεταπολιτευτικό σημείο για σημαντικό μέρος του κόσμου. Η αυξημένη σε σχέση με τις προσδοκίες συμμετοχή στις διεργασίες της είναι ενδεικτική.

Πολλά γράφτηκαν ώς τώρα για την «Άδεια» στον Κουφοντίνα και δεν σκοπεύω να προσθέσω άλλα. Τρεις εικόνες με βασανίζουν όμως από χθες. Η μία είναι ο «όχλος» που χυμάει στο δολοφόνο της άτυχης νέας που δολοφονήθηκε στο νεκροταφείο. «Να πεθάνεις τώρα» του φωνάζουν καθώς τον σωριάζουν στο έδαφος. Η δεύτερη είναι η «ομάδα υποδοχής ήρωα» του Κουφοντίνα καθώς βγαίνει από τη φυλακή, με θωπείες, φιλιά, αγκαλιές και ζητωκραυγές. Η τρίτη είναι του υπουργού Δικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή καθώς «ουρλιάζει», όπως συνήθως «μιλάει», επιτιθέμενος στη βουλευτή Ντόρα Μπακογιάννη, όταν αυτή στηλίτευσε την «Άδεια» στο δολοφόνο του Μπακογιάννη, στη Βουλή.