Γράφω για την Τουρκία τα τελευταία 7 χρόνια, παρ’ ότι εργάζομαι εκεί και είμαι χωμένος, μέχρι το λαιμό, στην τοπική κοινωνία και πολιτική, περισσότερα από 25 χρόνια… Ακούγονται, πάρα πολλά και γράφονται ακόμη περισσότερα, για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος… Με βάση και τα όσα υποστληριξα στη διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας, πιστεύω ότι σήμερα, εκτιμώντας νηφάλια, το αποτέλεσμα που έδωσαν οι κάλπες είναι το ευνοϊκότερο δυνατό για την ίδια την Τουρκία…

O καθένας, ειδικός ή μη, φιλόλογος ή μη, «επιστήμων» ή μη, έξυπνος ή μη, ηθικός ή μη, κατεργάρης ή μη, άγιος ή μη, σοφός ή μη, βλάκας ή μη, μπορεί να γράφει, με την ευθύνη της υπογραφής του, ό,τι θέλει για τον Καβάφη. Να γράφει και να κρίνεται, όπως όλοι όσοι γράφουμε και κρινόμαστε – έτσι είναι το σωστό. Αλλά είναι άλλο αυτό, και τελείως άλλο να θέλει να μιλάει κάποιος για τον Καβάφη βαφτίζοντας ειδικώς τις εκφάνσεις εκείνου και των φίλων του ως γινόμενες τάχα στο πλαίσιο και υπό την αιγίδα «του Αρχείου Καβάφη». Το Αρχείο Καβάφη είναι χαρτιά που έγραψε ο Καβάφης, ή αντικείμενα που ανήκαν στον Καβάφη. Δεν μιλάει. Και ούτε δίνει σε καμία Πυθία το δικαίωμα να χρησμοδοτεί εν ονόματί του. Ο Καβάφης ήταν ποιητής, όχι ιδρυτής θρησκείας. Και κατά συνέπεια, δεν έχει ιερατείο.

Σκέψεις με αφορμή το νέο βιβλίο του Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ (Pierre-André Taguieff), Ο εξτρεμισμός και τα είδωλά του, εκδ. Επίκεντρο, 2017*

Το βράδυ της Τρίτης 28 Μαρτίου θυμηθήκαμε ότι ο Κώστας Σημίτης υπάρχει στην πολιτική ζωή της χώρας. Και μαζί μ’ αυτόν θυμηθήκαμε ότι υπήρξαμε κι εμείς ― μια μερίδα ανθρώπων που νιώθαμε ότι επιτέλους κάποιος μας εκπροσωπεί. Ποιοι είμαστε;

Οι περισσότεροι ίσως το έχετε ακούσει ως swing και όντως το lindy hop ανήκει στην οικογένεια των χορών του swingή των χορών που χορεύονται με μουσική swing. Δεν θέλω ωστόσο να μείνω σε τέτοια θεωρητικά ζητήματα για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχω την ανάλογη θεωρητική κατάρτιση για να αναπτύξω με ασφάλεια αυτά τα  λεπτά θέματα. Συγκρατήστε ότι πρόκειται για ένα είδος χορού που βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό, πρακτική που ως θιασώτης της εφαρμόζω και στη συγγραφή του παρόντος κειμένου. Δεν εστιάζω στα του χορού αλλά στη σημασία της ένταξης ενός νέου  στην κοινότητα του lindy hop στην Αθήνα της εποχής μας.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι το τελευταίο κεφάλαιο (τα «συμπεράσματα») από το υπό έκδοση (20/4/2017) στα γαλλικά του νέου βιβλίου του φιλόσοφου, πολιτολόγου και ιστορικού των ιδεών Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ (Pierre-André Taguieff) με τίτλο: Ο Ισλαμισμός και εμείς. Να σκεφθούμε τον απρόβλεπτο εχθρό (L’Islamisme et nous. Penser l’ennemi imprévu, Παρίσι, CNRS Éditions, 2017). Κρίναμε σκόπιμο να μεταφράσουμε αυτό το μέρος του βιβλίου που ακολουθεί, γιατί ορίζει και διασαφηνίζει, κατά το δυνατόν, τις περίπλοκες σχέσεις μεταξύ ισλάμ, ισλαμισμού και ισλαμοφοβίας, κάτι που λείπει και από τον σχετικό δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα μπορούσε, για το θέμα αυτό, να ανατρέξει κυρίως και στο οικείο κεφάλαιο περί «τζιχαντισμού», το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Π.-Α. Ταγκιέφ, που εκδόθηκε πριν ένα μήνα στα ελληνικά (εκδ. «Επίκεντρο»), με τίτλο: Ο εξτρεμισμός και τα είδωλά του. Επίκαιρες σκέψεις για τον τζιχαντισμό, την άκρα δεξιά, τον αντισημιτισμό, τον λαϊκισμό και τη συνωμοσιολογία. - Ανδρέας Πανταζόπουλος

Δικαιοσύνη, Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΝΣΚ) και δικαστικό ρεπορτάζ κάνουν τα πάντα, εκτός από αυτό που χρειάζεται.

Για την ισλαμιστική τρομοκρατία, το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος και τις τρομοκρατικές επιθέσεις των τελευταίων χρόνων έχουν γραφτεί και ειπωθεί στην Ελλάδα τόσο πολλά πράγματα που ένας ουδέτερος παρατηρητής χωρίς γνώση της κατάστασης στη χώρα μας θα νόμιζε πως το Μολενμπέεκ είναι προάστιο των Αθηνών και το Μπατακλάν βρίσκεται στην Πειραιώς. Αντίστοιχα, αρκετά πράγματα, ίσως όχι στην ίδια έκταση, έχουν κατατεθεί στοn δημόσιο διάλογο σχετικά με την βία που προέρχεται από την Aκροδεξιά. Ωστόσο, η ίδια συζήτηση δεν έχει γίνει για την ακροαριστερή και αναρχική τρομοκρατία. Ο δημόσιος διάλογος σε αυτόν τον τομέα είναι συγκεκριμένος, η επιστημονική εργογραφία περιορισμένη και οι επιστημονικές ημερίδες μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Ο αμερικανός μουσικός Τσακ Μπέρυ που πέθανε στις 18 Μαρτίου, σε ηλικία 90 ετών, δεν ευτύχησε να γοητεύσει το ελληνικό κοινό όταν εμφανίστηκε στον Λυκαβηττό τον Ιούλιο του 1987: η συναυλία διεκόπη όταν οι συνήθεις αλήτες, τζαμπατζήδες και πάσης φύσεως άσχετοι, που έπρεπε σώνει και καλά να δουν ζωντανά έναν «θρύλο», προκάλεσαν επεισόδια. Ο Μπέρυ έπαιξε ελάχιστα και αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη σκηνή για να μη φάει καδρόνι στο κεφάλι – ναι, είχαν βγει και καδρόνια, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες. Ο Τσακ Μπέρυ, κομψός, πανύψηλος και φίνος, μάλλον δεν έδωσε δεκάρα για το τι συνέβη εκείνο το βράδυ στην Αθήνα. Ήταν 60 ετών και ήταν... ο Τσακ Μπέρυ.

Το κλίμα έχει αρχίσει και χαλάει, μέρες τώρα, όχι κατ' ανάγκη εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.