Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2020

Στέλιος Ράμφος: «Αν υπήρχε δυτικό ρεύμα στην Ελλάδα, θα είχαμε βάλει τάξη στη ζωή μας»

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Ο Στελιος Ράμφος, Ο Στελιος Ράμφος, Φωτογραφία Αρχείου

Η παρουσίαση, στις 7 Νοεμβρίου 2020, του πολύ πρόσφατου βιβλίου του Στέλιου Ράμφου «Η Ελλάδα των ονείρων. Σπουδή στο συλλογικό μας φαντασιακό» (εκδ. Αρμός), που έγινε από τον ίδιο τον συγγραφέα διαδικτυακά, για όσους την παρακολούθησαν, ήταν μια εντυπωσιακή απεικόνιση της νεοελληνικής διχοστασίας, της διχασμένης ελληνικής ταυτότητας, σημαδεμένης, ακριβώς, από την αδυναμία αναγνώρισης από το «υποκείμενο» της πραγματικότητας του εξωτερικού κόσμου.

Παρουσιάζοντας, δίκην παραδείγματος, ένα από τα πολλά «όνειρα» που κατατρύχουν το νεοελληνικό φαντασιακό (κατά την βυζαντινή περίοδο, ένα όνειρο του Θεοφάνη, που «προαναγγέλλει» την εικονομαχία: το όνειρο του ιπποκόμου Κωνσταντίνου που κομματιάζει την εικόνα της Θεοτόκου και την ποδοπατά∙ για να εμφανισθεί ύστερα η Θεοτόκος, στο όνειρό του πάντα, και να του αναγγείλει την τιμωρία του, κάτι που θα «επαληθευθεί» την επομένη ημέρα μέσα στον πραγματικό κόσμο: ο Κωνσταντίνος θα σκοτωθεί από πέτρα του καταπέλτη στην πολιορκία των Σαρακηνών), ο Στέλιος Ράμφος επισήμανε την συλλογική δέσμευση από ψυχικές εικόνες που κατασκευάζουν ένα παράλληλο «συμβολικό» σύμπαν μέσα στο οποίο ζουν τα «ανατολικά μας συναισθήματα». Οι ψυχικές εικόνες των ονείρων μας διεκδικούν δικαιώματα αλήθειας, δικάζουν, τιμωρούν, υποκαθιστούν το πραγματικό. Τούτη την ψυχική αντιστροφή του πραγματικού, ο Ράμφος την βλέπει να διαιωνίζεται, να οργανώνει έναν κλειστό ομαδικό βίο, υποβασταζόμενο, ακριβώς, από μία θεμελιώδη «άγνοια εαυτού», μέχρι και σήμερα.

Αξίζει να παρακολουθήσει κάποιος αυτήν την προσέγγιση του Στέλιου Ράμφου, διαβάζοντας προσεκτικά το απαιτητικό βιβλίο του. Δίκην «εισαγωγής» σε αυτήν την μελέτη, εδώ, το βίντεο ( https://www.youtube.com/watch?v=uyNN6_JkxYY) της προχθεσινής του ομιλίας. Παραθέτω το τέλος της, το τελευταίο δεκάλεπτο από μία ωριαία παρουσίαση, όπου ο συγγραφέας αναζητά και συζητά την αδυναμία σύγκλισης των «δυτικών» με τα «ανατολικά» συναισθήματα και, ως εκ τούτου, την αυτοϋπονομευμένη μας νεωτερικότητα. Το συγκεκριμένο ερώτημα που ο Ράμφος θέτει εδώ και επιχειρεί να απαντήσει, είναι το ακόλουθο: γιατί δεν μπορούμε να καταλάβουμε την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα; Ιδού η απάντησή του (η απομαγνητοφώνηση και οι υπογραμμίσεις, δικές μου):

«Γιατί ένα διανοητικό σχήμα που επικρατεί εδώ και εκατό χρόνια-και λιγότερο από εκατό χρόνια-μιας διπολικής πολιτισμικής συνθήκης, που υποτίθεται ότι επικρατεί στην Ελλάδα, και η οποία αυτή συνθήκη φέρνει αντίπαλα, αντίθετα μεταξύ τους δύο πνεύματα, το παραδοσιακό και ανατολίζον και το νεωτερικό και δυτικό, είναι μια ιδέα η οποία δεν αναρωτιέται για το ποιες είναι οι ψυχές των ανθρώπων, αλλά είναι μια αλήθεια που κάθεται σαν φωτοστέφανο πάνω από την ιστορική πραγματικότητα, χωρίς, ακριβώς, να έχει λάβει υπόψη του περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Δηλαδή, δεν είναι βέβαιο ότι όποιος είναι δυτικόφρων έχει συναισθήματα δυτικά, εξίσου ζηλεύει και εξίσου φθονεί και γι’ αυτό το λόγο δεν έχουμε βρει ησυχία. Αν υπήρχε δυτικό ρεύμα στην Ελλάδα θα είχαμε βάλει τάξη στη ζωή μας. Αυτό δεν υπάρχει. Έχει λοιπόν ενδιαφέρον, όταν υπάρχει ένα επιστέγασμα ιδεολογικό μπορούμε όλοι να στεγαστούμε εκεί πέρα, αλλά το αποτέλεσμα είναι μια ανατροπή της πραγματικότητας η οποία δεν μας βοηθάει καθόλου. Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη και η μελέτη του δικού μας, του συλλογικού μας φαντασιακού, αυτό το επιρρωνύει και μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι υπάρχει ένα δυτικό ρεύμα στην Ελλάδα και ισχυρό, αλλά το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι ότι απλώς ακολουθεί την πίεση των περιστάσεων. Τι να κάνουμε; Να φτιάξουμε ένα κράτος, το 1821, για να μας λαμβάνουν υπόψη οι Ευρωπαίοι. Αλλά αυτοί που φτιάχνανε το κράτος ήταν κλέφτες και αρματωλοί, με τα τσαρούχια τους, με όλα τα ήθη και τα έθιμά τους. Ήταν, δηλαδή, το ανατολίζον αίσθημα το οποίο ήταν κυρίαρχο στη βάση των συναισθημάτων. Δηλαδή, εάν πάρουμε τον τρόπο με τον οποίο ελπίζει ο σημερινός δυτικόφρων και τον τρόπο με τον οποίο ελπίζει ο ανατολίζων είναι ίδιος. Γιατί στο επίπεδο των συναισθημάτων είμαστε απολύτως ανατολικοί. Και το επίπεδο των συναισθημάτων είναι εκείνο που μετράει και που θρέφει τις ψυχές. Τα άλλα έχουν μία σημασία, αλλά όχι κρίσιμη. Γι’ αυτό δεν τα έχουμε καταφέρει, μολονότι έχουμε μια επιφάνεια και ένα σύστημα θεσμικό το οποίο επαναλαμβάνει πολλές φορές με αξιόπιστο, με καλό τρόπο τα δυτικά πρότυπα. Ο τρόπος της ζωής δεν συνδυάζεται, κατά κανέναν τρόπο, με αυτές τις υψηλές μορφές οργανώσεως ή δεοντολογίας, διότι η πηγή των συναισθημάτων είναι διαφορετική. Η αγωνία και η ελπίδα βγαίνουν από τις θρησκευτικές εικόνες που έχουμε μέσα μας, και είναι οι εικόνες του θρησκευτικού μας ανατολισμού. Η Δύση έρχεται κάθε φορά να αντιμετωπίσουμε την γραφειοκρατία, σωστό, να κάνουμε μια ψηφιακή μεταρρύθμιση, να γίνουν γρηγορότερα οι συναλλαγές. Τα συναισθήματα όμως πάνε αλλού. Έχει μεγάλη σημασία να το καταλάβουμε, γιατί αν το καταλάβουμε, θα αρχίσουμε να αναζητούμε λύσεις που το λύνουν το ελληνικό πρόβλημα, και το λύνουν συνθετικά, όχι με μονομέρειες και με αποκλεισμούς. Αυτό θέλω να πω, και με αυτόν τον τρόπο πορεύτηκα γράφοντας αυτό το βιβλίο, με αυτήν την ιδέα. Επομένως, τι γίνεται; Οι ψυχισμοί μας, στο λαό μας, επιβιώνουν, οι ανατολίζοντες ψυχισμοί, μεταμφιεζόμενοι αενάως σε νεωτερικές καταστάσεις. Δηλαδή, δεν φοράμε φουστανέλες πια, φοράμε μοντέρνα ρούχα, αλλά δεν παίζεται και κάτι συνταρακτικό. Έχουμε μια αδυναμία κατανοήσεως του φαινομένου, του ονείρου του Κωνσταντίνου, η οποία οδηγεί σε μία αδυναμία παραγωγικής συνθέσεως και συνυπάρξεως των δύο στοιχείων. Όταν λοιπόν υπάρχουν δύο στοιχεία και δεν μπορούν να συνυπάρξουν συνθετικά και δημιουργικά, τότε αναπτύσσονται δυνάμεις μονομερείας και αποκλεισμού οι οποίες παίρνουν διαστάσεις και μορφές μηδενιστικές. Ο ελληνικός ή νεοελληνικός καταστροφικός μηδενισμός έχει να κάνει με το ότι τα δύο στοιχεία αλληλοϋπονομεύονται, επειδή δεν ξέρουν που να ακουμπήσουν το ένα το άλλο. Γιατί και τα δύο μπορούν να φτάσουν σε έναν συνδυασμό. Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό, από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο έως τον Ελευθέριο Βενιζέλο και μέχρι πολύ πρόσφατα, και μέχρι σήμερα, ζούμε μια παράξενη κοινωνική διπροσωπία. Χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Όπου τα παραδόσιμα στοιχεία παριστάνουν τα νεωτερικά, και τα νεωτερικά συγκαλύπτουν τα παραδόσιμα. Γινόμαστε μοντέρνοι με αυτόν τον τρόπο. Με αυτήν την έννοια, μέσα σε αυτήν την περφόρμανς, την παράσταση, ο διχασμός και εσωτερικεύεται και διαιωνίζεται κωμικοτραγικά στην αδυναμία να πάμε σε μια σύνθεση των δύο στοιχείων. Αυτός είναι ο μεγάλος πόνος της ιστορίας, και επομένως στην αδυναμία της συνθέσεως του αισθήματος και του λόγου που είναι τόσο αναγκαία, της συνθέσεως του μεταϊστορικού, ανατολίζοντος, εσχατολογικού και του ιστορικού. Υπ’ αυτήν την έννοια, η κοινωνική ιδεολογία παίρνει την μορφή οράματος ή ονείρου και καταλαμβάνει την θέση του πραγματικού. Οι ψεκασμένοι τον καιρό της κρίσεως, οι διάφοροι εχθροί εναντίον μας, οι συνωμοσίες τώρα με τον κορωνοϊό, κ.ο.κ. Δηλαδή μεταβάλλεται, όπως ακριβώς οι εικόνες στον ύπνο και στο ξύπνιο μας είναι εξίσου αληθινές, θετικές ή αρνητικές, έτσι και εδώ ανάλογα συναισθήματα προκαλούνται και στον σημερινό άνθρωπο, επειδή ιδεολογίες κοινωνικές, δίκην ονείρου, γιατί είναι ένα όνειρο οι κοινωνικές ιδεολογίες, καταλαμβάνουν την θέση του πραγματικού. (…)

Θέλω να πω λοιπόν, ότι με την ‘Ελλάδα των ονείρων’ επεχείρησα μιαν αναγνώριση, κάποια πρώτα βήματα προς αναγνώριση, του συλλογικού μας φαντασιακού, των ψυχικών εικόνων με τις οποίες διαποτίζουμε τα εξωτερικά πράγματα, ως πολιτισμικές μας συνιστώσες. Χωρίς αυτήν την πολιτισμική συνιστώσα δεν θα μπορούμε να καταλάβουμε κάθε φορά τί είδους και τί λογής ψυχικές εικόνες διαπερνούν την φυσική και την ιστορική πραγματικότητα για να την σχηματίσουν ή να την μετασχηματίσουν αξιακά, προτείνοντας αυτήν την κοινωνική θεωρία, την άλλη, κ.ο.κ., αυτή την ιστορική αντίληψη, την άλλη, κ.ο.κ. Υπ’ αυτήν την έννοια, θα ήθελα με αυτήν την δουλειά, με αυτό το βιβλίο, με αυτόν τον τρόπο να συμβάλλω στα διακόσια χρόνια από την εθνική μας παλιγγενεσία. Και να βοηθήσω και εγώ να γίνει επιτέλους αρχή για μια τέτοια νέα σύνθεση του νεωτερικού και του παραδοσιακού. Αλλά, σύνθεση, όχι με καλές προθέσεις και με καλή θέληση, σύνθεση με αναγνώριση του εδάφους του πραγματικού. Υπ’ αυτήν την έννοια, η ιδιαίτερη βοήθεια που μας προσφέρει το φαντασιακό είναι ότι εκεί θα βρούμε οπωσδήποτε τις ρίζες μιας αυθεντικής αυτογνωσίας, θα αρχίσουμε να μας καταλαβαίνουμε δηλαδή. Η οποία αυτογνωσία, με κεκτημένο το χειρότερο, αυτών που συμβαίνουν, των αδυναμιών που δημιουργούνται, κλπ., μπορεί να οδηγήσει σίγουρα στο καλύτερο. Γιατί αν δεν ξέρουμε το χειρότερο, είναι πολύ δύσκολο να πάμε προς το καλύτερο. Δηλαδή, ποιο είναι το καλύτερο στην συγκεκριμένη περίπτωση; Να αφήσουμε το αχρονικό μιας εικόνας που δεν έχει καμμία δική της κίνηση και να μπούμε στον ιστορικό χρόνο, χωρίς όμως να πληρώσουμε ως τίμημα, και μάλιστα τίμημα βαρύ, την χαρά και το φως της ζωής.»

Ανδρέας Πανταζόπουλος

Αναπληρωτής καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στις κυριότερες δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται οι μονογραφίες Για το λαό και το έθνος. Η στιγμή Ανδρέα Παπανδρέου 1965-1989 (2001), Η δημοκρατία της συγκίνησης. Ίμια-Οτσαλάν, αντιεκσυγχρονιστικές και εκσυγχρονιστικές τάσεις στο πολιτικό σύστημα (2002), Με τους πολίτες κατά του λαού. Το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής (2006), Λαϊκισμός και εκσυγχρονισμός, 1965-2004 (2011), Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013 (2013).


Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά