Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

Συμπεριφορική κόπωση, αβεβαιότητα και αποφάσεις

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
O βρετανός πρωθυπουργός, Μπόρις Τζόνσον, στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε μετά την προσβολή του από τον κορωνοϊό. Έχοντας υιοθετήσει τη στρατηγική αντιμετώπιση της ανοσίας αγέλης, που ενισχύθηκε από το επιχείρημα της συμπεριφορικής κόπωσης στην οποία θα μπορούσαν να οδηγηθούν οι πληθυσμοί έπειτα από μακρόχρονη καραντίνα, ο Τζόνσον έκανε ένα στρατηγικό λάθος που είχε βαρύ κόστος για τη βρετανική κοινωνία. O βρετανός πρωθυπουργός, Μπόρις Τζόνσον, στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε μετά την προσβολή του από τον κορωνοϊό. Έχοντας υιοθετήσει τη στρατηγική αντιμετώπιση της ανοσίας αγέλης, που ενισχύθηκε από το επιχείρημα της συμπεριφορικής κόπωσης στην οποία θα μπορούσαν να οδηγηθούν οι πληθυσμοί έπειτα από μακρόχρονη καραντίνα, ο Τζόνσον έκανε ένα στρατηγικό λάθος που είχε βαρύ κόστος για τη βρετανική κοινωνία.

Δεν ξέρω αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα: αν οι σύμβουλοι του Μπόρις Τζόνσον πίστευαν ή απλώς πρότειναν τη στρατηγική που ήθελε να ακούσει η κυβέρνηση, ή αν η κυβέρνηση τους εξώθησε να αποκλείσουν τη σωματική αποστασιοποίηση για να ευνοήσουν την ανοσία της αγέλης. Ούτως ή άλλως, διέπραξαν επιστημονική ύβρη, παρέχοντας ανυπόστατο επιστημονικό άλλοθι σε μια στρατηγική που αντιμετώπιζε με τρόμο τις οικονομικές επιπτώσεις της καταστολής και αδιάφορα τις εκατόμβες των θυμάτων του μετριασμού.

Σε διάγγελμά του, τη Δευτέρα 23/3/2020, ο Μπόρις Τζόνσον ανακοίνωσε τελικά την απαγόρευση κυκλοφορίας και καθολική καραντίνα στη Μεγάλη Βρετανία. Με την απόφαση αυτή, η βρετανική κυβέρνηση απέρριψε τη στρατηγική της «ανοσίας της αγέλης» (herd immunity) και υιοθέτησε τη στρατηγική της «σωματικής αποστασιοποίησης» (physical distancing).[i]

Οι δύο αυτές ανταγωνιστικές στρατηγικές («μετριασμός» και «καταστολή» αντιστοίχως) έχουν συζητηθεί εκτενώς τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας σε άρθρα και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η δε ανοσία της αγέλης έχει υποβληθεί σε ανηλεή κριτική (βλ. ενδεικτικά τα Ρωμανός Γεροδήμος, Δαμιανός Κοκκινίδης, Σωτήρης Κορώσης, Ηλίας Μόσιαλος, Κώστας Ρουμανιάς, Νικόλας Σεβαστάκης). Μετά την επιστημονική εργασία τής υπό τον καθηγητή Νιλ Φέργκιουσον ομάδας του Ιμπίριαλ Κόλετζ που είχε προηγηθεί της κυβερνητικής στροφής, και την (ταχεία) προσχώρηση της Ολλανδίας και την (αργή) της Σουηδίας στη σωματική αποστασιοποίηση, η διαμάχη θεωρείται τουλάχιστον προς το παρόν λήξασα.

Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να επαναλάβω τα εκατέρωθεν επιχειρήματα. Θα σταθώ μόνο στη συμπεριφορική κόπωση (behavioural fatigue) —το ενδεχόμενο οι πολίτες να κουραστούν, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να αγνοούν τις οδηγίες των αρχών, και να επανέρχονται στις παλιές τους συνήθειες— η οποία πέρασε μάλλον στα ψιλά στη χώρα μας.

Η κόπωση αποτέλεσε, αν όχι το κύριο, βασικό επιχείρημα της επιστημονικής ομάδας συμβούλων του Μπόρις Τζόνσον στην άρνηση της κυβέρνησής του να επιβληθούν πολύ νωρίς τα μέτρα. Κατά τον Ντέιβιντ Χάλπερν, αν οι περιορισμοί επιβληθούν πολύ νωρίς θα επέλθει κόπωση και οι πολίτες θα αγνοούν τις οδηγίες όταν θα πρέπει να τις ακολουθούν, εν μέρει μάλιστα εξαιτίας της αποτελεσματικότητας αυτών των μέτρων όσον αφορά τον περιορισμό της διάδοσης του ιού, άρα και τη συρρίκνωση του αντιλαμβανόμενου κινδύνου. Συνεπώς, πρέπει να γίνουν τα ελάχιστα δυνατά (πλύσιμο χεριών, απομόνωση ηλικιωμένων) και να αποφευχθούν μεγάλης κλίμακας κατασταλτικά μέτρα της πανδημίας. Με δυο λόγια, απορρίπτεται η καταστολή ως αναποτελεσματική, άρα ο μετριασμός αποτελεί τη μοναδική λύση.

Η προσέγγιση αυτή ισχυρίζεται ότι βασίζεται σε επιστημονική επεξεργασία δεδομένων. Ο Ντέιβιντ Χάλπερν είναι ο επικεφαλής της Behavioural Insights Team, η οποία από την εποχή της πρωθυπουργίας του Κάμερον συμβουλεύει τη βρετανική κυβέρνηση. Με αρκετές επιτυχίες στο ενεργητικό της (δωρεά οργάνων, φορολογικές εισπράξεις από υψηλά εισοδήματα, προσλήψεις στην αστυνομία ατόμων από μειονοτικές ομάδες), η ομάδα αυτή βασίζεται στην επιστήμη της συμπεριφοράς και ειδικότερα τη θεωρία του «σκουντήματος» (nudge theory). Αναπτυγμένη από τον νομπελίστα οικονομολόγο Ρίτσαρντ Θάλερ και τον καθηγητή Κας Σάνστεϊν, η θεωρία του σκουντήματος υποστηρίζει, αντί της πατερναλιστικής επιβολής, τη χρήση έξυπνων τρικ με σκοπό την ελεύθερη επιλογή αποφάσεων που αποφέρουν ατομικό και γενικότερο όφελος.

Αναμφίβολα, δημόσιες πολιτικές που εδράζονται στην επιστήμη είναι ευπρόσδεκτες και θα πρέπει να επιδιώκονται, και ειδικότερα ευρήματα της επιστήμης της συμπεριφοράς (προς την οποία διάκειμαι φιλικώς) μπορούν και πρέπει να ληφθούν υπόψη στην πάλη κατά του covid-19. Ένα δημοσιευμένο το 2020 επιστημονικό άρθρο, που συνοψίζει συμπεράσματα 100 άλλων ερευνητικών εργασιών, μπορεί να βοηθήσει κυβερνήσεις και δημόσιες υγειονομικές αρχές να σώσουν ζωές. Επί παραδείγματι, προτείνει απλές, φθηνές και αποτελεσματικές συμπεριφορικές παρεμβάσεις για να αυξηθεί το πλύσιμο των χεριών (δεν βρέθηκαν, όμως, αντίστοιχοι τρόποι να περιοριστεί η επαφή με το πρόσωπο)· υποδεικνύει ότι η αποτελεσματική επικοινωνιακή τακτική της υγειονομικής κρίσης πρέπει να χαρακτηρίζεται από ταχύτητα, εντιμότητα, αξιοπιστία, ενσυναίσθηση και προβολή ατομικών πράξεων· συνιστά ότι οι κίνδυνοι γίνονται καλύτερα κατανοητοί μέσω αριθμών, δίνοντας το εύρος των τιμών για να περιγραφεί η αβεβαιότητα — η κοινοποίηση απλώς μέγιστων τιμών μπορεί να οδηγήσει σε δημόσια γνωσιακή στρέβλωση.

Οι θετικές αυτές υποδείξεις με κατάλληλο «σκούντημα» μπορούν σίγουρα να αλλάξουν συμπεριφορές. Βεβαίως, είναι δύσκολο έως αδύνατο, π.χ. να εκτιμηθεί πόσο πλύσιμο χεριών απαιτείται, πόσο οι παρεμβάσεις θα το αυξήσουν, αλλά ουδείς αμφισβητεί ότι σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα θα είναι θετικό: περισσότερο πλύσιμο των χεριών οδηγεί σε μείωση των κρουσμάτων (και αντιστρόφως, λιγότερο σε αύξηση).

Τα πράγματα, όμως, περιπλέκονται στην περίπτωση της συμπεριφορικής κόπωσης. Δεν είναι σαφές κατά πόσον πιο δρακόντεια μέτρα καταστολής της πανδημίας θα οδηγήσουν σε καλύτερα ή χειρότερα αποτελέσματα (μη-μονότονη σχέση), όπως συνάγεται από τις επόμενες ενδεικτικά δημοσιεύσεις που αφορούν την πανδημία του ιού της γρίππης Η1Ν1 (2009-2010), της φονικότερης του 21ου αιώνα.

Κάποιες μελέτες έδειξαν ότι η συμπεριφορική κόπωση είναι ανύπαρκτη. Μία για την Ολλανδία, συμπέρανε ότι, μολονότι εθνικές και διεθνείς υγειονομικές αρχές αρχικά είχαν υπερεκτιμήσει το ποσοστό θνητότητας, οι πολίτες παρέμειναν ήρεμοι και με σχετικά υψηλή πρόθεση συμμόρφωσης στα προληπτικά μέτρα. Άλλη για το Πεκίνο έδειξε ότι οι περισσότεροι πολίτες συμμορφώθηκαν με τα μέτρα που απαιτούσαν μικρή προσπάθεια (π.χ. αερισμός δωματίων, πλύσιμο χεριών) και δεν άλλαξαν διαχρονικά τη συμπεριφορά τους· μικρότερος μεν αριθμός υιοθέτησε μέτρα αντιμετώπισης της γρίπης (π.χ. εμβολιασμός), αλλά παρόμοιες δράσεις αυξήθηκαν μέσα στο χρόνο. Γενικά, η σχέση ανάμεσα στον αντιλαμβανόμενο κίνδυνο και τη συμπεριφορά ήταν ασταθής (θετική, ασήμαντη, αρνητική).

Απεναντίας, άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η κόπωση είναι υπαρκτή, και ότι γενικά οι πολίτες τείνουν να περιορίζουν τη χρήση ορισμένων τουλάχιστον προληπτικών μέτρων (πλύσιμο χεριών, σωματική αποστασιοποίηση). Ένα άρθρο για την Ιταλία ισχυρίζεται ότι εντόπισε φθίνουσα τάση στο διάστημα ενός τετραμήνου, όσον αφορά τη διάθεση για εμβολιασμό, εξαρτώμενη από την ανησυχία για την πανδημία, ηλικία, φύλο, ύπαρξη χρόνιου νοσήματος. Στο Μεξικό σκέφθηκαν να μετρήσουν την τηλεθέαση ως προσεγγιστικό μέτρο της παραμονής στο σπίτι, και βρήκαν ότι στην αρχή της επιδημίας αυξανόταν γρήγορα η σωματική απομόνωση, αλλά υπήρξε άμβλυνσή της πριν ακόμη αποσυρθούν τα υγειονομικά μέτρα. Ισχυρίζονται, μάλιστα, ότι η τηλεθέαση προέβλεπε τα ποσοστά μόλυνσης, ενώ εντοπίστηκαν επίσης μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις ηλικιακές και κοινωνικο-οικονομικές ομάδες. Ένα άρθρο σύνθεσης 16 ποιοτικών μελετών από 9 χώρες έδειξε την ύπαρξη αμφιθυμίας όσον αφορά την αποδοχή της απομόνωσης και συμπεριφορών σωματικής αποστασιοποίησης σε ορισμένα συγκείμενα, εξαιτίας της εν δυνάμει πρόκλησης κοινωνικού στίγματος, η δε αρνητική τάση στη συμμόρφωση σε μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις αυξανόταν όταν εμφανίζονταν ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, οικονομικές πιέσεις, κ.λπ.

Αν κάτι προκύπτει από αυτές και άλλες μελέτες είναι ότι η συμπεριφορική κόπωση δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς. Η μη τεκμηρίωση της έννοιας υπήρξε η αιχμή της επίθεσης 600 επιστημόνων από διάφορους κλάδους, οι οποίοι με ανοικτή επιστολή τους ζήτησαν αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής όσον αφορά την πανδημία. Σημειωτέον, τα βέλη εκτοξεύονται εκ των ένδον, δεδομένου ότι οι υπογράφοντες δηλώνουν θιασώτες της επιστήμης της συμπεριφοράς, και υποστηρίζουν τη χρήση της στις δημόσιες πολιτικές. Ωστόσο, συμπληρώνουν πως «δεν είμαστε πεπεισμένοι ότι γνωρίζουμε αρκετά για τη ‘συμπεριφορική κόπωση’ ή σε ποιο βαθμό οι σχετικές διαπιστώσεις εφαρμόζονται στις τρέχουσες εξαιρετικές καταστάσεις». Εν προκειμένω, ο καταρχήν ορθός ισχυρισμός ότι η συμμόρφωση στα μέτρα είναι ευθέως ανάλογη με τον αντιλαμβανόμενο κίνδυνο είναι ασθενής, διότι απαιτείται ο συνυπολογισμός και άλλων παραμέτρων. Απεναντίας, η λογική του μετριασμού ότι η πανδημία πρέπει να αντιμετωπιστεί ως φυσιολογική κατάσταση υποσκάπτει τις απαραίτητες και επείγουσες αλλαγές στη συμπεριφορά (πλύσιμο χεριών, χειραψίες).

Πριν από φιλοσοφικο-ηθικές αιτιάσεις σχετικά με την ανοσία της αγέλης, βρισκόμαστε σε ένα πολύ στοιχειώδες επίπεδο: πρόκειται για κακή επιστήμη και κακή χρήση της επιστήμης στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών. Πρόκειται για κακή επιστήμη, επειδή παραβλέπει πληθώρα μελετών και ευνοεί αυθαίρετα ορισμένες, προκειμένου μάλιστα να προτείνει μια λίαν υψηλού ρίσκου στρατηγική· και για κακή χρήση, διότι νομιμοποιεί την κυβερνητική στρατηγική στην επιλογή της οποίας εμπλέκονται και άλλες θεωρήσεις.

Συνεπώς, το πρώτο που όφειλε να κάνει η κυβέρνηση ήταν να δημοσιοποιήσει, όπως ζήτησαν οι 600, τις εισηγήσεις των επιστημονικών και πολιτικών της συμβούλων για τη διαχείριση της πανδημίας δεδομένου ότι είχαν εκφραστεί ισχυρότατες διαφωνίες για τη στρατηγική της ανοσίας της αγέλης, και συνεπώς το βάρος της απόδειξης ότι θα λειτουργούσε αποτελεσματικά έπεφτε σε αυτή την ίδια που την πρότεινε. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα, και βεβαίως πρέπει να τις κοινοποιήσει, όταν λήξει η πανδημία.

Δεν θέλω να υποτιμήσω τη δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε η βρετανική και όλες οι κυβερνήσεις. Στην πραγματικότητα, είχαν ξαφνικά να διαχειριστούν ένα μείζον πρόβλημα σε συνθήκες πλήρους αβεβαιότητας (έλλειψη εμβολίου και θεραπείας, άγνωστος Βασικός Αριθμός Αναπαραγωγής R0, άγνοια των τρόπων μετάδοσης, άγνωστο για πόσο χρονικό διάστημα διατηρούνται τα αντισώματα στον ιού στο οργανισμό μας, κ.λπ.)· δηλαδή σε κατάσταση ουσιαστικής άγνοιας, σε ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα σε ό,τι γνωρίζουμε και σε ό,τι θα έπρεπε να γνωρίζουμε προκειμένου να ληφθούν καλές αποφάσεις. Εξάλλου, όλες οι μελέτες είχαν ως αντικείμενο τη γρίππη, αλλά είναι πρόδηλο ότι γρίππη και covid-19 διαφέρουν. Ως εκ τούτων, οι επιδημιολόγοι βρέθηκαν ξανά στην κατάσταση που περιγράφει το ρητό που κυκλοφορεί μεταξύ τους: "Αν είδες μία πανδημία, είδες μία πανδημία", με το οποίο εννοούν ότι κάθε νέα πανδημία ακολουθεί τη λογική της, όσοι δε βασίζονται σε προηγούμενες εμπειρίες προκειμένου να εξαγάγουν συμπεράσματα για τη δημόσια υγεία θα κάνουν λάθη.

Τι μπορείς να κάνεις σε τέτοιες συνθήκες; Αυτό που κάνει η σωματική αποστασιοποίηση: βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση της κατάστασης με έναν μείζονα στόχο: να αγοράσεις χρόνο. Και πώς το πετυχαίνεις; Φροντίζοντας τα σφάλματα να είναι μικρά, και να μαθαίνεις συνεχώς από την εφαρμογή κλασικών μέτρων που προωθείς, για τα οποία δεν θα μετανιώσεις αν δεν εφαρμόζονται όπως αναμένεις· ή διαφορετικά διατυπωμένο: «Θα λαμβάνουμε μέτρα, θα τα καταργούμε, θα τα μειώνουμε και, ανάλογα με τη δραστηριότητα της νόσου, θα τα προσαρμόζουμε» (καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας). Το κέρδος σε χρόνο είναι υψίστης προτεραιότητας στόχος, όταν δεν γνωρίζουμε πρακτικώς τίποτα. Αγοράζουμε χρόνο για τους επιστήμονες και τα εργαστήρια που πασχίζουν να βρουν θεραπεία και εμβόλιο, αγοράζουμε χρόνο για τους επιστήμονες που επεξεργάζονται τα δεδομένα, περιορίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο κατάρρευσης του συστήματος υγείας, και άρα τους θανάτους.

Εν κατακλείδι, προβάλλει εκ νέου μπροστά μας το φάντασμα της τεχνοκρατίας, που ξεκινώντας από τον Ογκίστ Κοντ και τον Θορστάιν Βέμπλεν, άλλοτε έντονα άλλοτε υποτονικά, φθάνει μέχρι τις μέρες μας.[ii] Πρόκειται για την ιδέα ότι μπορεί και πρέπει να υπάρξει μια «κοινωνική μηχανοτεχνία (engineering)» ελεγχόμενη από τεχνοκράτες —μη πολιτικά πρόσωπα με υψηλού επιπέδου τεχνογνωσία—, η οποία «επιστημονικά» θα συναγάγει τις άριστες λύσεις για την κοινωνία υποκαθιστώντας τους πολιτικούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, πρέπει να μετριαστεί το «υψηλού επιπέδου τεχνογνωσία» κατά κάποιες τάξεις μεγέθους. Η επιστήμη της συμπεριφοράς δεν ανήκει στις «σκληρές» επιστήμες. Δεν είναι στέρεα ούτε τα πορίσματά της όπως των φυσικών επιστημών (ιδίως μη ελέγξιμα μέσω της αναπαραγωγής της έρευνας), ούτε οι λύσεις της όπως των επιστημών του μηχανικού, διότι ασχολείται με ένα εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα, τις ανθρώπινες κοινωνίες. Συνεπώς, απαιτείται ταπεινότητα όσον αφορά τις προτεινόμενες λύσεις, ιδίως αν το κόστος τους σε ανθρώπινες ζωές είναι δυσθεώρητο.

Αυτή η εγγενής αδυναμία επιδεινώνεται στην προκειμένη περίπτωση διττώς: (1) Στηρίζεται σε εντελώς αμφιλεγόμενης αξίας θεωρία, τη συμπεριφορική κούραση. (β) Στηρίζει μια στρατηγική που αποτελεί συμβιβασμό με τις οικονομικές στρατηγικές, τα ιδεολογικά προαπαιτούμενα, και τις ιατρικές γνώσεις. Είναι λογικό, και υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις, ότι στην τελική απόφαση μέτρησαν τόσο οι αναμφισβήτητα δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις της καταστολής, αλλά εμφανώς υποτιμημένες αρχικά, καθώς και ιδεολογικές επιφυλάξεις όσον αφορά την καταστολή. Ο Μπόρις Τζόνσον, λόγου χάριν, εγκωμίασε το Ηνωμένο Βασίλειο ως «χώρα της ελευθερίας», το «αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα των Βρετανών να πηγαίνουν στην παμπ», το «ένστικτο της αγάπης της ελευθερίας των Βρετανών». Αυτός ο βρετανικός εξαιρετισμός καθιστούσε μη ρεαλιστική την προοπτική οι πολίτες να υπακούσουν σε μέτρα δραστικής καταστολής, και ενδεχομένως απαιτούσε μια εντελώς διαφορετική στρατηγική από εκείνης της συντριπτικής πλειονότητας των κρατών.

Δεν ξέρω αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα: αν οι σύμβουλοί του πίστευαν ή απλώς πρότειναν τη στρατηγική που ήθελε να ακούσει η κυβέρνηση, ή αν η κυβέρνηση τους εξώθησε να αποκλείσουν τη σωματική αποστασιοποίηση για να ευνοήσουν την ανοσία της αγέλης. Ούτως ή άλλως, διέπραξαν επιστημονική ύβρη, παρέχοντας ανυπόστατο επιστημονικό άλλοθι σε μια στρατηγική που αντιμετώπιζε με τρόμο τις οικονομικές επιπτώσεις της καταστολής και αδιάφορα τις εκατόμβες των θυμάτων του μετριασμού. Αιώνες πριν, ο Μισέλ ντε Μονταίνι μάς είχε προειδοποιήσει ότι όλες οι αυθαιρεσίες του κόσμου «γεννιούνται από το γεγονός ότι μας μαθαίνουν να φοβόμαστε να δηλώσουμε δημόσια την άγνοιά μας, κι από το γεγονός ότι είμαστε υποχρεωμένοι ν’ αποδεχόμαστε όλα όσα δεν μπορούμε να ανασκευάσουμε».


[i]Αντί του όρου «κοινωνική αποστασιοποίηση» (social distancing), χρησιμοποιώ τον ορθότερο όρο «σωματική αποστασιοποίηση» (physical distancing), τον οποίο ήδη έχει υιοθετήσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

[ii]Βλ. το «Τεχνοκρατία και πολιτική» στο Το ορατό και το αόρατο χέρι.

Κ.Π. Αναγνωστόπουλος

Καθηγητής Οικονομικής και Διοικητικής για Μηχανικούς στην Πολυτεχνική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Τελευταία βιβλία του: Το ορατό και το αόρατο χέρι (2011), Ανάμεσα στο ρομάντζο της επανάστασης και το στερέωμα της αντίδρασης (2016).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά